09 February 2007

1204 και Λατίνοι - μια νέα εθνική ιδεοληψία, μέρος III

Το πρώτο μέρος βρίσκεται εδώ και το δεύτερο εδώ!

Η γενικότερη πολιτική και στρατιωτική κατάσταση

Ας θυμηθούμε ακόμα, με συντομία, ποιες πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες έγιναν πριν και μετά την σχεδόν εξηκονταετία 1204-1261 της "λατινικής κατοχής", ώστε να κρίνουμε και τη βαρύτητα του γεγονότος της κατοχής της Πόλης στα ενδιάμεσα χρόνια από τους Φράγκους (Λατίνους).

Η κρίση που άρχισε στο Βυζάντιο με την έναρξη της δεύτερης μ.Χ. χιλιετίας, λίγες δεκαετίες μετά το σαθρό, όπως αποδείχτηκε, απόγειο της βυζαντινής δύναμης (Βασίλειος Β'), οδήγησε στις συντριπτικές ήττες από τους Σελτζούκους Τούρκους στο Μάτζικερτ (1071) και αργότερα στο Μυριοκέφαλο (1176), στην κατάληψη των βυζαντινών κτήσεων στην Ιταλία από τους Νορμανδούς και στις αποσχιστικές ενέργειες στα Βαλκάνια, σε συνδυασμό με τις επιδρομές των Πετσενέγγων.

Ο μισθοφορικός στρατός του κράτους, ο μόνος που θα μπορούσε να προσφέρει προστασία, ήταν σχεδόν διαλυμένος με την έναρξη του 13ου αιώνα, αφού οι εύπορες οικογένειες που τον συντηρούσαν είχαν πάψει να τον χρηματοδοτούν. Ο πατριωτισμός κάποιων παλαιότερων εποχών είχε εκλείψει και οι «δυνατοί» επεδίωκαν συμβιβασμούς με τους εξωτερικούς εχθρούς για να σταθεροποιήσουν την εξουσία της οικογένειάς τους. Η αυτοκρατορία βρισκόταν σε φάση συγκρούσεων μεταξύ των εύπορων στρωμάτων και των λαϊκών μαζών, των μεγαλοκτηματιών και των καλλιεργητών, της γραφειοκρατίας και του αστικού πληθυσμού.

Η πτώση της αυτοκρατορίας στα χέρια των Λατίνων (1204) ήταν λοιπόν αποτέλεσμα καταστάσεων που προϋπήρχαν του συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος και σχετίζεται με την ατμόσφαιρα της διάλυσης, με το αίσθημα που αποδίδεται άριστα με το σύνθημα: «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Όλες οι πληροφορίες μαρτυρούν ότι οι ηγέτες του Βυζαντίου παρέβλεψαν ή αψήφισαν τον κίνδυνο που αποτελούσαν τα συγκεντρωμένα στρατεύματα της 4ηςσταυροφορίας (Κρεμμυδάς Β.-Πισπιρίγκου Φ.: «Ο μεσαιωνικός κόσμος»).

Οι λόγοι που έκαναν την αυτοκρατορία εύκολη λεία των ορδών αυτής της σταυροφορίας είναι προφανείς: η προϊούσα κρατική αποσύνθεση ενεθάρρυνε κάθε εχθρό που εποφθαλμιούσε τη διαμοίραση των βυζαντινών εδαφών. Στην περίπτωση των Λατίνων υπήρχε και η παραδοσιακή αντιπαλότητα για οικονομικούς και εκκλησιαστικούς λόγους. Κάθε πλευρά θεωρούσε την άλλη «σχισματική» και «αιρετική», αν και αυτό που ενδιέφερε πρωτίστως ήταν ο έλεγχος της αγροτικής παραγωγής και του εμπορίου, όπως συνέβαινε και με τους Βυζαντινούς όσο κατείχαν τη Νότια Ιταλία.

