20 September 2022

Γράφε για όσα ξέρεις - Write what you know.

20 καταξιωμένοι συγγραφείς αποτιμούν την πιο διάσημη συγγραφική συμβουλή



Marc Twain
E.Hemingway
Η κλασσικότερη ίσως συμβουλή προς εκκολαπτόμενους συγγραφείς, άλλοι την αποδίδουν στον Μαρκ Τουέιν, άλλοι στον Χέμινγουεϊ. «Γράψε για όσα ξέρεις»: Μια συμβουλή που παροτρύνει τους νέους συγγραφείς να επικεντρωθούν είτε στη δική τους ζωή είτε σε στοιχεία που γνωρίζουν εκ των προτέρων καλά, ώστε να δημιουργήσουν τις ιστορίες τους. Βέβαια, ο συγκεκριμένος συγγραφικός κανόνας δεν είναι αποδεκτός από όλους – πολλοί διάσημοι συγγραφείς θεωρούν μια τέτοια προσέγγιση περιοριστική. 

Επιμέλεια: Book Press

Ακολουθούν οι απόψεις είκοσι γνωστών, ξένων συγγραφέων, που αποτιμούν την εγκυρότητα της χιλιοειπωμένης αυτής συγγραφικής συμβουλής. Ανάμεσα στους συγγραφείς που τοποθετούνται είναι ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Ρέιμοντ Κάρβερ, η Τόνι Μόρισον κ.ά.

Καζούο Ισιγκούρο: «Μην γράφετε για όσα ξέρετε»

Η συμβουλή «γράψε για αυτά που ξέρεις» είναι ένα από τα πιο ανόητα πράγματα που έχω ακούσει ποτέ μου. Ωθεί τους ανθρώπους στο να γράφουν βαρετές αυτοβιογραφίες. Με αυτόν τον τρόπο, δεν απελευθερώνεται η φαντασία του συγγραφέα και δεν αξιοποιεί όλες τις δυνατότητές του.

— από συνέντευξή του στο ShortList

Πόλα Φοξ: «Αναρωτηθείτε πόσα πραγματικά ξέρετε»

Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια, κι αν αντιληφθείτε αυτή τη μεγάλη αλήθεια, αν καταλάβετε πώς δρουν οι άνθρωποι, τότε όλα τα υπόλοιπα είναι αυτονόητα. Ο Χένρι Τζέιμς μιλά γι’ αυτό στο βιβλίο του Η τέχνη της μυθοπλασίας. Γράφει για μια συγγραφέα που ήξερε, που κάποτε ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες ενός μικρού σπιτιού στο Παρίσι, και καθώς ανέβαινε, έτυχε να περάσει έξω από ένα δωμάτιο με την πόρτα ανοιχτή. Μέσα στο δωμάτιο εκτυλισσόταν μια σύσκεψη Γάλλων Ουγενότων –η ιστορία εκτυλίσσεται τον δέκατο ένατο αιώνα–, οι οποίοι κάπνιζαν και συζητούσαν. Η γυναίκα κοντοστάθηκε για μισό λεπτό• σταμάτησε για λίγο κι έπειτα προχώρησε. Μετά από δυο ή τρία χρόνια, η γυναίκα έγραψε ένα βιβλίο για τους Ουγενότους, και όλα όσα αναφέρονταν σε αυτό, σύμφωνα με τον Χένρι Τζέιμς, ήταν απολύτως έγκυρα. Χρειάστηκε μονάχα μισό λεπτό. Φροντίζω να λέω στους μαθητές μου να μην γράφουν αποκλειστικά για όσα ξέρουν, γιατί πραγματικά δεν μπορώ να αντιληφθώ πόσα ξέρουν. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Πώς να ορίσεις αυτά που γνωρίζεις; Για τη γυναίκα, αυτά που έμαθε και ένιωσε μέσα σε εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, σήμαιναν τα πάντα.

– από συνέντευξή της, το 2004, στο The Paris Review

Ούρσουλα Λε Γκεν: «Γράψε για όσα γνωρίζεις, για φανταστικές χώρες και εξωγήινες κοινωνίες»

Όσο για το «Γράψε για αυτά που ξέρεις», μου το έλεγαν πάντα όταν ήμουν αρχάρια. Πιστεύω πως είναι ένας πολύ σωστός κανόνας και πάντα τον υπάκουγα. Γράφω για φανταστικές χώρες, για κοινωνίες εξωγήινων σε άλλους πλανήτες, για δράκους, για μάγους, για την κοιλάδα της Νάπα το 22002. Ξέρω για αυτά τα πράγματα. Τα ξέρω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, επομένως είναι καθήκον μου να μιλήσω γι' αυτά. Απέκτησα τις γνώσεις μου για όλα αυτά με τον τρόπο που απέκτησα κι όλες τις γνώσεις για την καρδιά και το μυαλό των ανθρώπων, μέσω της φαντασίας που βασίζεται στην παρατήρηση. Όπως και κάθε άλλος μυθιστοριογράφος. Ο κανόνας, λοιπόν, στέκει, αν δώσεις έναν καλό ορισμό στη λέξη «ξέρω».

- από το On Rules of Writing

Ζόι Χέλερ: «Γράψε με ειλικρίνεια για όσα έχουν ενδιαφέρον»

Το πρώτο λάθος που έκανα ως μαθήτρια [αφού με συμβούλεψαν να γράφω για όσα γνωρίζω] ήταν να υποθέσω πως μου ζητούσαν να γράφω αποκλειστικά για όσα μου είχαν συμβεί. Στην πραγματικότητα, η έμφαση πέφτει στη λέξη «γνωρίζω»• το πώς απέκτησες τις γνώσεις σου είναι ένα άλλο θέμα, αρκετά ανοιχτό. Πράγματι μπορείτε να βασιστείτε στη ζωή σας. Αλλά μπορείτε επίσης να παρατηρήσετε τις εμπειρίες των άλλων ανθρώπων, με συμπόνια. Μπορείτε να διαβάσετε και να κάνετε έρευνα. Και επιπλέον, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη φαντασία σας. Οι καλοί συγγραφείς αποκτούν τις γνώσεις τους χάρη σε έναν συνδυασμό όλων αυτών. […]

Το δεύτερο και ελαφρώς πιο ασήμαντο λάθος που έκανα –ένα λάθος που όμως επαναλάμβανα για πολύ καιρό- ήταν να υποθέσω πως η απόδοση της βιωματικής γνώσης στη μυθοπλασία ήταν μια απλή, ακόμα και κοινότοπη δουλειά. Για τους περισσότερους συγγραφείς, απαιτείται πραγματικά πολλή σκληρή δουλειά και πολλές λανθασμένες εκκινήσεις προτού βρεθούν σε θέση να εξαγάγουν τα πολύτιμα κι ενδιαφέροντα στοιχεία που κρύβονται στις αυτοβιογραφίες τους. […]

Οι περισσότεροι συγγραφείς, είτε επειδή είναι διστακτικοί είτε επειδή είναι υπερόπτες είτε επειδή φοβούνται να εκτεθούν, λογοκρίνουν τους εαυτούς τους ασυνείδητα και πετούν στα σκουπίδια το σιτάρι, παρερμηνεύοντάς το ως μη λογοτεχνικό άχυρο. Υπό αυτή την έννοια, η υπενθύμιση να γράφεις για αυτά που ξέρεις –για αυτά που πραγματικά ξέρεις, και όχι για την κομψή εκδοχή τους– είναι μια σημαντική συμβουλή, όχι μόνο για τις εντεκάχρονες μαθήτριες, αλλά και για τους συγγραφείς οποιασδήποτε ηλικίας.

- από τη στήλη Bookends στους New York Times

Μοσίν Χαμίντ: «Γράφοντας μαθαίνεις, αλλάζεις»

Μπορεί το DNA της μυθοπλασίας να είναι, όπως το δικό μας DNA, μια διπλή έλικα, ένα δίκλωνο θηρίο. Το ένα κομμάτι γεννιέται από όσα έχουν βιώσει οι συγγραφείς. Το άλλο γεννιέται από αυτό που οι συγγραφείς επιθυμούν να βιώσουν, από την παρόρμησή τους να γράψουν για να μάθουν.

Τελικά, η γνώση δεν είναι ένα αμετάβλητο αγαθό. Οι γνώσεις αλλάζουν όταν καταγράφονται. Η αφήγηση αλλάζει τον αφηγητή. Και μια ιστορία αλλάζει όταν την αφηγούμαστε.

Ο ανθρώπινος εαυτός αποτελείται από ιστορίες. Αυτές οι ιστορίες έχουν τις ρίζες τους εν μέρει στην εμπειρία κι εν μέρει στη φαντασία. Η δύναμη της μυθοπλασίας έγκειται στην ιδιαιτερότητά της να εκφράζει αυτό το περίεργο χαρακτηριστικό της ύπαρξής μας, να μας επιτρέπει να παίζουμε με ένα αίνιγμα που σκαρφιζόμαστε εμείς οι ίδιοι, καθώς προχωράμε στη ζωή.

Τα σώματά μας είναι περίπλοκες βιολογικές μηχανές. Όσο υπάρχουν, δημιουργούν μια ιστορία για την ύπαρξή τους, προκειμένου να λειτουργήσουν. Αυτή την ιστορία την ονομάζουμε «εαυτό». Πιστεύουμε πως η ιστορία είναι πραγματική. Πιστεύουμε πως η ιστορία ελέγχει τη μηχανή. Ωστόσο, συχνά ανακαλύπτουμε πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Κάνουμε πράγματα που δεν συμβαδίζουν με τις ιστορίες μας, φρικτά πράγματα. Κι αφού τα κάνουμε, λέμε: «Δεν ήμουν ο εαυτός μου».

Η συγγραφή μάς δίνει τη δυνατότητα να εκφράσουμε τις ιστορίες που μας αποτελούν στη μορφή της μυθοπλασίας. Γράψε λοιπόν για αυτά που ξέρεις. Αλλά να θυμάσαι πως κι αυτά που ξέρεις «γράφουν» εσένα.

– από τη στήλη Bookends στους New York Times

Τόνι Μόρισον: «Μην γράφετε μόνο για όσα ξέρετε»

Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά μου φαίνεται ότι πολλά κείμενα μυθοπλασίας, ιδιαίτερα αυτά των νέων ανθρώπων, είναι συχνά πολύ αυτοβιογραφικά. Η αγάπη, ο θάνατος, η αγάπη μου, ο θάνατός μου, το ένα, το άλλο... Δεν υπάρχουν πραγματικοί χαρακτήρες σε αυτά τα έργα.

Όταν δίδασκα δημιουργική γραφή στο Πρίνστον, όλοι οι μαθητές μου μια ζωή άκουγαν πως έπρεπε να γράφουν για όσα ξέρουν. Πάντα ξεκινούσα το μάθημα λέγοντας: «Μην δίνετε σημασία σε αυτό». Πρώτον, γιατί δεν ξέρετε τίποτα, και δεύτερον, γιατί δεν θέλω να ακούσω για τον έρωτά σας, για τη μαμά σας, για τον μπαμπά σας και για τους φίλους σας. Σκεφτείτε κάποιον που δεν γνωρίζετε. Τι γίνεται με μια Μεξικανή σερβιτόρα στο Ρίο Γκράντε που μόλις και μετά βίας μιλάει αγγλικά; Ή τι γίνεται με μια grande dame στο Παρίσι; Μιλήστε για πράγματα που είναι εκτός της καθημερινότητάς σας, φανταστείτε τα. Μην καταγράφετε απλώς ένα γεγονός που έχετε ήδη ζήσει. Με εντυπωσίαζε το πόσο αποτελεσματική ήταν αυτή η συμβουλή. Οι μαθητές μου σκέφτονταν πολύ δημιουργικά όταν τους ζητούσα να γράψουν για κάτι που δεν γνώριζαν. Ήταν μια πολύ καλή άσκηση. Ακόμα κι αν εντέλει έγραφαν πάλι αυτοβιογραφικά, έβλεπαν τους εαυτούς τους σαν εξωτερικοί παρατηρητές.

