25 July 2020

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι...

με τα μάτια και τις σκέψεις ενός Βουλγάρου Αξιωματικού

(Απόσπασμα από τα βιβλία "Εμπρός δια της λόγχης")

Η διήγηση του Rumen [1]

Γεννήθηκα στη Σόφια, στις 19 Φεβρουαρίου 1878 [2], τη μέρα που υπογραφόταν η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου [3]. Η οικογένειά μου ήταν εύπορη. Η μητέρα μου καταγόταν από σόι τσιφλικάδων και ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός. Ήταν Αξιωματικός Ιππικού του Τσαρικού Στρατού, και είχε λάβει μέρος στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο, πριν έλθει στον νέο Στρατό μας, με τον βαθμό του Ταγματάρχη. Έτσι, το ότι, σαν έφτασα στα 17, πήγα να σπουδάσω στη Στρατιωτική Σχολή της Σόφιας και αργότερα στην περίφημη Ρωσική Ακαδημία Πολέμου, ήταν αναμενόμενο. Δεν ρωτήθηκα καν αν θα ήθελα να γίνω γιατρός, μηχανικός ή μαθηματικός … Άλλωστε, από μικρό παιδί, άκουγα τον πατέρα μου να διηγείται για τις μάχες με τους Τούρκους και τους Σέρβους, για την επέλαση του Ιππικού μας το 1885 στη μάχη της Slivnitsa. Τα πρώτα μου παιχνίδια ήταν ξύλινα σπαθιά και ξύλινα αλογάκια. Έχοντας λοιπόν μεγαλώσει με το όραμα της «Μεγάλης Βουλγαρίας», όταν στις αρχές του 20ού αιώνα ξεκίνησε ο «Μακεδονικός Αγώνας», δήλωσα εθελοντής για να μεταβώ στη Μακεδονία, να αγωνιστώ για την ενσωμάτωσή της στη «μητέρα Βουλγαρία». Το 1904, νεαρός Ανθυπολοχαγός, πέρασα μυστικά τα σύνορα, και για ένα σχεδόν χρόνο πολεμούσα μαζί με τους Κομιτατζήδες, στην περιοχή των Γιαννιτσών. Αλλά δεν θα σας πω περισσότερα για την εποχή εκείνη. Η μνήμη μου είναι γεμάτη από ενοχές για τα εγκλήματα που είδα. Ναι, ξέρω, ήταν σκληρές οι εποχές, και έκαναν πολλά και οι δυο πλευρές. Όμως η στρατιωτική μου τιμή δεν συμφωνούσε με τέτοιες πράξεις. Επέστρεψα πάλι στη Σόφια και συνέχισα την καριέρα μου σαν Υπολοχαγός του Πεζικού. Λόγω του πατέρα μου, μπορούσα να είχα διαλέξει το Ιππικό, αλλά αισθανόμουν καλύτερα στο Πεζικό. Και πίστευα ότι αυτό ήταν το Όπλο, που θα έκρινε τις μάχες στους μεγάλους πολέμους, που σίγουρα θα έρχονταν. Την εποχή εκείνη, στον Βουλγαρικό Στρατό, δίναμε μεγάλη έμφαση στην σωστή χρήση των πυροβόλων όπλων. Το βάρος στην εκπαίδευση δινόταν στο ταχύ πυρ και στην καλή στόχευση από μεγάλες αποστάσεις. Κάθε χρόνο, με διαταγή του Τσάρου, κάναμε αγώνες σκοποβολής σε ολόκληρο το στράτευμα. Οι Στρατιώτες που νικούσαν έπαιρναν ένα ασημένιο ελβετικό ρολόι τσέπης, με το Αυτοκρατορικό μονόγραμμα και χρυσό κάλυμμα. Και οι Αξιωματικοί, σπάθη με λαβή επίχρυση.


