09 July 2020

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (65)

Από μικρή στην αθεΐα

Γ.Π. 21 ετών, φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σχολη καλών τεχνών, τμήμα θεατρικών σπουδών, επαγγελματίας τραγουδίστρια, δεσμευμένη.

Μεγάλωσα στην Πετρούπολη, στην Αθήνα, σε μια περιοχή που οι περισσότεροι κάτοικοι πιστεύουν αρκετά στο χριστιανισμό. Και όπως ήταν λογικό, η δική μου οικογένεια δεν μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Οι γονείς μου αρκετά θρήσκοι και οι δυο, μας μεγάλωσαν λέγοντας μας πάντοτε πόσο καλός είναι ο χριστούλης και πόσο κακές είναι οι υπόλοιπες θρησκείες. Η μητέρα μου όντας αστυνομικός δεν είχε και καλή σχέση με τους αλλοδαπούς, και τα έριχνε όλα στη θρησκεία τους. 

Εγώ όμως, ποτέ δεν ένιωσα αυτή την ανάγκη να πιστέψω κάπου. Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, θεωρούσα χαζό το να πιστεύω κάπου ή το να προσεύχομαι σε κάποιον. Ντρεπόμουν! Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν ήμουν 5 χρονών, και ο πατέρας μου όντας ναυτικός, έλειπε σε ένα από τα ταξίδια του, η μαμα να μου ζητάει να προσευχηθώ για εκείνον πριν κοιμηθώ  και εγώ απλά δεν μπορούσα. Θυμάμαι να κάθομαι στο κρεβάτι μου και να συζητάω ώρες με τον εαυτό μου, απευθυνόμενη στο «Χριστό», για το αν υπάρχει, ποιος είναι, γιατί να ντρέπομαι να κάνω προσευχή και άλλα τόσα. 

Ακόμα και όταν ήμασταν στο σχολείο δεν ήθελα να κάνω προσευχή ή να σηκώνομαι να την λέω, γιατί ντρεπόμουν και πίστευα ότι η προσευχή ήταν κάτι λάθος. Μια είδους αμαρτία για μένα. Δεν είχα έρθει ποτε σε επαφή με κάποιον άθεο, μόνο με χριστιανούς, οπότε δεν ξέρω πώς μου είχε βγει αυτή η πεποίθηση, όταν από μικρή ηλικία όλοι μου έλεγαν για τη χριστιανική παιδεία, με πήγαιναν εκκλησία κλπ. Προφανώς, όντας μικρή, δεν γνώριζα τον λόγο που ένιωθα αυτή την αποστροφή ως προς την θρησκεία. 

Φτάνοντας στο Γυμνάσιο, τα πράγματα με τη θρησκεία άρχισαν να χαλαρώνουν, καθώς πήγα σε μουσικό σχοελίο και δεν μας οδηγούσαν για εκκλησιασμό όπως σε άλλα σχολεία. Έτσι δεν υπήρχε θέμα που δεν με ένοιαζε η θρησκεία. Όταν έμαθα για πρώτη φορά στο μάθημα των θρησκευτικών τι είναι η αθεΐα, μπορώ να πω πως ενθουσιάστηκα. Γιατί είδα ότι μπορούσα να ταυτιστώ με κάτι. Έτσι άρχισα να συνειδητοποιώ κάποια πράγματα για τον εαυτό μου, όμως δεν ήμουν ακόμα έτοιμη να το ανακοινώσω στους δικούς μου, καθώς δεν θα το δέχονταν. 

Έφτασε έτσι και το Λύκειο, όπου άλλαξα σχολείο και πήγα σε Γενικό. Όντας πλέον πιο ώριμη αποφάσισα να μιλήσω στους δικούς μου για αυτό. Πρώτα μίλησα στη μητέρα που ήμασταν πιο «κοντά». Που να ήξερα η καημένη. Γυρνάγαμε από το μάθημα της φωνητικής μου. Μόλις είχα συζητήσει την αθεΐα μου με την καθηγήτρια μου, η οποία με καταλαβε και μου είπε ότι δεν υπάρχει λόγος να το κρύβω και να καταπιέζομαι και είχα πάρει δύναμη και κουράγιο να το ανακοινώσω και στην οικογένεια μου. 

Έτσι λοιπόν μπαίνουμε στο αμάξι, ξεκινάμε και αρχίζω να λέω στη μητέρα μου πως είμαι άθεη. Τρελάθηκε, άρχισε να ουρλιάζει, παραλίγο να της φύγει το τιμόνι, και έβαλε τα κλάματα λέγοντας μου «άρα είσαι κακός άνθρωπος, εγώ φταίω που δεν σε πήγαινα κατηχητικό, και τι θα απογίνεις, τι έκανα λάθος, απέτυχα σαν μάνα» και πολλά άλλα τέτοια. 

Σαν 16χρονο κορίτσι που ήμουν, ακούγοντας τέτοια πράγματα από την ίδια μου την μητέρα, είχε τεράστιο αντίκτυπο, καθώς σταμάτησα να νιώθω τόσο έντονα αισθήματα αγάπης για εκείνη. Σαν κάτι μέσα μου να έσπασε. Συνειδητοποίησα ότι οι γονείς σου δεν θα είναι πάντα εκεί για σένα και αυτό με πόνεσε πολύ. Δεν καταλάβαινα τι έκανα λάθος και αυτό ενέτεινε κάποια ψυχολογικά προβλήματα που είχα να γίνουν ακόμα χειρότερα. 

Ο πατέρας μου από την άλλην, το πήρε ήρεμα, αλλά με τον δικό του τρόπο. Μου είπε πως «ένας τόσο καλός άνθρωπος όπως εσύ αποκλείεται να είναι άθεος». Θεωρεί μέχρι και σήμερα ότι απλά εγώ πιστεύω με έναν δικό μου τρόπο. Είναι τόσο τυφλωμένος που δεν μπορεί να δει την αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν μου μίλησε όπως η μητέρα μου. 

Όσο μεγάλωνα, υπήρχε τεράστια διαμάχη με τη μητέρα μου και μένα, καθώς όποτε βρισκόμασταν κάπου που έκαναν τον σταυρό τους, μου φώναζε στα κρυφά με μορφασμούς να τον κάνω και εγώ. Εγώ όχι απλά δεν τον έκανα αλλά έβηχα ή προκαλούσα κάνοντας βλακείες ως αντίποινα. 