Οι Λατίνοι εκμεταλλεύτηκαν αυτές τις καταστάσεις και αξιοποίησαν αρχικά κάποιες κοινωνικές ομάδες που τους δέχτηκαν με ανακούφιση. Στη συνέχεια αποδείχθηκε βέβαια ότι ήταν κατακτητές και όχι σωτήρες ή αναμορφωτές. Λεηλάτησαν περιουσίες και πολιτισμικούς θησαυρούς (όσους δεν κατέστρεψαν), οργάνωσαν βιαίως ένα φεουδαρχικό κράτος, κατάργησαν το πατριαρχείο για να εκλείψει κάθε θρησκευτική διαφωνία, δήμευσαν περιουσίες και τις διαμοίρασαν σε δικούς τους παράγοντες, κατέλαβαν όλες τις θέσεις στην οικονομία και στο εμπόριο και άλλα πολλά. Αποτέλεσμα ήταν να συσπειρώσουν όλο το λαό εναντίον τους. Η κατοχή και λεηλάτηση επαρχιών διαφόρων ασθενών γειτονικών χωρών δεν είναι, βέβαια, πρωτοφανής στην μεσαιωνική Ιστορία. με ανάλογους τρόπους κρατούσαν κατά καιρούς οι Βυζαντινοί υπό τον έλεγχό τους εδάφη στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, την Ιταλία κλπ.

Ήταν αυτή η ήττα των Βυζαντινών και η λεηλασία της Κων/πολης τόσο ζωτικής σημασίας, ώστε να μην μπορέσει να ορθοποδήσει ποτέ πια το κράτος; Πράγματι δεν ορθοπόδησε ουσιαστικά, αλλά πού οφειλόταν αυτό; Ας εξετάσουμε, συνοπτικά, τα γεγονότα μετά το 1261 μέχρι τα τέλη του 14ου αιώνα:

Στη διάρκεια της λατινικής κατοχής ο Ιωάννης Βατάτζης, βασιλιάς του κράτους της Νίκαιας, είχε συζητήσει με τους πάπες Ιννοκέντιο Δ’ και Αλέξανδρο Δ' για την ένωση των εκκλησιών. Αυτές οι επαφές δεν ευοδώθηκαν, αλλά βρήκαν συνέχεια στις συζητήσεις του Μιχαήλ Παλαιολόγου με τον ίδιο πάπα Αλέξανδρο, πριν από την ανακατάληψη της Πόλης. Σίγουρα ήταν εξοργισμένοι οι Βυζαντινοί με τους «κατακτητές», αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε να συζητάνε για τυχόν μελλοντική συνεργασία, ενώ η Πόλη ήταν ακόμα υπό κατοχή.

Πέρα απ’ αυτά, οι συγκρούσεις μεταξύ των ηγεμόνων του κράτους της Νίκαιας και του κράτους της Ηπείρου (μάχη Πελαγονίας), με τις γνωστές δολοπλοκίες εκείνης της εποχής, την αλληλοϋπονόμευση και τους γάμους θυγατέρων, δείχνουν ότι οι ίδιοι οι συμμετέχοντες στα γεγονότα, δεν αντιλαμβάνονταν και πολύ ιστορικά τις δραστηριότητές τους, ούτε ενδιαφέρονταν να δικαιωθεί επτά αιώνες αργότερα ο ένας ή ο άλλος νεοέλληνας ιστορικός. Διεκδικούσαν κατά παραδοσιακό τρόπο εξουσία, πλούτο και μια καλή θέση στον παράδεισο της μετά θάνατον «ζωής»…

Μετά την ανακατάληψη της Πόλης από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1225-1282), μετά από περίπου 60 χρόνια κατοχής από τους Δυτικούς, δεν ακολούθησε η συγκρότηση ενός νέου ισχυρού κεντρικού κράτους, με αναπροσανατολισμό της οικονομικής, κοινωνικής και εξωτερικής πολιτικής, αφού οι δομές εξουσίας και διαχείρισης, οι οποίες ήταν και το κύριο αίτιο της παρακμής, παρέμειναν ανέγγιχτες.