— από συνέντευξή της, το 2014, στο περιοδικό «NEA Arts»

Νταν Μπράουν: «Να γράφετε για αυτά που θέλετε να μάθετε»

Πολλοί λένε: «Γράψε για αυτά που ξέρεις». Νιώθω πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να αφοσιωθείς πνευματικά σε ένα θέμα για ένα ή για δύο ολόκληρα χρόνια. Πρέπει να γράφετε για αυτά που επιθυμείτε πραγματικά να ανακαλύψετε. Η διαδικασία της συγγραφής πρέπει να είναι και μια διαδικασία μάθησης. Γράφοντας το Inferno, έμαθα τόσα πολλά πράγματα που δεν ήξερα, για τη γενετική μηχανική, για τον Δάντη. Και η μάθηση, μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής του μυθιστορήματος, μέσα από την έρευνα και από τις συμβουλές των ειδικών, ήταν πραγματικά αυτό που μου έδινε κίνητρο να συνεχίσω να γράφω. Έτσι, αν ένας νεαρός συγγραφέας μου έλεγε: «Δεν ξέρω για τι να γράψω», θα του απαντούσα: «Τι θα ‘θελες να μάθεις;» Ξεκίνα να μαθαίνεις – εφόσον θες εσύ να μάθεις για αυτό, πιθανότατα θα θέλει και κάποιος άλλος, και η εκμάθησή σου θα γίνει η εκμάθηση όλων των αναγνωστών σου, καθώς διαβάζουν το μυθιστόρημά σου.

– από όσα είπε στο CBS, το 2014

Μεγκ Γουόλιτζερ: «Να γράφετε για τις εμμονές σας»

Απλώς προσπαθώ να δουλέψω πάνω σε ιδέες που με ενδιαφέρουν, που με μπερδεύουν, που με απορροφούν. Κάποιοι λένε: «Γράψε για αυτά που ξέρεις», αλλά για μένα είναι περισσότερο: «Γράψε για τις εμμονές σου».

– από συνέντευξή της, το 2017, στο Nashville Review

Ρίτσαρντ Φορντ: «Το να γράφεις για αυτά που δεν ξέρεις είναι η δουλειά του συγγραφέα»

Καταρχάς, δεν νομίζω πως ένας συγγραφέας που γράφει για την απώλεια, χρειάζεται να την έχει βιώσει κι ο ίδιος. Μπορούμε να φανταστούμε την απώλεια. Αυτή είναι η δουλειά του συγγραφέα. Ταυτιζόμαστε, εκφραζόμαστε, δημιουργούμε πολλά περισσότερα από όσα μας προσφέρει μια μικρή εμπειρία. Ο Χέμινγουεϊ (γεμάτος αυτοπεποίθηση, ως συνήθως) είπε: «Γράψε μόνο για αυτά που ξέρεις». Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να γράφετε αποκλειστικά για όσα έχετε κάνει, για όσα έχετε βιώσατε οι ίδιοι. Ένας τέτοιος κανόνας περιορίζει άσκοπα τη φαντασία, περιορίζει την περιέργειά μας, την ικανότητά μας να συμπάσχουμε. Άλλωστε, ένα μυθιστόρημα ενδεχομένως να κάνει τον αναγνώστη να βιώσει διαφορετικά συναισθήματα, να συγκινηθεί, να κατανοήσει συμπεριφορές που δεν του είναι οικείες. Ο συγγραφέας πρέπει να μπορεί να το κάνει και αυτό.

– από συνέντευξή του στο Granta

Γουίλιαμ Τ. Βόλμαν: «Να μαθαίνετε συνεχώς»

Υποθέτω πως πρέπει να ξεκινήσετε όπως σας είπε ο Χέμινγουεϊ, γράφοντας για αυτά που γνωρίζετε, που συνήθως είναι ο εαυτός σας… Και ταυτόχρονα να προσπαθήσετε να αποκτήσετε όσο το δυνατόν περισσότερες εμπειρίες και να διαβάζετε όσο το δυνατόν περισσότερα βιβλία, ώστε να είστε σε θέση να δημιουργήσετε διαφορετικές φωνές και να μάθετε περισσότερα.

–από συνέντευξή του στο BookSlut

Λι Τσάιλντ: «Να γράφετε για τα συναισθήματά σας»

Νομίζω πως το [«γράψε για όσα ξέρεις»] είναι μια πολύ κακή συμβουλή. Πολύ λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν αρκετά ώστε να φτιάξουν μια συναρπαστική ιστορία, και πολύ λίγοι άνθρωποι μπορούν να αποφύγουν την κακή και φλύαρη πρόζα όταν πρωτοξεκινούν να γράφουν. Από την άλλη, το «Γράψε για αυτά που νιώθεις» είναι μια πολύ καλή συμβουλή – για παράδειγμα, γράψτε αν φοβηθήκατε, αν ανησυχήσατε, αν θυμώσατε, αν εκστασιαστήκατε, χρησιμοποιείστε τα συναισθήματα σας ώστε να εξυπηρετήσετε τις ανάγκες της πλοκής σας.

– από συνέντευξή του στο UKAuthors

Φίλιπ Πούλμαν: «Γράψε για ό,τι θέλεις»

Μερικοί άνθρωποι θα πουν: «Να γράφετε πάντα για αυτά που γνωρίζετε». Δεν νομίζω πως είναι καλή συμβουλή. Εξίσου λάθος είναι να γράφεις για αυτά που πιστεύεις πως θα αρέσουν στους άλλους ανθρώπους. Νομίζω πως είναι απλώς ανόητο. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε καθόλου τους άλλους όταν γράφουμε. Δεν τους αφορά αυτό που γράφουμε. Το 1996, κανείς δεν έλεγε: «Μακάρι κάποιος να έγραφε το πρώτο Χάρι Πότερ! Δεν έχει γράψει κανείς ακόμα για τον Χάρι Πότερ. Μακάρι να βιαστούν». Η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ πέτυχε καθώς δεν έδινε δεκάρα για αυτά που πίστευε ο κόσμος. Δεν ήξεραν πως ήθελαν τον Χάρι Πότερ μέχρι που έγραψε για αυτόν. Αυτός είναι ο σωστός τρόπος.

– από συνέντευξή του, το 2011, στον Guardian

Σου Μονκ-Κιντ: «Μάθε να σκέφτεσαι διαφορετικά»

Υπάρχει ένας αφορισμός που λέει πως πρέπει να γράφεις για ό,τι ξέρεις, και αν είχα ακολουθήσει αυτή τη μάλλον κακή συμβουλή, δεν θα επιχειρούσα ποτέ να γράψω με τη φωνή ενός σκλάβου.

– από την ιστοσελίδα Kidd

Γκορ Βιντάλ: «Αν γράφεις για αυτά που ξέρεις, δεν γράφεις λογοτεχνία»

Η λογοτεχνία υποτίθεται πως έχει να κάνει με τις αξίες μας, και δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο στη γη. Να έχεις αξίες. Τώρα, έχει πάντα να κάνει με κάποιον που προσπαθεί να αποκτήσει μια μόνιμη θέση στο πανεπιστήμιο του Ann Arbor, και η γυναίκα του τον εγκαταλείπει εξαιτίας μιας εσωτερικής νταντάς από την Αγγλία, και το παιδί είναι αυτιστικό, και έχουμε πολλές σκηνές στο νοσοκομείο που είναι αποκαρδιωτικές. Και αυτό συνεχίζεται, και συνεχίζεται, και συνεχίζεται. Κάποτε ήμουν μέλος της κριτικής επιτροπής των Εθνικών Βραβείων Βιβλίου. Δεν διάβασα μυθοπλασία - δεν διάβασα τίποτα καλό. Σίγουρα δεν διάβασα λογοτεχνία. Διάβαζα απλώς για το «γράψε για όσα ξέρεις». Και αυτά που ήξεραν οι συγγραφείς δεν ήταν αρκετά. Τουλάχιστον στα δικά μου γραπτά θα μάθετε ποιος ήταν ο αντιπρόεδρος του Μπιουκάναν.

– από συνέντευξή του, το 2012, στο LARB

Π. Ντ. Τζέιμς: «Γράψε οπωσδήποτε για αυτά που ξέρεις»

Πρέπει οπωσδήποτε να γράφεις για αυτά που ξέρεις. Υπάρχουν διάφορα μικροπράγματα που πρέπει να αποθηκεύσεις μέσα σου, και να τα χρησιμοποιήσεις, τίποτα δεν πάει χαμένο για έναν συγγραφέα. Πρέπει να μάθεις να αποστασιοποιείσαι. Όλη η εμπειρία, είτε είναι επώδυνη είτε είναι χαρούμενη, με κάποιο τρόπο αποθηκεύεται μέσα σου και αργά ή γρήγορα αξιοποιείται.

– από το «PD James's 10 tips for write novels» στο BBC News

Ρέιμοντ Κάρβερ: «Το να γράφεις όσα ξέρεις είναι καμιά φορά επικίνδυνο»

Πρέπει να ξέρετε καλά τι κάνετε όταν μετατρέπετε τις προσωπικές σας ιστορίες σε λογοτεχνικές ιστορίες. Πρέπει να είστε απίστευτα τολμηροί, πολύ επιδέξιοι και πάνω από όλα πρόθυμοι να πείτε τα πάντα για εσάς. Όταν είστε νέοι, σαν συμβουλεύουν συνεχώς να γράφετε για όσα ξέρετε, και εντέλει, αυτό που ξέρετε καλύτερα είναι τα δικά σας μυστικά. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γράψετε ολόκληρους τόμους με τον τίτλο «Η ιστορία της ζωής μου». Αυτό είναι κάτι το επίφοβο, και συχνά είναι κι ένας μεγάλος πειρασμός, καθώς πολλοί συγγραφείς δίνουν έναν υπερβολικά αυτοβιογραφικό χαρακτήρα στις ιστορίες τους. Λίγη αυτοβιογραφία και πολλή φαντασία, αυτή είναι η καλύτερη αναλογία.

– από συνέντευξή του, το 1983, στο The Paris Review

Κέν Κέσεϊ: «Όσα ξέρεις είναι βαρετά»

Ένα από τα πιο ανόητα πράγματα που σου έμαθαν ήταν να γράφεις για αυτά που ξέρεις. Αυτά που ξέρεις είναι συνήθως βαρετά. Θυμάσαι τότε που αποφάσισες να γίνεις συγγραφέας; Τότε που ήσουν οκτώ ή δέκα χρονών, και διάβαζες για ήρωες με λεπτά χείλη που πετούσαν πάνω από μυστηριώδεις ζούγκλες κι έμπλεκαν σε φανταστικές περιπέτειες; Για αυτά ήθελες να γράψεις, για αυτά που δεν ήξερες.

– από το «Remember This: Write What You Don't Know», που δημοσιεύτηκε το 1989 στους New York Times

Έρνεστ Χέμινγουεϊ: «Σκαρφίσου ιστορίες από αυτά που ξέρεις»

Τα πετάς όλα και σκαρφίζεσαι ιστορίες από αυτά που ξέρεις. Έπρεπε να το είχα πει νωρίτερα. Αυτό είναι το μόνο που χρειάζεσαι για να γράψεις.

– από το The art of the short story

Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Μην γράφετε για αυτά που γνωρίζετε»

Καθώς έγραφα το In the Heart of the Heart of the Country, συνειδητοποίησα πως αφιέρωνα πάρα πολύ χρόνο προκειμένου να βεβαιωθώ πως η ιστορία δεν σχετιζόταν καθόλου με τη ζωή μου, και πιστεύω πως είναι πράγματι πολύ σημαντικό να το ξεκαθαρίσει κανείς αυτό. Πάρα πολλοί συγγραφείς γράφουν για τη ζωή τους. Είναι πιο εύκολο, πιο σαγηνευτικό, και μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό. «Σε εμένα συνέβη, επομένως πρέπει να είναι ενδιαφέρον». Ξέρετε, αυτό είναι ολίγον απαίσιο.

