26 May 2007

Η αρχαιότητα στην Ελλάδα μεταξύ 1000 και 750 π.Χ., I

Επειδή κατά τους αιώνες μέχρι το 1000 π.Χ. δεν υπήρχαν στην Ανατολή αξιόλογες δυνάμεις που θα ήθελαν ή θα μπορούσαν να επιβληθούν στον ελλαδικό χώρο, διαπιστώνεται μια σταδιακή εξάπλωση ελληνικών φύλων στα παράλια της Μικράς Ασίας. Έτσι μετετράπη με την πάροδο των αιώνων το Αιγαίο, το οποίο στα νότια οριοθετείται από τη Ρόδο, την Κάρπαθο και την Κρήτη, σε ελληνική θάλασσα. Αυτή η κυριαρχία αμφισβητήθηκε συστηματικά από τους Πέρσες περίπου 500 χρόνια αργότερα και καταλύθηκε, αρχικά από τους Ρωμαίους μετά από περίπου 9 αιώνες και από τους Οθωμανούς μετά από 2.500 χρόνια. Οι Έλληνες έμειναν στη Μικρά Ασία από την Αρχαιότητα συνεχώς, επί περίπου 3.000 χρόνια, μέχρι το 1922, οπότε ηττήθηκε το νεοελληνικό κράτος κατά τη λεγόμενη μικρασιατική εκστρατεία και εκδιώχθηκαν οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί.

Η «κατάκτηση» του Αιγαίου από τους ελληνικούς πληθυσμούς οδήγησε, σε συνδυασμό και με τον ελληνόφωνο πληθυσμό της Κύπρου, σε επαφές και ανταλλαγές, εμπορικές, πολιτισμικές αλλά και βιολογικές με τους ευημερούντες λαούς της Μικράς Ασίας και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Η ευκαιρία των επαφών και ανταλλαγών, χωρίς αυτοί οι λαοί να απειλούν πολιτικά ή στρατιωτικά την ανεξαρτησία του ελληνικού χώρου, οδήγησε σε μια σταδιακή άνοδο του πολιτισμικού και οικονομικού επιπέδου των Ελλήνων εκείνης της εποχής.


Αγαλματίδια μυκηναϊκών θεοτήτων. Eίναι ενδιαφέρουσα
η ομοιότητά τους με τα αντίστοιχα σουμερικά.


Η αφομοίωση και επεξεργασία των ξένων επιδράσεων δεν έγινε με καταναγκασμό αλλά με τη θέληση των ίδιων των αποδεκτών και επιλεκτικά. Έτσι αποκτήθηκαν σταδιακά τέτοιες και τόσες τεχνικές και καλλιτεχνικές ικανότητες ώστε με την πάροδο του χρόνου να αποδεσμευτούν οι «μαθητές» από τους «δασκάλους» και στην πορεία να τους υπερκεράσουν σε εφευρετικότητα και δημιουργικότητα.

Αυτές οι διεργασίες πολλών αιώνων ενσωματώθηκαν στις μυθοπλασίες του ελληνικού πολιτισμού (Ελληνική Μυθολογία), στις οποίες παίζουν σημαντικό ρόλο οι τεχνικές εφαρμογές, ήδη απ' την πρώτη ώρα της «Δημιουργίας». Ο προμηθεϊκός μύθος (Πλάτων, Πρωταγόρας, 321γ) είναι αποκαλυπτικός: οι θεϊκές δυνάμεις συνειδητοποιούν την αβλεψία τους (άνθρωπος αδύναμος, γυμνός, άστεγος), και την διορθώνουν δωρίζοντας «έντεχνον σοφίαν» (=τεχνογνωσία) μέσω της Αθηνάς και «πύρ» (=ενέργεια) μέσω του Ηφαίστου.

