18 July 2008

Ο μαθηματικός Τσου Τσονγκ Ζι (429-500 μ.Χ.)

...
Μια σημαντική επιτυχία του Κινέζου μαθηματικού Τσου Τσονγκ Ζι ήταν ο υπολογισμός του αριθμού π με ακρίβεια 7 δεκαδικών ψηφίων. Αυτή η ακρίβεια ξεπεράστηκε περίπου 900 χρόνια αργότερα από τον Πέρση μαθηματικό Αλ Κασί (~1380-1429). Από τα μέσα του 17ου αιώνα προέκυψαν ακριβέστερα αποτελέσματα με τη βοήθεια του απειροστικού λογισμού.

Ο Τσου ήταν αυλικός υπάλληλος, όπως ο πατέρας και ο παππούς του, από τους οποίους και απέκτησε τις μαθηματικές γνώσεις. Εκείνη την εποχή ίσχυαν στην Κίνα ανάλογες απόψεις με τις ρωμαϊκές, δηλαδή ότι το δικαίωμα του αυτοκράτορα να διοικεί ήταν δεδομένο εξ ουρανού. Ο Κινέζος αυτοκράτωρ πήρε λοιπόν εκείνη την εποχή την «ουράνια εντολή» να φτιάξει ένα νέο ημερολόγιο.

Ως αυλικός μαθηματικός προσπάθησε ο Τσου να καταρτίσει ένα ημερολόγιο που αξιοποιεί καλύτερα τους ηλιακούς και σεληνιακούς κύκλους. Το ισχύον τότε ημερολόγιο στην Κίνα προέβλεπε έναν 19ετή κύκλο με 235 μήνες. Από τις ιστορικές αστρονομικές παρατηρήσεις είχε προκύψει ο 19ετής κύκλος με 12 χρόνια των 12 μηνών και 7 χρόνια των 13 μηνών. Κάθε μήνας είχε 29 ή 30 ημέρες, κάθε μήνας έτρεχε από τη μια νέα σελήνη στην επόμενη.

Με βάση τις ακριβέστερες παρατηρήσεις του, ο Τσου κατέληξε στην πρόταση ενός ημερολογίου με ένα κύκλο 391 ετών που περιλαμβάνει συνολικά 4.836 μήνες. Από αυτά τα έτη, τα 144 είχαν 13 μήνες, όλα τα υπόλοιπα είχαν 12 μήνες. Με τους υπολογισμούς του κατέληγε ο Τσου στο συμπέρασμα ότι κάθε κύκλος 391 ετών είχε μιαν απόκλιση 50 δευτερολέπτων σε σχέση με το αστρονομικό έτος.

Είναι προφανές ότι, ενώπιον μιας τόσο ριζικής αλλαγής όπως το ημερολόγιο, συγκροτούνται παντού και πάντα ομάδες που αντιδρούν, τόσο λόγω προσωπικών αντιθέσεων με αυτόν που προτείνει την αλλαγή, όσο και λόγω οπισθοδρομικότητας, δεδομένου ότι κάθε ημερολόγιο θεωρείτο (και θεωρείται από μερικούς μέχρι σήμερα) θεόσταλτο, άρα αμετάβλητο.

Ο αυτοκράτορας πέθανε το έτος 464, πριν αποφασιστεί οριστικά η εισαγωγή του νέου ημερολογίου, και ο διάδοχός του δεν ενδιαφερόταν για τέτοια προβλήματα, άρα οι μελέτες του Τσου έμειναν αναξιοποίητες. Ο ερευνητής αποσύρεται σε μαθηματικές μελέτες και, μαζί με το γιο του Τσου Γκενγκ, συγγράφει ένα βιβλίο με τίτλο Τζούι Σου (Η μέθοδος της παρεμβολής, Interpolation). Το βιβλίο αυτό βρήκε θερμή αποδοχή και ανήκει στα 10 σημαντικότερα βιβλία των κλασικών κινέζικων μαθηματικών. Επανεκτυπώθηκε το 12ο αιώνα, αλλά έκτοτε χάθηκε από τις βιβλιοθήκες.

Σ’ αυτό το βιβλίο δίνεται ο αριθμός π με ακρίβεια 5 ασφαλών δεκαδικών ψηφίων από το πηλίκον 355/113. Αυτό το αποτέλεσμα είναι καλύτερο από εκείνο του Αρχιμήδη που είχε 2 ασφαλή δεκαδικά ψηφία. Για τον υπολογισμό του π ξεκινάει ο Τσου από το κανονικό εξάπλευρο, του οποίου η περίμετρος είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από τη διάμετρο (=μήκος της μεγαλύτερης διαγωνίου) και στη συνέχεια διπλασιάζεται σταδιακά ο αριθμός των πλευρών.

Μία επίσης σημαντική επιτυχία πατέρα και γιου Τσου ήταν ο υπολογισμός του όγκου μιας σφαίρας, όπου ο αριθμός
π λαμβάνεται με την τιμή 3,142. Για τον υπολογισμό του όγκου σφαίρας χρησιμοποίησαν οι Τσου ένα θεώρημα, το οποίο διατυπώθηκε σε γενικευμένη μορφή περί τους 11 αιώνες αργότερα από τον Bonaventura Cavallieri (1598-1647).
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

17 July 2008

Απαγωγέας του Κυρίου

Διαχρονική οπισθοδρομικότητα


Σε ένα καθολικό ναό των ΗΠΑ συνέβη ένα απρόβλεπτο επεισόδιο: ένας καθολικός φοιτητής που βρισκόταν εκεί για να μεταλάβει, πήρε την όστια (hostia: άζυμο ψωμί της καθολικής μετάληψης) και έφυγε, χωρίς να την καταπιεί! Για την ακρίβεια, άφησε τον παπά να βάλει το «ευλογημένο» στρογγυλό μπισκότο στο στόμα του και, αποχωρώντας, το έβγαλε από το στόμα και το έχωσε στην τσέπη.