Όταν έφτασα στα 18 μου, η μητέρα μου ήρθε σε επαφή με γιόγκα και διαλογισμό και άρχισε να ηρεμεί αρκετά μέσα της (και όμως την βοήθησαν) και έτσι φτάσαμε στο σημείο να με ρωτάει ακόμα και για το αν υπάρχουν είδη άθεων, κάτι που με έκανε να χαρώ ιδιαίτερα. Άρχισε να δέχεται τα κακώς κείμενα της θρησκείας, των παπάδων και να με καταλαβαίνει. 

Έτσι φτάνοντας στο πανεπιστήμιο, πλέον δεν ντρέπομαι να πω πουθενά ότι είμαι άθεη, κανείς δεν με κρίνει για αυτό, η οικογένεια μου το έχει απλά αποδεχτεί και πλέον έχουν ηρεμήσει αρκετά και τα ψυχολογικά μου προβλήματα. Ακόμα βέβαια, ενώ όταν είμαι με την μητέρα μου, της δείχνω αγάπη, δεν νιώθω αυτό το έντονο δέσιμο μετά από ότι είχε συμβεί. Και ακόμα μου ζητάνε όταν παντρευτώ να είναι με θρησκευτικό, απλά για την ιστορία και τον θόρυβο κάτι που εγώ απεχθάνομαι. 

Βέβαια πέρασα και μεγάλη κοροϊδία από καθηγητές των θρησκευτικών, οι οποίοι με είχαν βάλει στόχο λόγω της αθεΐας μου. Ευτυχώς όμως στον επαγγελματικό τομέα, ποτέ δεν έπαιξαν ρόλο οι θρησκευτικές μου πεποιθήσεις και έτσι τα μόνα προβλήματα που αντιμετώπισα, ήταν τα έντονα λόγια και βλέμματα στην προσπάθεια πολλών να μου την πέσουν (και ας ήμουν ανήλικη, και ας ήταν χριστιανοί). 

Σίγουρα είμαι αρκετά μικρή και έχω πολλές εμπειρίες να ζήσω ακόμη, όμως θα έπρεπε να υπάρχει μεγαλύτερη βοήθεια για τα νέα άθεα παιδιά. Δεν είχα κάποιον να με βοηθήσει και να με καθοδηγήσει σε όλο αυτό, δεν ήξερα τι να διαβάσω, που να ψάξω, ή ποιος ήταν ο σωστός τρόπος να αντιδράσω. Είναι σίγουρα καλύτερο να μην καταπιέζεται κανεις και να μην κρατάει πράγματα μέσα του. Και όταν δεν ξέρει να το κάνει να ζητά βοήθεια. 

Σίγουρα δεν έχω διαβάσει πολλά, δεν ξέρω πολλά, όμως σιγά σιγά διαβάζοντας μαθαίνω περισσότερα για τον κόσμο και για αυτή την κοροϊδία που λέγεται θρησκεία. Μέχρι πριν κάποια χρόνια, το μόνο που ήξερα ήταν ότι είμαι άθεη επειδή έτσι ένιωθα. Πλέον μπορώ να το καταλάβω κιόλας.

                                                        

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (64)

Σύντομη περιγραφή αποχαιρετισμού

Είμαι ο κοπάτζε αρτσίλ!

Είμαι απόφοιτος ΤΕΙ, στο τμήμα διοίκησης επιχειρήσεων. Η δουλεία μου είναι διανομέας τροφίμων και αυτό διότι βγάζω αρκετά χρήματα για να συντηρήσω την οικογένεια μου, ενώ με το πτυχίο δεν θα μπορούσα να βγάζω τόσα χρήματα.  

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια θρήσκα οικογένεια, δεν είχα ούτε έναν φίλο, ούτε άτομο στην οικογένεια που να είναι άθεος. Από μικρός ήμουν αγνωστικιστής και από μικρός μου άρεσε να ψάχνω και να ρωτάω και να μαθαίνω νέα πράγματα, για να γίνω άθεος έψαξα πολύ και διάβασα και την βίβλο και διάφορα άλλα βιβλία, όταν ήμουν μικρός ήμουν και παπαδάκι και πήγαινα στην εκκλησία (μπας και καταλάβω περισσότερα περί θρησκείας) αλλά όσο περισσότερο έψαχνα για να μάθω την θρησκεία, όλο και περισσότερες ερωτήσεις αποκτούσα.

Όπως είπα από μικρός είχα την περιέργεια να μαθαίνω νέα πράγματα και έτσι άρχισα να ψάχνω και να μαθαίνω για διαφορετικές επιστήμες και όσα περισσότερα μάθαινα, τόσο μίκραινε στο μυαλό μου η πιθανότητα να υπάρχει θεός. Μετά από περιέργεια έψαξα και προσπάθησα να καταλάβω και μερικές άλλες θρησκείες και από περιέργεια έψαξα και κατάλαβα ότι όλες οι θρησκείες πάνω κάτω κάπως συνδέονται και άμα ψάξεις ιστορικά γεγονότα θα καταλάβεις ότι υπάρχουν παρατυπίες και λάθος στις μεταφράσεις και γενικός το περιεχόμενο την βίβλου έχει αλλάξει πάρα πολλές φορές. 

Ακόμα και για τα υπαρξιακά, η φύση κάνει μια χαρά την δουλειά της και δεν υπάρχει υπάρχει κάπου η ανάγκη για να υπάρχει η παρέμβαση του θεού για να γίνει κάτι. Άμα σταματήσεις να πιστεύεις και όταν δεν καταλαβαίνεις κάτι, δεν λες «α! το έκανε ο θεός», ψάχνεις τον λόγο γιατί γίνεται το κάθε τι, αποκτάς μια κριτική σκέψη και μαθαίνεις να φιλτράρεις όλα στην ζωή και αφού δεν πιστεύεις πλέον ότι ο θεός ελέγχει τα πάντα και δεν έχεις εσύ τον έλεγχο και γίνονται πλέον πιο κατανοητά τα πράγματα στην ζωή σου. 