Είχα κι εγώ κερδίσει μία τέτοια σπάθη, στους αγώνες του 1907 και την έφερα πάντα με μεγάλη υπερηφάνεια. Ήταν μάρκας «Solingen» και έγραφε στην λάμα «ο Θεός μαζί μας». Ήταν οι πρώτες λέξεις από το ρητό: «Ο Θεός είναι μαζί μας. Ακούστε μας λαοί και υπακούστε, γιατί ο Θεός είναι μαζί μας.» Και στη θήκη της ζώνης, είχα πάντα το αυτόματο πιστόλι «Luger P.08», με το οποίο είχα κερδίσει στους αγώνες.
Πρέπει πάντως να πω, ότι εμείς οι Αξιωματικοί της «Ρωσικής Σχολής», όπως μας λέγανε όσους είχαμε σπουδάσει στη Ρωσία, δίναμε μεγάλη σημασία και στις εφόδους με τη λόγχη και εκπαιδεύαμε τους Στρατιώτες μας ανάλογα. Αλλά ήμασταν πιο λίγοι και δείχναμε «λιγότερο μοντέρνοι». Και έτσι δεν είχαμε σπουδαία αποτελέσματα, όπως φάνηκε στις μάχες με τους Έλληνες, που μας κατατρόπωναν όταν πλησίαζαν κοντά και ορμούσαν με τις λόγχες.

Είχαμε φτιάξει τον 12ο σε μέγεθος Στρατό του κόσμου, μεγαλύτερο και από τον Αμερικάνικο Στρατό της εποχής που ήταν 13ος. Και σε συνδυασμό με την εντατική εκπαίδευση, είχαμε μεγάλη αυτοπεποίθηση και πίστη στις ικανότητες του Στρατού μας, που είχε αποκτήσει τη φήμη των «Πρώσων των Βαλκανίων», για την πειθαρχία και την εκπαίδευσή του.

Λέγανε ότι το 25 ως 35 % του Προϋπολογισμού του κράτους μας πήγαινε τότε στην άμυνα, αλλά το είχαμε πάρει απόφαση ότι μόνο με την δύναμη του Στρατού μας θα πετυχαίναμε την ενοποίηση της Βουλγαρίας και την απελευθέρωση των σκλαβωμένων αδερφών μας. Ξοδεύαμε για τον Στρατό περισσότερα απ’ ότι για την Παιδεία ή για τα δημόσια έργα. Προετοιμαζόμασταν εντατικά, μελετώντας κάθε πόλεμο της εποχής και υιοθετώντας κάθε νέα τεχνολογία.

Η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, ήταν για την πατρίδα μου μία «χρυσή δεκαετία». Η οικονομική ανάπτυξη ήταν ολοφάνερη. Και παρ’ όλο που 80-90% του πληθυσμού ήταν αγρότες, καταφέραμε να δημιουργήσαμε έναν Στρατό μοντέρνο και πανίσχυρο.

Είχαμε σύγχρονα ταχυβόλα Krupp και Schneider, πολυβόλα Maxim, τηλέφωνα και τηλεγράφους εκστρατείας, αυτοκίνητα, αεροπλάνα [4] και αερόστατα! Και οι Στρατηγοί μας, γεννημένοι στην δεκαετία 1850-1860, ήταν όλοι απόφοιτοι της πρώτης σειράς της Στρατιωτικής Σχολής, με μετεκπαιδεύσεις στη Ρωσία, την Ιταλία, την Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία. Πολλοί από αυτούς είχαν συμμετάσχει στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους και στον πόλεμο με τη Σερβία, και όλοι ήταν φλογεροί πατριώτες.

Αλλά, όπως αποδείχθηκε αργότερα, είτε δεν είχαν αφομοιώσει καλά τις τεχνικές του συγχρόνου πολέμου είτε είχαν πολλές αντιθέσεις μεταξύ τους και μερικοί έβαζαν τον εγωισμό τους πάνω από την πατρίδα.

