17 June 2008

17 Ιουνίου 1953

...
Η 17η Ιουνίου αποτελεί ημέρα μνήμης για τα γεγονότα που συνέβησαν την ίδια ημέρα του έτους 1953 στην τότε Ανατολική Γερμανία και εξελίχθηκαν σε γενική στάση των πολιτών. Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί, μάθαιναν από το κομμουνιστικό καθεστώς ότι οι «τεμπέληδες ξεσηκώθηκαν, γιατί δεν ήθελαν τις καινούργιες νόρμες παραγωγής που είχαν στόχο την ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού. Και για το σκοπό αυτό συνενώθηκαν με πράκτορες του ιμπεριαλισμού, οι οποίοι οργάνωσαν και καθοδήγησαν το κίνημα των τεμπέληδων». Απ’ την άλλη πλευρά, στα σπίτια τους συζητούσαν, όσοι δεν είχαν έμμισθη σχέση και επαγγελματική εξάρτηση από το κόμμα (SED), αυτό που βίωναν καθημερινά οι ίδιοι στους χώρους εργασίας και στα καταστήματα: να εργάζονται πάμπολλες ώρες και να μην καταφέρνουν να ανταποκριθούν στις «νόρμες παραγωγής», άρα να μην παίρνουν ούτε το νόμιμο ελάχιστο μισθό και ταυτόχρονα να βρίσκουν στα καταστήματα ελάχιστα και πανάκριβα είδη διατροφής, ένδυσης κτλ.
 
Όλα αυτά εξελίσσονταν 8 χρόνια μετά τη λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, μέσα στο καταπιεστικό κλίμα του «ψυχρού πολέμου» και των εκατέρωθεν απειλών για θερμοπυρηνική σύγκρουση των δύο πολιτικών και στρατιωτικών μπλοκ. Με τη διαφορά ότι, ενώ οι δυτικές «καπιταλιστικές» κοινωνίες βελτίωναν σταδιακά το βιοτικό τους επίπεδο, οι ανατολικές «σοσιαλιστικές» υποχωρούσαν οικονομικά όλο και περισσότερο.
Η διαφορά είναι ότι η Δυτική Ευρώπη αξιοποίησε τα κονδύλια του σχεδίου Μάρσαλ, όπου δεν ροκανίστηκαν αυτά συστηματικά από τα «τρωκτικά», ενώ οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Αν. Γερμανία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Ουγγαρία κ.ά.) παρέδωσαν ολόκληρα βιομηχανικά συγκροτήματα και παραχώρησαν την εκμετάλλευση φυσικών πόρων σε πολύ χαμηλές τιμές στη Σοβιετική Ένωση, ως πολεμικές επανορθώσεις για τα αντισοβιετικά καθεστώτα που είχαν επικρατήσει εκεί και συμμετείχαν στο πλευρό των ναζί στο β’ παγκόσμιο πόλεμο.
Η ατμόσφαιρα στην Ανατολική Γερμανία ήταν ιδιαίτερα εκρηκτική, επειδή οι πολίτες της είχαν τη δυνατότητα άμεσης σύγκρισης του βιοτικού επιπέδου τους με εκείνο των συγγενών και φίλων στη Δυτ. Γερμανία. Αυτή η διαρκής σύγκριση και η καθημερινή διαφυγή εκατοντάδων και χιλιάδων πολιτών στη Δύση αποτέλεσε ένα μόνιμο αγκάθι στα πλευρά του κομμουνιστικού καθεστώτος, τα συνεχή παραπατήματα του οποίου οδήγησαν τελικά στην κατάρρευσή του στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Στις 2 Ιουνίου 1953 αποφάσισε η κυβέρνηση, όχι της Ανατολ. Γερμανίας, αλλά της Σοβιετικής Ένωσης, να ληφθούν μέτρα για εξυγίανση της οικονομικής κατάστασης στη «σοσιαλιστή Γερμανία, DDR». Στόχος ήταν «να μειωθεί η ταχύτητα στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού» που σημαίνει ότι πρέπει να ανασταλούν εν μέρει η εκτεταμένη κολεκτιβοποίηση, ο εντατικός στρατιωτικός εξοπλισμός και ο έλεγχος των επαγγελματικών δραστηριοτήτων μεμονωμένων πολιτών. Ταυτόχρονα έπρεπε να προωθηθεί η αυξημένη προσφορά καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών, ώστε να καλυφθεί η τεράστια διαφορά με τις δυτικές ευρωπαϊκές χώρες. Τα σχέδια αυτά βγήκαν στη δημοσιότητα με τους συνήθεις πανηγυρισμούς την 11η Ιουνίου 1953 με τον τίτλο «Νέα Πορεία», κατά την οποία έγινε παραδοχή λαθών, μεθοδεύτηκε η απόλυση 3-4 κομματικών παραγόντων (μαύρα πρόβατα) και όλοι οι παράγοντες του ανατολικού καθεστώτος ήλπιζαν ότι θα στρώσουν τα πράγματα υπό την ηγεσία τους.
Η ευχάριστη ατμόσφαιρα στα κομματικά γραφεία δεν είχε όμως καμιά αντιστοιχία με την αποπνικτική ατμόσφαιρα στους χώρους παραγωγής. Η αυξημένη προσφορά καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών σήμαινε εντατικοποίηση της εργασίας με σταθερό ωράριο (8-10 ώρες), δηλαδή αυξημένες «νόρμες παραγωγής». Γι’ αυτά τα πρακτικά προβλήματα που απασχολούσαν κυρίως τους εργαζόμενους, δεν ανακοινώθηκε τίποτα. Έτσι, ήδη στις 11 Ιουνίου καταγράφουν οι χαφιέδες στους χώρους εργασίας (βρέθηκαν τα σημειώματά τους στα αρχεία μετά την κατάρρευση του καθεστώτος), αυξημένη κινητικότητα και συζητήσεις ενάντια στις νέες νόρμες παραγωγής και στην έλλειψη προοπτικής για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου κ.λπ.
Στις 16 Ιουνίου άρχισαν διαδηλώσεις στο Βερολίνο και στις 17 επεκτάθηκε η στάση σε όλη τη χώρα. Στις 16 Ιουνίου κυκλοφορεί η εφημερίδα των εργατικών συνδικάτων «Tribüne» με άρθρο για την αύξηση κατά 10% κάθε νόρμας παραγωγής στη χώρα. Όποιος έφτιαχνε 10 αντικείμενα στη βάρδια του, στο εξής θα έφτιαχνε 11, χωρίς καμιά μισθολογική βελτίωση. Εννοείται ότι τα «συνδικάτα» στην Ανατολ. Γερμανία αποτελούσαν κομματικό υποκατάστημα, οπότε δεν ήταν και πολύ περίεργο που η εφημερίδα ανέφερε ότι η απόφαση για αύξηση της νόρμας είναι «δικαιολογημένη και ρεαλιστική».
Στους χώρους παραγωγής (εργοστάσια, οικοδομές κ.ά.) άρχισαν συζητήσεις μεταξύ των ανοργάνωτων εργατών και υπαλλήλων από τη μια πλευρά και των κομματικών εκπροσώπων από την άλλη. Προφανώς δεν υπήρχαν περιθώρια συνεννοήσεως μεταξύ των δύο πλευρών. Οι κομματικοί παράγοντες επιχειρηματολογούσαν υπέρ της ανάγκης αποδοχής των μέτρων –αλλιώς θα καθαιρούνταν οι ίδιοι ως αναποτελεσματικοί- και οι εργαζόμενοι αναφέρονταν στις θυσίες που έκαναν στα 8 χρόνια μετά τον πόλεμο και το υποβαθμισμένο βιοτικό επίπεδο που εισέπρατταν.
Οι πρώτες διαδηλώσεις ξεκίνησαν στις οικοδομές του νοσοκομείου Friedrichshain στο Βερολίνο. Τα πρώτα συνθήματα αναφέρονταν στην ανάγκη για μείωση της νόρμας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, λίγη ώρα μετά όλοι ζητούσαν Δημοκρατία και Ελευθερία. Στις 10.25 το πρωί άρχισαν να προχωρούν προς την πύλη του Βρανδεμβούργου μερικές εκατοντάδες εργάτες και, όταν έφτασαν οι προπορευόμενοι στην Πύλη, ήταν πίσω τους ήδη αρκετές χιλιάδες.
 