Τα ομηρικά έπη

Τα δύο μεγάλα έργα του Ομήρου, η Ιλιάς και η Οδύσσεια, αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα επικά έργα του παγκόσμιου πολιτισμού. Ο Όμηρος, ένα θρυλικό πρόσωπο του αρχαίου κόσμου, έζησε περί το 700 π.Χ. και λέγεται ότι περιόδευε ως ραψωδός στις αυλές αξιωματούχων στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας (Ιωνία), κάποιες πληροφορίες αναφέρουν δε ότι ήταν τυφλός. To χρονικά πρώτο έπος του Ομήρου, η Ιλιάς, αποτελείται από περίπου 16.000 στίχους και αναφέρεται στις τελευταίες πενήντα μία (51) αποφασιστικής σημασίας ημέρες του πολέμου της Τροίας, ο οποίος συνολικά διήρκεσε, σύμφωνα με το μύθο, 10 χρόνια.

Το δεύτερο έπος, η Οδύσσεια, αποτελείται από περίπου 12.000 στίχους και περιγράφει τις επίσης δεκαετούς διάρκειας περιπλανήσεις του βασιλιά της Ιθάκης, Οδυσσέα, κατά τη μετάβαση από την Τροία που είχε αλωθεί, στην πατρίδα του. Όμως, γλωσσολογικές και πολιτισμικές μελέτες δείχνουν ότι τα δύο έπη δεν πρέπει να έχουν γραφτεί από τον ίδιο συγγραφέα. Συγκεκριμένα, το πρώτο, η Ιλιάς, αποδίδεται στον Όμηρο, ο οποίος πιθανόν να συνένωσε και επεξεργάστηκε παλαιότερα μικρά έπη. Το δεύτερο, η Οδύσσεια, αποδίδεται σε άλλο, άγνωστο συγγραφέα, περίπου μια γενιά νεώτερο του Ομήρου, ο οποίος ίσως επεξεργάστηκε και βελτίωσε ένα προϋπάρχον μικρότερο έπος.

Επειδή το λογοτεχνικό μέρος των ομηρικών κειμένων διδάσκεται στα σχολεία, ας περιγράψουμε εδώ την αντίληψη που έχει καταγραφεί σ' αυτά, όσον αφορά στις δημιουργικές ικανότητες των Ελλήνων της εποχής και, συγκριτικά με αυτούς, άλλων γειτονικών λαών. Αυτές οι αναφορές και περιγραφές του Ομήρου ή του όποιου συντάκτη αυτών των έργων, πρέπει βέβαια να συνδυαστούν και συσχετιστούν με τα ευρήματα, τα οποία τελικά αποτελούν και το μόνο ασφαλές τεκμήριο.

Ένα σημαντικό πρόβλημα σχετίζεται με τη χρονολόγηση των αναφορών του Ομήρου: εκτιμάται ότι τα γεγονότα που περιγράφονται στα δύο έπη εκτυλίσσονται περί τον 8ο αιώνα π.Χ., δηλαδή στο τελείωμα των λεγόμενων «σκοτεινών αιώνων» και στην εποχή της νεότερης πολιτισμικής ανόδου των Ελλήνων. Είναι όμως πιθανόν, πολλά στοιχεία των έργων να είναι αποσπασμένα από άλλες, παλαιότερες ή και σύγχρονες του συγγραφέα εποχές. Ο διαχωρισμός και ταξινόμηση αυτών των πληροφοριών είναι μια πολύ επίπονη εργασία των Ιστορικών, η οποία δεν είναι δυνατόν να εκτελεστεί από μελετητές που ενδιαφέρονται μόνο για ένα υποσύνολο των αναφορών (εδώ των τεχνολογικών) σ' εκείνες τις εποχές.

Οι σημαντικότεροι συσχετισμοί του ομηρικού κειμένου με τεχνικά θέματα αφορούν στο γεωργικό τομέα και κυρίως στην εκτροφή ζώων. Σε πολλά σημεία περιγράφεται η βοσκή μεγάλων κοπαδιών αιγοπροβάτων και βοοειδών σε υψίπεδα ή σε παραλιακές περιοχές, καθώς επίσης η εκτροφή αρνιών και μοσχαριών σε οικιακές αυλές. Πέρα από αυτά, συχνά περιγράφονται το όργωμα, η σπορά και ο θερισμός δημητριακών. Σε πολλά σημεία εστιάζει δε ο ποιητής την προσοχή του, όχι στη δραστηριότητα των ανθρώπων, αλλά στον κόπο των ζώων. Έτσι στην ωδή (13,703) γίνεται αναφορά σε δύο κοκκινωπούς ταύρους που σέρνουν το δυνατό αλέτρι στο έδαφος και ο ιδρώτας κυλάει από τις ρίζες των κεράτων τους... Ή στην ωδή (5,499) όπου περιγράφεται ο διαχωρισμός των σπόρων από τα σκύβαλα κατά το λίχνισμα, πράγμα που υλοποιείται, όπως γράφει ο ποιητής, με την παρέμβαση μιας θεάς. Όπου δεν επαρκούν οι γνώσεις για την εξήγηση ενός φυσικού φαινομένου ή μιας τεχνικής διεργασίας, εισάγεται ένα πνεύμα ή ένας θεός για να βοηθήσει στην ερμηνεία.