– από συνέντευξή του, το 2011, που δημοσιεύτηκε στο Tin House

Τζον Μπάνβιλ: «Να ρισκάρετε»

Ανέκαθεν πίστευα πως η συμβουλή «γράψε για όσα ξέρεις» είναι μια κακή συμβουλή. Ανέκαθεν πίστευα πως πρέπει να ρισκάρεις.

– από συνέντευξή του στο The Elegant Variation




03 September 2022

Ο Πλάτων, ο Popper και το αθηναϊκό imperium

του Κ. Α. Πισπιρίγκου, Καθημερινή, 3/9/2022

Το 1945 ο οίκος G. Routledge & Sons, Ltd εξέδωσε στο Λονδίνο το δίτομο έργο «The Open Society and its Enemies» του Αυστριακού φιλοσόφου Καρλ Ράιμουντ Πόπερ, κείμενο που έμελλε να γίνει από τα διασημότερα του 20ού αιώνα. Από το 1982 το βιβλίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά: Καρλ Πόπερ, «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της» (Δωδώνη 1982, 1991 και Παπαζήσης 2003, 2021).

Στον πρώτο τόμο, στον οποίο εξετάζει τη δημοκρατική Αθήνα ως πρώιμη ανοικτή κοινωνία και τον Πλάτωνα ως εχθρό της, ο συγγραφέας αναφέρθηκε στην εξωτερική πολιτική της κλασικής μας πόλεως χωρίς να αποφύγει να τη χαρακτηρίσει ιμπεριαλιστική. Παρά την αντιπάθειά του για τον Πλάτωνα, έδειξε σεβασμό στην πλατωνική ορθότητα ονομάτων. Δεν φοβήθηκε μήπως ο χαρακτηρισμός υπονομεύσει τη στράτευσή του υπέρ της ανοικτής κοινωνίας. Υποστήριξε ότι μόνο με κάποια μορφή ιμπεριαλισμού ήταν δυνατόν να γίνει η υπέρβαση της παλαιάς κοινωνικής δομής με τον φυλετικά κλειστό και αυτάρκη χαρακτήρα, προσέθεσε δε ότι κάποια από τα ιμπεριαλιστικά μέτρα της Αθήνας ήταν μάλλον φιλελεύθερα. Ακόμη, είχε πίστη στο εμπόριο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να πιθανολογήσει ότι το imperium της Αθήνας επί των συμμάχων της θα ήταν πρόσκαιρο αν δεν είχε καταλυθεί και ότι το ενδιαφέρον της για την ανάπτυξη του εμπορίου θα οδηγούσε σε κάποιο είδος ομοσπονδίας.

Εν κατακλείδι, το πρώτο ιστορικά αξιόλογο imperium που ασκήθηκε από δημοκρατία είχε κατά τον Πόπερ τη δυνατότητα να μετεξελιχθεί σε μια παγκόσμια αυτοκρατορία του ανθρώπου. Γι’ αυτό κρίθηκε επικίνδυνο από τον Πλάτωνα και άλλους αρχαίους λογίους που υιοθετούσαν τον σπαρτιατικό παρτικουλαρισμό. Κατά τον Πόπερ, εχθρός της ανοικτής κοινωνίας είναι ο καθοδηγούμενος από μια ανεξέλεγκτη αυθεντία κολεκτιβισμός. Μετά τον πλατωνικό κολεκτιβισμό, κύριο θέμα του πρώτου τόμου, εξετάζει στον δεύτερο τόμο τη φιλοσοφία (Χέγκελ - Μαρξ) ως έρεισμα των δύο περιπτώσεων κολεκτιβισμού του 20ού αιώνα (εθνικισμός - κομμουνισμός) που κατέληξαν σε ολοκληρωτισμό. Ανοικτή κοινωνία υπάρχει τώρα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης (κυρίως στις ισχυρότερες, την αγγλική και την αμερικανική, που ασκούν το απερχόμενο αποικιοκρατικό και το επερχόμενο μετα-αποικιοκρατικό imperium). Εκεί η κρατική βία υποχωρεί και πρυτανεύουν ο ανθρωπισμός με την κριτική σκέψη στην αντιμετώπιση των πολλών και σύνθετων προβλημάτων της εποχής.

Η έκδοση του βιβλίου του Πόπερ συνέπεσε με την ολοκλήρωση ενός κοσμοϊστορικού σταδίου της εξέλιξης των πολιτικών θεωριών και των διακρατικών σχέσεων. Οσο κι αν διαφωνεί κανείς με την πολεμική διάθεσή του για τον Πλάτωνα (κι ακόμη τον Ηράκλειτο, τον Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη) και τους μεταγενέστερους «εχθρούς της ανοικτής κοινωνίας» Χέγκελ και Μαρξ, οφείλει να υποκλιθεί στην ευθύτητά του και να αναγνωρίσει τη συμβολή του στη διάλυση της πλάνης για τη δυνατότητα βελτίωσης των κοινωνιών μέσω της εφαρμογής ακραία ανελεύθερων πολιτικών συστημάτων φιλοσοφικής εμπνεύσεως. Αλλά η ιδεολογική προκατάληψή του είναι έκδηλη. Η εικασία του, λ.χ., για την τάση του εμπορίου να μετατρέψει το Αθηναϊκό imperium σε ομοσπονδία στερείται ιστορικών επιχειρημάτων. Θυμίζει τον ορφικό ύμνο στον θεό του εμπορίου Ερμή, που έχει στα χέρια του το άμεμπτο όπλο της ειρήνης (ος χείρεσσιν έχεις ειρήνης όπλον αμεμφές, λέει ο ύμνος).

Δεν καταφεύγουν στον μύθο μόνον οι «εχθροί της ανοικτής κοινωνίας». Εάν αυθαιρετούν ο Πλάτων με την ενόραση της ουράνιας Πολιτείας και ο Mαρξ με την προφητεία της αταξικής κοινωνίας, όπως ισχυρίζεται ο Πόπερ, ο ίδιος εικάζει το ενδεχόμενο της παγκόσμιας αυτοκρατορίας του ανθρώπου εξίσου αυθαίρετα. Η αλλαγή ύφους (εικασία αντί ενόρασης ή προφητείας) δεν αίρει την αυθαιρεσία. Γιατί αυθαιρετεί; Διότι η κρατικά δομημένη κοινωνία, η διάδοχος της φυλετικής, παραμένει κλειστή παρά τα αναμφισβήτητα ανοίγματα της δημοκρατίας και του εμπορίου. Δέχεται αυτά τα ανοίγματα μόνον όταν εκτιμά ότι είναι ενισχυτικά της δύναμης, του πλούτου και των εν γένει λειτουργικών δυνατοτήτων του δικού της κράτους. Στην αντίθετη περίπτωση ακολουθεί αντίδρομα συνθήματα που επηρεάζουν την εξωτερική πολιτική και απειλούν τη λειτουργία των θεσμών στο εσωτερικό: America First, Goodbye EU, La France insoumise, ακούμε σήμερα στις μεγάλες φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης.

Οι παρατηρήσεις αυτές δεν διεκδικούν κάτι περισσότερο από μια υπόμνηση της ανάγκης για ορθότητα ονομάτων, η οποία συνήθως λησμονείται σε χαλεπούς καιρούς. Οπωσδήποτε, δεν δηλώνουν αδιαφορία για το σημερινό ενδεχόμενο να τερματιστεί το πλανητικό imperium της φιλελεύθερης Δύσης, έστω κι αν αυτό δεν έχει δείξει σημάδια μετεξέλιξης σε παγκόσμια αυτοκρατορία του ανθρώπου. Αντιθέτως, η ανησυχία για τούτο το ενδεχόμενο είναι εύλογη για πολλούς λόγους. Σοβαρότερος όλων είναι η εκτίμηση του βαθμού του περιορισμού ελευθερίας, τον οποίο επιφύλαξε κάθε ιστορικά δεδομένο imperium στους ανίσχυρους. Ως προς αυτή την εκτίμηση, ο σερ (από το 1965) Καρλ Ράιμουντ Πόπερ δεν έσφαλε: όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα φιλοσοφικής εμπνεύσεως του 20ού αιώνα ήταν εξαρχής ή έγιναν σε σύντομο χρόνο ιμπεριαλιστικά και το δικό τους imperium αποδείχθηκε πιο δυναστικό από το imperium της μετα-αποικιοκρατικής Δύσης (όπως ακριβώς το imperium της Σπάρτης –και αργότερα της ελληνιστικής μοναρχίας– αποδείχθηκε πιο δυναστικό από το imperium της Αθήνας).

Το πρώτο ιστορικά αξιόλογο imperium που ασκήθηκε από δημοκρατία είχε κατά τον Αυστριακό φιλόσοφο Καρλ Πόπερ τη δυνατότητα να μετεξελιχθεί σε μια παγκόσμια αυτοκρατορία του ανθρώπου.

01 September 2022

Προσπέρασμα για τον άλλο κόσμο

 Συζητιέται αυτές τις μέρες ένα επεισόδιο μεταξύ 2-3 κουτσαβάκηδων στην Κρήτη και μιας οικογένειας αλλοδαπών τουριστών που παρά λίγο να είχε τραγικά αποτελέσματα, επειδή έγινε μια -σωστή ή λάθος- προσπέραση. Θυμήθηκα λοιπόν με αυτή την αφορμή ένα περιστατικό που ζήσαμε μερικοί συμφοιτητές από το Darmstadt όπου σπουδάζαμε, σε μια διαδρομή κατά μήκος του Ρήνου, το οποίο είχε συναφές αίτιο.

Είχαμε πάει 5 συμφοιτητές με ένα Φιατάκι (Fiat Neckar) του Λευτέρη Μ. (δεν γράφω το επώνυμο, αν και ο ίδιος είναι πλέον ουσιαστικά απών με άνοια), επίσκεψη στο Düsseldorf που απέχει περίπου 250 χλμ. από την πόλη μας. Δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς το λόγο, μάλλον για να επισκεφτούμε κάποια τεχνολογική έκθεση.

Τριγυρίσαμε, φάγαμε, ήπιαμε και το απόγευμα πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Κάποια στιγμή, κοντά στην Lorelei και πάνω στην ομοσπονδιακή οδό (Bundesstraße) που ελίσσεται δίπλα στο Ρήνο, μας προσπέρασε με μεγάλη ταχύτητα μία νταλίκα, ένα θηριώδες φορτηγό με δεύτερη καρότσα πίσω (ρυμούλκα, Anhänger). Και οι 2 καρότσες του ήταν άδειες, γι' αυτό τρανταζόταν υπερβολικά σε κάθε ανωμαλία της ασφάλτου, πέταγε σκόνη και έκανε μεγάλο θόρυβο. Όταν μας προσπέρασε, είδαμε ότι η άδεια ρυμούλκα έκανε ταλαντώσεις δεξιά-αριστερά, ίσως σαράντα εκατοστά κάθε φορά, αλλά αρκετά επικίνδυνο για τυχόν διπλανά αμάξια.


Εκεί που σχολιάζαμε την επικίνδυνη οδήγηση και τον κίνδυνο που προκαλεί ένα τέτοιο φορτηγό, φωνάζει ο οδηγός μας Λευτέρης, «Δεν επιτρέπω να προσπερνάει την αμαξάρα μου ένα τέτοιο φορτηγό...», βάζει τέταρτη ταχύτητα και πατάει το γκάζι μέχρι το έδαφος...

Πριν προλάβουμε εμείς να τον αποτρέψουμε, είχε ήδη πλησιάσει το Φιατάκι στο φορτηγό και ετοιμαζόταν να το προσπεράσει, με μηδενικές εφεδρείες κινητήρα βέβαια. «Τι κάνεις ρε Λευτέρη, σταμάτα ρε, τι σε νοιάζει που σε προσπέρασε, άστον να φύγει τον βλάκα κ.ο.κ.», αρχίσαμε να φωνάζουμε όλοι μαζί.

