17 December 2006

Bach για εκκλησιαστικό όργανο

...
Να ανταποδώσω με Bach στον αγαπητό Νίκο Δήμου που ξεκίνησε αυτή την Κυριακή με Corelli.

J.S.Bach, Τοκάτα και Φούγκα σε ρε ελ., BWV565

παίζει ο Aarnoud de Groen



(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

16 December 2006

Μία τοποθέτηση για την ιστορικότητα του Ιησού

Ο blogger και εκλεκτός συνομιλητής elefantas έγραψε ένα εκτεταμένο σχόλιο στο κείμενό μου για την ύπαρξη του Ιησού, το οποίο σχόλιο θεωρώ σκόπιμο να μεταφέρω σε αυτοτελές άρθρο, τόσο επειδή εκεί πιθανόν να μην διαβαστεί στην έκταση που του αρμόζει, όσο κι επειδή οι τεκμηριωμένες απόψεις του φίλου είναι πιθανόν (και ελπίζω) να προκαλέσουν εκτεταμένο διάλογο. Προσωπικά θα επισυνάψω στο τέλος κάποια σχόλια της στιγμής, μια και απάντηση επί του συνόλου θα απαιτούσε ευρεία συγγραφή ή καλύτερα μια ζωντανή συζήτηση από ειδήμονες.

Φίλε sfrang το κείμενο σου (α+β μέρος) είναι πράγματι πολύ καλό, εγώ θα παίξω βέβαια το συνήγορο του διαβόλου (του διαβόλου χαχαχα καλό ε?) γιατί νομίζω ότι γενικά σε αυτά τα θέματα όταν αναλύονται, αφαιρούνται ασυναίσθητα κάποιες πτυχές του θέματος (που ουσιαστικά δεν είναι ο Ιησούς αλλά ο Ιησούς ως βάση της θρησκείας) οι οποίες είναι βασικές για την συνολική κατανόησή του. Δε θέλω να παρεξηγηθούμε, απλά θα διαφωνήσω, όχι λόγω πεποιθήσεως αλλά γιατί δίνω βάση στο πνευματικό περιεχόμενο του θρησκευτικού φαινομένου και όχι στο αν αυτό είναι συνεπές με τις ορθολογιστικές ανάγκες του σύγχρονου τρόπου ζωής μας. Ακολουθεί σεντονάκι, ζητώ συγνώμη.

Κανένας σοβαρός θεολόγος δεν θα αδιαφορούσε για τα δεδομένα που παρουσιάζεις και απο την εμπειρία μου στη θεολογική σχολή πρέπει να σου πω ότι κανείς δεν αδιαφορεί για αυτά. Εκτός κι αν δεν διάβασα κάτι καλά, οι πηγές που αναφέρεις έχουν πράγματι αυτά τα προβλήματα και πολλά περισσότερα. Ασχολείσαι βέβαια με φιλολογικοκριτικής φύσεως προβλήματα και μάλιστα κάποια από τα οποία είναι πολύ πιο πολύπλοκα και ακανθώδη απο ότι τα παρουσιάζεις (όπως ο Ιώσηπος Φλάβιος). Δε θα επεκταθώ σε επιχειρηματολογία (παρότι υπάρχει) γιατί στο τέλος θα καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα: Δεν θα μπορέσω να σου αποδείξω ότι υπάρχει κάποια αδιαμφισβήτητη πηγή ή απόδειξη για την ιστορική ύπαρξη του Χριστού.

Τα προβλήματα των ιστορικών πηγών που παρουσιάζεις έχουν ενδιαφέρον φιλολογικοιστορικοκριτικό και το μόνο που αποδεικνύεις είναι ότι δεν μπορούμε να αποδείξουμε την ιστορικότητα του jesus. Αυτό δε σημαίνει ότι αποδεικνύουμε ότι δεν υπήρξε. Επίσης δεν αποδεικνύεται πιο λογικό το να μην υπήρξε. Αυτό ισχύει για όλα τα πρόσωπα που έχουν συνταράξει την παγκόσμια σκέψη και πνευματικότητα και που δεν έχουν αφήσει δικά τους γραπτά μνημεία. Σωκράτης, Πυθαγόρας κλπ κλπ. Αναρωτιέμαι ποια είναι η πραγματική χρησιμότητα μιας προσπάθειας να δείξουμε ότι αυτά τα πρόσωπα είναι κατασκευασμένα (με κάποια σκοπιμότητα ή χωρίς). Χάνεται νομίζω έτσι το ουσιώδες.