Όταν τον Φεβρουάριο του ’12, υπογράφηκε η συμμαχία με τη Σερβία, ξέραμε τι θα ακολουθούσε. Στις 4 Οκτωβρίου κηρύχθηκε ο 1ος πόλεμος. Σαν διάβασα στους Στρατιώτες μου τη Διαταγή, άλλοι ξέσπασαν σε δάκρυα χαράς και άλλοι ζητωκραύγαζαν για την Βουλγαρία και τον Τσάρο μας, πετώντας τα πηλίκια ψηλά στον αέρα. Είχαμε στρατοπεδεύσει σε ένα χωριό κοντά στα σύνορα και σαν ξεκινήσαμε την επομένη για το μέτωπο, ο κόσμος μας χειροκροτούσε και οι γυναίκες μας ξεπροβόδιζαν τραγουδώντας:

«Μανλιχέρι πούκαγια, να γκαντάτσο πλάνινα …
Γιούριζ μπράκα κόμιτι, ντάγια οσποβόντιμε, μάικα Μακεντόνια …» [5]

Το Σύνταγμά μου,
το 1ο Βασιλικό Σύνταγμα της Σόφιας, ήταν μία επίλεκτη μονάδα. Και στις επωμίδες, οι Στρατιώτες έφεραν με υπερηφάνεια το αρχικό γράμμα «Φ», του ονόματος του Τσάρου μας. Είχαμε 3 Τάγματα, το 1ο Σόφιας, το 5ο Teteven και το 6ο Pleven. Μαζί με το 6ο Σύνταγμα του Tarnovo ανήκαμε στην 1η Ταξιαρχία, της 1ης Μεραρχίας Πεζικού Σόφιας.

Πήραμε μέρος σε πολλές μάχες. Στο Gechkeneliy, στο Siliolu, στο Lyule Burgas, και συμμετείχαμε στις επιθέσεις κατά των τουρκικών οχυρών στο Araptepe, στο Kada Kyoy, στο Elbasan, στο Gyaurbair και την Chataldzha.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση στον 1ο πόλεμο, ήταν η μεγάλη ευκολία με την οποία παραδίνονταν οι Τούρκοι Στρατιώτες, όταν οι γραμμές μας ήταν κοντά. Η εξήγηση ήταν απλή: Ο Στρατός τους είχε πολλούς Χριστιανούς, Βούλγαρους και Έλληνες, που είχαν στρατευθεί με το ζόρι. Και κάθε που εύρισκαν ευκαιρία, λιποτακτούσαν προς τις γραμμές μας. Καθώς πάντως το δικό μου Σύνταγμα ήταν επίλεκτο, οι μάχες ήταν συνήθως σκληρές, ιδίως όσο πλησιάζαμε προς την Κωνσταντινούπολη, και οι απώλειες σοβαρές. Χάσαμε πολλούς Στρατιώτες και Αξιωματικούς, όχι μόνο στις μάχες αλλά και από τη χολέρα που είχε ξεσπάσει. Σαν τελείωσε ο Πόλεμος, το Σύνταγμα επέστρεψε στη Σόφια, όπου μας υποδέχθηκε ο ίδιος ο Φερδινάνδος. Την ημέρα εκείνη, ένοιωθα τόσο πλήρης, τόσο υπερήφανος, που δεν θα με πείραζε αν άφηνα εκεί την τελευταία μου πνοή.

Η πατρίδα με αντάμειψε, με την προαγωγή μου σε Λοχαγό, αλλά και με παράσημα για τις ανδραγαθίες μου στις μάχες. Και σε όλους τους άνδρες του Συντάγματος, απονεμήθηκε από τον Μέραρχο Nikola Zheljanski, ο Βασιλικός Σταυρός Ανδρείας, που τον έφεραν περήφανα στο στήθος.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι οι απλοί Στρατιώτες, κουρασμένοι από τις μάχες, θα προτιμούσαν ένα απολυτήριο για να πάνε στα σπίτια τους, αντί για τα παράσημα. Και καθώς η επιστράτευση συνεχιζόταν, το ηθικό του Στρατού άρχισε να πέφτει. Οι Στρατιώτες υπέφεραν για πολύ καιρό από τις στερήσεις και τις ασθένειες και έπεφταν σε κατάθλιψη. Ήταν άλλωστε αγρότες οι περισσότεροι και, καθώς ερχόταν η άνοιξη, ανησυχούσαν για τις σοδειές και τα ζωντανά τους.

Η παράταση των πολιτικών διαπραγματεύσεων για την ειρήνη, δυσκόλευε τα πράγματα. Ένιωθαν όλοι νοσταλγία για τα σπίτια τους και εύχονταν να γυρίσουν πίσω το συντομότερο δυνατόν.