Καταλαβαίνεις ότι όλα όσα έκανες στην ζωή σου, τα έχεις καταφέρει μόνος σου χωρίς την βοήθεια κάποιου θεού, έτσι σου ανεβαίνει η αυτοπεποίθηση και πλέον δεν περιμένεις κανένα θαύμα για να γίνει κάτι στην ζωή σου και έτσι μαθαίνεις να παλεύεις για να καταφέρεις κάτι στην ζωή σου.

Δεν ξέρω για σας αλλά εγώ από τότε που "αποδέχθηκα" ότι είμαι άθεος νοιώθω ότι άλλαξε ο εγκέφαλος μου και σκέφτομαι διαφορετικά και βλέπω τον κόσμο διαφορετικά.. δεν ήταν εύκολο.

-Αποδέχτηκα ότι θα έχω διαφορετική αντιμετώπιση στην κοινωνία. -Αποδέχτηκα ότι θα με βλέπουν σαν εχθρό.
-Αποδέχτηκα ότι θα με βλέπουν κατώτερο-αποδέχτηκα ότι θα με θεωρούν χαζό επειδή δεν καταλαβαίνω τοις δυνάμεις του θεού..Κτλ κτλ κτλ.. μπορώ να γράφω όλη μέρα..
Αλλά άξιζε το κάθε τι!!!

Νιώθω επιτέλους ελεύθερος και που μπήκα στην ομάδα των "Άθεων και Αγνωστικιστών". Τελικά δεν είμαι μόνο εγώ άθεος και δεν σκέφτομαι μόνο εγώ διαφορετικά. Δεν είμαι τελικά τρελός. 

Στο παιδί μου θα μάθω να σκέφτεται ορθολογικά και να εξερευνά και να έχει δημιουργικότητα και φαντασία, να ψάχνει και να κάνει έρευνα πριν πιστέψει το οτιδήποτε! Θα τον βοηθήσω  να σταθεί στα πόδια του και μετά θα τον αφήσω να ανοίξει μόνος του τα φτερά και να κάνει ότι επιλέξει στην ζωή του. 

Δεν είναι σωστό κατά την γνώμη μου να τον πιέσω τι δρόμο θα ακολουθήσει και τι καριέρα θα κάνει διότι άμα δεν κάνεις μια δουλεία που σου αρέσει, δεν θα είσαι καλά και στα ψυχολογικά αλλά δεν θα είσαι και τόσο αποδοτικός.Υπάρχουν χιλιάδες άθεοι! 




                                                        

07 July 2020

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (63)

Ο αποχαιρετισμός της Μαρίας

Μαρία Χ. 40 ετών, καθηγήτρια, άγαμη μητέρα ενός παιδιού.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που δεν είχε ξεκάθαρη θέση ως προς τη θρησκεία. Και εννοώ τον πατέρα μου και την μητέρα μου κυρίως. Νομίζω πως ούτε οι ίδιοι είχαν εσωτερικά μέσα τους μια συνειδητή, συγκεκριμένη θέση αλλά ούτε ποτέ εμβάθυναν επίσης.

Η μητέρα μου καταγόταν από χωριό -κλασικό παράδειγμα κλειστής κοινωνίας- μεγαλωμένη χριστιανικά, ως προς τα τυπικά της πίστης. Φρόντιζε να τηρεί τις πιο σημαντικές νηστείες, να τηρεί τα έθιμα των εορτών, να προσκυνάει εικόνες αγίων και λείψανα. Παρά ταύτα, δεν πήγαινε στην εκκλησία τις Κυριακές, δεν εξομολογούνταν και δεν με πίεζε κι εμένα να τα κάνω. Από μένα ήθελε να είμαι σεμνή, να κρατήσω την παρθενία μου, να πιστεύω. Χαρακτηριστικά έλεγε ότι χρειάζεται και πίστη στη ζωή, να μην αμφισβητώ τον Χριστό, να μην τρώω κρέας και γαλακτοκομικά στις νηστείες και να κοινωνάω τουλάχιστον την Μεγάλη Πέμπτη.

Όλο αυτό νομίζω πως μέχρι μια ηλικία, προ εφηβείας, δεν με πείραζε γιατί το έβλεπα σαν παράδοση και σαν οικογενειακό, αδιαμφισβήτητο πρωτόκολλο. Όμως, εκτός από αυτά τα τυπικά θέματα της πίστης, η μαμά μου μιλούσε επίσης πολύ συχνά για τον Χριστό και για την αγάπη που πραγματώνεται μέσω αυτού. Έλεγε ότι ο Χριστός είναι η απόλυτη έκφανση αγάπης, ότι χωρίς αυτόν είμαστε μόνοι μας και ανέλπιδοι και ότι το αποκούμπι μας είναι αυτός, γιατί μας βοηθάει, μας λατρεύει και μας προστατεύει. Και γιατί θα μας χαρίσει την αιώνιο ζωή στον παράδεισο.

Αυτή φυσικά η φιλολογία περί αγάπης ήταν μια πάρα πολύ όμορφη ιδέα και ακουγόταν πολύ παρηγορητική και ζεστή στην παιδική ψυχή μου. Όπως και η ελπίδα του παραδείσου και της αθανασίας της ψυχής.

Ωστόσο, μεγαλώνοντας, διαπίστωνα ότι αυτή η φιλολογία ερχόταν σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ιερωμένων και τις τακτικές της εκκλησίας. Πού ήταν αυτή η αγάπη όταν πηγαίναμε να κοινωνήσουμε, έστω μόνο την Μεγάλη Πέμπτη, και ο παπάς μας κοιτούσε στραβά αν δεν ξέραμε πώς να σταθούμε ή αν δεν ξέραμε το τυπικό της λειτουργίας; Τι νόημα είχε να πας στην εκκλησία τελικά αφού δεν έκανες καμία πράξη αγάπης προς κανέναν, ούτε και εισέπραττες φυσικά;

Τις φορές λοιπόν, μικρή ακόμη, που πήγαινα στην εκκλησία, με παραξένευαν όλα. Το γιατί προσκυνάνε συνέχεια και ζητάνε έλεος τόσο μίζερα και ταπεινωτικά, το γιατί πληρώνουμε το κερί, το γιατί το ανάβουμε τελικά, το γιατί βγάζουν δίσκο και το γιατί ο εκάστοτε παπάς μάλωνε, ενίοτε, τον κόσμο εκεί μέσα, με ύφος δικτατορίσκου, για διάφορα πράγματα. Που ήταν αυτή η αγάπη και η ψυχική παρηγοριά;

Επομένως, έως μια ηλικία, νομίζω πως περισσότερο τα είχα βάλει με την εκκλησία παρά με τον Χριστό. Κάτι που φαινόταν να έκανε κι ο πατέρας μου δηλώνοντας πως πιστεύει, αλλά δεν "πάει" τους παπάδες.