Το ουσιώδες στο θέμα μας νομίζω είναι το τί εννοούσε και τι είπε καθένα από αυτά τα πρόσωπα. Η αυθεντικότητα την οποία αναζητάς δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι αποτέλεσμα ιστορικής έρευνας. Αναζητάς την αυθεντικότητα του χριστιανισμού στην Ιστορικότητα του Ιησού. Η κριτική της θρησκείας βρίσκεται στο επίπεδο των ιδεών, εκεί που βασιλεύει ο νους και όχι οι αισθήσεις και η αποδεδειγμένη γνώση. Αν ο Σωκράτης δεν υπήρξε ποτέ, αυτό σημαίνει ότι οι ιδέες του δεν είναι ιστορικές και πραγματικές? Νομίζω πρέπει να αντιληφθούμε την ιστορία όχι σαν ένα συνονθύλευμα από γεγονότα αλλά σαν ροή ασταμάτητη , με παραμέτρους όπως ο χρόνος ο οποίος ως γνωστόν δεν είναι απλά τι δείχνει το ρολόι. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό.

Έχουμε εθιστεί στον ορθολογιστικό τρόπο σκέψης και στον υλικό πολιτισμό και έχουμε καταλήξει να δεχόμαστε μόνο αυτά που εκπροσωπούνται από κάτι εξίσου υλικό και ορθολογικό. Ο μεγαλύτερος εθισμός της σκέψης του σύγχρονου ανθρώπου είναι ο ορθολογισμός. Γιατί αυτό κάνει ένας εθισμός. Κάνει ότι δεν μπορούν να κάνουν πχ οι ανθρώπινες σχέσεις. Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν περιλαμβάνουν ελεγχόμενα συναισθήματα. Οι εθισμένοι ελέγχουν τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα μέσα από τις γνώριμες εμπειρίες που τους παρέχει ο εθισμός τους. Το ίδιο συμβαίνει με τον ορθολογισμό. Παρέχει ελεγχόμενες εμπειρίες. Δέχομαι μόνο ότι αποδεικνύεται. Ότι δεν αποδεικνύεται ή φαίνεται να μπάζει το καταδικάζω γιατί δεν χωράει στο πλαίσιο μέσα στο οποίο έχω κατασκευάσει την εικόνα της ζωής έτσι όπως μου είναι εύκολο να τη βλέπω.  


Με την εμμονή όμως στον ορθολογισμό δεν ελέγχω τη γνώση. Ελέγχω τη ζωή μου την ίδια και έτσι χάνω ένα κομμάτι της ζωής που είναι και το ουσιαστικό. Αυτό το κομμάτι δεν αποδεικνύεται, δηλαδή ο έρωτας δεν αποδεικνύεται, το ότι τα λουλούδια μυρίζουν σούπερ δεν αποδεικνύεται, η υποκειμενική αλήθεια της εμπειρίας καθενός από εμάς δεν αποδεικνύεται. Αυτό το κομμάτι της ζωής είναι τίγκα στα φιλολογικοκριτικά προβλήματα όπως και οι πηγές που αναφέρεις. Ολόκληρο το θρησκευτικό ζήτημα είναι θέμα ερμηνειών. Η αλήθεια είναι αυτό που κρατάμε από αυτήν και αυτό που της αφαιρούμε. Εσύ σε αυτό το πόστ ασχολείσαι με το θέμα των ασαφειών και προβλημάτων που παρουσιάζονται αλλά αν ασχοληθείς με τα ίδια θέματα από την πλευρά του θεολόγου τότε θα δεις μια άλλη πραγματικότητα.