Επί πλέον, η ιδέα της διεξαγωγής ενός πολέμου εναντίον των πρώην συμμάχων Ελλήνων και Σέρβων, δεν ήταν διόλου δημοφιλής στους Στρατιώτες και όλοι ήθελαν να αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Σε πολλές μονάδες ξέσπασαν διαδηλώσεις και εξεγέρσεις ενάντια στον πόλεμο, και ο Υπαρχηγός απείλησε εμάς τους Αξιωματικούς ότι θα μας ξήλωνε, αν συνεχίζαμε να επιτρέπουμε την αταξία.

Αναγκαστήκαμε να επιβάλουμε αυστηρές τιμωρίες και αποφεύγαμε κάθε συζήτηση για τα συχνά επεισόδια με τους Έλληνες και Σέρβους στα νέα σύνορα. Κανένας δεν έλεγε και δεν παραδεχόταν την αλήθεια. Κάποια ακραία αριστερά στοιχεία σπέρνανε ηττοπαθή προπαγάνδα, που όμως δεν ήταν τόσο επικίνδυνη όσο η εσωτερική πεποίθηση του κάθε Στρατιώτη, ότι αυτός ο αδελφοκτόνος πόλεμος δεν μπορούσε να φέρει κάτι καλό. Και ο σεισμός στο Βελίκο Τύρνοβο και τη Γκόρνα Οριάχοβιτσα συνέβαλε επί πλέον στην κατάθλιψη.

Τον Απρίλιο του 1913 μεταφερθήκαμε στη Slivnitsa, 22 χλμ ΒΔ της Σόφιας, στον δρόμο προς το Pirot και την Νις της Σερβίας [6], εκεί που το 1885 είχαμε συντρίψει τους Σέρβους. Όμως στα τέλη Απριλίου, αποσπάσθηκα στο Γενικό Επιτελείο, δίπλα στον Αρχιστράτηγο Σαβώφ. Καλύτερα να μην πήγαινα … Είδα πράγματα που με έβαλαν σε σκέψεις για το μέλλον.

Σας είπα ήδη πώς είχε η κατάσταση στα κατώτερα κλιμάκια. Θα σας πω και τι γινόταν στα ανώτερα. Εκεί η κατάσταση ήταν χειρότερη. Αρχιστράτηγος του Βουλγαρικού Στρατού ήταν, θεωρητικά, ο Τσάρος Φερδινάνδος. Στην πράξη όμως, ο ρόλος αυτός ανήκε στον Αρχηγό του Επιτελείου, τον Αντιστράτηγο Mihail Savov. Τον είχα Διοικητή στην Στρατιωτική Σχολή. Σαραντάχρονος Αντισυνταγματάρχης τότε, και ήρωας του πολέμου του 1885, όπου διοικούσε το αριστερό της επίθεσης στη Slivnitsa, μορφωμένος, έμπειρος, ενεργητικός και με μεγάλη επιβολή, είχε τον θαυμασμό όλων μας. Το 1903 έγινε και πάλι [7] Υπουργός Στρατιωτικών στις κυβερνήσεις Danev, Petrov, Petkov, Stanchov και Gudev, ως το 1908 που αποστρατεύθηκε με το βαθμό του Αντιστρατήγου. Τον Μάρτιο του 1913 επανήλθε στο Στρατό, και τώρα πια εκτελούσε χρέη Αρχιστρατήγου, στη θέση του Fichev, που είχε παραιτηθεί για λόγους υγείας [8].

Σαν Υπουργός Στρατιωτικών σε τόσες Κυβερνήσεις, προσέφερε πολλά στην δημιουργία του πανίσχυρου Στρατού μας. Αλλά σαν στρατιωτικός και μάλιστα σαν Αρχιστράτηγος, ντρέπομαι που το λέω, ήταν ακατάλληλος. Οι Διαταγές του ήταν συνήθως ασαφείς ή αντιφατικές, και το μόνο που είχε πάντα στο μυαλό του ήταν ο αιφνιδιασμός. Όχι μόνο σε στρατηγικό επίπεδο, που νόμιζε ότι θα έπιανε στον ύπνο Έλληνες και Σέρβους, αλλά και σε τακτικό επίπεδο: Στον 20ό αιώνα, στην εποχή των ταχυβόλων πυροβόλων και των πολυβόλων, αυτός υποστήριζε ότι το Πεζικό πρέπει να επιτίθεται χωρίς προπαρασκευή Πυροβολικού, για να αιφνιδιάζει τον εχθρό!