Για την κόλαση άκουσα ωμά πράγματα για πρώτη φορά από μια καθηγήτρια θρησκευτικών στο Γυμνάσιο. Η μητέρα μου έμενε πάντα στο ότι αν δεν είμαστε καλοί άνθρωποι ο θεός θα μας τιμωρήσει και ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε για να μπούμε στον παράδεισο. Χρησιμοποιούσε γενικά συχνά τον όρο αμαρτία. Κι εκεί φυσικά και πάλι αναρωτιόμουν, μικρούλα όντας, μα τώρα επειδή άναψα κερί και κάθομαι και ακούω αυτά τα ακαταλαβίστικα, θα πάω στον παράδεισο;

Πίσω στην καθηγήτρια λοιπόν... Η διδασκαλία της για την κόλαση ήταν κόλαση... Θα πήγαιναν βασικά, όπως το είχα ερμηνεύσει τότε, σχεδόν όλοι. Φορούσες παντελόνι; άσεμνη-υποψήφια θαμών της κολάσεως. Έβαψες νύχια;; τα ίδια. Ξυρίστηκες, κάπνισες;; τα ίδια. Και πολλά άλλα.

Φυσικά τα πιο "μεμπτά" απ’ αυτά δεν το συζητάω τι μας δίδασκε ότι συνεπάγονταν. Κάπου εκεί στην αρχή της εφηβείας μου λοιπόν και ήδη με το παράλογο μέσα μου, που ανέφερα πιο πάνω, ότι δηλαδή δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ ουσιαστικής αγάπης και εκκλησίας, άρχισα να σκέφτομαι ότι αυτό το δόγμα προκαλεί τελικά και τύψεις και ενοχές για όλα... Και... κατ’ επέκτασιν, προκαλεί αυτομομφές... και κατ’ επέκτασιν προκαλεί δυστυχία στη σχέση σου με τον εαυτό σου.

Είναι σαν να τον έχεις συνέχεια στο μικροσκόπιο και τον μαστιγώνεις μην τυχόν και παρεκκλίνει... Γιατί ο Χριστός τα βλέπει όλα, τα κρίνει και τα φιλτράρει. Είναι παντού, big brother κανονικός.

Έχοντας λοιπόν τις αμφιβολίες μου για το αν αυτό το δόγμα είναι τελικά αγάπη και έχοντας θυμώσει που με φόρτωνε με τόσο ζόρι μέσα μου, με τύψεις και ενοχές, ξεκίνησα συνάμα εκείνη την περίοδο να διαβάζω λίγο πιο "δύσκολα" θέματα από τα μυθιστορήματα που μέχρι τότε διάβαζα. Άρχισα να διαβάζω φιλοσοφικά βιβλία, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά, ποίηση και ό,τι μου φαινόταν ότι θα μπορούσε να μου δώσει απαντήσεις.

Και ξέρετε γιατί; Γιατί μέσα μου ήθελα να υπάρχει ο Χριστός, να υπάρχει αυτή η φιγούρα απόλυτης αγάπης, να υπάρχει αυτό το φως και η ελπίδα. Να υπάρχει η αιώνια ζωή ευτυχίας στον παράδεισο. Μάταια... Όσο διάβαζα και διάβαζα και για άλλες θρησκείες και διάφορες φιλοσοφικές προσεγγίσεις γύρω από τις θρησκείες κατέληξα να καταλάβω τούτο: ότι αναλόγως με το πού έχεις γεννηθεί, πιστεύεις και κάπου αλλού και ότι λίγο πολύ οι μονοθεϊστικές θρησκείες κυρίως επιβεβαίωναν ένα πανομοιότυπο μοτίβο.

Υπάρχει ένας θεός που τον λατρεύουμε, χωρίς να τον ξέρουμε, τον παρακαλάμε όλη μέρα να μας ελεήσει, να μας προστατεύσει και so what? Ούτε θαύματα γίνονταν κάπου, ούτε καμιά αγάπη και ανθρωπισμός επικρατούσε.

Υπήρχε και υπάρχει φυσικά ο Τρίτος Κόσμος, τα παιδιά που πεινάνε, οι πόλεμοι και η οικονομική ανισότητα. Και μάλιστα... πολλά δεινά έγιναν και γίνονται εξαιτίας των θρησκειών και του φανατισμού που σπέρνουν μέσα στον άνθρωπο και που τον φέρνουν να είναι εχθρός με άλλους ανθρώπους. Είναι γεμάτη η ιστορία από τέτοια παραδείγματα.

Κάπου εκεί λοιπόν, κατόπιν όλων αυτών και γύρω στα 15 κατάλαβα ότι είναι τυχαίο να πιστεύεις στον Χριστό όπως και στον Αλλάχ και στον Βούδα και στον Γιαχβέ κ.τ.λ. Έχει να κάνει κάπως με το πού έτυχε να γεννηθείς. Άρα...  σκέφτηκα... υπήρξε τελικά ο Χριστός; Γιατί δε γίνεται να υπήρξε μόνο για τους χριστιανούς και οι υπόλοιποι να μην τον πιστεύουν ή να μην τον γνωρίζουν καν. Και τι θα γίνει μ αυτούς δηλαδή σκεφτόμουν; Θα πάνε στην κόλαση ακόμη και αν είναι καλοί άνθρωποι και έχουν μέσα τους αγάπη;