Παραδειγματικά αναφέρω το "ούκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι". Αυτό δεν είναι τρύπα. Σημαίνει ότι δεν ήρθε να καταλύσει τον Ιουδαϊκό νόμο αλλά να τον επεκτείνει. Γι’ αυτό αλλάζει τα ονόματα των μαθητών του σε ελληνικά. Επεκτείνει τη θρησκεία από ιουδαϊκή σε παγκόσμια, διεθνή. Δείχνει έτσι ότι δεν ιδρύει μια νέα θρησκεία αλλά ανανεώνει την ήδη υπάρχουσα. Με αυτή τη φράση γίνεται το πέρασμα από την ηθικολογία (ιουδαϊκός νόμος) στην οντολογία (ο ίδιος ο Χριστός είναι η ανανέωση του νόμου). Προφανώς δεν ήταν ο ιδρυτής της χριστιανικής θρησκείας, δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό και οι απολογητές των πρώτων αιώνων μιλάνε για χριστιανούς προ Χριστού. Ο χριστιανισμός έγινε νέα θρησκεία εκ των πραγμάτων όταν ο Ιουδαϊσμός εξακολούθησε να εφαρμόζει το νόμο έτσι όπως ήταν παραδεδομένος στην ΠΔ. 

Αυτά τώρα μπορεί να σου φαίνονται ανούσια αλλά στα λέω για να καταλάβεις ότι υπάρχει εσωτερική συνέπεια στην θρησκεία που δεν γίνεται αντιληπτή εξετάζοντας μόνο τα ιστορικά δεδομένα αλλά το πνευματικό περιεχόμενο. Το αν είναι αλήθεια δεν με απασχολεί καθόλου. Η συνέπεια όμως αυτή η εσωτερική μου λέει ότι ακόμα και αν δεν είναι αλήθεια τα περισσότερα από τα ιστορικά δεδομένα , αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει αλήθεια στη θρησκεία. Η θρησκεία δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν τον άνθρωπο και τον κόσμο. Τι είδους ερωτήματα της θέτουμε? Δε θα σου απαντήσει ποτέ τι βούτυρο να πάρεις από το σουπερμάρκετ.

Τα λέω αυτά γιατί το κείμενο σου είναι πολύ καλή φάση αλλά κατά βάθος επεκτείνεται (ή μπορεί να επεκταθεί) στην κριτική του θρησκευτικού φαινομένου. Νομίζω ότι η κριτική αυτή πρέπει να γίνεται με διείσδυση στο νόημα της και όχι στα εξωτερικά της γνωρίσματα. Ο Χριστόδουλος δεν είναι πχ ο κατάλληλος για να ξεκινήσεις την κριτική σου στο χριστιανισμό.

Θέλω να πω, στην πραγματικότητα εννοείται ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί η ιστορικότητα του Ιησού. Οκ, καί ?

Φιλικότατα και ρεσπέκτ εννοείται
συγνώμη για το παραλήρημα :)


Η απάντηση στην παρέμβαση

Αγαπητέ φίλε, καθόλου παραληρηματική δεν θα χαρακτήριζα την τοποθέτησή σου, αντίθετα συνοπτική θα έλεγα ότι είναι, μπροστά στο πλήθος των ερωτημάτων που τίθενται σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Εγώ, όπως προανέφερα, μόνο παρατηρήσεις μπορώ να διατυπώσω σε μερικά σημεία του κειμένου σου, επειδή πολλά από αυτά τα αντιμετωπίζω με άλλη λογική ή όπως λες κι εσύ «ορθολογικά» - εγώ θα έλεγα πιο απλά «με λογική». Παρακάμπτω τώρα τα πολλαπλά ερωτήματα, ποια σχέση είναι δυνατόν να υπάρχει μεταξύ «θεολογίας» και της οποιασδήποτε λογικής και της επιστήμης γενικότερα, πέρα από μια τυπική απομίμηση λογικών βημάτων, στα οποία παρατίθενται κυκλικά ως επιχειρήματα αυτά που είναι να αποδειχτούν.

Κι επειδή συχνά σ’ αυτό το σημείο εισάγονται τα εφευρήματα της «επιφοίτησης» και της «θεοπνευστίας», να σου υπενθυμίσω ότι οι ψυχιατρικές κλινικές είναι γεμάτες από Μεγαλέξαντρους, Ναπολέοντες και Κολοκοτρώνηδες. Να είσαι βέβαιος λοιπόν ότι οι γνωστοί «προφήτες» και «θαυματοποιοί» που κυκλοφορούσαν την παλιά εποχή ελεύθεροι, στο βαθμό που δεν ήταν συνειδητοί απατεώνες, θα βρίσκονταν σήμερα με χάπια, υπό προστασία και φύλαξη σε κάποιο άσυλο.