Ο Λευτέρης δεν άκουγε τίποτα, συνέχισε να τρέχει και να απειλεί, το Φιατάκι να ουρλιάζει, μέχρι που έφτασε στο ύψος του τελευταίου άξονα της ρυμούλκας και πλησίαζε αργά τον πρώτο άξονα. Όπως καθόμουν στην πίσω αριστερή θέση, γύρισα να κοιτάξω και είδα τον πίσω αριστερό τροχό της νταλίκας που έφτανε περίπου στον ουρανό του δικού μας αμαξιού.

Ακριβώς δίπλα στο τζάμι, δεξιά πίσω, καθόταν ο (μακαρίτης) συμφοιτητής Μπάμπης Παπαδόπουλος, ο οποίος ούρλιαζε, έχω ακόμα τη φωνή του στο αυτί μου, «Κάνε πίσω ρε Λευτέρη, εδώ δίπλα είναι η ρόδα του, σταμάτα θα σκοτωθούμε...» Και ο τροχός συνέχιζε να πλησιάζει και να απομακρύνεται από το τζάμι, αφού η ρυμούλκα έκανε εγκάρσιες ταλαντώσεις.

Ο Λευτέρης αγέρωχος, είχε αγκαλιάσει το τιμόνι και με το πόδι στο γκάζι να φωνάζει, «Θα του δείξω εγώ...» Πάνω εκεί κατάλαβε ο οδηγός της νταλίκας ότι ένας «μικρός» τον ανταγωνίζεται, οπότε επιταχύνει κι αυτός. Υποθέτω ότι θα γέλαγε σαρδόνια μέσα στο κουβούκλιο και στην ασφάλειά του.

Θα κράτησε κάποια δευτερόλεπτα αυτό, τα οποία εγώ εισέπραξα σαν αιώνες. Κάποια στιγμή φάνηκε από απέναντι να έρχεται αντίθετα ένα δεύτερο ίδιο φορτηγό. Δεν υπήρχε εκεί περιθώριο λοξοδρόμησης, είτε θα συντριβείς ανάμεσα στις δύο νταλίκες, είτε θα πέσεις στο Ρήνο.

Εκεί κατάλαβε, ευτυχώς, ο Λευτέρης ότι δεν έχει διέξοδο και άφησε το γκάζι, πατώντας μαλακά το φρένο, οπότε άρχισε να χάνει δρόμο το αμάξι μας. Τη στιγμή που έμεινε το Φιατάκι πίσω και μπήκε στο κενό, πέρασε η αντίθετη νταλίκα με θόρυβο δίπλα μας, καταλάβαμε το ωστικό κύμα του αέρα που μας ταρακούνησε.

Τσουλήσαμε 1-2 χιλιόμετρα ακόμα με πλήρη σιωπή των εξουθενωμένων συνεπιβατών και τις επιτιμητικές κραυγές του επιπόλαιου οδηγού μας: «Άντε ρε χεσμένοι, θα σας πάω στην τουαλέτα να ξελαφρώστε...» Ποιος του έδινε σημασία πλέον, καλύτερα χεσμένος, παρά νεκρός στα νερά του Ρήνου, μέσα σε άμορφη μάζα σιδερικών. Αυτά που βλέπουμε συχνά στους δρόμους!

Σταμάτησε ο Λευτέρης στο πρώτο αναψυκτήριο (Raststätte) και κατεβήκαμε από το Φιατάκι ξεφυσώντας. Δεν δώσαμε πια σημασία στα λόγια και τις δικαιολογίες τού φανφαρόνου. Ζητήσαμε μόνο πληροφορίες από διερχόμενους χωρικούς για τον επόμενο σταθμό του υπεραστικού τραίνου (DB) προς το Darmstadt.

Σκεφτόμουν τότε και το σκέφτομαι ακόμα σήμερα, φεύγεις στο εξωτερικό ή σε άλλη πόλη για σπουδές και έρχεται ένα μήνυμα στους γονείς σου, «Ο γιος/η κόρη σας έπεσε με αμάξι στο ποτάμι, ελάτε να τον μαζέψετε». Όχι ότι δεν έχουν γίνει πολλά τέτοια, αλλά αυτό το παρ' ολίγον που έζησα εγώ, μου προκαλεί ακόμα ρίγη τρόμου!

26 August 2022

Οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις και οι NY Times.

Απάντηση έδωσε ο συγγραφέας Απόστολος Δοξιάδης στο άρθρο του Αλεξάντερ Κλάππ στους New York Times για τις υποκλοπές στην Ελλάδα, επεισόδιο που έκανε τον δημοσιογράφο να γράψει για "Σαπίλα στην Ελλάδα" που πλέον την βλέπουν όλοι.

Όπως σημειώνει ο Απ. Δοξιάδης "έστειλα χτες άρθρο μου στους New York Times, όπου σχολίαζα το προχθεσινό Guest Story του Alexander Clapp. Αρνήθηκαν να το δημοσιεύσουν, με το σκεπτικό ότι δεν δημοσιεύουν άρθρα που σχολιάζουν άλλα άρθρα. Εφόσον είναι γενικός κανόνας, σεβαστός." Αλλά το άρθρο τελικά δημοσιεύθηκε στην αγγλόφωνη έκδοση της εφημερίδας Καθημερινή.

Όπως γράφει ο Απ. Δοξιάδης "βρήκα το άρθρο του εντελώς αδύναμο, σε γεγονότα και λογική. Σε ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, για το οποίο συμμερίζομαι την αποτρόπαιοτητά του, επιχειρεί να χτίσει ένα μεγάλο οικοδόμημα, με φτωχά και ελαττωματικά εργαλεία.

Το άρθρο του κ.Clapp, προσθέτει ο συγγραφέας, είναι εξαιρετικό παράδειγμα της σοφιστικής παράδοσης, με αφθονία σε τεχνικές που κάνουν μια μη-αλήθεια να μοιάζει με αλήθεια, τεχνικές που είναι δυστυχώς όλο και πιο οικείες στην εποχή μας του ανερχόμενου λαϊκισμού."


Το άρθρο του Απόστολου Δοξιάδη:

"Είναι ένα από τα θαύματα της δημοκρατίας, και της ελευθερίας της έκφρασης που αυτή επιτρέπει, ότι ένα άτομο μπορεί ελεύθερα να επιτεθεί σε μια δημοκρατική κυβέρνηση μέσω δημόσιας επιχειρηματολογίας. Ωστόσο, το θαύμα δεν εκτείνεται στο να αποδώσουμε με μαγικό τρόπο σε οποιαδήποτε τέτοια επίθεση την αξία της αλήθειας. Όπως αντιλήφθηκαν οι Έλληνες που ζούσαν στην Αθήνα στις οκτώ δεκαετίες της δημοκρατίας της, τον 5ο αιώνα π.Χ., ένα δημόσιο επιχείρημα συμβάλλει στον δημόσιο λόγο από το γεγονός ότι μπορεί το ίδιο να αντικρουστεί ελεύθερα, να δοκιμαστεί και να λογοδοτήσει τόσο για το πραγματικό του περιεχόμενο όσο και για το συμπέρασμα που υποτίθεται ότι συνάγεται από αυτά.

Ο κ. Alexander Clapp δημοσίευσε ένα άρθρο γνώμης στους New York Times με τίτλο "Η σήψη στην καρδιά της Ελλάδας είναι πλέον ξεκάθαρη για όλους", το οποίο ολοκληρώνεται με ένα ειρωνικό σχόλιο στην αναφορά του Έλληνα πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη στους "αρχαίους Έλληνες, όταν μίλησε στην κοινή συνεδρίαση του Κογκρέσου πριν από μερικούς μήνες λέγοντας ότι αυτοί "θεωρούσαν την αλαζονεία, τον εξτρεμισμό και την υπέρβαση εξουσίας τις χειρότερες απειλές για τη δημοκρατία". Η ειρωνεία, σύμφωνα με τον κ. Clapp, διατυπωμένη με την παλιά καλή ελληνική μορφή της ρητορικής ερώτησης, είναι "γιατί ο κ. Μητσοτάκης δεν αισθάνεται το ίδιο;".

Ο Γοργίας, ο πιο διάσημος από τους Έλληνες σοφιστές, ήταν γνωστός για τον ισχυρισμό του ότι μπορούσε να μιλήσει για οποιοδήποτε θέμα και να εκφωνήσει έναν πειστικό και συγκινητικό λόγο υπερασπίζοντας οποιαδήποτε θέση – και το αντίθετό της. Όποιος έχει παρακολουθήσει έναν εισαγγελέα και έναν συνήγορο υπεράσπισης να διαφωνούν σε μια ποινική δίκη, ξέρει για τι πράγμα μιλάει. Όμως, αν και το άρθρο του κ. Clapp δεν αγγίζει τα ύψη ενός Γοργία, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα της παράδοσης των σοφιστών, και στις πολυάριθμες τεχνικές τους να κάνουν μια μη αλήθεια να μοιάζει με αλήθεια, τεχνικές με τις οποίες το ευρύ κοινό, δυστυχώς, είναι ολοένα και πιο εξοικειωμένο, την εποχή αυτή του αυξανόμενου λαϊκισμού.

Βοηθά πάντα να ξεκινάμε με αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως και ο κ. Clapp, δηλώνοντας ότι πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι τα τηλέφωνα ενός ερευνητή δημοσιογράφου και του αρχηγού ενός κόμματος της ελληνικής αντιπολίτευσης παρακολουθούνταν από την ελληνική υπηρεσία πληροφοριών. Δυστυχώς, αυτό είναι αλήθεια, και μια μεγάλη αποτυχία του κ. Μητσοτάκη, υπό τον οποίο λειτουργεί η μυστική υπηρεσία. Αλλά ο κ. Clapp χρησιμοποιεί αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια για να οικοδομήσει ένα οικοδόμημα αναληθών, εν μέρει αληθινών (αλλά ίσως λανθασμένων) και/ή αβάσιμων ή οιονεί τεκμηριωμένων επιχειρημάτων για να υποστηρίξει τη δραματική δήλωση του τίτλου του, δημιουργώντας έτσι την ψευδή εικόνα του για τη σημερινή Ελλάδα ως ένα σκοτεινό, αντιδημοκρατικό κράτος.

Το πρόσφατο σκάνδαλο των υποκλοπών, γράφει, "βαφτίστηκε ελληνικό Watergate". Παραλείπει να αναφέρει ότι μεταφράζεται έτσι από τα ελληνικά αντιπολιτευτικά μέσα. Επίσης, δεν λαμβάνει υπόψη την προφανή διαφορά: στο επίκεντρο του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ βρισκόταν ένας Πρόεδρος των ΗΠΑ που αρνήθηκε να αποκαλύψει το γεγονός της συνενοχής του σε κατάφωρη κατάχρηση εξουσίας, ενώ στην υποτιθέμενη αντίστοιχη ελληνική περίπτωση ήταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός που επιβεβαίωσε το σκάνδαλο και έλαβε άμεσα μέτρα, απολύοντας τον αρχηγό της υπηρεσίας πληροφοριών και επίσης τον ισχυρό γενικό γραμματέα του, για την "αντικειμενική ευθύνη" του, καθώς του είχε ανατεθεί η επίβλεψη της υπηρεσίας.

Ως δημοκρατικός Έλληνας, απεχθάνομαι όπως ο κ. Clapp τις υποκλοπές. Όμως, σε αντίθεση με αυτόν, θυμάμαι ότι αυτό που διακρίνει μια δημοκρατία από ένα αυταρχικό κράτος είναι η ύπαρξη ελέγχων και ισορροπιών. Και παρόλο που αυτά προορίζονται, ιδανικά, να προλαμβάνουν τις αποτυχίες, λειτουργούν επίσης, αν αυτό δεν συμβεί, τιμωρώντας και διορθώνοντάς τες. Το πρώτο δυστυχώς δεν συνέβη στην περίπτωση των υποκλοπών. Αλλά το δεύτερο το έπραξε, μια απόδειξη ότι οι έλεγχοι και οι ισορροπίες είναι σε ισχύ και σε λειτουργία.