Ο Μιχαήλ έδωσε «λύση» στις παλιές κοινωνικές συγκρούσεις, ενισχύοντας τους τοπικούς ηγεμόνες και την αριστοκρατία, τους «δυνατούς», σε βάρος των οικονομικά και κοινωνικά χαμηλών στρωμάτων, των αγροτών και των «χειροτεχνάριων» που δούλευαν στις βιοτεχνίες. Και, παρά τις σχεδόν αποκλειστικά αρνητικές εμπειρίες που δημιούργησε η περίπου εξηκονταετής κατοχή της αυτοκρατορίας από τους Λατίνους, διατηρήθηκε η ευνοϊκή θέση των Βενετσιάνων εμπόρων στη μετέπειτα πορεία του κράτους και, επιπλέον, προσκλήθηκαν, ως αντιστάθμισμα προς τους Βενετσιάνους, οι ανταγωνιστές τους Πιζανοί και Γενουάτες, στους οποίους επετράπη να εγκατασταθούν στην Πόλη και να αυτοδιοικούνται.

Αυτές οι εμπορικά δραστήριες κοινότητες πήραν υπό τον έλεγχό τους όλο το εμπόριο της αυτοκρατορίας και σταδιακά είχαν αποφασιστική επιρροή στην οικονομική αλλά και στην πολιτική ζωή της. Φυσικά, αυτοί ακριβώς αποτελούσαν το κύριο τμήμα των Λατίνων που ανέκοψαν, μαζί με τους Φράγκους, την υποτιθέμενη άνοδο του Ελληνισμού (κατά την άποψη του κ. Γ.Κ.) Φαίνεται όμως ότι, παρά τις αρνητικές εμπειρίες που πρέπει να άφησε η «λατινική κατοχή», οι τρέχουσες οικονομικές ανάγκες επικάλυπταν στο συσχετισμό των εμπειριών τις παλαιότερες πολιτικές και εκκλησιαστικές αντιπαλότητες — «περασμένα ξεχασμένα» περίπου!

Και, αφού απελευθερώθηκε το υπόλειμμα κράτους από τους Λατίνους και απέκτησε τη δυνατότητα αυτοδύναμης πορείας, τι μαθαίνουμε ότι συμβαίνει στη συνέχεια; Με την ήττα των Βυζαντινών στον Βαφέα το έτος 1302 παγιώνεται το οθωμανικό πριγκιπάτο του Οσμάν στη Μικρά Ασία. Αυτό το πριγκιπάτο εξελίχθηκε σταδιακά, με τουρκική στρατιωτική διοίκηση και περσική θρησκευτική ηγεσία, σε αυτοκρατορία, την οθωμανική, που κυριάρχησε αργότερα, με διακυμάνσεις ισχύος, επί 6-7 αιώνες.

Ως «λαός» αυτού του κράτους προέκυψε κυρίως το σύνολο του εξισλαμιζόμενου μικρασιατικού πληθυσμού των μικροκαλλιεργητών, οι οποίοι μέχρι τότε πιέζονταν ταυτόχρονα από τους «δυνατούς» μεγαλογεωκτήμονες και από τις επιστρατεύσεις στα στρατεύματα του κράτους. Με την προσχώρηση στη διοίκηση και τη θρησκεία της νέας εξουσίας, συμμετείχαν πλέον οι διαρκώς παραμελημένοι πληθυσμοί και στα ωφελήματα που προσέφερε αυτή η εξουσία. Αυτές ακριβώς τις αλλαγές δομών που εισήγαγαν οι Οθωμανοί, δεν ενδιαφέρθηκαν, δεν ήξεραν, δεν κατάφεραν να υλοποιήσουν οι ηγεσίες του βυζαντινού κράτους κι έτσι αυτό βυθιζόταν όλο και περισσότερο στην παρακμή (Σπ. Βρυώνης: «Η παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού...»).