Καθένας μπορεί να σκεφτεί, μικρό το κακό! Όχι όμως και ο παπάς, ο οποίος είδε αυτό που συνέβη. Ζήτησε λοιπόν από τον φοιτητή να επιστρέψει το «αγιασμένο σώμα Χριστού», αλλά αυτός δεν το έδινε πίσω, «δικό μου είναι και ό,τι θέλω το κάνω». Έτσι, άρχισε συζήτηση μεταξύ των καθολικών, αν αυτό είναι επιτρεπτό και ποια η σημασία του «ευλογημένου μπισκότου» και ένα σωρό ιστορίες που προκύπτουν από τις αρχικές παραμυθίες. Συγκεκριμένα, αφού η όστια, όπως και το ψωμί στη μετάληψη των ορθοδόξων, είναι «σώμα Χριστού», επιτρέπεται να τα έχουμε στην τσέπη ή στο συρτάρι μας, για μεταγενέστερη χρήση ή για ανάμνηση;

Ο «απαγωγέας του θείου σώματος», όπως τον χαρακτηρίζουν οι ομόδοξοί του πιστοί, θεωρεί ότι αυτά όλα είναι παραμύθια και η ενέργειά του αποσκοπούσε να θέσει το θέμα προς συζήτηση, τη στιγμή μάλιστα που ο ναός βρίσκεται στο χώρο του πανεπιστημίου. Άλλοι πιστοί δεν το βλέπουν όμως έτσι απλά, ισχυρίζονται ότι αυτό που έκανε ο φοιτητής είναι μεγάλη αμαρτία, για κάποιους λόγους που εξηγούν αυθεντικά και καταλαβαίνουν μόνο οι παπάδες, και θεωρούν την κατακράτηση της όστιας ένα «θανάσιμο αμάρτημα». Ζήτησαν δε να επιστρέψει ο «απαγωγέας» το «σώμα του Κυρίου» και τον απείλησαν με αντίποινα, μέχρι και με φόνο. Επιπλέον ζήτησαν από το πανεπιστήμιο που σπούδαζε ο «δράστης» να τον διώξουν, λόγω θρησκευτικής ασέβειας.

Βέβαια, όλες αυτές οι ιστορίες «για το σώμα του Κυρίου» δεν προκύπτουν από τα ιερά βιβλία του χριστιανισμού, αλλά όλο και κάποιος «εκκλησιαστικός πατέρας» θα έχει αποφανθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και οι πιστοί ακολουθούν τις οδηγίες και παραδόσεις χωρίς να προβληματίζονται ιδιαίτερα. Πέρα απ' αυτό, παλαιότερα πίστευαν οι χριστιανοί ότι μεταστοιχειώνονται πράγματι το ψωμί και το κρασί σε σώμα και αίμα, αλλά με τη γνώση της Χημείας και Βιολογίας όλες οι παλιές δοξασίες απέκτησαν τη σημασία συμβολισμών.

Όσον αφορά την υποκλοπή της όστιας από το φοιτητή, αποφάσισαν οι παπάδες της συγκεκριμένης επισκοπής ως άμεσα μέτρα να ενισχύσουν τις προσευχές τους (αυτό ακούγεται σαν εντατικοποίηση της πάλης που ανακοινώνει συχνά το ΚΚΕ) και επιπλέον, να τοποθετήσουν μια καλόγρια, η οποία θα παρακολουθεί αν οι πιστοί πράγματι καταπίνουν το «σώμα Κυρίου» και δεν το βάζουν στην τσέπη.

Σ’ αυτή τη φάση μπήκαν στην αντιδικία και διάφοροι εκκλησιαστικοί και αντιεκκλησιαστικοί φορείς, καθένας με τα επιχειρήματά του. Σημαντικότερο συμπέρασμα όμως είναι –ίσως και σ’ αυτό να απέβλεπε ο φοιτητής- ότι οι φονταμενταλιστές χριστιανοί συμπεριφέρθηκαν με απειλές και κατάρες ακριβώς ίδια, όπως έκαναν οι μουσουλμάνοι με τα σκίτσα του Μωάμεθ.

Τελικά, όλοι οι θεόπληκτοι φονταμενταλιστές είναι ίδιοι! Το επίχρισμα πολιτισμού που δήθεν επικαλύπτει τους δυτικούς χριστιανούς, εξαφανίζεται μόλις προκύψει ένα θέμα που ξεπερνάει την ικανότητα αντιλήψεών τους.
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)


15 July 2008

Νέες τεχνικές παραγωγής βλαστοκυττάρων

Μεγάλη ελπίδα ή μεγάλη ουτοπία;



(του Ηλία Κούβελα, Oμότιμου καθηγητή του
πανεπιστημίου Πατρών, ΒΗΜΑ Ιδεών, 4/7/2008)

Ήταν ένα βράδυ του 1838 όταν o Τheodor Schwann και o Μatthias Schleiden απολαμβάνοντας τον καφέ τους έπειτα από ένα όμορφο δείπνο συζητούσαν για τις μελέτες τους σε κύτταρα. Η μεγάλη έκπληξη από τη συζήτηση ήταν πως ό,τι έβλεπε ο Schleiden με το μικροσκόπιό του στους φυτικούς ιστούς ήταν παρόμοιο με ό,τι έβλεπε ο Schwann με το δικό του στους ζωικούς ιστούς. Οι δύο επιστήμονες αποφάσισαν να αφήσουν την απόλαυση του καφέ τους και να πάνε εκείνο το βράδυ στο εργαστήριο του Schwann για να εξετάσουν μαζί τα ιστολογικά παρασκευάσματά του.

