02 April 2008

Η αποσιωπημένη περίοδος 1912-1922

Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού


(Αλέξης Ηρακλείδης, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 28/03/2008)


Τάσος Κωστόπουλος: Πόλεμος και εθνοκάθαρση - Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, «ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ» σελ. 319.

Για την περίοδο 1912-1922 μία από τις μεγάλες αποσιωπήσεις της εθνικής αφήγησης είναι οι εκτεταμένες ελληνικές ωμότητες. Αντιθέτως, οι Ελληνες εμφανίζονται και κατά την περίοδο αυτή ως ένας γενναίος, ευγενικός, πολιτισμένος λαός, που δεν υπήρξε ποτέ θύτης αλλά μόνο θύμα. Την ειδυλλιακή αυτή εικόνα ήρθε να ταράξει για τα καλά το επίκαιρο και τεκμηριωμένο αυτό βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου.

Στο βιβλίο αυτό δίδεται έμφαση «στα εγκλήματα και τις εθνοκαθαρτήριες επιδόσεις του ελληνικού στρατού, χωρίς φυσικά να αποσιωπούνται οι αντίστοιχες αγριότητες των κατά καιρούς αντιπάλων τους» (σελ. 16). Ενα κύριο συμπέρασμα που εξάγεται από την έρευνα του Κωστόπουλου είναι το εξής: ότι μεγάλο μέρος της βίας του ελληνικού στρατού σε βάρος αλλοεθνών αμάχων δεν προέκυψε ως «παράπλευρη απώλεια» ούτε οφειλόταν σε εγγενή κτηνωδία, αλλά αποτελούσε συστατικό στοιχείο της «απελευθερωτικής» ελληνικής εξόρμησης, «προκειμένου η επέκταση της εθνικής επικράτειας να συνοδεύεται από την επιθυμητή πληθυσμιακή ομοιογένεια» (σελ. 18). Πρόκειται δηλαδή για χαρακτηριστική περίπτωση «εθνοκάθαρσης».

Ενα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του βιβλίου αυτού είναι ότι στηρίζεται κατά πρώτον λόγο σε ελληνικές πηγές (και όχι σε τουρκικές ή φιλοτουρκικές πηγές, που βέβαια βρίθουν από τα εγκλήματα του ελληνικού στρατού), κυρίως σε δημοσιευμένα απομνημονεύματα και ημερολόγια φαντάρων και αξιωματικών που καθιστούν την προσπάθεια καταγραφής των ελληνικών αθλιοτήτων πολύ πιο πειστική.

Ο Κωστόπουλος ξεκινάει από ένα βασικό δεδομένο, το τελείως ανάμεικτο των πληθυσμών. Η γνωστή έκφραση «μακεδονική σαλάτα» δεν αφορούσε μόνο τη γεωγραφική Μακεδονία, αλλά το σύνολο των διεκδικούμενων από την Ελλάδα περιοχών, από τα Γιάννινα και το Μοναστήρι, μέχρι τη Σμύρνη και το Αϊδίνιο. Συγκεκριμένα, μέχρι το 1912, στην ευρύτερη Μακεδονία οι μουσουλμάνοι ήταν 900.000 (τουρκόφωνοι, αλβανόφωνοι, σλαβόφωνοι, ελληνόφωνοι, βλαχόφωνοι ή ρομανί), 900.000 ήταν οι σλαβόφωνοι χριστιανοί, περίπου 360.000 ήταν οι ελληνόφωνοι χριστιανοί (συν 100.000 Βλάχοι, 70-90.000 Εβραίοι και πολύ μικρότερες ομάδες αλβανόφωνων χριστιανών και Γκαγκαούζων). Ακόμη και στην περιοχή που στη συνέχεια έγινε ελληνική (Ελληνική Μακεδονία), 36% ήταν μουσουλμάνοι, μόλις 28% ελληνόφωνοι χριστιανοί και 20-25% σλαβόφωνοι χριστιανοί, χωρισμένοι σε εξαρχικούς και πατριαρχικούς (με τους δεύτερους να τους διεκδικεί η Ελλάδα ως «ελληνόφρονες»). Τα ίδια ισχύουν στην ευρύτερη Ηπειρο και Θράκη (ανατολική και δυτική), την Κωνσταντινούπολη και τα ανατολικά παράλια της Μικράς Ασίας: σταθερά πρώτοι αριθμητικά έρχονται οι μουσουλμάνοι και έπονται οι λοιποί, με εξαίρεση την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, στα οποία η πλειονότητα είναι όντως Ρωμιοί.

Με αυτά τα δεδομένα αντιλαμβάνεται κανείς πόσο μεγάλη δόση «εθνοκάθαρσης» χρειαζόταν για να πάρει η Ελλάδα τα εδάφη που διεκδικούσε και πόσο δύσκολα η διαδικασία αυτή μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ως «απελευθέρωση». «Απελευθερωνόταν», κατά περίπτωση, το 1/3 με 1/10 του πληθυσμού και εκδιωκόταν ή εξοντωνόταν η πλειονότητα των γηγενών κατοίκων, δηλαδή όσοι βρίσκονταν στη λάθος πλευρά των επιδιωκόμενων συνόρων. Σημειωτέον ότι το πρώτο μεγάλο προσφυγικό κύμα ήταν αυτό των μουσουλμάνων από τα Βαλκάνια, συνεπεία των Βαλκανικών πολέμων, τουλάχιστον 300.000 (σελ. 63-64).