Λοιπόν:

1. Γράφεις: «Τι κερδίζω αν δείξω ότι δεν υπήρξε...» Φυσικά, το αν υπήρξε ο Ιησούς ή οτιδήποτε άλλο σχετικό, αποτελεί προσπάθεια να γίνει ευρύτερα κατανοητό ότι μια θρησκεία, η οποία στηρίζεται σε εφευρημένα γεγονότα και συνονθύλευμα περισυλλεγμένων ηθικοπλαστικών κανόνων και η οποία επεβλήθη δια της βίας από τους Ρωμαίους (Γότθους) στρατηγούς, με στόχο να συγκρατήσει την παραπαίουσα αυτοκρατορία, επέζησε της διάλυσης αυτής της αυτοκρατορίας και ο εκκλησιαστικός μηχανισμός που προέκυψε από αυτή, καταδυνάστευσε την ευρωπαϊκή και ευρύτερη ανθρωπότητα και καθυστέρησε τις πολιτισμικές και επιστημονικές εξελίξεις για πολλούς αιώνες.

Επίτηδες έγραψα μια τόσο μακρά πρόταση για να συμπεριλάβω σ’ αυτή όλη την ιστορική εξέλιξη 17 αιώνων. Εννοείται, κατά πάσα βεβαιότητα θα είχαν συμβεί ακριβώς τα ίδια, αν ο Κωνσταντίνος (Constantinus Flavius Valerius Aurelius) είχε επιλέξει τον μιθραϊσμό αντί του χριστιανισμού ως επίσημη θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους και σήμερα ο Χριστόδουλος θα ήταν επικεφαλής των Ελλήνων ορθοδόξων μιθραϊστών, αυστηρός τιμητής για κάθε ντόπιο και ξένο εχθρό του «ελληνο-μιθραϊκού πολιτισμού».

Δεν πρόκειται λοιπόν ειδικότερα για το χριστιανισμό, αλλά για το φαινόμενο της θρησκείας που αξιοποιείται προς έλεγχο των ανθρώπων και των κοινωνιών - παλαιότερα ίσως εξ ανάγκης, αφού δεν υπήρχε επιστημονική γνώση και ευχέρεια αυτοδιάθεσης των ανθρώπων, σήμερα όμως καταχρηστικά, αφού υπάρχει επιστημονική γνώση και δια της παιδείας μπορεί να απεξαρτηθεί ο άνθρωπος από δεισιδαιμονίες και θεοφοβίες.

Και ειδικότερα τώρα για το χριστιανισμό, οι λεγόμενοι «πατέρες» της Εκκλησίας έπεισαν τους Ρωμαίους (Γότθους) στρατηγούς και επέβαλαν στο λαό μια πίστη, η οποία εξασφαλίζει ζωή μετά θάνατον, κάνει το ένα κάνει το άλλο. Μέχρι και στημένα θαύματα οργανώνονται μέχρι των ημερών μας με δήθεν ασθενείς για να αποδείξουν ότι οι «πιστοί» ωφελούνται από τη νέα, την «αληθινή» θρησκεία. Αν έλεγαν στον κόσμο τότε αυτά που γράφεις εσύ τώρα, προφανέστατα θα μετατρεπόταν η «χριστιανική διδασκαλία» σε επιθεώρηση θεάτρου! Οι άνθρωποι είχαν ιατρικές και διατροφικές ανάγκες και προσέτρεχαν, όπως και τώρα πολύ συχνά, στον πρώτο θαυματοποιό ή δάσκαλο που τους υποσχόταν τον «ουρανό με τα άστρα».

Τα επιχειρήματά σου που καταλήγουν στο «ε, και;» σημαίνει σε απλή γλώσσα, τώρα σας πιάσαμε κορόιδα, «γίνατε» χριστιανοί δια του νηπιοβαπτισμού, δεν πάτε να λέτε πλέον ό,τι θέλετε;

2. Γράφεις «Ορθολογικός τρόπος σκέψης...» κλπ.: Γνωρίζω την αντιπαράθεση πίστης και ορθολογισμού και έχω μια απλούστατη απάντηση: με την πίστη καμία επιδημία (χολέρα, πανούκλα, τύφος, ευλογιά, φυματίωση κλπ.) δεν γιατρεύτηκε, με τον ορθολογισμό εξαλείφθηκαν αυτές οι φοβερές ασθένειες που θέριζαν τους ανθρώπους κατά εκατομμύρια. Τις εποχές της υποχρεωτικής πίστης οι άνθρωποι ζούσαν κατά μέσο όρο κάπου 35-40 χρόνια, σήμερα, στην εποχή του ορθολογισμού, ζουν γύρω στα 80. Και όπου είναι ακόμα χαμηλός ο μέσος όρος ζωής, εκεί ακριβώς επικρατεί η «πίστη» σε θεούς και δαίμονες και η αγωνία για τη μετά θάνατον ζωή.