Την επόμενη χρονιά, το 1839, ο Schwann εκδίδει ένα βιβλίο όπου διατυπώνει την κυτταρική θεωρία, η οποία κατά κάποιον τρόπο είναι στη βιολογία το αντίστοιχο με την ατομική θεωρία στη φυσική. Η κυτταρική θεωρία μαζί με την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου (1859) και τους νόμους της κληρονομικότητας του Μέντελ (1865) αποτελούν τους θεμέλιους λίθους της βιολογίας. Στην αρχική της διατύπωση από τον Schwann περιείχε δύο σωστές προτάσεις και μία λάθος.

Οι σωστές προτάσεις είναι οι εξής:

  1. όλοι οι ζώντες οργανισμοί αποτελούνται από κύτταρα και
  2. το κύτταρο είναι η δομική και λειτουργική μονάδα όλων των ζώντων οργανισμών.
Η λάθος πρόταση ήταν ότι η δημιουργία των κυττάρων είναι αποτέλεσμα μιας τυχαίας διαδικασίας, παρόμοιας με αυτήν της δημιουργίας των κρυστάλλων. Το λάθος αυτό διορθώθηκε περίπου 20 χρόνια μετά από τον θεμελιωτή της παθολογικής ανατομικής αλλά και της κοινωνικής ιατρικής Rudolph Virchow.

Ο εξαίρετος αυτός γερμανός γιατρός, προϊστορικός ανθρωπολόγος και κοινωνικός αγωνιστής συνάμα, σε βιβλίο που εξέδωσε το 1858 (έναν χρόνο πριν από την έκδοση της Καταγωγής των ειδών του Δαρβίνου) διατύπωσε την περίφημη αρχή «omnis cellula e cellula», δηλαδή «όλα τα κύτταρα προέρχονται από προϋπάρχοντα κύτταρα». Είναι αυτά τα προϋπάρχοντα κύτταρα που σήμερα τα λέμε βλαστοκύτταρα. Στις αρχές του 20ού αιώνα πολλοί ερευνητές, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Ευρωπαίοι, διαπίστωσαν ότι τα κύτταρα του αίματος προέρχονται από μια συγκεκριμένη κατηγορία βλαστοκυττάρων.

Έπρεπε όμως να περάσουν πολλές δεκαετίες ως το 1963, όταν οι καναδοί ερευνητές Εrnest ΜcCullogh και James Τill κατάφεραν να μετρήσουν την αναγεννητική ικανότητα βλαστοκυττάρων μεταμοσχευθέντος νωτιαίου μυελού ποντικού. Έκτοτε έχει πραγματοποιηθεί ένας πολύ μεγάλος αριθμός θεραπευτικών μεταμοσχεύσεων νωτιαίου μυελού. Μεταμοσχεύσεων που στην ουσία πρόκειται για μεταμοσχεύσεις «ενήλικων βλαστοκυττάρων».

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας και της βιοτεχνολογίας κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990 έδωσε τη δυνατότητα στοχευμένων γενετικών τροποποιήσεων. Τούτο άνοιξε κυριολεκτικά τις πύλες για τη μελέτη των βλαστοκυττάρων του ανθρώπου.
Έτσι το 1998 ο James Τhomson του Πανεπιστημίου του Γουισκόνσιν πέτυχε να απομονώσει εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα του ανθρώπου από έμβρυα τα οποία δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για εξωσωματική γονιμοποίηση και επρόκειτο να καταστραφούν. Έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη κυτταρική σειρά από εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα του ανθρώπου. Στα 10 χρόνια που ακολούθησαν η ανάπτυξη της μελέτης των βλαστοκυττάρων του ανθρώπου έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις. Δημοσιεύονται περί τις 2.000 εργασίες τον χρόνο σε υψηλού κύρους επιστημονικά περιοδικά.

Οι μελέτες αυτές έδειξαν ότι ενδεχομένως τα εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα του ανθρώπου είναι δυνατόν να διαφοροποιηθούν προς κάθε είδος κυττάρου και να χρησιμοποιηθούν για την αντικατάσταση διαφόρων ιστών και οργάνων όπως το συκώτι, η καρδιά, το πάγκρεας, ακόμη και ο νευρικός ιστός. Η υπερβολική και ως έναν βαθμό άκριτη προβολή από τα ΜΜΕ αυτού του ενδεχομένου δημιούργησε μεγάλες ελπίδες σε εκατομμύρια ανθρώπους. Πάρα πολλοί ασθενείς συρρέουν σε χώρες όπου η μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων είναι ανεξέλεγκτη και γίνεται υπό άθλιες συνθήκες ελπίζοντας σε μια θεραπεία που αυτή τη στιγμή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Πόσο όμως ρεαλιστικές είναι αυτές οι ελπίδες για το μέλλον;

Είναι πιθανόν να έρθει η στιγμή που η θεραπεία μιας νόσου, όπως ο διαβήτης ή η νόσος του Πάρκινσον, θα είναι μια σύριγγα γεμάτη βλαστοκύτταρα; Οι συγγραφείς του αφιερώματος που συμμετέχουν με ιδιαίτερη επιτυχία σε αυτές τις μελέτες απαντούν, μέσα από την περιγραφή των ερευνών που πραγματοποιούνται, σε αυτό το εξαιρετικά κρίσιμο ερώτημα. Η μελέτη των εμβρυϊκών βλαστικών κυττάρων δεν δημιούργησε μόνο ελπίδες, δημιούργησε παράλληλα και προβλήματα. Τα προβλήματα είναι κυρίως ηθικού τύπου. Μεγάλες κοινωνικές ομάδες, με βάση τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους, θεωρούν απαράδεκτη τη χρήση εμβρύων του ανθρώπου, σε όσο πρώιμα στάδια κι αν είναι αυτά τα έμβρυα, για τη λήψη βλαστικών κυττάρων.