Οι περισσότερες από τις ψηφιακές δημοσιογραφικές αναφορές του κ. Clapp, με σκοπό να επιβεβαιώσουν τις απόψεις του, αφορούν μαχητικά αντικυβερνητικά ελληνικά μέσα. Έτσι, για να δείξουμε ότι "ξεπηδά μια σκοτεινή πραγματικότητα" και ότι η "διαφθορά και η σύγκρουση συμφερόντων" κυριαρχούν στην Ελλάδα, ο κ. Clapp μας συνδέει με άρθρα όπου διαβάζουμε το υποτιθέμενο σκανδαλώδες γεγονός ότι ο μορφωμένος στις ΗΠΑ γιος του πρωθυπουργού εργάζεται ως βοηθός στο γραφείο ενός Ισπανού βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (τι φρίκη! τι φρίκη!) και επίσης τον μάλλον συκοφαντικό ισχυρισμό ότι ένας ηθοποιός και σκηνοθέτης με μακρά διακεκριμένη καριέρα, που διορίστηκε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, αργότερα κρίθηκε από ποινικό δικαστήριο ένοχος για βιασμό – το σκάνδαλο εδώ φέρεται να είναι ότι δεν διορίστηκε αξιοκρατικά αλλά επειδή ήταν "φίλος" του πρωθυπουργού (δεν ήταν) και ότι η κυβέρνηση προσπάθησε να καλύψει τα παραπτώματα του (δεν το έκανε).

Ο κ. Clapp δηλώνει ότι οι υποκλοπές ήταν "ένα κακό χαρακτηριστικό του ελληνικού κράτους" – όπως και κάθε κράτους, θα μπορούσα να προσθέσω. Δεν του αρέσει και δεν μου αρέσει, όταν δεν δικαιολογείται από αδιάσειστα στοιχεία. Ωστόσο, για να τα πούμε όλα, προσθέτω ότι, δεδομένου ότι παρακολουθούμουν κρυφά από τις υπηρεσίες ασφαλείας της προηγούμενης κυβέρνησης λόγω του ακτιβισμού μου για την υποστήριξη των δικαιωμάτων των Τούρκων προσφύγων, δεν μπορώ να υποστηρίξω τον δίκαιο τόνο του κ. Clapp, ειδικά επειδή ποτέ δεν μίλησε εναντίον της φρικτής απόπειρας ελέγχου του ελεύθερου Τύπου και των μέσων ενημέρωσης με νόμο, και άλλες αντιδημοκρατικές πρακτικές από την προηγούμενη κυβέρνηση.

Σε αντίθεση με έναν σοφιστή, ένα άτομο που επιδιώκει την αντικειμενικότητα δεν πρέπει να γενικεύει με βάση κάποιους λίγους ισχυρισμούς, ειδικά εάν δεν υποστηρίζονται από στοιχεία. Και έτσι διαφωνώ με τον γενικό τόνο και το υπονοούμενο συμπέρασμα του εν λόγω άρθρου, το οποίο διάβασα ως προσπάθεια να πείσει τον μη ειδικό αναγνώστη ότι η Ελλάδα διολισθαίνει σε μια άβυσσο αυταρχικής διακυβέρνησης, σάπιων δομών κλπ. Λοιπόν, δεν είναι έτσι.

Εάν το άρθρο του κ. Clapp είχε κάποια υπολείμματα αντικειμενικότητας, θα ήταν λογικό να το αντικρούσουμε αναπτύσσοντας τα επιτεύγματα της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την έξοδό της, την περασμένη εβδομάδα, από το 12ετές "Ενισχυμένο πλαίσιο επιτήρησης" της ΕΕ, βάζοντας τέλος στην ελληνική κρίση. Θα μπορούσα επίσης να γράψω για το μεγάλο πλήγμα στη γραφειοκρατία που επέφερε ο επιτυχημένος ψηφιακός μετασχηματισμός, ο χειρισμός μεγάλων κρίσεων και πολλά άλλα, ένας μετασχηματισμός που απορρίπτεται ως "επίπλαστος".

Αλλά δεν είμαι εκπρόσωπος ή έστω συνήγορος αυτής της κυβέρνησης. Γράφω επειδή αντιδρώ στην προσβολή που δέχομαι ως Έλληνας πολίτης διαβάζοντας την προκατειλημμένη γνώμη του κ. Clapp για τη χώρα μου. Και έτσι τελειώνω σημειώνοντας ότι οι πιο αξιοσέβαστοι παγκόσμιοι αξιολογητές της δημοκρατίας, το Freedom House, που ιδρύθηκε από την Eleanor Roosevelt, και ο Economist's Index, θεωρούν ότι η Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια είναι σημαντικά περισσότερο, και όχι λιγότερο, δημοκρατική από ό,τι στο παρελθόν."

22 August 2022

Θεοδόσης Τάσιος: «Εκπαίδευση και καλλιέργεια, τα μεγάλα προβλήματα της χώρας»

Με αφορμή έναν κύκλο διαλέξεων που θα παραδώσει στο Κέντρο Ανοικτών Διαδικτυακών Μαθημάτων «Mathesis», ο σπουδαίος φιλόσοφος μιλά για το αποτύπωμα της πανδημίας, την ελληνική γλώσσα και τα προβλήματα της παιδείας.

του Γιάννη Πανταζόπουλου, Lifo, 6/12/2020 

Ο Θεοδόσης Τάσιος είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας πολιτικός μηχανικός και ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους διανοητές και φιλοσόφους. Γεννήθηκε στην Καστοριά και μεγάλωσε στα Μέγαρα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Παρίσι. Ακαδημαϊκός και ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ σήμερα, είναι μια δεσπόζουσα προσωπικότητα στην επιστημονική και πνευματική  ζωή της Ελλάδας.

Σε λίγες μέρες θα ξεκινήσει έναν κύκλο διαλέξεων στο Κέντρο Ανοικτών Διαδικτυακών Μαθημάτων «Mathesis» με θέμα: «Πρακτικά ζητήματα της Νεοελληνικής». Στις διαλέξεις αυτές αναλύεται η φύση των γλωσσικών κανονιστικών κειμένων και υπογραμμίζεται η ανεπάρκεια μιας σχολικής γραμματικής ως προς την κάλυψη των αναγκών του νεοελληνικού λόγου γενικότερα.

Με αφορμή αυτόν τον κύκλο διαλέξεων ο σπουδαίος φιλόσοφος μιλά στη LiFO από το σπίτι του στα ορεινά της Πεντέλης. Στη συνέντευξη που ακολουθεί αναφέρεται στην εποχή μας, στο αποτύπωμα της πανδημίας, στη γλώσσα, στα προβλήματα της παιδείας, στο πώς μπορεί η εκπαίδευση να γίνει πιο δημιουργική αλλά και τι θεωρεί σημαντικό στη ζωή.

— Πιστεύετε ότι ζούμε σε δυστοπικές εποχές;

Όχι βέβαια. Αν ουτοπία θα ήταν μια χιμαιρικώς πανευτυχής ανθρωπότητα, υποθέτω ότι δυστοπία είναι οι καθολικώς απάνθρωπες και καταπιεστικές συνθήκες. Η σημερινή κατάσταση του κόσμου, όμως, δεν αντιστοιχεί σε μια τέτοια ακραία περιγραφή. Ωστόσο, η τρέχουσα διεθνοποίηση μάς έχει πέσει πολύ βαριά – σ' εμάς κυρίως, στον «δυτικό» κόσμο. Και φτωχαίνουμε και αρρωσταίνουμε σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Και τούτο μας φαίνεται τόσο πρωτόγνωρο και ασήκωτο. Παρά ταύτα, μακροπρόθεσμα, μάλλον θα τα βγάλουμε πέρα εάν η πλειονότητά μας –και εκεί έγκειται η «δυστοκία», όχι η δυστοπία– κατανοήσει τα βαθύτερα αίτια της φθοράς.

— Ποιο θα είναι το αποτύπωμα της πανδημίας;

Δεν ξέρω. Η φύση και η έκταση του κακού είναι τόσο καινούργια, ώστε η πείρα του παρελθόντος δεν επαρκεί για να γίνει πρόβλεψη. Βλέπετε ότι μήνα με τον μήνα όλο και νεότερα στοιχεία συγκεντρώνονται για τις περίπλοκες οδούς της διασποράς, για τα δυσάρεστα ίχνη που αφήνει ο ιός στους αποθεραπευμένους, για τις περίπλοκες οικονομικές συνέπειες, για την καλομαθημένη κοντόφθαλμη ψυχολογία των ανθρώπων, για τις μεταλλάξεις (ή και τις συγκυρίες) των ιών, για την έκταση της πολιτικής μας ημιμάθειας. Το πλήθος των παραμέτρων και η μεγάλη αβεβαιότητα που τις συνοδεύει δεν επιτρέπουν μια αξιόπιστη εκτίμηση του «αποτυπώματος» της πανδημίας.

Γι' αυτό ακριβώς επιβάλλουν «αλληλεγγύη, κατανόηση, εγρήγορση, ετοιμότητα», για την ελαχιστοποίηση του όποιου αποτυπώματος. Για άλλη μια φορά τα πιο ρωμαλέα χερούλια της επιβίωσης είναι ηθολογικού χαρακτήρα – δηλαδή ό,τι σνομπάρουν οι πολιτικές «θεωρίες». Κι εδώ ο οχαδερφισμός θα είναι μισή αυτοκτονία.

— Γιατί δεν υπάρχουν πνευματικά αιτήματα την περίοδο αυτή;

Επιτρέψτε μου, κ. Πανταζόπουλε, πρώτον να ρωτήσω κατά πόσον είναι πλήρης η στατιστική σας που οδηγεί σε αυτήν τη διαπίστωση. Δεύτερον, πρέπει να υποθέσω τι ακριβώς εννοείτε με τον όρο «πνευματικά αιτήματα» – και δεν είναι εύκολο. Διότι, βλέπετε, είναι τόσο ευλόγως πιεστικά και πολυπληθή τα «πρακτικά» αιτήματα σε ώρες κρίσιμες, ώστε πιθανώς να υπάρχουν μεν αλλά μέσα στον θόρυβο να μην ακούγονται τα «άλλα» αιτήματα: άλλα, όχι λιγότερο ουσιώδη όμως, όπως η ενίσχυση της αγάπης προς τον άλλον, χάρη στην οποία ηδύνεται το μέσα σου και μειώνεται η διασπορά του ιού.

Η αύξηση των γνωσιακών και αισθητικών ενδιαφερόντων μας, χάρη στα οποία δομείται ένα ευτυχέστερο Εγώ και μειώνονται οι πρακτικοί κίνδυνοι από κατάθλιψη κατά τον εγκλεισμό. Η επίκληση της θεότητας – για τον πραγματικά πιστό, αυτό δεν είναι εμπορική υπόθεση «σου δίνω, μου δίνεις» (που καταδίκαζε ο Σωκράτης στον «Ευθύφρονα») αλλά η του Ιωάννου Α' επιστολή: «Ο Θεός αγάπη εστίν». Εικάζω, λοιπόν, ότι αν αυτά είναι τα «πνευματικά» αιτήματα στα οποία αναφέρεστε, βλέπουμε ότι (πιθανότατα) βιώνονται κι αυτά, αλλά ίσως δεν προβάλλονται στην Αγορά.