Και, αν ετίθετο θέμα οποιασδήποτε σύγκρισης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τον όποιο βυζαντινό (μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση αναγνώστη μας), αρκεί να ερευνήσουμε, ποιες επιπτώσεις είχε στον Ρωμαίο κατακτητή ο ελληνικός πολιτισμός (εκτεταμένος εξελληνισμός) και ποιες είχε ο βυζαντινός στον Οθωμανό κατακτητή: η γλώσσα και η θρησκεία του νέου κυρίαρχου της χώρας γινόταν αποδεκτή από το λαό με αντάλλαγμα την κοινωνική και οικονομική ενσωμάτωση.

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ως αυτοκράτωρ και ως μοναχός - βολικός συνδυασμός για πρόληψη αντεκδικήσεων.
Ο 14ος αιώνας είναι όμως ο πλέον χαρακτηριστικός για την επικρατούσα κατάσταση και το προβλέψιμο μέλλον του Βυζαντίου: στη δεκαετία του 1320 έχουμε τους ολέθριους εμφύλιους πολέμους μεταξύ παππού και εγγονού Ανδρόνικου και στη συνέχεια αντίστοιχους εμφυλίους, μετά το έτος 1340, μεταξύ του Μεγάλου Δομέστικου Καντακουζηνού και του (τότε) ανήλικου αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου.

Εκείνη ακριβώς την εποχή καλούνται αυτοί που απειλούσαν το Βυζάντιο να συμβάλουν στην έκβαση της εμφύλιας διαμάχης - χωρίς να έχουν καμιά συμμετοχή σ' αυτές τις εγκληματικές αποφάσεις οι «Δυτικοί» του κ. Γ.Κ. Ο Καντακουζηνός, μετέπειτα αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ', ηγέτης των «δυνατών» στην Πόλη και διεκδικητής του θρόνου, καλεί για ενίσχυσή του τους Οθωμανούς, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν κοντά στην Καλλίπολη· έκτοτε βρίσκονται οι Τούρκοι ανελλιπώς στη βαλκανική χερσόνησο!

Ο ανήλικος αυτοκράτωρ Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος και οι υποστηρικτές του, ο αντιβασιλέας Αλέξιος Απόκαυκος (...-1345) και ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας (1282-1347) καλούν προς ενίσχυση των βασιλικών στρατευμάτων, ως αντίβαρο προς τους Τούρκους, τους Σέρβους και Βουλγάρους, οι οποίοι επωφελούνται από την εμφύλια διαμάχη και συνεχίζουν να αποσπούν, περίπου ανενόχλητοι, εδάφη και πληθυσμούς από την αυτοκρατορία. Σ' όλα αυτά προστίθεται και ο λοιμός (πανούκλα) που έπληξε το 1347 την Πόλη, αποδεκατίζοντας πάνω από το μισό πληθυσμό της.

Η 50ετία της καταστρεπτικής βασιλείας του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου (1341-1391, με διάφορες διακοπές) ανέδειξε τη βαθύτατη παρακμή του βυζαντινού χώρου, όπου οι Τούρκοι είχαν αποκτήσει πλέον επιρροή στην επιλογή του αυτοκράτορα και στην πολιτική του. Ο Ιωάννης Ε' προσπαθούσε αρχικά να προωθήσει συμμαχίες στη Βαλκανική και τη Δύση για τον περιορισμό αυτής της τουρκικής επιρροής και μετέβη γι' αυτό το λόγο ο ίδιος στη Δύση, δύο φορές μάλιστα (1369 και 1371), με στόχο να ζητήσει βοήθεια εναντίον των Τούρκων, προσφέροντας ως αντάλλαγμα την ένωση των Εκκλησιών και την αναγνώριση του παπικού πρωτείου. Αυτά όλα, περίπου 170 χρόνια μετά την αναμφίβολα καταστρεπτική κατάκτηση της πόλης από τους Λατίνους.