Αυτά και μόνο αρκούν για να φανεί η ανωτερότητα του ορθολογισμού από οποιαδήποτε άλλη αντιμετώπιση της ζωής και του κόσμου. Αν κάποιος επιλέγει για την προσωπική ζωή του τις δεισιδαιμονίες και την υποταγή σε κάποιους υπερφυσικούς νόμους, με γεια του με χαρά του. Αλλά έξω στην κοινωνία θα περιθωριοποιηθεί και θα περάσει στην αρμοδιότητα των κοινωνικών λειτουργών. Παλιά που ζούσαν και εργάζονταν οι άνθρωποι στους αγρούς ή στη θάλασσα, ίσως να μην ήταν απαραίτητος και πολύς ορθολογισμός (αν και αμφιβάλλω), αλλά στις μέρες μας δεν νομίζω ότι χρειάζεται επιχειρηματολογία.

3. Γράφεις «(με τα λόγια του) επεκτείνει τη θρησκεία από ιουδαϊκή σε παγκόσμια, διεθνή»: Πρόκειται φυσικά για αυθαίρετη εικασία, θα μπορούσε καθένας να ισχυριστεί ότι και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο των λόγων του -αν έζησε και είπε τίποτα- επεκτείνει τη θρησκεία ή την περιορίζει ή την τροποποιεί ή την αναδεικνύει ή οτιδήποτε άλλο θέλεις. Από τυχαίες αποσπασματικές κουβέντες, αν τις πάρεις σοβαρά, μπορείς να βγάλεις όποιο συμπέρασμα σε βολεύει.

Και τελικά, αν πράγματι ήταν αυτή η πρόθεση του ομιλούντος (Ιησού), να επεκτείνει δηλαδή τη θρησκεία από ιουδαϊκή σε παγκόσμια, όπως ισχυρίζεται η ακαδημαϊκή θεολογία, γιατί αργότερα διαφώνησαν ο Πέτρος με τον Παύλο, ο πρώτος που ήθελε τοπική και εθνική διάδοση της διδασκαλίας και ο δεύτερος (ο ξένος) που ήθελε διεθνή; Και σκέψου ακόμα ότι η «διεθνής» θρησκεία έφτασε μόνο στα όρια της τότε ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ποτέ δεν επεκτάθηκε στην Περσία ή σε άλλα μέρη που δεν είχε επιρροή ο ρωμαϊκός στρατός. Και αργότερα, πάλι με τα όπλα έφτασε η «αληθινή θρησκεία» στην Αμερική ή στις ευρωπαϊκές αποικίες, στην Αφρική και Ασία.

Μα, αν οι εγγύτεροι μαθητές του δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν τι είπε και τί εννοούσε ο δάσκαλός τους, γιατί είναι σήμερα σε θέση κάποιοι, έστω θεολόγοι, να κρίνουν αυθεντικά τί εννοούσε; Και γιατί να μην θεωρηθεί έγκυρη η δική μου εκδοχή ή κάποια άλλη ή άλλες που θα «διαβάσει» ένας τρίτος σε αυτά τα λόγια; Τα ίδια ισχύουν για τη φράση σου «Με αυτή τη φράση γίνεται το πέρασμα από την ηθικολογία στην οντολογία...»

Η διδασκαλία του μεγάλου απευθυνόταν, αν υποθέσουμε ότι ο ίδιος ήταν ιδιοφυής, σε αγράμματους ανθρώπους, ψαράδες, αγρότες κλπ. και γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να τους μιλούσε αινιγματικά και με υπονοούμενα. Τα λεγόμενά του πρέπει λοιπόν να εκλαμβάνονται αυτολεξεί. Αυτό ακριβώς υποστηρίζουν εξ άλλου οι μεγάλοι «πατέρες» του χριστιανισμού, αναφέρω εδώ μόνο τους Αυγουστίνο και Βασίλειο. Και είναι πολύ φτωχά αυτά τα λεγόμενα, όπως περιέχονται στα θεόπνευστα ευαγγέλια. Ηθικολογίες μεσαίου επιπέδου είναι, σε σύγκριση με τα λόγια του Σωκράτη, του Επίκουρου, του Ζήνωνα, του Επίκτητου ή άλλων αρχαίων δασκάλων.