Περί το μεσημέρι ανακοίνωσε ο ραδιοφωνικός σταθμός του καθεστώτος ότι «η απόφαση για αύξηση της νόρμας παραγωγής ήταν ενέργεια αντισοσιαλιστικών και αντισοβιετικών συμβούλων και το καθεστώς την αποσύρει και επαναφέρει σε ισχύ τις παλιές νόρμες» - κλασική περίπτωση υποχώρησης για ανασύνταξη, με ταυτόχρονη στοχοποίηση αντιδημοφιλών στελεχών. Η κυβέρνηση καλούσε τους διαδηλωτές να επιστρέψουν στις εργασίες τους και να μην πέσουν θύματα των «πρακτόρων του ιμπεριαλισμού» που καραδοκούσαν στη Δυτική Γερμανία για να επέμβουν.
Προς το βράδυ ηρέμησαν τα πράγματα, οι άνθρωποι πήγαν για ύπνο. Το πρωί της 17ης Ιουνίου εμφανίστηκαν νωρίς στους δρόμους του Βερολίνου σοβιετικά άρματα μάχης, τα οποία ήταν μόνιμα σταθμευμένα έξω από την πόλη. Ταυτόχρονα τέθηκαν σε ύψιστη ετοιμότητα οι στρατιωτικές (NVA) και αστυνομικές μονάδες (VoPo) της Ανατολ. Γερμανίας, τις οποίες έτσι κι αλλιώς επέβλεπαν Σοβιετικοί πολιτικοί καθοδηγητές. Εκείνες τις πρωινές ώρες άρχισαν όμως να συρρέουν πολίτες σε διάφορα κεντρικά σημεία, όχι μόνο του Βερολίνου, αλλά όλων των πόλεων της χώρας, κάτι που δεν φαίνεται να είχαν υπολογίσει οι κομματικοί καθοδηγητές. Σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις πολιτών διαδίδεται η πληροφορία, η οποία επιβεβαιώθηκε αργότερα, ότι όλη η ηγεσία της Ανατολ. Γερμανίας συνεδρίαζε στην έδρα της Διοίκησης Τεθωρακισμένων των Σοβιετικών (και όχι στα κυβερνητικά γραφεία). Αυτό έδινε μια ιδέα για την προετοιμαζόμενη αντεπίθεση του καθεστώτος.
 