Τότε ξεκίνησα να σκέφτομαι με τη λογική βλέποντας ότι όλα αυτά κάπου δεν κολλάνε. Γεννήθηκαν ερωτήματα λοιπόν μέσα μου όπως: Γίνεται να γεννήθηκε κάποιος από παρθένα με τον κρίνο; Γίνεται να αναστήθηκε ο Χριστός από πεθαμένος που ήταν και από τότε άντε γεια σας; Γίνεται να προφητεύσεις το μέλλον; Και τι είναι αυτός ο παράδεισος που θα μας χωρέσει όλους; Και γιατί εφόσον ο θεός υπάρχει και βλέπει τα πάντα, προτιμά να ακούσει την προσευχή ενός ανθρώπου που του ζητάει να γράψει καλά το παιδί του στις εξετάσεις και όχι την προσευχή ενός παιδιού που πεθαίνει ή που βιάστηκε ή που είναι θύμα κακομεταχείρισης;

Μάλλον όχι με βάση τη λογική που μου ενέπνεαν τα μαθηματικά και η φυσική που εντωμεταξύ λάτρευα να διαβάζω και να μελετάω. Το σύμπαν είναι αχανές, συλλογιζόμουν, και υπόκειται σε κάποιους νόμους. Γιατί, σκεφτόμουν, να θεωρούμε ότι τα πάντα γυρνάνε γύρω από μας και μέσα σε όλη αυτή την απεραντοσύνη να υπάρχει και ένας θεός που ασχολείται μόνο μαζί μας; Που ασχολείται με τα "ατοπήματά" μας για να δει πού θα μας στείλει... Και που δεν διορθώνει και τίποτα στο φινάλε. Που μόνο κάθεται εκεί στην κορυφή του, εντελώς αλαζονικά και μάλλον είναι διαταραγμένη προσωπικότητα.

Άσε, σκεφτόμουν, που στο φινάλε αυτός μας έπλασε έτσι με αδυναμίες και ελαττώματα. Συνάδει; Δε συνάδει. Άρα δεν είναι θεός με τόση ανωμαλία που παρουσιάζει, άρα είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, άρα δεν υπάρχει... Έτσι λοιπόν αποτίναξα τη θρησκεία και τον Χριστό και τον χριστιανισμό και οτιδήποτε μιλάει για ένα ανώτερο ον, δημιουργό των πάντων, από πάνω μου.

Οφείλω βέβαια να ομολογήσω ότι σοκαρίστηκα με τη συνειδητοποίηση ότι αυτή η πνευματική φιγούρα αγάπης απλά δεν υπάρχει. Ήταν ένα πλήγμα για μένα που το βίωσα σαν απώλεια. Από την άλλη όμως ελευθερώθηκα.

  • Ελευθερώθηκα και μπόρεσα να αγαπήσω την ανθρώπινη μου φύση με όλα της τα ελαττώματα και να μην την αποτάσσομαι ούτε να την πολεμώ.
  • Ελευθερώθηκα και αγάπησα τη γυναικεία μου φύση, γιατί δεν είναι κατώτερο να είσαι γυναίκα, ούτε να ντρέπεσαι που σου αρέσει η σεξουαλική πράξη.
  • Ελευθερώθηκα και μπόρεσα να αγαπήσω κι άλλους ανθρώπους με τα ελαττώματά τους και μπόρεσα να τους προσεγγίζω αντικειμενικά.
  • Ελευθερώθηκα γιατί συνειδητοποίησα ότι κανένας Χριστός δεν θα σε βοηθήσει παρά μόνο ο εαυτός σου και το να είσαι υπεύθυνος.
  • Ελευθερώθηκα γιατί συνειδητοποίησα ότι κανένας Χριστός δεν υπάρχει που να σε αγαπάει, άρα πρέπει να δουλέψεις σκληρά και να φτάσεις στην αγάπη μόνος σου. Πρέπει να δουλέψεις για να δώσεις αγάπη αλλά και για να πάρεις αγάπη. Και αυτό το λέω νόημα ζωής..

Η τακτική μου είναι να προσπαθώ να συζητάω με τους ανθρώπους που πιστεύουν ψύχραιμα, με λογική και να καταθέτω την άποψη μου ότι οι θρησκείες στηρίζονται σε ένα παράλογο συναίσθημα, στον ανθρωποκεντρισμό και σε μια ανύπαρκτη λογική. Και το κυριότερο, ότι είναι υπεύθυνες για πολλά άθλια φαινόμενα όπως ο ρατσισμός, ο φασισμός και η απανθρωπιά.

Είμαι μαμά ενός παιδιού 18 χρονών, για το οποίο ξέρω μόνο ότι το γέννησα και μόνο σ αυτό το κομμάτι μου "ανήκει" και ότι από εκεί και πέρα ξέρω ότι έχω να κάνω με έναν ξεχωριστό άνθρωπο που, ναι, δεν μου ανήκει. Το παιδί μου δηλώνει άθεος επίσης, συνειδητά και μόλις τελείωσε τις πανελλήνιες για να καταφέρει να σπουδάσει φυσικός. Το μόνο που ήθελα ανέκαθεν και θέλω για αυτόν είναι να μάθει να σκέφτεται με λογική, να αγαπάει, να κρίνει και να παλέψει στη ζωή του με τον τρόπο του να είναι ελεύθερος.-



                                                        

03 July 2020

Ανακούφιση μέσα στην κυκλοφορία


Μου διηγήθηκε συνάδελφος εκπαιδευτικός μια περιπέτεια που του είχε συμβεί την ακριβώς προηγούμενη ημέρα. Ακούγεται διασκεδαστική για τους αμέτοχους, ήταν όμως πολύ δυσάρεστη για τον ίδιο:

Βρισκόταν ο συνάδελφος για ένα σεμινάριο στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στην Αθήνα, Βασ. Κων/νου μετά το Χίλτον. Τελείωσαν το μεσημέρι οι εισηγήσεις και συζητήσεις στο αμφιθέατρο και ξεκίνησαν όλοι να πάνε σπίτια τους για γεύμα. Μπαίνει και ο ίδιος στο αμάξι του και διαπιστώνει ότι είχε παραλείψει να πάει στην τουαλέτα. Ήταν αμφίθυμος! Να κατέβω τώρα, σκέφτηκε, να πάω μέσα, θα με πετύχει κανένας στο διάδρομο και θα μου πιάσει τη συζήτηση, όπως γίνεται συνήθως, πες το ένα, πες το άλλο, θα φάμε καμιά ώρα πάλι. Αν κολλήσει δε και δεύτερος-τρίτος στη συζήτηση, τρέχα-γύρευε ούτε αύριο δεν θα ξεκολλήσω.