Ας σημειωθεί ότι μόνο σε δύο από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Αγγλία, Σουηδία) η έρευνα για τα εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα του ανθρώπου είναι ελεύθερη. Στην Ιταλία, στην Ιρλανδία και στη Γερμανία απαγορεύεται. Στις δύο πρώτες λόγω της ισχυρής επίδρασης της Εκκλησίας, ενώ στη Γερμανία το ναζιστικό παρελθόν οδηγεί σε μια εξαιρετικά συντηρητική νομοθεσία, όταν πρόκειται για μελέτες που ακόμη και κατά το ελάχιστο μπορεί να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς πέρα από τους θεραπευτικούς. Όποιος κάηκε από τη σούπα φυσάει και το γιαούρτι. Στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, επιτρέπεται η λήψη βλαστοκυττάρων από πολύ πρώιμα έμβρυα τα οποία παρήχθησαν με εξωσωματική γονιμοποίηση και δεν εμφυτεύτηκαν στη μήτρα και πρόκειται να καταστραφούν. Η συναίνεση των γονέων είναι απαραίτητη.

Τούτα τα προβλήματα σε συνδυασμό και με άλλα, που σχετίζονται με τα βιολογικά χαρακτηριστικά των εμβρυϊκών βλαστοκυττάρων, έχουν οδηγήσει τους ερευνητές στην αναζήτηση νέων τεχνικών παραγωγής βλαστοκυττάρων. Οι αναγνώστες του αφιερώματος έχουν την ευκαιρία να πληροφορηθούν για αυτές τις τεχνικές και ιδιαίτερα για την πολύ πρόσφατη επιτυχία της δημιουργίας βλαστοκυττάρων από διαφοροποιημένα κύτταρα όπως αυτά του δέρματος. Πρόκειται για μια επανάσταση στον τομέα της έρευνας για τα βλαστοκύτταρα, που ενδεχομένως να αποτελέσει και τη βάση για θεραπευτικές εφαρμογές.

14 July 2008

Βιβλία, βιβλία

Στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας δημοσιεύτηκε στις 9/11/2007 η ακόλουθη κριτική για τη μετάφραση ενός βιβλίου του Νίτσε, το οποίο στα ελληνικά πολιτογραφήθηκε με τον τίτλο «ο Αντίχριστος», ενώ στα γερμανικά έχει τίτλο «der Antichrist» που σημαίνει «ο Αντι-χριστιανός» (Christ σημαίνει χριστιανός, ο Χριστός είναι Christus).
Σε επόμενες αναρτήσεις θα ανεβάσω μερικά αποσπάσματα από το συγκεκριμένο, πάντα επίκαιρο βιβλίο αυτού του σημαντικού Γερμανού διανοητή.


Μια θανάσιμη μορφή έχθρας

Πώς ο Χριστιανισμός αγνόησε τόσο την πραγματικότητα όσο και τις υψηλές αξίες...

Friedrich Nietsche:
Ο Αντίχριστος, Ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού
Μετάφρ.: Βαγγέλης Δουλαβέρης
Εκδόσεις «ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ»

Η δημιουργική ζωή του Νίτσε (1844-1900) βρίσκεται το 1888 στο αποκορύφωμά της. Μέσα σ' αυτό το έτος ο συγγραφέας τού «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» (1885) και του «Πέραν του καλού και του κακού» (1886) έγραψε τα πιο σημαντικά του έργα. Τότε έγραψε τον «Αντίχριστο», αλλά και την «Περίπτωση Βάγκνερ», το «Διθύραμβοι του Διόνυσου», το «Ιδε ο άνθρωπος». Το επόμενο έτος ο σκοτεινός Γερμανός φιλόσοφος, με πολωνικές ρίζες αριστοκρατικής καταγωγής, προσθέτει στις σοβαρές ασθένειες που τον ταλαιπωρούσαν την πιο φοβερή. Κυριεύεται από την τρέλα. Εντεκα χρόνια αργότερα, το 1900, ανήμπορος και χωρίς να επικοινωνεί με το περιβάλλον, αφήνει την τελευταία του πνοή στη Βαϊμάρη. Πεθαίνει ανίκανος να κατανοήσει τα συμβαίνοντα ο φιλόσοφος που θεοποίησε τη «Χαρούμενη Επιστήμη» (1882), ο άνθρωπος που ύμνησε τη βούληση για δύναμη.