Όπως διαπιστώνει οποιοσδήποτε εύκολα, δεν λέει τίποτα ο Ιησούς, ούτε και υπονοεί, για την τέχνη  και τις επιστήμες, για τη λογοτεχνία και το θέατρο, για τον αθλητισμό. Τα πάντα περιστρέφονται στη βελτίωση τής, μάλλον, προβληματικής συλλογικής ηθικής των Ιουδαίων, με απειλές τιμωρίας, με υποσχέσεις για παραδείσους κ.ο.κ., διανθιζόμενα αυτά με, κυρίως, διατροφικά και ιαματικά «θαύματα». Και εξ αυτών προκύπτει και το διαχρονικό μίσος των Ιουδαίων και των χριστιανών «πατέρων» κατά του Ελληνισμού: είναι ο φθόνος προς τον ευημερούντα, μορφωμένο γείτονα που (άκου θράσος!) ασχολείται με τέχνες, επιστήμες, γράμματα και αθλητισμό, ενώ «εμείς» εδώ πεινάμε και υποφέρουμε από τις κακουχίες της ερήμου. Εμπρός, λοιπόν, εξίσωση προς τα κάτω! Πίσω στις παραδόσεις που λέει και ο Χριστόδουλος... Κάθε μέρα τα ζούμε αυτά στον επαγγελματικό μικρόκοσμο και στην κοινωνία.

Δεν είναι καθόλου περίεργο αυτό: πείνα, ασθένειες και ξένη κατοχή αντιμετώπιζαν οι Ιουδαίοι, τέτοια θαύματα απαιτούσαν οι «πιστοί». Δεν είχαν έλλειψη τεχνών και επιστημών, γιατί ποτέ δεν ανέπτυξαν -εκείνα τα χρόνια- τέτοιες δραστηριότητες. Οι πληροφορίες για θαύματα με πολλαπλασιασμό των ψαριών και με ίαση ασθενών διαδίδονταν χωρίς δυνατότητα επιβεβαίωσης, από στόμα σε στόμα. Η εκδίωξη των κατακτητών (Ρωμαίοι) δεν είχε νόημα να διαδοθεί, γιατί οι Ρωμαίοι ήταν και την επόμενη μέρα εκεί. Επινοήθηκε λοιπόν το «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι» και καθάρισαν - οι θεολόγοι, όχι ο Ιησούς, γιατί αμφιβάλλω να είπε τέτοιο πράγμα. Θα τον λιθοβολούσαν επί τόπου, αν το έλεγε!. Μάλλον οι μεταγενέστεροι θεολόγοι το πρόσθεσαν, όταν ήταν απαραίτητη η σύγκλιση με τη ρωμαϊκή εξουσία. Που σημαίνει, σε απλά ελληνικά, καιροσκοπείτε και υποταχθείτε στους Ρωμαίους.

4.  Γράφεις: «Προφανώς δεν ήταν ο ιδρυτής της χριστιανικής θρησκείας, δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο»: Μα ούτε για «αγία τριάδα» ισχυρίστηκε κάτι και παρ' όλα αυτά καθιερώθηκε το σχήμα. Ούτε και για ιδιαίτερο ρόλο της μητέρας του εισηγήθηκε κάτι και παρ' όλα αυτά αυτή έχει καθιερωθεί ως υπεραγία, αειπάρθενος κλπ., ούτε για ιερά κειμίλια, κόκαλα, τρίχες, νύχια, παντόφλες (φανταστικών) αγίων είπε τίποτα κλπ. Άλλη μια απόδειξη ότι καθείς από τους κατασκευαστές της θρησκείας ισχυρίζεται ό,τι τον βολεύει για να κερδίσει εντυπώσεις, οπαδούς και χρήμα. 