Αποφασίζει λοιπόν να φύγει για το σπίτι, 20-25 λεπτά θα κάνει μέχρι το Μαρούσι κι εκεί στο σπίτι θα ανακουφιστεί με την ησυχία του. Βγαίνει Βασ. Κων/νου, φτάνει στο Χίλτον κι από κει δεξιά για βόρεια προάστια, όλα πήγαιναν μια χαρά. Όταν μπήκε στη λεωφόρο Κηφισίας κατάλαβε ο συνάδελφος το λάθος του. Κάπου πρέπει να υπήρχε εμπόδιο στην κυκλοφορία, όλα τα αυτοκίνητα πήγαιναν δέκα μέτρα κάθε φορά και σταμάταγαν.

Όμως η πίεση της ανάγκης δεν έκανε διάλειμμα, τώρα μάλιστα γινόταν πιο επιτακτική για ψυχολογικούς λόγους. Σκεφτόταν να μετακινηθεί στην ακραία λουρίδα (αδύνατον) κι από κει να μπει σε κάποιο παρκάκι της Φιλοθέης; Άντε άλλα δέκα μέτρα τα αμάξια μπροστά. Να μπει σε κάποιο εστιατόριο, αν μπορέσει να βρει ελεύθερο χώρο να παρκάρει δίπλα ή πάνω στο πεζοδρόμιο, πάλι πολύ δύσκολο. Στα δέκα μέτρα που προωθείσαι ποιος θα σου κάνει χώρο να αλλάξεις λουρίδα αριστερά ή δεξιά;  Άντε πάλι άλλα δέκα μέτρα τα αμάξια μπροστά. Πάνω εκεί σκέφτηκε ότι θα υλοποιήσει στην πράξη το ανέκδοτο με τον περιπλανώμενο οδηγό και το γρύλο και χαμογέλασε, αλλά τα πράγματα δυσκόλευαν και πίεζαν πλέον πολύ.

Αποφάσισε ο συνάδελφος να κατουρήσει στο δάπεδο του αμαξιού! Σιγά το πρόβλημα, ούτε που θα τον έβλεπε κανείς και, σκέφτηκε για παρηγοριά του, ποιος ξέρει πόσοι άλλοι το έχουν κάνει αυτές τις μέρες, όλοι αυτοί στα αμάξια δεν μπορεί να πηγαίνουν πάντα έγκαιρα στην τουαλέτα. Με τις γυναίκες είναι βέβαια αλλιώς τα πράγματα … αλλά δεν ήταν τώρα κατάλληλη η στιγμή για αναλύσεις επί της ανατομίας. Κοιτάει δεξιά κι αριστερά, σιγά μην τον κοίταζε κανένας. Ανοίγει το παντελόνι βγάζει το πουλί του έξω και αρχίζει να κατουράει ανάμεσα στα πόδια. Σήκωσε και τα πόδια λίγο πάνω από το δάπεδο για να γλιτώσει τον καταιγισμό, ενώ ταυτόχρονα κοίταζε προς τα έξω δήθεν αδιάφορος.

Όταν τελείωσε ήρθε η στιγμή προωθήσεως των αμαξιών, άντε πάλι τα επόμενα δέκα μέτρα μπροστά. Αλλά τώρα είχε ανακουφιστεί και δεν τον ένοιαζε πια πόσο θα καθυστερήσει η κίνηση! Εκείνη τη στιγμή κορνάρει ένας οδηγός εξ αριστερών και κάτι του έδειχνε. Κατεβάζει το τζάμι και ρωτάει τι συμβαίνει; Του λέει ο απέναντι, από το αυτοκίνητό σας τρέχουν υγρά, μήπως έχει τρυπήσει το ντεπόζιτο της βενζίνης; Υπάρχει κίνδυνος πυρκαγιάς και έκρηξης του λέει ο άλλος με πανικό στη φωνή…

«Ευχαριστώ πολύ», φωνάζει ο συνάδελφος στον συνταξιδιώτη που τον ενημέρωσε, «θα πάω στην άκρη και θα το κοιτάξω. Αφήστε με παρακαλώ να περάσω όταν σας δοθεί ευκαιρία». Πράγματι, με τα επόμενα δέκα μέτρα προωθήσεως, έμεινε ακίνητος ο διπλανός αριστερά του και ο συνάδελφος πήγε επάνω στο πεζοδρόμιο. Κατέβηκε και έκανε πως εξετάζει το αίτιο της διαρροής. Μετά από λίγο μπήκε πάλι στο αμάξι και ξεκίνησε χαλαρός και ανακουφισμένος προς Μαρούσι.


30 June 2020

Ο θείος Dean στη Βιέννη

Είχα ένα θείο, αδελφό της μητέρας μου, θείος Κώστας στο όνομα, Dean στα αμερικάνικα, ο οποίος το 1953 μπάρκαρε για Αμερική και μπήκε εκεί λαθραία. Οι συνθήκες ζωής στην Αθήνα και την Ελλάδα γενικότερα, ήταν εκείνα τα χρόνια για όλους δύσκολες. Ο θείος επιπλέον ήταν το 7ο παιδί της οικογένειας, η οποία είχε χάσει τον εργατικό και κουβαλητή πατέρα από το 1938, και το μόνο προσόν του ήταν, όχι ασήμαντο τότε, ότι είχε τελειώσει το Γυμνάσιο (Λύκειο που λένε σήμερα). 

Πήγε λοιπόν ο θείος πρώτα στο Άμστερνταμ όπου μπάρκαρε σε κάποιο εμπορικό σκάφος για Νότια Αμερική, αλλά θα έκανε ενδιάμεσο σταθμό στη Νέα Υόρκη. Εκεί δραπέτευσε ο Dean από το σκάφος του και συνάντησε στο λιμάνι ένα συγγενή, παλιό μετανάστη, με τον οποίο είχε συνεννοηθεί και τον περίμενε. Ο συγγενής τον φιλοξένησε 1-2 μέρες σπίτι του, μέχρι να γίνει διαπραγμάτευση με κάποια νύφη, η οποία συστηματικά πληρωνόταν για να παντρευτεί λαθρομετανάστες και να έρθουν στη συνέχεια επίσημα στην Αμερική. 