Η τραγικότητα της φιλοσοφίας του δεν μπόρεσε να αποστασιοποιηθεί από την τραγικότητα της προσωπικής του ιστορίας. Ιστορία που συνοδεύτηκε από μια ασύμβατη και γεμάτη προκλήσεις στο κατεστημένο σκέψη. Η τρέλα πλήρωσε με θάνατο τα εγκώμια που η σκέψη του φιλοσόφου είχε πλέξει στην τρέλα για ζωή. Ο Νίτσε, ένας φιλόσοφος που ύμνησε την ένωση του απολλώνιου με το διονυσιακό στοιχείο, που έπλεξε το εγκώμιο της αρρώστιας και της γνώσης, αφέθηκε στην αιώνια χειμερία νάρκη, στην οποία ρίχνει τον άνθρωπο ο έρωτας του μοιραίου. Η ζωή και ο θάνατος του Νίτσε αποδεικνύουν, σε ακραίο βεβαίως βαθμό, πως δεν υπάρχουν χαρούμενες ζωές για όσους επιλέγουν να θυσιάζουν στον βωμό της σκέψης και της γνώσης. Ο άνθρωπος που ύμνησε τη χαρά ζούσε μέσα στη διαρκή δυστυχία. Η μόνη παρηγοριά γι' αυτή τη μοίρα της σκέψης είναι η ρήση του Μιλ, πως είναι καλύτερα να είναι κανείς «δυστυχισμένος Σωκράτης παρά ευτυχισμένο γουρούνι».

Ο Νίτσε είναι εκείνος ο φιλόσοφος τον οποίο κατά καιρούς οι ισχυροί, αλλά και όσοι αντιστέκονται στους ισχυρούς θέλησαν να τον συμπεριλάβουν στους μέντορές τους. Σ' αυτούς συμπεριλαμβάνονται η ιμπεριαλιστική Γερμανία στα τέλη του 19ου αιώνα, η χιτλερική Γερμανία, αλλά και ο Μάης του '68, και μετά το 1980 οι εκπρόσωποι της μετανεωτερικής σκέψης, ενώ τα τελευταία χρόνια τον διεκδικεί η φιλοσοφία του πραγματισμού. Πολλοί επιχείρησαν να αποδείξουν πως ο Νίτσε δεν είναι το ένα ή το άλλο, έτσι όμως απορρίπτουν τον πυρήνα της σκέψης του, ο οποίος υποστηρίζει πως δεν υπάρχει στατική αλήθεια. Αν υπάρχει αλήθεια, αυτή κινείται σαν εξωτική πεταλούδα και ποτέ δεν πέφτει στο διχτάκι του κυνηγού της, που δεν είναι άλλος από τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Ο Νίτσε επιδίωξε την πολυσημία και την πολυερμηνεία. Η διαφορά του όμως από τον μετανεωτερικό χυλό βρίσκεται στην πεπο
ίθησή του πως η αλήθεια υπάρχει επειδή κινείται. Αυτό που σ' ένα ιστορικό πλαίσιο είναι η σημερινή αλήθεια, μπορεί αύριο, σε άλλες συνθήκες και με άλλους ανθρώπους, να είναι ψεύδος. Αυτό, ακόμη και αν θεωρηθεί σχετικισμός, είναι ένας ιστορικός και όχι ένας αφαιρετικός σχετικισμός.

Η γενίκευση της νεωτερικότητας, η ομαδοποίηση των πεποιθήσεων και η μαζικοποίηση των ιδεών είναι οι θανάσιμοι εχθροί του φιλοσόφου. Ετσι ξεκινάει και την κριτική του στον Χριστιανισμό. Οταν οι λαοί παύουν να έχουν τους θεούς που αρμόζουν στον καθένα και αποκτούν όλοι οι λαοί τον ίδιο θεό, το μόνο που τους αξίζει να αναμένουν είναι η παρακμή. Ο Χριστιανισμός, ως θρησκεία που απευθύνεται σε όλους, ως θρησκεία που παραβιάζει την αρχή της ιεραρχίας, ως παρηγοριά των ανήμπορων και των φτωχών, ως αμφισβήτηση της ανωτερότητας της αριστοκρατίας, δεν μπορεί παρά να είναι έκφραση μιας παρακμιακής πορείας της ανθρωπότητας.

Η παρακμή και οι παρακμιακοί σβήνουν τη βούληση για δύναμη και την αντικαθιστούν με τη συμπόνια. Η τελευταία αποτελεί το όπλο των αδυνάμων. Μόνον όσοι αντιπαθούν τη ζωή, όπως ο Σοπενχάουερ, μετατρέπουν τη συμπόνια σε αρετή.

Η ηθική και η συμπόνια αποτελούν τα όπλα του Χριστιανισμού στην προσπάθεια που καταβάλλει να αντικαταστήσει την αριστοκρατική και υγιή ιεραρχία με την αρρωστημένη ιεραρχία και εξουσία του ιερατείου. Ο Νίτσε κατηγορεί αυτό το ιερατείο πως χρησιμοποιεί και διαστρέφει τον Ιησού για να διδάξει την υποταγή, χρησιμοποιεί τη συμπόνια για να στηρίξει τη νίκη των «αντιδραστικών» έναντι της υπεροχής των αριστοκρατών. Οι αντιδραστικοί θεωρούν πως η αδυναμία τους είναι το καλό.

Στόχος του νιτσεϊκού Αντίχριστου δεν είναι ο Χριστός. Αντιθέτως γι' αυτόν, ο Ιησούς μεταδίδει ένα χαρμόσυνο άγγελμα, το οποίο οι ευαγγελιστές, ο Παύλος και το ιερατείο μετέτρεψαν σε ύμνο της άρνησης της ζωής. Ο Ιησούς είναι ο μεγάλος συμβολιστής, ο οποίος δίδασκε πως η Λύτρωση και ο Παράδεισος είναι επίγεια ανθρώπινα συναισθήματα. Η «Βασιλεία των Ουρανών» είναι μια κατάσταση της καρδιάς και όχι κάτι που βρίσκεται στο επέκεινα. Η κληρονομιά που άφησε ο Ιησούς είναι η πράξη. Αυτή έγκειται στην αποκήρυξη εκ μέρους του Ιησού της αντίστασης και στην αδιαφορία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του.