5. Γράφεις: «Ο Χριστόδουλος δεν είναι ο κατάλληλος για να ξεκινήσεις την κριτική σου στο χριστιανισμό». Ο Χριστόδουλος μπορεί να μην είναι υπόδειγμα χριστιανού προς επίδειξη αλλά είναι το σύνηθες δείγμα των υποκριτών ανθρώπων που παράγονται από έναν μηχανισμό με αποκλειστικό στόχο τον πλουτισμό και την επέκταση της πολιτικής επιρροής.

Και δεν είναι σημερινό φαινόμενο ο Χριστόδουλος, έχουν περάσει παρόμοιοι πάπες και πατριάρχες, επίσκοποι και καρδινάλιοι, παπάδες και πάστορες... Η συντριπτική πλειοψηφία, πάντως! Ως γνώστης των κειμένων και των παρασκηνίων θα ξέρεις αυτό που γράφτηκε πριν από 4-5 χρόνια από έγκριτο φιλόσοφο-θεολόγο. Λίγο πριν πεθάνει ένας μεγαλόσχημος Έλληνας «ποιμενάρχης» είπε στον στενό συνεργάτη του, επίσης κληρικό: «Εγώ δεν είχα μυαλό για να σπουδάσω, δεν είχα γνωριμίες και χρήματα για επιχειρήσεις, μπήκα στην Εκκλησία και με τις ιστορίες του Χριστούλη, έζησα σαν πρίγκιπας...» (Χρ.Γιανναράς στην «Καθημερινή»).

Αλλά σίγουρα δεν εξαντλείται το θέμα, πολύ λιγότερο αφού έχουμε τελείως διαφορετική σκοπιά επιχειρηματολογίας.

Άλλοι είναι μέσα και αγωνίζονται να περισώσουν το οικοδόμημα και τον πλούτο που δημιουργεί και άλλοι είναι απ’ έξω και το μόνο που ζητούν είναι, να μην τους ενοχλεί αυτός ο μηχανισμός στην καθημερινή ζωή τους (βαφτίσια, γάμους, κηδείες, σχολείο, παρελάσεις, λειτουργίες με μεγάφωνα και καμπανοκρουσίες, δημόσια ζωή με παρουσία μαυροντυμένων κ.λπ.) και να μην εισπράττει από τους φόρους! Ας κάνει με τους «πιστούς» του ό,τι θέλει. 

Και φυσικά, παραμένουμε πάντα φιλικά! 



(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

15 December 2006

Oι παρτιτούρες του Μότσαρτ στο διαδίκτυο

...
Όλες οι παρτιτούρες του Μότσαρτ διατίθενται δωρεάν στο διαδίκτυο, ύστερα από πρωτοβουλία του Διεθνούς Ιδρύματος Mozarteum του Σάλτσμπουργκ, τη γενέτειρα του συνθέτη, κλείνοντας πανηγυρικά το έτος αφιερωμένο στην 250η επέτειο από τη γέννησή του. Από τις 12 του μηνός το σύνολο των έργων του αυστριακού μουσουργού, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του λεγόμενου "βιεννέζικου κλασικισμού", διατίθενται σε παγκόσμια πρώτη. "Με τουλάχιστον 400.000 συνδέσεις τις πρώτες 12 ώρες της ιστοσελίδας, μπορούμε να πούμε ότι η ζήτηση ξεπέρασε τις προσδοκίες μας", υπογράμμισε η Μιριάμ Νέλμαν, εκπρόσωπος του ιδρύματος.

Η πρωτοβουλία αυτή υπό τον τίτλο "NMA Online" (Neue Mozart Ausgabe Νέα Έκδοση του Μότσαρτ), μοναδική στο είδος της υλοποιείται σε συνεργασία με το ινστιτούτο του Λος 'Αλτος στην Καλιφόρνια, το Ινστιτούτο Κλασικών Μελετών Packard. Η ψηφιακή έκδοση βασίζεται στην παραδοσιακή γραπτή έκδοση την οποία επεξεργάζονται από το 1954 μουσικολόγοι διεθνούς φήμης. Η έκδοση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον 125 λιμπρέτα από παρτιτούρες των οποίων οι πηγές έχουν σχολαστικά επαληθευτεί, σύμφωνα με το ίδρυμα του Σάλτσμπουργκ.