Όταν οι προσπάθειες του Ιωάννη Ε' να προσεταιριστεί τους Δυτικούς δεν έφεραν αποτελέσματα, μεταστράφηκε ο ίδιος σε «φιλότουρκο», προκαλώντας νέες τραγικές περιπέτειες για το κράτος: το έτος 1390 υπέδειξε ο Ιωάννης στους κατοίκους της Φιλαδέλφειας να παραδώσουν την πόλη στο στρατό του Βαγιαζήτ Α', στα πλαίσια κάποιας συμφωνίας κορυφής και, όταν οι Φιλαδελφείς αρνήθηκαν, εξεστράτευσε εναντίον τους για να επιβάλει στους υπό κατάκτηση και εκτουρκισμό ατίθασους υπηκόους του τις συμφωνημένες «φιλικές σχέσεις» με τους Τούρκους (Παπαρρηγόπουλος-Καρολίδης).

Όλα αυτά αποτελούν, βέβαια, αυτοτελώς και συνολικά, ιστορικά εγκλήματα και δίνουν μια ιδέα πώς όδευε το υπόλειμμα της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προς την οθωμανική υποταγή. Εφόσον λοιπόν δεχθούμε ότι οι Λατίνοι προκάλεσαν σημαντικό πλήγμα στο βυζαντινό κράτος με τα 60 χρόνια κατοχής της Πόλης, πώς πρέπει να θεωρήσουμε τις δεκαετίες εμφυλίων πολέμων και τη συστράτευση των βυζαντινών πολιτικών και κοινωνικών ομάδων με τους εχθρικούς γείτονες, χριστιανούς και μωαμεθανούς;

Αν θέλει ένας οξυδερκής μελετητής να προβάλει κάποια πρόσωπα και γεγονότα ως θεμελιώδη για τη διάλυση του Βυζαντίου, ακριβώς σ’ αυτές τις δεκαετίες και σ’ αυτά τα γεγονότα θα έπρεπε να εστιάσει την προσοχή του, με τις κοινωνικές και εκκλησιαστικές συγκρούσεις στην Κων/πολη και στη Θεσ/νίκη, με τον εμφύλιο και τις λεηλασίες μεταξύ «δυνατών» και φτωχών, με τις θρησκόληπτες αντιδικίες Ησυχαστών και Ζηλωτών κλπ. Θα έχει τουλάχιστον να προσφέρει και ένα διδακτικό μήνυμα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, τουτέστιν να αποφεύγει αυτή τις εμφύλιες διαμάχες και τις έριδες για ιδιοτελείς σκοπούς.

Ο κ. Γ.Κ. δεν ενδιαφέρεται, όμως, ιδιαίτερα για τέτοιες λεπτομέρειες! Θέλει μόνο να εισαγάγει το «1204» ως ιστορικό ορόσημο-σύνθημα για τον Ελληνισμό, όπως τον έχει αυτός διαμορφώσει στο μυαλό του. Επιδιώκει να τεκμηριώσει αναχρονικά την αντιπάθειά του για τη «Δύση» γενικά και το φόβητρο της «παγκοσμιοποίησης» ειδικότερα. Δεν είναι δε τυχαίο ότι, αρκετοί άνθρωποι τέτοιων αντιλήψεων βρίσκονται συχνά υπό την επιρροή του εκκλησιαστικού μηχανισμού κι έχουν έτσι τη δυνατότητα να υποκαταστήσουν την αδιαφορία ή αδυναμία τους να ενταχθούν στην ακαδημαϊκή επιστήμη με ένα φιλόξενο και γενναιόδωρο περιβάλλον.

Με το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου που μας εξασφάλισε ο Διαφωτισμός (και όχι η ιουδαϊκή θεοπληξία), δεν απαγορεύεται, φυσικά, να ισχυρίζεται καθένας αυτά που ονειρεύεται.
(Stelios Frangopoulos, Στέλιος Φραγκόπουλος)
Το πρώτο μέρος βρίσκεται εδώ και το δεύτερο εδώ!
Βλέπε επίσης προσθήκες εδώ!