Αμέσως μετά έφυγε ο θείος Dean για την Τζαμάικα και περίμενε εκεί να του στείλει η στεφανωμένη για πολλοστή φορά σύζυγος επίσημη πρόσκληση μετανάστευσης. Όλα υπό τον έλεγχο του Αμερικάνου συγγενή και με τμηματικές πληρωμές. Ερχόμενος ο θείος επίσημα πλέον στη Νέα Υόρκη, βρήκε κάποια δουλίτσα και έκανε αίτηση για άδεια μόνιμης παραμονής.

Κάπως έτσι εγκαταστάθηκαν στην Αμερική τότε πολλές χιλιάδες συμπατριώτες μας και άλλοι Ευρωπαίοι, οι οποίοι πρόκοψαν επαγγελματικά στα ξένα, αλλά ζούσαν διαρκώς με το όνειρο να επιστρέψουν κάποια στιγμή στην πατρίδα. Ο θείος γύρισε στην Ελλάδα με την είσοδο του 21ου αιώνα, μετά από περίπου 50 χρόνια παραμονής και εργασίας στην Αμερική ως ξυλουργός (carpenter). Το 2004 πήγαμε μαζί σε 1-2 αθλητικούς αγώνες των Ολυμπιακών, το είχε καημό να δει από κοντά Ολυμπιακούς Αγώνες ο θείος!

Έπαιρνε ο μπάρμπας από την Αμερική (California) μια σύνταξη, αλλά ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν είχε, περίπου 80 ετών τότε. Του είχα πει να φροντίσει να ασφαλιστεί που ήταν και εύκολο για υπερήλικες που επιστρέφουν στην πατρίδα, αλλά αυτός αμελούσε, δεν το θεωρούσε σημαντικό. «Εγώ δεν αρρώστησα ποτέ» μου έλεγε, «τώρα θα αρρωστήσω;» 

Έβλεπα το θείο 2-3 φορές το μήνα, ερχόταν καμιά Κυριακή ή γιορτή και τρώγαμε μαζί, τον ρώταγαν τα παιδιά διάφορα θέματα από την Αμερική και διασκεδάζαμε. Παράλληλα είχε πιάσει ο μπάρμπας φιλίες στο ΚΑΠΗ της περιοχής, όπου οργάνωναν μαζί συνεστιάσεις, ομαδικές εκδρομές και άλλα σχετικά με χρηματοδότηση του Δήμου. Είχε συνεχή απασχόληση και ήταν αρκετά δημοφιλής στο ΚΑΠΗ, γιατί έλεγε διάφορες ιστορίες από τη ζωή του στην Αμερική, πραγματικές ή φανταστικές.

Κάποια εποχή εξαφανίστηκε ο θείος για 2 μήνες περίπου. Πέρασα από το σπίτι που έμενε και από το ΚΑΠΗ, πουθενά! Σκέφτηκα ότι θα πήγε στην επαρχία με κάποιον φίλο του, γιατί είχε αφήσει να εννοηθεί κάτι τέτοιο 1-2 φορές. Κινητό τηλέφωνο δεν είχε κατά κανόνα, είτε δεν τα πλήρωνε και του το έκοβαν, είτε το έχανε... Όταν τελικά εμφανίστηκε μια Κυριακή στο σπίτι, ήταν κάτωχρος και αδυνατισμένος. Μου διηγήθηκε ότι ήταν στη Βιέννη!

Αποφάσισαν στο ΚΑΠΗ, λέει, να πάνε οργανωμένο ταξίδι, μέσα στο Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, στην Αυστρία. Οι συμμετέχοντες έβαλαν κάποια μικρή χρηματική συμμετοχή, τα υπόλοιπα τα πλήρωσε ο Δήμος από τον κοινωνικό προϋπολογισμό, κονδύλια της Ε.Ε. κ.λπ. Ο θείος Dean δεν είχε όμως χειμωνιάτικα ρούχα, φορούσε ακόμα τα ρούχα από την Καλιφόρνια. Δεν είχε στο σπίτι και καμιά γυναίκα να τον καθοδηγήσει. Στις φωτογραφίες που μου έδειξε από τα αξιοθέατα της Βιέννης, όλοι φορούσαν χοντρά παλτά ή μπουφάν με γούνα, αυτός ήταν με πουκάμισο και σακάκι.

Την 3η-4η ημέρα στην Αυστρία τον έπιασε υψηλός πυρετός και τον πήγαν με ασθενοφόρο από το ξενοδοχείο στο νοσοκομείο. Εκεί διέγνωσαν πνευμονία και τον άρχισαν στις ενέσεις και τα άλλα ιατρικά, οπότε κατάφεραν να τον συνεφέρουν σε 6-7 ημέρες. Έπρεπε όμως να εισαχθεί με παραπεμπτικό σε νοσοκομείο στην Ελλάδα, μόλις θα έφθανε στην Αθήνα. Μπήκε λοιπόν στον «Ευαγγελισμό», όπου έγινε δεκτός ως άπορος, αφού δεν είχε ασφάλιση.

Σε μένα ήρθε με το εξιτήριο από τον Ευαγγελισμό, τις εξετάσεις που του έκαναν στη Βιέννη και  με μια επιστολή στα γερμανικά που είχε φτάσει εντωμεταξύ σπίτι του.

Κοιτάω τις εξετάσεις, σχεδόν όλα τα αποτελέσματα κόκκινα, πάνω ή πολύ πάνω από τα όρια. «Ρε θείε», του λέω, «εσύ μου είπες ότι δεν έχεις αρρωστήσει ποτέ. Με τέτοιες εξετάσεις έπρεπε να πας εθελοντικά στο νεκροταφείο και να περιμένεις να σε θάψουν. Κοίτα εδώ Χοληστερίνη, κοίτα Ζάχαρο, κοίτα τριγλυκερίδια, το ένα το άλλο, ούτε ένα αποτέλεσμα δεν είναι στα φυσιολογικά όρια». «Μα δεν το ήξερα», δικαιολογήθηκε. «Πώς να το ξέρεις, αφού δεν πήγες ποτέ σε γιατρούς;» 

Πιάσαμε με αυτή την αφορμή μια κουβέντα για το νοσοκομειακό σύστημα στην Αμερική, δεν ήξερε καν τι ισχύει εκεί, εγώ του έλεγα διάφορα που κοίταζα στο Internet. Ο θείος ζούσε, όπως πολλά εκατομμύρια άλλων Αμερικάνων, στο περιθώριο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας, στην πόλη Modesto της Καλιφόρνιας, Riverside. Ακούγεται ίσως ρομαντικό το Riverside, αλλά πρόκειται συνήθως για μια ατελείωτη σειρά από τροχόσπιτα που βλέπουμε στις όχθες ποταμών, όταν γίνονται φυσικές καταστροφές, πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμοί κ.λπ. 