— Ο αόρατος φόβος για τον άλλον και η κοινωνική απομόνωση πού μπορεί να οδηγήσει;

Νομίζω ότι καλύτερα θα ήταν να πούμε «ο αόρατος φόβος από τον άλλον». Αυτός, ναι, ενδέχεται με τον καιρό να υπονομεύσει τη ζωογόνο αγαπητική στάση και την πολιτικώς αποφασιστική αλληλεγγύη. Δεν ξέρουμε πόσο πραγματικός είναι αυτός ο κίνδυνος. Αλλά και πάλι, είπαμε να λάβουμε εκ προοιμίου μια στάση αλληλεγγύης και ετοιμότητας.

— Ποιος είναι ο σκοπός των διαλέξεων που θα κάνετε στο πλαίσιο του Mathesis;

Πρόκειται για μια σειρά συνεπτυγμένων διαδικτυακών μαθημάτων, στο πλαίσιο του γνωστού πλέον και τόσο πετυχημένου θεσμού «Μάθησις». Το θέμα τους είναι τα «Πρακτικά ζητήματα της νεοελληνικής γλώσσας».

Σκοπός είναι να ξανασυζητήσουμε, με όσους τυχόν ενδιαφέρονται, διάφορες πλευρές της γλώσσας μας, όπως η φύση του γλωσσικού φαινομένου, το πολύτιμο όπλο των σημείων στίξης για την εκφραστικότητα του γραπτού λόγου, οι γλωσσικές ανάγκες του επιστημονικού λόγου αλλά και η συνειδητοποίηση των τεράστιων εκφραστικών δυνατοτήτων του προφορικού λόγου χάρη στην προσωδία. Επίσης, τα ηθοπολιτικά αίτια της γλωσσικής ακηδίας που παρατηρήθηκε πριν από λίγο καιρό (μαζί με τις σημαντικές προόδους που κάναμε εν τω μεταξύ), καθώς και τις ποικίλες πλευρές του ζητήματος «γλώσσα και εξουσία».

Για τις προγενέστερες μορφές της Ελληνικής ξανασυζητούμε ρεαλιστικά το θέμα της διδασκαλίας των αρχαίων, αλλά και την περιπέτεια των μεταφραστικών αναγκών του Βυζαντίου, εν σχέσει με τις περίπου είκοσι γλώσσες που «περικύκλωναν» το βασίλειο.

Συνειδητοποιούμε την έκταση και το βάθος της γλωσσικής λειτουργίας της ορολογίας στον επιστημονικό και τον καθημερινό λόγο, καθώς και τις δύο μεγάλες απόπειρες να αντιληφθεί η πολιτική εξουσία την τεράστια πολιτισμική και οικονομική σημασία ενός εθνικού θεσμού παραγωγής και διάθεσης όρων.

Ακολουθεί το μείζον ζήτημα των κανονιστικών κειμένων της γλώσσας (μιας εθνικής γραμματικής κυρίως), τα οποία, πέραν της σχολικής πρακτικής, να μπορούν να καλύψουν τις διογκούμενες ανάγκες όλων των άλλων χρηστικών επιπέδων. Συζητείται, επίσης, και το «παράδοξο» τονικό σύστημα που μας επιβλήθηκε (εδώ και 40 χρόνια), αυτό που μαθαίνει τα παιδιά μας με το ζόρι να γράφουν «κατά νουν» αλλά να διαβάζουν «κατα νούν» – καημένα παιδιά!

Τα πρακτικά αυτά μαθήματα τελειώνουν με διασκεδαστικές αναμνήσεις από γλωσσικούς συρμούς του παρελθόντος, όπως η αρθροπενία, ο σανισμός, η νυφοβία, η αγγλολαγνεία, αλλά και η ρωμαλέα αντίσταση της Νεοελληνικής.

— Τι καθιστά την ελληνική γλώσσα ξεχωριστή;

Όλες ανεξαιρέτως οι γλώσσες είναι «ξεχωριστές». Μπορείς να διακρίνεις στην καθεμιά τους μια ιδιοτυπία που καθρεφτίζει ορισμένα σπουδαία χαρακτηριστικά του λαού που τη μιλάει. Για την ελληνική γλώσσα έχουν ακουστεί υπερβολές ή και ανακρίβειες, με σκοπό επαινετικό. Η πραγματικότητα όμως προκύπτει απ' το μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού καθεαυτόν, ενός πολιτισμού που είχε την τεράστια διάρκεια των 2.000 ετών (χωρίς να λογαριάζομε τα χρόνια του Βυζαντίου) και είχε τόσο μεγάλη ανάπτυξη στην τεχνολογία, στις επιστήμες, στη φιλοσοφία, στις τέχνες και στον πόλεμο. Κατανοούμε ότι είχε φτάσει στην καλλιέργεια μυριάδων ειδικών εννοιών και αποχρώσεων και επομένως στην αντίστοιχη ανάπτυξη της γλωσσικής τους έκφρασης. Έτσι αιτιολογείται ο μέγας πλούτος και το λεπτοφυές του χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

— Τι ορισμό θα δίνατε στη γλώσσα και ποια η χρησιμότητά της στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, του Google και των ξενικών τύπων;

Ως γνωστόν, «γλώσσα» ονομάζουμε κάθε κώδικα τυποποιημένων συμβόλων που χρησιμοποιείται για επικοινωνία. Ωστόσο, ειδικότερα η ανθρώπινη γλώσσα διαθέτει κι άλλες ιδιότητες που επιτρέπουν τη λειτουργία της ως μηχανισμού αυτοσυνειδησιακότητας – που εμένα μου φαίνεται ο σπουδαιότερος όλων.

Καταρχάς, οι γλώσσες της τεχνητής νοημοσύνης μιμούνται στο έπακρο τη ζωντανή ανθρώπινη γλώσσα, η δε μετατροπή κειμένου σε φωνή, και της φωνής σε κείμενο, διέρχεται αναγκαστικά από έναν κοπιαστικό προγραμματισμό-μίμηση της προσωδίας του προφορικού λόγου.

Τέλος, αν ως «ξενικούς τύπους» εννοείτε την πλημμύρα των ξενικών όρων, επιτρέψτε μου να υποβάλω δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, ο Μ. Τριανταφυλλίδης έχει πει ότι «ο ξενικός όρος υπονομεύει τελικά τη γλώσσα». Επίσης, ας όψεται η μυωπική αδιαφορία δύο κυβερνήσεων (το 1990 και το 2000) μπροστά στις οργανωμένες μελέτες μας για τη δημιουργία εθνικού θεσμού παραγωγής και διάθεσης ορολογίας.

— Κατά τη γνώμη σας, ποια κοινωνιολογικά ζητήματα σχετίζονται σήμερα με τη γλώσσα;

Όλα τα γλωσσικά φαινόμενα υπόκεινται σε αντίστοιχα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα: το Εγώ δομείται με σχέσεις προς το έμβιο και το άβιο περιβάλλον αλλά και επιβεβαιώνεται μέσα σ' αυτό. Άρα και οι έννοιες που συλλαμβάνονται ενδιαθέτως επηρεάζονται απ' αυτές τις σχέσεις – οπότε και η γλωσσική τους εξωτερίκευση με τη γλώσσα πάλι θα είναι κοινωνικώς επηρεασμένη.

Πέραν αυτής της βασικής αρχής όμως, η διεπιφάνεια γλώσσας και κοινωνίας περιλαμβάνει και ορισμένες άλλες, πρακτικότερες πλευρές: η κοινωνική αδικία ενώπιον της παιδείας μπορεί να στερήσει από πολλούς συμπολίτες μας τη μύηση στις λεπτές χαρές της γλωσσικής έκφρασης, να τους στερήσει δηλαδή την υπαρξιακή ηδονή της συνειδητοποίησης των αντίστοιχων εννοιών και αισθημάτων. Στην ίδια κατηγορία ίσως πρέπει να καταγράψουμε και τις εξωτερικές γλωσσικές καταπιέσεις που ενδέχεται να ασκεί σε πολλούς από μας μια κομματική, διευθυντική ή και δεισιδαιμονική εξουσία.

— Με ποιους τρόπους μπορεί η κοινωνία μας και οι πολιτικοί να φροντίσουν για μια καλύτερη ποιότητα της ελληνικής γλώσσας;

Απ' το πλήθος των σχετικών δράσεων, ας επιλέξουμε τις εξής λίγες: την ευρύτερη φροντίδα για την παιδεία ως προς την πλευρά της «καλλιέργειας», πέραν της εκπαιδεύσεως, τη συμβουλή του Στάλιν προς τους Κομσομόλους για τη θεμελιώδη λαϊκή προέλευση της γλώσσας, που δεν είναι εποικοδόμημα, και τη συστηματική διακωμώδηση των απορριμμάτων της τουρκογενούς αρθροπενίας («είμαι Ρέα κι έρχομαι σπίτι»), του μειονοτικού «το Λάκη και το Γιώργο», του χαζοαγγλικού «γράφω editorial κι έρχομαι στο meeting», της τάχα μου δημοτικής: «του ανθρώπου που αυτός ήταν που βρήκε τρόπο που βγαίνει το λάδι που έχει η ελιά».


— Τι πάει λάθος τόσα χρόνια με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις; Με ποιους τρόπους θα μπορούσε η εκπαίδευση να γίνει πιο δημιουργική, ώστε να ξεφύγουμε από την παθητική κατανάλωση έτοιμων γνώσεων;

Εκτιμώ πολύ την αναφορά σας στη μάνα όλων των προβλημάτων, στην παιδεία δηλαδή. Είμαι, όμως, βέβαιος ότι οι πάντες ξέρουμε πως μας χρειάζονται σειρές ολόκληρες βιβλίων για την ανάλυσή του. Το έχω κι εγώ τολμήσει μ' ένα βιβλίο («Παιδεμός Παιδείας») και με κεφάλαια σε άλλα δύο βιβλία («Επιφυλλίδες» και «Ας αναστοχασθούμε εαυτούς και αλλήλους»), καθώς και με μια ζωή δοσμένη στο δασκαλίκι, χωρίς όμως να 'χει γίνει και τίποτα σημαντικό.

Για να μην αφήσω όμως τελείως αναπάντητο το υπερ-ερώτημά σας, ιδού επιλεκτικώς μερικά ανεπαρκή σχόλια: πολλές μεταρρυθμίσεις αποτυγχάνουν διότι, αντί να προετοιμάζονται μετά από συστηματικές πολυετείς έρευνες σε αποκλειστικώς επιστημονικό επίπεδο, συλλαμβάνονται και εκτελούνται ανά ολιγόμηνα διαστήματα και προσφέρονται έκθετες σε μικροκομματική γκρίνια και δήθεν συνδικαλιστικό αρνητισμό.

Η κύρια αιτία της σοβούσας αποτυχίας, όμως, μου φαίνεται πως είναι η προκλητική αδιαφορία της πλειονότητας του λαού μας για την ουσία της παιδείας. Άλλωστε, δεν έχουμε φροντίσει να τον εκπαιδεύσουμε περί παιδείας, να του δείξουμε συστηματικά και μακροπρόθεσμα πόσο τα μεγάλα προβλήματα της χώρας στο σύνολό τους αφορούν την εκπαίδευση και την καλλιέργεια – περιλαμβανομένης και της ηθοπαιδείας.

Και «γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε»: το δυσχερέστερο όλων των επιτηδευμάτων είναι του δασκάλου, που κρατά κυριολεκτικώς στα χέρια του το μέλλον της χώρας. Διπλασιάζουμε, λοιπόν, από αύριο τους μισθούς τους, ενώ συγχρόνως οργανώνουμε σε πολύ υψηλότερη στάθμη την εκπαίδευσή τους, την υποχρεωτική ανά τριετία επανεκπαίδευση και τη συνεχή αξιολόγησή τους. Τότε, σε λίγα χρόνια, θα δείτε απτά τα αποτελέσματα προς όφελος του λαού μας.

— Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κάνει τη σχέση μας με το διάβασμα και τα βιβλία να ατονήσει;

Για άλλη μια φορά, θα σας ρωτήσω αν διαθέτουμε επιστημονικώς αξιόπιστα εμπειρικά δεδομένα για μια τέτοια συσχέτιση. Ωστόσο, υποπτεύομαι κι εγώ ότι θα ισχύει κι εδώ ο «νόμος της οθόνης», που σου παίρνει διαθέσιμο χρόνο. Εδώ, όμως, λιγότερο απ' ό,τι η παθητική παρακολούθηση της τηλεόρασης. Διότι με τα «-book» και τα «-gram» ενδέχεται να παίρνεις και πληροφορίες ή αφορμές για νέα διαβάσματα, των οποίων αγνοούσες την ύπαρξη. Ήδη μάλιστα ευφυείς εκδοτικές διαφημίσεις (μέσω στημένων «chats») διεισδύουν και στον χώρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή;

Αδιστάκτως, τη ζωή την ίδια τη θεωρώ σημαντικότερη μέσα στη ζωή. Απ' όσο ξέρουμε, τουλάχιστον σε έναν τεράστιο χώρο γύρω μας μες στο σύμπαν, έμβια όντα υπάρχουν μόνο πάνω σ' αυτόν τον μικρό κόκκο σκόνης που είναι η Γη. Μέσα σ' αυτόν τον κρύο και ασύνειδο χώρο, εμείς οι έσχατοι φυτρώσαμε και σηκώνουμε κεφάλι έξω απ' την ανυπαρξία. Σ' ένα τέτοιο συμπαντικό σκάνδαλο μετέχω, αφού «ζω». Και πώς να μην είμαι ευγνώμων.

Και δεν είμαι μόνος, είμαστε παρέα μια αδελφική ανθρωπότητα που στροβιλίζεται σε πολύπλοκες κινήσεις, χαμένη μέσα στον γαλαξία μας, έναν απ' τα δισεκατομμύρια γαλαξιών. (Ιδού κι ένα μάθημα σεμνότητας μπροστά στη ζωντανή επίγνωση ενός πολλαπλού απείρου).


21 August 2022

Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας

«Η Αθήνα συγκαταλέγεται στις πιο άσχημες πόλεις σε όλον τον κόσμο»

του Γιάννη Πανταζόπουλο, Lifo, 17/1/2020

Γεννήθηκα στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1924. Η καταγωγή μου είναι από τη Σίκινο. Ο παππούς μου, όπως και ο πατέρας μου, ήταν ναυτικοί πράκτορες. Η μητέρα μου, Μαριέττα Περόγλου, περηφανευόταν για τις οικογενειακές της ρίζες, οι οποίες φτάνουν μέχρι τους Νοταράδες και τους Ζαΐμηδες. Ο πατέρας της είχε έρθει από τη Μέση Ανατολή και ήταν ο πρώτος που έφερε τη φιστικιά στην Ελλάδα, από τη Συρία. Ωστόσο, τα δέντρα στο κτήμα της οικογένειας στην Αίγινα είναι θάμνοι και είναι από τα μικρότερα του νησιού σε σχέση με αυτά που φυτεύτηκαν έπειτα. Τουλάχιστον έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορείς να μαζέψεις τους καρπούς με το χέρι.

• Ο πατέρας μου είχε ως χόμπι τον αθλητισμό για να ξεφεύγει από το επάγγελμά του, που δεν νομίζω ότι τον γοήτευε. Τον θυμάμαι να πηγαίνει βόλτα με τα πόδια από το κέντρο στο Ελληνικό και ποτέ να μην παίζει μ' εμένα ή την αδερφή μου. Άφηνε τη μητέρα μου να αφεντεύει την οικογένεια. Εκείνη ήταν μια αυταρχική προσωπικότητα, μια γυναίκα δυναμική, που ήθελε, όμως, να μας εξουσιάζει. Μας λάτρευε, αλλά μ' έναν δικό της τρόπο. Είχε την αντίληψη της κατακτητικής αγάπης. Πίστευε ότι της ανήκες. Μάλιστα, την περίοδο που έλειπα με υποτροφία στην Αμερική, ξεπούλησε σε έναν παλιατζή οτιδήποτε δικό μου.


• Ως παιδί ήμουν ατίθασος, ζωηρός και δραστήριος. Αγαπούσα πολύ τα μαθηματικά, τη φυσική και απεχθανόμουν τα αρχαία ελληνικά. Με τους φίλους μου παίρναμε τα ποδήλατά μας και κάναμε ατελείωτες βόλτες. Επειδή ήταν Κατοχή, τα αυτοκίνητα είχαν κατασχεθεί, οπότε όλοι οι δρόμοι ήταν άδειοι. Παρά τις κακουχίες της εποχής, ήταν ιδεώδης πόλη για εμάς. Ο αγαπημένος μου τόπος ήταν η Αίγινα, το μέρος των καλοκαιρινών μου διακοπών. Μικρός, ήθελα να γίνω ναυπηγός. Τα ερεθίσματά μου είχαν να κάνουν με τη θάλασσα και οτιδήποτε είχε σχέση με τη μελέτη, τη σχεδίαση και την κατασκευή σκαφών. Έχω φτιάξει με τα χέρια μου δύο κανό και ένα ιστιοφόρο.

• Στην αρχιτεκτονική στράφηκα λόγω ενός θείου μου, του αρχιτέκτονα και αρχαιολόγου Gorham Phillips Stevens. Ήταν ο σύζυγος της αδερφής της γιαγιάς μου. Πρόκειται για τον άνθρωπο που έκανε την πρώτη σοβαρή μελέτη του Ερεχθείου, η οποία ακόμα θεωρείται πρότυπη. Επειδή ζούσαμε μαζί στην Αθήνα, τον έβλεπα, αποσβολωμένος, να σχεδιάζει καθημερινά. Συνειδητοποίησα ότι όλο αυτό με ενθουσίαζε. Κι έτσι ερωτεύτηκα την αρχιτεκτονική.

• Το 1948 ήμουν διπλωματούχος του Εθνικού Mετσοβίου Πολυτεχνείου. Στο διάστημα 1949-1951 ήμουν άμισθος επιμελητής στην έδρα της Ειδικής Kτιριολογίας του EMΠ και παράλληλα υπηρέτησα στο Πολεμικό Ναυτικό ως αρχικελευστής στα δημόσια ναυτικά έργα και αλλού. Επίσης, έχω δίπλωμα M.Sc. από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και στη συνέχεια πήρα πτυχίο από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου στην πολεοδομία - χωροταξία. Από το 1952 ως το 1954 εργάστηκα με τον καθηγητή Percy Goodman στη Νέα Υόρκη. Επιπλέον, συμμετείχα στον σχεδιασμό του τουριστικού συγκροτήματος του Αστέρα Γλυφάδας, το οποίο αποπερατώθηκε το 1954, και στην κατασκευή του ξενοδοχείου Ναυσικά του Αστέρα Βουλιαγμένης.

• Από το 1956 μέχρι το 1960 υπηρέτησα ως δημόσιος υπάλληλος στο υπουργείο Δημοσίων Έργων ως υπεύθυνος για τις πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές μελέτες της ανοικοδόμησης της Σαντορίνης μετά τις καταστροφές του σεισμού. Έπειτα, κατά το διάστημα 1960-1969, ανέλαβα αρχιτέκτων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Θεωρώ ότι η μεγαλύτερη φυσιογνωμία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής σκέψης κατά τον 20ό αιώνα ήταν ο Λε Κορμπιζιέ.

• Το 1980 εκλέχθηκα καθηγητής των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων στο EMΠ, όπου δίδαξα μέχρι το 1993. Στους νέους φοιτητές θα έλεγα ότι η μάθηση είναι θέμα βούλησης, όχι δασκάλου. Για παράδειγμα, τα αγγλικά είναι μια γλώσσα που την έμαθα μόνος μου, διαβάζοντας κόμικς, βλέποντας ταινίες στον κινηματογράφο και συνάπτοντας σχέσεις με αγγλόφωνες κοπέλες.

• Η αρχιτεκτονική μου στηρίχτηκε στις αρχές του μοντέρνου κινήματος με την προσήλωση στα φυσικά δεδομένα της τοποθεσίας, την πλοκή του ανοιχτού με τον κλειστό χώρο, την οικονομία στη σύνθεση και στην ύλη και την ενότητα μορφής και κατασκευής. Αυτές τις αρχές επεξεργάστηκα κυρίως στις κατοικίες μου και στα ξενοδοχειακά συγκροτήματα.

• Η αρχιτεκτονική για μένα είναι ένας συνδυασμός τέχνης και επιστήμης. Το έργο μου χαρακτηρίζεται από τις εξής αρχές: την ένταξη του κτιρίου στο φυσικό περιβάλλον, τη βιοκλιματική αρχιτεκτονική, τον σεβασμό στο δομημένο περιβάλλον αλλά και την οργανική ενσωμάτωση των εικαστικών τεχνών στο κτίριο.

• Η Αθήνα έγινε μια τεράστια τσιμεντούπολη επειδή δεν σχεδιάστηκε από αρχιτέκτονες. Στην Ελλάδα οι αρχιτέκτονες βρίσκονται υπό διωγμό. Σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο, η υπογραφή του αρχιτέκτονα σε μια μελέτη δεν είναι απαραίτητη. Αυτό άνοιξε τον δρόμο στους εργολάβους. Είναι απορίας άξιον το ότι το ελληνικό κράτος ουδέποτε με αξιοποίησε για τις πολεοδομικές μου ικανότητες. Αλλά και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για εκείνους που έχουν κάτι να προσφέρουν. Φεύγουν χιλιάδες νέοι για να εργαστούν στο εξωτερικό. Πολλοί επισκέπτονται την Ελβετία, μια χώρα που έφτιαξε ο Ιωάννης Καποδίστριας, και εκεί τον θεωρούν μέγα ευεργέτη τους. Ανατρέξτε στο βιβλίο του Κρίστοφερ Μόνταγκιου Γούντχαους, Καποδίστριας: Ο ιδρυτής της ελληνικής ανεξαρτησίας, όπου τα περιγράφει αναλυτικά. Αλλά εμείς φροντίσαμε να τον «καθαρίσουμε» πολύ γρήγορα.

• Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης ήταν κορυφαίος και πρωτοπόρος πολεοδόμος. Έφτιαξε, μεταξύ άλλων, την πρωτεύουσα του Πακιστάν, το Ισλαμαμπάντ, καθώς και τα σχέδια της επέκτασης της Ουάσινγκτον. Στην Ελλάδα, η μόνη δουλειά που του ανέθεσαν ήταν το Απολλώνιο, στο οποίο έχω κάνει τρία κτίρια. Ωστόσο, ποτέ δεν θυμάμαι να εισακούστηκαν άλλες προτάσεις του. Γιατί στη χώρα μας την εξουσία κατέχουν οι εμποροσπιτάδες. Αυτοί είναι που χορηγούν την εκλογή των πολιτικών. Δυστυχώς, στον τόπο μας συνεχίζουμε την πολιτική της χούντας: Ελλάς Ελλήνων Εργολάβων.

• Από τα μέσα του 20ού αιώνα η αρχιτεκτονική τείνει να εξαφανιστεί από τον νεοελληνικό χώρο. Δείτε πόσα νεοκλασικά έχουν κατεδαφιστεί ή αντικαταστάθηκαν από άλλα κτίσματα, συνήθως αδιάφορα και απεχθή. Οφείλω να πω ότι υπάρχουν ταλαντούχοι και ικανοί αρχιτέκτονες και το έργο τους εκτιμάται διεθνώς. Όμως, προκαλεί πολλές απορίες το γεγονός ότι πολλοί στις μέρες μας παραμένουν άνεργοι. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της κακής διοίκησης. Στο σύστημα της μελετοκατασκευής, που αφορά την ανάθεση κτιριακών έργων, η αρχιτεκτονική αποτελεί μόνο το 9%, διότι, όπως φαντάζεστε, προέχουν η τάχιστη παράδοση του έργου και το κόστος.