Από τις χειρονακτικές εργασίες που περιγράφει ο Όμηρος δεσπόζουν αυτές του μαραγκού, ο οποίος είναι αρμόδιος για τη ναυπηγική, την κατασκευή αμαξών και της στέγης οικοδομών. Σ' αυτό το πλαίσιο περιγράφονται επίσης τα εργαλεία των τεχνιτών και ο τρόπος χρήσης τους, όπως ο πέλεκυς, το δράπανο κ.ά. Για παράδειγμα, στην ωδή (15,410) περιγράφεται η επιδεξιότητα του μάστορα να τοποθετεί ζυγιασμένα τα καδρόνια του σκάφους, πράγμα που οφείλεται στη διδασκαλία της Αθηνάς. Εκτός του μαραγκού και ο σιδεράς έχει την τιμητική του, καθώς «σβήνει» το πυρακτωμένο μέταλλο σε κρύο νερό. Η σκλήρυνση (βαφή) του σιδήρου ήταν λοιπόν γνωστή ήδη στους ομηρικούς χρόνους...

Η συνεχής σύγκριση στην Ιλιάδα των πολεμικών ενεργειών μπροστά στο τείχος της Τροίας με χειρονακτικές επαγγελματικές δραστηριότητες, δηλώνει ότι το ακροατήριο του ποιητή ενδιαφέρεται γι' αυτές τις συγκρίσεις και γνωρίζει επαρκώς τα διάφορα αγροτικά και τεχνικά επαγγέλματα και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται κάθε φορά. Στη 18η ωδή περιγράφεται η κατασκευή της πανοπλίας του Αχιλλέα από τον Ήφαιστο. Η εργασία του ολύμπιου θεού περιγράφεται ρεαλιστικά, σαν να επρόκειτο για ένα γνωστό επιδέξιο σιδερά. Μάλιστα, οι κατασκευές από τα θεϊκά χέρια έχουν και απρόσμενες ιδιότητες: Στην ωδή (18,372) περιγράφεται πώς 20 τρίποδα που κατασκευάζει ο Ήφαιστος, εφοδιασμένα με χρυσές ρόδες, κινούνται αυτοδύναμα...

Αναπαράσταση της σφυρηλάτησης της ασπίδας του Αχιλλέα,
αριστερά κάτω η περικεφαλαία, δεξιά κάτω ο θώρακάς του.

Μόνο με το αποτέλεσμα του τεχνικού έργου του, μια πανοπλία που κάνει το χρήστη της περίπου ακατανίκητο, διαφοροποιείται ο θεός από τον άνθρωπο και δεν χρειάζεται άλλες επινοημένες ιδιότητες. Κι ενώ ο Αχιλλέας δεν μπόρεσε να πολεμήσει εναντίον του Έκτορα, ο οποίος είχε προ ολίγου σκοτώσει τον επιστήθιο φίλο του Αχιλλέα, τον Πάτροκλο, μόλις ο Ήφαιστος ετοίμασε την πανοπλία, απέκτησε ο ήρωας δυνάμεις και θάρρος και παρουσιάστηκε στη μάχη. Πέρα από τη γλαφυρότητα της ιστορίας, αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι ο πολεμιστής στηρίζεται στον τεχνίτη για να μπορέσει να επιτελέσει την αποστολή του. Ο φόβος και ο τρόμος που προκαλεί η εμφάνιση του Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης οφείλεται κυρίως στην πανοπλία που φοράει και στα όπλα που κρατάει.

(συνεχίζεται)


(Stelios Frangopoulos, Στέλιος Φραγκόπουλος)