Ολα αυτά ο ιερέας τα απαξιώνει. «Η ιστορία του Χριστιανισμού είναι η ιστορία μιας χονδροειδέστατης παρερμηνείας του πρωταρχικού συμβολισμού» (παρ. 37). Ο Χριστιανισμός, και όχι ο Ιησούς, κατηγορείται πως απαξιώνει τη φύση και διαγράφει τη φυσική αιτιότητα. Η ανυπακοή στις ανοησίες και στα συμφέροντα του ιερέα ονομάζεται αμαρτία. «Η αμαρτία επινοήθηκε για να καταστήσει ανέφικτη τη γνώση, την επιστήμη, την πνευματική καλλιέργεια και κάθε ανθρώπινη εξύψωση και ευγένεια» (παρ. 49). Οποιος γνωρίζει πόσο βαθύ -ιδιαίτερα στους Καθολικούς- είναι το στίγμα του mea culpa, του «αμάρτησα, πολύ βαθιά αμάρτησα», κατανοεί πόσο μεγάλη αξία έχει η κριτική ενός δόγματος που αλυσοδένει τον άνθρωπο με τα δεσμά της ενοχής. Ο θεός συγχωρεί τους μετανοούντες, όσους δηλαδή υποτάσσονται στη θέληση του ιερέα. Ποτέ άλλος υποστηρικτής της προόδου δεν άσκησε πιο δριμεία κριτική κατά των ιδεολογιών που ανακόπτουν την ανθρώπινη πρόοδο, απ' όση ο Νίτσε, ο οποίος ταυτοχρόνως ρητά αρνούνταν την ύπαρξη μιας γενικής προόδου.

Ο Νίτσε αντιστρέφοντας τη σοπενχαουερική έννοια της βούλησης από παραίτηση σε απόλυτη κατάφαση κάνει έναν πλήρη κύκλο και συναντά τον Φίχτε, του οποίου η βούληση του απόλυτου εγώ εξέφραζε την ανασυγκρότηση της χαμένης ενότητας της εμπειρικής βούλησης με το μη εγώ. Βεβαίως στον Νίτσε αυτή η αντιστροφή, αφενός, δεν έχει, όπως στον Φίχτε, τελεολογικό χαρακτήρα και αφετέρου, αποτελεί μια επιστροφή στον ανορθολογικό και παντοδύναμο νομιναλιστικό Θεό, ο οποίος εμφανίζεται με τη μορφή του Διόνυσου.

Ο Νίτσε τελικά, αντί της αδύναμης και εχθρικής βούλησης για ζωή του Σοπενχάουερ, προτείνει τη βούληση για δύναμη, η οποία, όχι μόνο δεν είναι εχθρική προς τον άνθρωπο, αλλά τον εξευγενίζει. Προσπαθεί έτσι να αναδείξει εκείνο το ον που λέει ναι στη ζωή, παρά την τραγικότητά της. Ο Λόγος και η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν αυτή τη δύναμη και να άρουν τις αντιφάσεις του τραγικού. Διαφωνούμε, αλλά υποκλινόμαστε στο μεγαλείο αυτής της σκέψης.

Τελικά η χριστιανοσύνη είναι για τον Νίτσε μια θανάσιμη μορφή έχθρας κατά της πραγματικότητας και των υψηλών αξιών. Αυτός είναι ο κατά Νίτσε Αντίχριστος, ο οποίος, όπως πολύ σωστά τονίζει ο μεταφραστής στα προλεγόμενά του, μάλλον θα έπρεπε να ονομαστεί ο Αντιχριστιανός. Η άψογη έκδοση, όπως είναι όλες του συγκεκριμένου εκδοτικού οίκου, εμπλουτίζεται από την εισαγωγή του καθηγητή Κων/νου Δεληκωσταντή, το επίμετρο του καθηγητή Κων/νου Μπελέζου και από τα προαναφερθέντα προλεγόμενα, τις σημειώσεις και το γλωσσάριο του μεταφραστή Βαγγέλη Δουβαλέρη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ

13 July 2008

Τσακλοκούδουνο

...
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος (Κ.Γ.) έγραψε ένα σχόλιο στη στήλη «Ο τόνος του πνεύματος» στην εφημερίδα ΝΕΑ (11/6/2008) με τίτλο «Προς Τσακλοκούδουνο» (Τα Νέα, 11/6/2008). Όπως κατάλαβα εγώ αυτό το κείμενό του, ο Κ.Γ. απευθύνεται σε κάποιον που αναρωτήθηκε δημόσια ποιες ακριβώς είναι οι παραδόσεις, για τις οποίες κλήθηκαν οι φετινοί υποψήφιοι των πανελλαδικών εξετάσεων να εκφέρουν άποψη.

Δεν διάβασα πουθενά κάποιο σχόλιο του Κ.Γ. -ίσως να μου διέφυγε όμως- για την αθλιότητα των μελών της εξεταστικής επιτροπής, να αλλοιώσουν ένα κείμενο του Γ. Σεφέρη, ώστε να πάρει την κατά την άποψή τους πρέπουσα οπισθοδρομική μορφή και στη συνέχεια να το υποβάλλουν ψευδώνυμα στους υποψήφιους των πανελλαδικών εξετάσεων για σχολιασμό - σχολιασμό των δικών τους απόψεων, όχι αυτών του Σεφέρη, οι οποίες είναι έτσι κι αλλιώς συντηρητικές! Το μόνο που βρήκα πάνω σ' αυτό το ζήτημα από τον Κ.Γ. ήταν η κανονιστική και διδασκαλική πραγματεία «Προς Τσακλοκούδουνο», τί είναι και τί δεν είναι παράδοση.