Περιέβαλε με εύνοια κόλακες, όπως ο Στρατηγός Hesapsiev, που παρίστανε τον Φρούραρχο στη Θεσσαλονίκη και το μόνο που έκανε ήταν να οργανώνει κάθε μέρα παρελάσεις και να στέλνει αναφορές που υποτιμούσαν την αξία του Ελληνικού Στρατού. Ή τον βοηθό του, τον Συνταγματάρχη Nerezov, που ήταν Διευθυντής Επιχειρήσεων, αλλά δεν έκανε ούτε για να γιαλίζει τις μπότες του. Ήταν ένας Αξιωματικός με γνώσεις, αλλά χωρίς προσωπικότητα, σκυλάκι του αφεντικού του.

Όμως ο Σαβώφ ήξερε να κινεί τα πολιτικά νήματα και, απειλώντας ανοιχτά, κατάφερε να περάσει τα φιλοπόλεμα σχέδιά του, τόσο στον Πρωθυπουργό τον Γκέσωφ, όσο και στον ίδιο τον Τσάρο, που φοβόταν τη δύναμή του. Και αφού έπεισε τον Τσάρο, απειλώντας τον με εκθρόνιση, μετά, με φλογερά άρθρα του στις εφημερίδες, προσπαθούσε να πάρει με το μέρος του την κοινή γνώμη, πιέζοντας τον Γκέσωφ και τον Ντάνεφ που φοβόντουσαν τις συνέπειες ενός νέου πολέμου.
Αρκετά όμως σας κούρασα με τον Σαβώφ. Άλλωστε, μετά την ήττα στο Κιλκίς αντικαταστάθηκε από τον Ασγο Radko Dimitriev. Όχι βέβαια ότι λύθηκαν τα προβλήματα, χειρότερα γίνανε. Όσο κι αν φώναζε ο Ivanov, ο Διοικητής της 2ης Στρατιάς, ή ο Gobachev της 4ης ζητώντας ενισχύσεις, οι ήττες διαδέχονταν η μία την άλλη και 3 ολόκληρες Στρατιές μας παρέμεναν ουσιαστικά αδρανείς.
Στο Επιτελείο στη Σόφια, η σύγχυση είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.
Καλό το τηλέφωνο και ο τηλέγραφος, αλλά οι Αρχιστράτηγοι πρέπει να είναι κοντά στο μέτωπο, όπως ο δικός σας, και όχι στην πρωτεύουσα. Αλήθεια, θα πρέπει να σας πω ότι σας ζηλεύαμε που είχατε τον Κωνσταντίνο. Όχι μόνο γιατί ήταν ικανός και κοντά στο μέτωπο, αλλά και γιατί ολόκληρος Βασιλιάς, δεν δίστασε να τεθεί κάτω ιεραρχικά από τον Βενιζέλο, που αν και υφιστάμενός του ως Πρωθυπουργός, ήταν προϊστάμενός του ως Υπουργός Στρατιωτικών! Και όλα αυτά για να παραμείνει Αρχιστράτηγος. Όχι σαν τον δικό μας τον Τσάρο ή τον Σέρβο, που δεν ήξεραν πού είναι το μέτωπο.
Θα προσπεράσω τι έγινε ως το τέλος σχεδόν του πολέμου, άλλωστε τα έχει γράψει όλα ο Ivanov και άλλοι σε βιβλία. Και ότι έγραψαν, είναι η αλήθεια. Θα πάω κατ’ ευθείαν στο ότι μετά τις ήττες μας στην Κρέσνα και το Σιμιτλή, τότε που όλοι φοβόμασταν το χειρότερο, ζήτησα να φύγω από το Επιτελείο και να πάω να πολεμήσω με τη μονάδα μου, το 1ο Σύνταγμα.