Εννοείται ότι παράλληλα έχουν κινητοποιηθεί στο Δυτικό Βερολίνο και στη Δυτική Γερμανία, πολιτικές και εργατικές ομάδες, κόμματα και συνδικάτα -αλλά σίγουρα και οι διάφορες μυστικές υπηρεσίες των δυνάμεων κατοχής και της Δυτ. Γερμανίας- για να συμπαρασταθούν στους ξεσηκωμένους συγγενείς, φίλους και συμπατριώτες στο ανατολικό τμήμα της χώρας.
 
Περί το μεσημέρι της 17ης Ιουνίου, όταν έχουν καταληφθεί πια τα κέντρα όλων σχεδόν των πόλεων και των κωμοπόλεων της Αν. Γερμανίας από διαδηλωτές, κηρύσσεται η επικράτεια σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ο κόσμος τρέχει πανικόβλητος στα μαγαζιά για να αγοράσει τρόφιμα, οι κοινωφελείς υπηρεσίες δεν λειτουργούν, εργάτες, υπάλληλοι και αγρότες βρίσκονται στους δρόμους, χιλιάδες πολίτες δραπετεύουν στη Δύση. Μια επαναστατημένη κοινωνία!
Μέσα σ' αυτό το σκηνικό άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί στο συγκεντρωμένο πλήθος. Επίσης μεθοδεύτηκαν μαζικές συλλήψεις διαδηλωτών, όπου αυτό ήταν δυνατόν. Ποτέ δεν έγινε γνωστός ο ακριβής αριθμός νεκρών και συλληφθέντων, μια και οι εκατέρωθεν προπαγανδιστικοί μηχανισμοί διέδιδαν ό,τι βόλευε την κάθε πλευρά. Γεγονός είναι (και σήμερα υπάρχουν και αποδεικτικά έγγραφα) ότι, όσοι διαδηλωτές συνελήφθησαν από το σοβιετικό στρατό, εκτελέστηκαν πάραυτα. Οι συλληφθέντες από τις γερμανικές στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις φυλακίστηκαν και πέρασαν μετά από μερικές ημέρες από στρατοδικεία. Πολλοί εκτελέστηκαν ως ηγέτες, άλλοι καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά και, όσοι απ’ αυτούς, δεν πέθαναν στις φυλακές «εξαγοράστηκαν» μετά από 10-15 χρόνια από τη Δυτική Γερμανία.
 
Μέχρι της 3 Ιουλίου 1953 είχαν συλληφθεί, σύμφωνα με στοιχεία των Ανατολικών, περί τις 10.500 άτομα. Οι Δυτικοί εκτιμούν ότι ο αριθμός αυτός ανερχόταν σε μερικές δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Η εναγώνια προσπάθεια του κομμουνιστικού καθεστώτος να αποδείξει ότι οι διαδηλωτές ήταν «πράκτορες της Δύσης» ευοδώθηκε μόνο με την προσαγωγή δύο νεαρών από το Δυτικό Βερολίνο, οι οποίο συμμετείχαν στις διαδηλώσεις.

Οι πραγματικοί πράκτορες των Δυτικών, είτε κατάφεραν να γυρίσουν πίσω στη Δύση (βλέπουμε διάφορες σχετικές ταινίες ακόμα), είτε δεν τους επετράπη καν να αναμιχθούν, ώστε να αποκτήσει και η Δύση το δικαίωμα επεμβάσεων σε περίπτωση αναταραχών στο χώρο τους. Τρία χρόνια μετά, όταν εξελίσσονταν τα αντίστοιχα επαναστατικά γεγονότα στην Ουγγαρία, οι Αγγλο-Γάλλοι και οι Ισραηλινοί οργάνωσαν απόβαση στο Σουέζ για να ανατρέψουν την αιγυπτιακή ηγεσία που είχε εθνικοποιήσει τη διαχείριση της διώρυγας.

Ο οριστικός επίλογος των γεγονότων του 1953 γράφτηκε 36 χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 1989, όταν «άνοιξε» το τείχος του Βερολίνου (είχε κτιστεί εντωμεταξύ το 1961) και οι πολίτες των χωρισμένων πλευρών της Γερμανίας άρχισαν να κυκλοφορούν ελεύθερα. Λίγο μετά κατέρρευσε το ανατολικό καθεστώς και ενοποιήθηκε η Γερμανία.
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)