Ο Κ.Γ. βγαίνει καταρχάς επιθετικός, αποκαλώντας υποτιμητικά τον (φανταστικό ή υπαρκτό) συνομιλητή του Τσακλοκούδουνο (= Σαχλοκούδουνο), μάλλον για να τρομάξει ο αντίπαλος. Είναι ο συνήθης επιθετικός επαρχιωτισμός, με τον οποίο νομίζει ότι επιβάλλεται εύκολα στη σύναξη του καφενείου, όποιος διαθέτει υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση και πιο βροντερή φωνή. Σίγουρα, δεν έχει άδικο αυτός που αποκαλεί τον Κ.Γ. «τραμπούκο με τιράντες»!

Επί της ουσίας τώρα, ο Κ.Γ. μπερδεύει επίτηδες, όχι ότι δεν ξέρει, γενικά τις παραδόσεις, με ειδικότερες λαϊκές παραδόσεις και με τις λόγιες και προσπαθεί να περάσει την αντιφατική γραμμή που έχει αποδεχτεί για τον εαυτό του. Αυτό που δεν φαίνεται να υποψιάζεται ο επιφυλλιδογράφος των ΝΕΩΝ είναι ότι ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της σύγχρονης Ελλάδας έχει γεννηθεί και μεγαλώσει σε μεγαλύτερα αστικά κέντρα, ιδίως μετά τον β' παγκόσμιο πόλεμο, με αποτέλεσμα να ισχύουν για διάφορες κοινωνικές και ηλικιακές ομάδες τελείως διαφορετικά πρότυπα κοινωνικοποίησης και αποδοχής για τα σιωπηρώς επιβληθέντα και όχι «συμφωνημένα υπονοούμενα».

Να σημειώσω αρχικά ότι ο Κ.Γ. παραβλέπει τις σημαντικότατες και ζωντανές παμπάλαιες παραδόσεις της ζωοκλοπής, της απαγόρευσης ψήφου στις γυναίκες, της ρουφιανιάς στη χωροφυλακή και, μερικές φορές, του ταΐσματος των ζώων του γείτονα με φόλες. Πρόσφατα έζησα τυχαία περιστατικό που ψώφησαν 4-5 αρνιά ενός κτηνοτρόφου, τα οποία είχαν δηλητηριαστεί με ισχυρό ποντικοφάρμακο από κάποιον γείτονα!

Δεν είναι λοιπόν ο Κ.Γ. ο αρμοδιότερος να κάνει αυθαίρετα επιλογή από τη μεγάλη διαθέσιμη προσφορά συνηθειών και πρακτικών της ελληνικής επαρχίας και να αποφαίνεται, ποιες έχουν καθιερωθεί ως παραδόσεις και ποιες έχουν ατονίσει ή εξαφανιστεί. Αλλά μια λεπτομερέστερη εξέτασή τους δείχνει την πραγματικότητα:

Δεν είναι, λέει ο Κ.Γ., παράδοση «οι ψησταριές του Πάσχα, το τζατζίκι, η φουστανέλα και τα κόλλυβα», αλλά «η ελληνική δημοτική μουσική που ενέπνευσε τον Μπέλα Μπάρτοκ, τον Ρίμσκι-Κόρσακοφ και τον Σαιν-Σανς...» Ποτέ δεν βλάπτει μια επίδειξη γνώσεων - αν κατέχεις το θέμα, θα έπρεπε όμως αυτή η επίδειξη να μην ανατρέπει το ζητούμενο. πέρα απ' αυτό, θα έπρεπε να τα πει αυτά ο Κ.Γ. στους συμπατριώτες μας που εκστρατεύουν κάθε Πάσχα από Αθήνα και Θεσ/νίκη προς το θεσσαλικό κάμπο για να περάσουν «σύμφωνα με τις παραδόσεις μας», που λένε στα μικρόφωνα της τηλεόρασης, όταν ερωτηθούν στους σταθμούς διοδίων. Αυτό που μετράει είναι, τί αποδέχονται, συντηρούν και καλλιεργούν οι πολλοί, έστω και εν αγνοία τους και όχι αυτά που καταγράφει ο διανοούμενος στο γραφείο από τις αναμνήσεις του και τις διηγήσεις γονέων και παππούδων!

Είμαι βέβαιος ότι οι Θεσσαλοί ουδόλως σκέφτονται αυτά που ενέπνευσαν τους παντελώς άγνωστους στην ευρύτατη πλειοψηφία των Ελλήνων Μπάρτοκ, Ρίμσι-Κόρσακοφ, Σαιν-Σανς κτλ. παρά μόνο «ψησταριές, κόκκινα αυγά, τζατζίκι» και το γλέντι με συγγενείς και κουμπάρους. Ο Σεφέρης μπορεί να επιστρέφει στα πατρικά χώματα (μάλλον στα Βουρλά της Σμύρνης) για να πάρει δυνάμεις, «όταν ξαναδεί το χώμα που τον γέννησε», οι σύγχρονοι άνθρωποι βλέπουν όμως στα χωριά τους κακότεχνες απομιμήσεις της Αθήνας και της Θεσ/νίκης - ίσως γι' αυτό αποσιωπούν πολλοί την καταγωγή τους!