Η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Η ήττα στο Σιμιτλή ανάγκασε το Επιτελείο να αποσπάσει πολλές μονάδες από το σερβικό μέτωπο και να τις στείλει στο Κιουστεντίλ, και από εκεί στη Τζουμαγιά. Ολόκληρη σχεδόν η 1η Μεραρχία, με το δικό μου 1ο ΣΠ Sofiyski και το επίσης επίλεκτο 6ο ΣΠ Tarnovski, στάλθηκε για ενίσχυση της αποδεκατισμένης 2ης Στρατιάς, σε μία ύστατη προσπάθεια να ανατραπεί η δυσμενής κατάσταση, και να περάσουμε από την άμυνα στην επίθεση. Συγκεντρώθηκαν μεγάλες δυνάμεις στο δεξιό και το αριστερό της παράταξής μας, ενώ στο μέσο οχυρωθήκαμε ΝΑ της Τζουμαγιάς, στα φυσικώς οχυρά υψώματα Παπαβάσι και Αρισβανίτσα, ύφους 1079 και 1378 μέτρων. 0ι μάχες που ακολούθησαν ήταν πολύ σκληρές.
Η μονάδα μου συμμετείχε στον μεγάλο αγώνα για το 1378. Δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Οι Εύζωνοί σας, αδύνατοι και ένα κεφάλι πιο κοντοί από τους δικούς μας οι περισσότεροι, ήταν σκυλιά μονάχα. Ούτε ήξερες από πού θα σου επιτεθούν, και το πείσμα τους ήταν κάτι άλλο. Το ίδιο και οι Κρητικοί σας. Θα σας πω μόνο ότι είδα Έλληνα στρατιώτη να δαγκώνει Αξιωματικό μας στον λαιμό, για να του κόψει το λαρύγγι. Και ότι είδα μάχες με τα χέρια, όταν και η λόγχη ακόμη αχρηστευόταν λόγω απόστασης. Αλλά και κεφάλια να σπάνε από πέτρες. Από τον Λόχο που διοικούσα, δεν έμειναν στο τέλος ούτε 20 γεροί. Και σε όλο το Τάγμα, ήμουν ο μόνος Αξιωματικός που δεν έτυχε να σκοτωθεί ή να τραυματιστεί.
Τρεις μέρες πολεμούσαμε ασταμάτητα και τελικά υποχωρήσαμε ηττημένοι και ντροπιασμένοι. Και όπως έμαθα μετά, και οι απώλειες των δικών σας ήταν τόσο μεγάλες, που νόμιζαν και αυτοί ότι είχαν ηττηθεί. Δεν ξέρω, ίσως και να είχαμε νικήσει, αν βαστούσαν τα πλευρά μας, που υποχώρησαν αφήνοντάς μας εκτεθιμένους, αλλά θα ήταν νίκη «Πύρρεια».
Σημασία πάντως έχει ότι νικήσατε εσείς και εμείς υποχωρήσαμε πέρα και από τη Τζουμαγιά, έτοιμοι για τον «υπέρ πάντων αγώνα», στη γραμμή Κιουστεντήλ - Δούπνιτσας. Εκεί, υπήρχαν αλεπάλληλα οχυρωματικά έργα, από τον καιρό που ήταν εκεί τα σύνορα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και η τοποθεσία προσφερόταν για άμυνα. Ήταν άλλωστε και η τελευταία κατάλληλη για άμυνα τοποθεσία, πριν την πεδιάδα της Σόφιας. Εκεί, λογικά, θα σας σταματούσαμε.
Ντρέπομαι να πω ότι κάποιες μονάδες μας έκαναν σφαγές και λεηλασίες στα ελληνικά και τούρκικα σπίτια της Τζουμαγιάς. Θέλω πάντως να καταλάβετε ότι αυτά δεν τα κάνουν άντρες και στρατιώτες. Τα κάνουν αυτοί που συνήθως υποχωρούν και εξαφανίζονται πρώτοι.
Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Προσπαθώ να μην τα θυμούμαι. Τόσο αίμα. Τόσοι νέοι άνθρωποι, τόσοι άνδρες γεροί και ικανοί … Το αίμα γεννάει μίσος και το μίσος θέλει περισσότερο αίμα. Ευτυχώς που όλα αυτά τελείωσαν …