Μου διηγήθηκε ο θείος κάποια φορά την ταλαιπωρία που είχε, όταν μετά από πολυήμερες βροχές που πλημμύρισε ο ποταμός, παρασύρθηκαν όλα τα τροχόσπιτα στην κατωφέρεια και έψαχνε επί δύο μήνες να βρει το δικό του. Όταν το εντόπισε, σε απόσταση κάπου 20 χιλιομέτρων, διαπίστωσε ότι είχε εγκατασταθεί μέσα μια οικογένεια Μεξικάνων λαθρομεταναστών, 4-5 άτομα, που τον θερμοπαρακαλούσαν να μην τους διώξει, γιατί δεν είχαν κάπου αλλού να μείνουν. Αλλά και ο θείος δεν είχε άλλο «σπίτι», όπως  έλεγε το τροχόσπιτο. Δεν μου εξήγησε ποτέ πώς λύθηκε αυτό το πρόβλημα, αλλά μάλλον το έλυσε η Αστυνομία.

Εκτός από τις νοσοκομειακές εξετάσεις είχε φέρει ο θείος και μια επιστολή στο όνομά του, η οποία προερχόταν από το Magistrat der Stadt Wien (Διοίκηση της πόλης Βιέννης) και του ανακοίνωνε ότι για την παραμονή του στο νοσοκομείο με διάγνωση πνευμονίας χρωστάει κάπου 800€, για τα φάρμακα και τις εργαστηριακές εξετάσεις άλλα 200€ και για τη μεταφορά πηγαινέλα με το ασθενοφόρο 150€. 

Του λέω, «Θείε χρωστάς 1.150€ για την κουταμάρα σου να πας με το φανελάκι στη Βιέννη. Αν μας είχες ειδοποιήσει, θα σου δίναμε κάποια ζεστά ρούχα, παλτό, πουλόβερ, κασκόλ, γάντια κ.λπ. Εκεί είσαι κάτω από τις Άλπεις μήνα Νοέμβριο, δεν είναι αστείο». Η απάντησή του στερεότυπη: «Δεν το ήξερα μωρέ Στέλιο… Και πού να βρω τώρα τόσα λεφτά να τους ξοφλήσω;»

Έπαιρνε κάπου 700€ σύνταξη ο θείος από την Αμερική, αλλά ήταν η εποχή που έπεφτε το δολάριο έναντι του ευρώ και τα 700 έγιναν σταδιακά 600. Μου χρώσταγε κι εμένα αρκετά  κατοστάρικα, δανεικά κι αγύριστα, οπότε ήταν παγιδευμένος. 

Του λέω, θα γράψω εγώ στη Βιέννη ότι δεν έπρεπε να σε χρεώσουν, γιατί υπάρχει αλληλοκάλυψη των πολιτών λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χάρηκε πολύ ο θείος που έμαθε αυτή τη διέξοδο! Έγραψα λοιπόν στον υπολογιστή την επιστολή, την εκτύπωσα και την πήρε  να την ταχυδρομήσει ο ίδιος την άλλη μέρα.

Μετά από καμιά δεκαριά μέρες έρχεται πάλι ο θείος με την απάντηση από τη Βιέννη. Γράφουν, του μεταφράζω, ότι «Ο ασθενής  Dean T. δήλωσε εδώ Αμερικάνος πολίτης και έδειξε ένα αμερικάνικο διαβατήριο με αριθμό τάδε. Αφού είναι και Έλληνας πολίτης, γράψτε μας τον ασφαλιστικό φορέα και τον αριθμό μητρώου και θα κανονίσουμε εμείς το οικονομικό θέμα υπηρεσιακά». Μένω άφωνος εγώ, «Σφάλμα σου θείε που δεν αποφάσισες τόσο καιρό να γραφτείς στο ΙΚΑ και να λήξει αμέσως αυτή η ιστορία, αλλά γιατί έδειξες στη Βιέννη το αμερικάνικο διαβατήριο, αφού όλοι στην παρέα ήσασταν Έλληνες;» Μου απαντάει ο Dean με συνωμοτικό βλέμμα: «Σκέφτηκα να τους εντυπωσιάσω!» 

Ζούσε με το μυαλό ακόμα στην εποχή της UNRRA που έστελνε μετά τον πόλεμο τρόφιμα και δέματα σε πεινασμένους πληθυσμούς της Ευρώπης και άλλων ηπείρων. Θα ήθελε ίσως επίσης να δείξει απόσταση από τους υπόλοιπους συνταξιδιώτες του ΚΑΠΗ. Τι σχέση μπορεί να έχει ένας Αμερικάνος Καλιφορνέζος με τους ταπεινούς Βαλκάνιους, οι οποίο φορούσαν όμως παλτό, γάντια και κασκόλ, ενώ ο θείος όχι! «Καλά έκανες θείε που σκέφτηκες να εντυπωσιάσεις τους κρυόκωλους Αυστριακούς», του λέω, «αλλά οι εντυπωσιασμοί κοστίζουν. Κοίτα τώρα πώς θα ξεπληρώσεις το χρέος σου!» 

Μετά από κάπου 3-4 μήνες κι αφού κατάλαβαν, ευτυχώς, ότι δεν πρόκειται να εξοφληθεί ο λογαριασμός, ήρθε νεότερη επιστολή από τη Βιέννη που ανέφερε ότι με απόφαση του Δήμου, εντάσσουν τον θείο Dean στην κατηγορία «άπορος ασθενής» και έτσι παραγράφεται το χρέος του. Τόσο πολύ είχαν εντυπωσιαστεί!