Μπορώ να κάνω δε εδώ και μια εκτίμηση ως προς τα μουσικά θέματα, επειδή τα ανέφερε ο Κ.Γ.: και η ευρωπαϊκή οργανική μουσική στηρίζεται από παλιά σε κάποιες εθνικές μουσικές και χορευτικές παραδόσεις (Allemande, Courante, Sarabande, Gigue, Menuett, Gavotte, Bourrée και άλλα πολλά), οι οποίες σταδιακά ατόνισαν και εξαφανίστηκαν στην αρχική μορφή τους, διασώθηκαν όμως ως προς τα ρυθμικά στοιχεία τους στα συμφωνικά έργα των μεγάλων δημιουργών της Αναγέννησης, του Μπαρόκ και της κλασσικής εποχής. Δεν χορεύει σήμερα κάποιος στη Γαλλία Gigue, τη γνωρίζει μέσα από τα έργα του Μπαχ και άλλων συνθετών.

Κάτι ανάλογο έχει συμβεί, βέβαια, και στον ελληνόφωνο χώρο: είναι γνωστό ότι η ελληνική δημοτική μουσική που ενέπνευσε κάποιους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών εθνικών μουσικών σχολών, εκτελείται τώρα ομοφωνικά, άρα έχει ξεφύγει από την περιοχή της παραδοσιακής (δημοτικής) μουσικής και αξιοποιείται εκμοντερνισμένα (βλέπε και επόμενα περί σύγχυσης!) Γι' αυτό, δεν πάει κανείς πια στο χωριό ή στο νησί για να ακούσει αυτό που ενέπνευσε τον Μπάρτοκ, τον Σκαλκώτα και τον Ρίμσι-Κόρσακοφ, αλλά τη σημερινή εκδοχή τους με όργανα αρμονίας (ακορντεόν, πιάνο), με τα ευρωπαϊκά βιολιά και κλαρίνα και με χάλκινα πνευστά σε ομοφωνική διανομή.

Στη συνέχεια αναρωτιέμαι, πέρα από τα βαθυστόχαστα μουσικά που συζητάμε εδώ, γιατί να μην μπορεί να εμπνεύσει το λαχταριστό κοκορέτσι ή ένα κοντοσούβλι, συνοδευόμενα από άκρατον οίνον, κάποιον διηγηματογράφο ή μουσικοσυνθέτη, ώστε να ενταχθούν κι αυτά τα γαστριμαργικά κατασκευάσματα στις παραδόσεις του εκ Φθιώτιδος Κ.Γ.;

Δεν είναι παράδοση «ο μουσακάς και οι τηγανόπιτες», γράφει ο Κ.Γ., αλλά «η Λαϊκή Αρχιτεκτονική, που ενέπνευσε Πικιώνη, Κωνσταντινίδη...» Γι' αυτό ντε, όταν οι Πελοποννήσιοι καλούν ένα φίλος τους από τη Γαλλία ή τη Γερμανία στα χωριά τους, δεν τους ταΐζουν με «παραδοσιακά ελληνικά φαγητά» αλλά τους πολυβολούν με διαλέξεις για τον Πικιώνη και τον Κωνσταντινίδη. Απ' την άλλη μεριά, δεν είναι απόρρητο μυστικό, κάπου πρέπει να το έχει ακούσειο Κ.Γ. ότι, η όποια θρυλούμενη ελληνική «λαϊκή αρχιτεκτονική» μόνο σε μνημόσυνα πολεοδομίας και οικιστικής αξιοποιείται και ουδόλως έχει δημιουργήσει μέτρο και τυποποίηση της οικοδομικής εν Ελλάδι (βλέπουμε δα το δομημένο χώρο γύρω μας!) Άρα αποτελεί μόνο τμήμα μιας φανταστικής παράδοσης, αφού δεν επηρεάζει τις συνήθειες και τη ζωή μας.

Και για να μην επεκτείνομαι υπερβολικά θα αναφέρω ακόμα μόνο ότι, και η απλή λεκτική σύγκριση που κάνει ο Κ.Γ. μεταξύ της «Νεκρώσιμης Ακολουθίας του Δαμασκηνού» και του ισάξιου, λέει, «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ είναι άστοχη, γιατί δεν υπάρχει αντικείμενο συγκρίσεως μεταξύ των μονοφωνικών φωνητικών έργων του Δαμασκηνού και των κατά μία ολόκληρη χιλιετία νεότερων συμφωνικών έργων του μουσικού κλασικισμού. Το μόνο σημείο συσχετισμού των δύο συγκεκριμένων έργων είναι ότι αναφέρονται αμφότερα σε μακαρίτες! Ο Κ.Γ. συγχέει τις, άσχετες μεταξύ τους, ανατολικές και δυτικές παραδόσεις που αντιπαλεύουν μέσα του και, αναποφάσιστος ων, τις βγάζει ισόπαλες.

Βέβαια, κάποιος άλλος, επίσης γνωστός θορυβοποιός σε θέματα «παράδοσης», είχε αποφανθεί προ καιρού ότι τα έργα των μετα-αναγεννησιακών εκκλησιαστικών συνθετών της Ευρώπης είναι «απλά ψελλίσματα σε σύγκριση με την υμνολογία της ορθόδοξης εκκλησίας». Μπροστά σ' αυτή την αμετροέπεια, ομολογώ ότι θεωρώ τη συγκεκριμένη αισθητική και μουσικολογική αστοχία του Κ.Γ. ασήμαντο παράπτωμα.
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)