Σχόλια και Παραπομπές

[1] Rumen Tsonchev, Λοχαγός στο 1ο (Βασιλικό) Σύνταγμα Σόφιας, της 1ης Μεραρχίας Πεζικού Σόφιας του Βουλγαρικού Στρατού. Μυθιστορηματικό πρόσωπο.
[2] (με το παλαιό ημερολόγιο)
[3] Με τη συνθήκη αυτή ανατρεπόταν η συνθήκη των Παρισίων (1856), με στόχο την επίλυση του «Ανατολικού Ζητήματος» κατά τα ρωσικά συμφέροντα. Κερδισμένη ήταν η Βουλγαρία, που ανακηρύχθηκε σε «μεγάλη αυτόνομη Ηγεμονία» συνολικής έκτασης 163.000 τετρ. χλμ. περιλαμβάνοντας την περιοχή από τον Δούναβη μέχρι το Αιγαίο, και από Μαύρη θάλασσα μέχρι τον Δρίνο ποταμό (δηλαδή, όπως φαίνεται και στον χάρτη παραπάνω, εκτός από τη σημερινή Βουλγαρία, περιείχε τμήμα της Ανατολικής Θράκης, την περιοχή της Ξάνθης, την μετέπειτα ελληνική Μακεδονία ως τον Αλιάκμονα, πλην Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής, τη σημερινή FYROM, τις λίμνες Πρέσπες και Αχρίδα, μέχρι και εδάφη της σημερινής Αλβανίας, όπως η Κορυτσά). Η συνθήκη αυτή, που δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη και ανατράπηκε μετά από λίγους μήνες στο «Συνέδριο του Βερολίνου», αποτέλεσε την βάση του Βουλγαρικού «μεγαλοϊδεατισμού».
[4] Οι Βούλγαροι ισχυρίζονται ότι το εικονιζόμενο στη φωτογραφία αεροπλάνο, τύπου Albatros F.II, εξετέλεσε την πρώτη στον κόσμο πολεμική αποστολή στις 16/10/1912, με πλήρωμα τον Υπγό Radul Milkov (πιλότο) και τον Ανθγό Prodan Tarakchiev (παρατηρητή), που έριξαν δύο χειροβομβίδες στον σιδηροδρομικό σταθμό της Αδριανούπολης, στη διάρκεια αναγνωριστικής πτήσης.
Βεβαίως, η αναγνωριστική πτήση του Καμπέρου στις 5/10/1912 και οι βομβαρδισμοί του κατά τις επόμενες ημέρες, προηγήθηκαν. Όσο για τους προανεφερθέντες, στο μόνο που προηγήθηκαν, ήταν στο πρώτο ατύχημα με στρατιωτικό αεροπλάνο στα Βαλκάνια, όταν στις 13/4/1912, κατέστρεψαν το αεροπλάνο τους τύπου Albatros F.II, μετά από αναγκαστική προσγείωση λόγω κακοκαιρίας.
[5] (Τα μάνλιχερ πυροβολούσαν στο βουνό … Γιούργια αδέρφια κομιτατζήδες, πάμε να ελευθερώσουμε τη μάνα Μακεδονία – παλιό κομιτατζίδικο τραγούδι)
[6] Η 1η Μεραρχία ανήκε στην 3η Στρατιά. Ήταν μία πανίσχυρη, καλά εκπαιδευμένη και εξοπλισμένη Μεραρχία, που στις παραμονές του 2ου Βαλκανικού Πολέμου διέθετε δύναμη 493 Αξιωματικών και 26.438 Οπλιτών, με 30 ταχυβόλα και 30 τοπομαχικά πυροβόλα, καθώς και 7.600 άλογα.
[7] Ήταν Υπουργός Στρατιωτικών και στην Κυβέρνηση του Stefan Stambolov, από το 1887 ως το 1894, οπότε και αποστρατεύθηκε. Επανήλθε στο στράτευμα το 1897 και ανέλαβε Διοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Σόφιας ως το 1903 (προαχθείς το 1899 σε Συνταγματάρχη).
[8] Οι λόγοι υγείας ήταν προσχηματικοί, ο Fichev παραιτήθηκε επειδή διαφωνούσε με το να γίνει νέος πόλεμος.