• Επίσης, είναι αδιανόητο το ότι στη χώρα μας δίνεται η άδεια οικοδομής σε πρόσωπα τα οποία όχι μόνο δεν διαθέτουν αρχιτεκτονική παιδεία αλλά ούτε και τη στοιχειώδη εμπειρία. Σε άλλες χώρες του εξωτερικού τις άδειες οικοδομών τις υπογράφουν μόνο διπλωματούχοι αρχιτέκτονες, οι οποίοι μάλιστα έχουν αποκτήσει τριετή πρακτική εμπειρία σε αντίστοιχο γραφείο. Διαφορετικά, για διπλωματούχους πολιτικούς μηχανικούς απαιτείται εξαετής εμπειρία σε αρχιτεκτονικό γραφείο ή για άτομα που στερούνται διπλώματος ενδεκαετής εμπειρία, και αφού έχουν περάσει επιτυχώς αυστηρές εξετάσεις. Κάποτε, όταν πρότεινα αυτό το σύστημα σε μια συνέλευση του ΤΕΕ και σε συνέλευση του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (ΣΑΔΑΣ), έπεσαν να με φάνε, μόνο ξύλο που δεν έφαγα. Η αντίδραση, φυσικά, προέκυψε επειδή ήθελα να τους μειώσω τα διπλώματα.

• Όλοι, όμως, ξεχνούν ότι οι σημαντικότεροι αρχιτέκτονες παγκοσμίως, όπως ο Λε Κορμπιζιέ ή ο Φρανκ Λόιντ Ράιτ, δεν είχαν δίπλωμα αρχιτεκτονικής, αλλά εργάστηκαν δίπλα σε σπουδαίους και άξιους αρχιτέκτονες. Ανατρέξτε στο παρελθόν και θα δείτε ότι, προτού ιδρυθούν αρχιτεκτονικές σχολές και θεσπιστούν διπλώματα, δημιουργήθηκαν αριστουργήματα σε όλον τον κόσμο από ανθρώπους που διακρίθηκαν για τις αρχιτεκτονικές τους γνώσεις, χωρίς να έχουν σπουδάσει.

• Θλίβομαι που σήμερα από τη μέση εκπαίδευση απουσιάζει η αρχιτεκτονική. Τα παιδιά στο σχολείο διαπαιδαγωγούνται σε μια νοοτροπία που στηρίζεται στην οικονομική επιτυχία και όχι στην αλληλοβοήθεια. Η Ελλάδα δεν είναι ένας συμπαγής πληθυσμός, δεν μιλάμε δηλαδή για λαό. Προσωπικά, θεωρώ ότι συναποτελείται από δέκα εκατομμύρια άτομα. Ουσιαστικά, ο καθένας κοιτά τη δική του βολή. Δεν υπάρχει ίχνος αλληλεγγύης.

• Γι' αυτό, εξάλλου, η πιο ανίκανη επιχείρηση είναι το ελληνικό κράτος. Σκεφτείτε ότι πριν από δεκαπέντε χρόνια είχαμε σχεδιάσει μαζί με τον Βασίλη Γρηγοριάδη το κτίριο που θα στέγαζε το υπουργείο Εργασίας στο Ολυμπιακό Χωριό. Τελικά, αυτή η μετεγκατάσταση δεν έγινε ποτέ, επειδή το κτίριο πουλήθηκε από τη Μονή Βατοπεδίου, η οποία το είχε λάβει σε ανταλλαγή. Είδατε, έχουμε και μοναστήρι που πουλά και αγοράζει ως μια κανονική επιχείρηση.

• Η δόμηση έγινε συνώνυμο της διαφθοράς. Οι άδειες οικοδομής στηρίζονται σε έναν «τσελεμεντέ» που περιέχει αρχιτεκτονικούς όρους. Στη Σαντορίνη, όταν κάναμε την ανοικοδόμηση, ελεγχόμασταν από μια επιτροπή που απαρτιζόταν από αρχιτέκτονες κύρους, όπως ο Δημήτρης Πικιώνης, ο Μανώλης Βουρέκας, ο Τάκης Μιχελής και ένας Κωνσταντινίδης – όχι ο γνωστός. Σήμερα, ποια επιτροπή ελέγχει τους πολιτικούς μηχανικούς που χτίζουν αφειδώς στην πρωτεύουσα; Αυτό που ακούμε είναι ότι υπάρχει επιτήρηση από τις υπηρεσίες του Δημοσίου, οι οποίες τι κάνουν; Κοιτούν αν εφαρμόζεται σωστά αυτός ο «τσελεμεντές» των όρων δόμησης. Αστειότητες!

• Στην Αθήνα μού αρέσουν ο Εθνικός Κήπος, το Ζάππειο, το Αρχαιολογικό Μουσείο και το μετρό. Όμως, αναμφίβολα, συγκαταλέγεται στις πιο άσχημες πόλεις σε όλον τον κόσμο. Έχει το μεγαλύτερο μήκος δρόμων και ταυτόχρονα μικρά οικοδομικά τετράγωνα. Υπάρχουν πολλά σημεία στην πόλη τα οποία είναι παραμελημένα. Οι δημοτικές αρχές δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για το εορταστικό στόλισμα της πλατείας Συντάγματος.

• Με ενοχλεί το γεγονός ότι ο δημόσιος χώρος έχει συρρικνωθεί. Η Αθήνα έχει μετατραπεί πλέον σε ένα τεράστιο πάρκινγκ. Δεν παρατηρείται πουθενά αλλού στον κόσμο αυτό. Το 1960, σε συσκέψεις που είχα ως εκπρόσωπος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων με την πολιτική ηγεσία, προβλεπόταν ότι κάθε νέο κτίριο θα είχε γκαράζ. Εν τω μεταξύ, έχουν φτιαχτεί πεζόδρομοι-καλντερίμια, λες και απευθύνονται σε ημιόνους. Όλη η πόλη είναι σχεδιασμένη με μίσος απέναντι στους πεζούς. Δενδρύλλια και κολόνες εντελώς ασύνδετα, σπασμένα φρεάτια, τα οποία καθημερινά αποτελούν παγίδες όχι μόνο για τους τυφλούς αλλά για όλους. Ο δημόσιος χώρος έχει υποβαθμιστεί σε ανησυχητικό βαθμό. Ρύπανση, καταπάτηση, στενότητα, ασύδοτη ανομία και κατάληψη. Ένας απέραντος ευτελισμός, ο οποίος στις καθημερινές μας διαδρομές γίνεται επικίνδυνος για τη σωματική μας ακεραιότητα.

• Ο μεγαλύτερος από τα αδέρφια του πατέρα μου, ο Ηρακλής, ήταν μανιακός με το κυνήγι, αγριάνθρωπος και αυτοκτόνησε όταν έμαθε ότι είχε καρκίνο, χωρίς να πει τίποτα στη γυναίκα του. Πήγε στον Ευαγγελισμό, παίρνοντας μαζί του ένα περίστροφο. Στην αρχή, πυροβόλησε στην καρδιακή του χώρα, αλλά αστόχησε. Στη συνέχεια, τοποθέτησε το πιστόλι στο στόμα και έβαλε τέλος στη ζωή του. Κατόπιν τούτου, ο πατέρας μου σιχαινόταν το κυνήγι. Μάλιστα, επειδή πολέμησε το 1912, θυμάμαι ότι τον είχα ρωτήσει πόσους Τούρκους σκότωσε. Εκείνος μου απάντησε: «Δεν σκότωσα κανέναν, μόνο έπιασα έναν αιχμάλωτο». «Και τι του έκανες;» τον ξαναρώτησα. «Του έφτιαξα τσάι επειδή κρύωνε» μου αποκρίθηκε. Αυτό με έμαθε την έννοια της συμφιλίωσης και της συνεργασίας.

• Η καλύτερη περίοδος της ζωής μου ήταν εκείνη της στρατιωτικής μου θητείας στο Ναυτικό, όπου χρησίμευσε δεόντως το ότι ήμουν αρχιτέκτων, κάτι που φρόντισα να το εκμεταλλευτώ. Εξακολουθώ να σχεδιάζω κάθε μέρα στο γραφείο, να σκιτσάρω και να γράφω τα απομνημονεύματά μου. Έχω ένα τεράστιο αρχείο και παλεύω καθημερινά να το ταξινομήσω. Επιπλέον, διαβάζω πολλά βιβλία Ιστορίας.

• Έκλεισα αισίως τα 95 έτη. Περπατώ κάθε μέρα όσο πιο πολύ μπορώ. Δεν είχα ποτέ άγχος. Πορεύτηκα στη ζωή μου έχοντας την εξής κοσμοθεωρία: ακόμα και αν κάτι πηγαίνει στραβά, εγώ να το θεωρώ αστείο. Με αυτόν τον τρόπο γλίτωνα από το να είμαι διαρκώς δυστυχισμένος. Αντιθέτως, έχω καταφέρει να είμαι πάντα ευτυχής και ενθουσιώδης. Νιώθω πλήρης. Ίσως ήμουν τυχερός. Όλα μού πήγαν καλά. Πλέον, δεν θυμώνω καν. Ο θάνατος δεν με τρομάζει. Αισθάνομαι περίεργα που ακόμα ζω. Τον περίμενα πολύ νωρίτερα, αλλά δεν έχει έρθει ακόμη. Όταν επέλθει, βέβαια, βρίσκεσαι στο απόλυτο μηδέν. Η ζωή αποτελείται από έναν κύκλο που ξεκινά από τη γέννηση και καταλήγει στον θάνατο.

• Είμαι πολυθεϊστής. Πιστεύω σε όλους τους θεούς. Τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι ασπάζονται αυτές τις θρησκείες, κάποιος απ' αυτούς ίσως είναι ο σωστός. Τοποθετημένη στο γραφείο μου θα δείτε μια μικρή φωτογραφία από την αγαπημένη μου σύζυγο Νταίζη, την οποία έχασα το 2008. Παρότι μου λείπει, ευτυχώς δεν πρόλαβε να με δει πολύ γέρο. Παντρευτήκαμε το 1956. Μια ολόκληρη ζωή. Κάθε δεύτερη νύχτα, όμως, τη βλέπω στον ύπνο μου. Είναι εκεί και με νουθετεί. Πλέον, δεν φοβάμαι τίποτα παρά μόνο μη χάσω το μυαλό μου. Αυτήν τη διανοητική απώλεια. Δεν ανήκω σ' εκείνους που θα ήθελαν να τους θυμούνται. Δεν με ενδιέφερε ποτέ η καταξίωση.

• Η ζωή με έχει διδάξει ότι το σημαντικό είναι να υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους αλληλουχία. Ο Ορτέγα ι Γκασέτ, εξέχουσα φυσιογνωμία στον ευρωπαϊκό χώρο και ένα από τα διαυγέστερα θεωρητικά πνεύματα του 20ού αιώνα, έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο Η εξέγερση των μαζών. Στο πόνημα αυτό σκιαγραφεί τον μέσο άνθρωπο, τον κοινό άνθρωπο, ο οποίος, μέσα στην αφθονία του και χωρίς σκοπό, σύρεται απλώς από το ρεύμα. Και αναφέρεται στην επικράτηση των μετρίων έναντι των εξαίρετων. Οι μέτριοι, λοιπόν, είναι αυτοί που είναι ικανοποιημένοι από τον εαυτό τους κι έχουν απαιτήσεις από τους άλλους. Εξαίρετοι είναι εκείνοι που δεν είναι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους, αλλά επιθυμούν να προσφέρουν. Στην εποχή μας αυτοί που θέλουν να προσφέρουν υπάρχουν, αλλά είναι λίγοι και, κυρίως, υποχείριο της μάζας. Ο κόσμος διοικείται σήμερα από τους μετρίους. Ωστόσο, ευτυχώς, η ανθρωπότητα είναι ακόμα ζωντανή, παρά την ανοησία της.