Στην ιστοσελίδα http://dme.mozarteum.at (dme προέρχεται από τα αρχικά των λέξεων στα αγγλικά Ψηφιακή Έκδοση Μότσαρτ, digital mozart edition) περισσότερες από 600 δημιουργίες του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (1756-1791), από τις μεγαλύτερες μουσικές ιδιοφυίες όλων των εποχών, έχουν ταξινομηθεί σε 10 σειρές από εκκλησιαστικά άσματα έως κονσέρτα για ορχήστρα, μουσική δωματίου σονάτες για πιάνο.
(Καθημερινή, 15/12/2006))


W. A. Mozart: Sonata for piano, flute & cello KV. 10-15.


Daniel Barenboim-piano, Guy Eshed-flute, Kiril Zlotnikov-cello.


14 December 2006

Ιησούς Χριστός ... υπήρξε ποτέ; (μέρος β')

(συνέχεια από το α' μέρος)

Αφού διαπιστώθηκε στο α' μέρος ότι η χριστιανική θρησκεία είναι ένα συνονθύλευμα μυθοπλασιών, με ανύπαρκτο ιδρυτή, αμφισβητούμενες γραφές και μεταβαλλόμενη τακτική προσαρμογής, να δούμε μερικές από τις σημαντικότερες μυθοπλασίες:

Η Ναζαρέτ

Ένα άλλο μυστήριο αποτελεί η πόλη Ναζαρέτ, από την οποία λέγεται ότι καταγόταν ο Ιησούς. Η προσαγόρευση Ναζωραίος για τον Ιησού αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη δώδεκα φορές. Για παράδειγμα, στο Ματθαίος 2,23 αναγράφεται: «και ελθών κατώκησεν εις πόλιν λεγόμενην Ναζαρέτ, όπως πληρωθεί το ρηθέν δια των προφητών, ότι Ναζωραίος κληθήσεται». Επίσης, στο Ιωάννης (19,19) αναφέρεται ότι στο σταυρό που θανατώθηκε ο Ιησούς υπήρχε επιγραφή γραμμένη σε τρεις γλώσσες: «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς των Ιουδαίων»! Πέρα απ' αυτό, ως Ναζωραίος αναφέρεται και ο ληξιαρχικός πατέρας του Ιησού, ο Ιωσήφ. Όμως, μια πόλη της Παλαιστίνης και συγκεκριμένα της Γαλιλαίας με το όνομα Ναζαρέτ δεν υπήρξε ποτέ πριν και κατά τη διάρκεια της ζωής του Ιησού και παρουσιάζεται για πρώτη φορά μέσα από τα Ευαγγέλια. Η πόλη αυτή φαίνεται να «ιδρύθηκε» από τους χριστιανούς θεολόγους και αναφέρεται στις ιστορικές πηγές περί τον 3ο μ.Χ. αιώνα.

Στα ιστορικά έργα του Ιώσηπου Φλάβιου, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος των γαλιλαιϊκών στρατευμάτων στην εξέγερση κατά της Ρώμης και ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, συνελήφθη και κρατήθηκε αιχμάλωτος από το έτος 67 μ.Χ., δεν αναφέρεται πουθενά αυτή η πόλη, αν και τα στρατεύματά του στρατοπέδευαν στην περιοχή της σημερινής Ναζαρέτ. Κατά τις συγκρούσεις για την κατάληψη της γειτονικής πόλης Sepphoris, η οποία απείχε μερικά χιλιόμετρα από τον οικισμό που ονομαζόταν αργότερα Ναζαρέτ, έπρεπε να αποτελεί αυτή η Ναζαρέτ από στρατηγικής σκοπιάς σημείο οπισθοχώρησης ή στρατοπέδευσης των στρατευμάτων του. Μία πόλη Garis, 5 χλμ. νοτιοανατολικά της Sepphoris, που δεν υπάρχει πια και αναφέρεται πράγματι από τον Ιώσηπο (Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 6,3) ως τοποθεσία του στρατοπέδου του, βρίσκεται ακριβώς στη θέση που υπάρχει η μεταγενέστερα αναφερόμενη Ναζαρέτ. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι σίγουρα μέχρι το 70 μ.Χ. δεν φαίνεται να υπήρχε κατ' όνομα μια πόλη Ναζαρέτ.

Αλλά και στους προηγούμενους αιώνες, στην π.Χ. εποχή, πουθενά δεν υπάρχει αναφορά στην πόλη Ναζαρέτ. Στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία αποτελεί την πολιτική και θρησκευτική ιστορία του ιουδαϊκού λαού, γίνεται αναφορά σε χιλιάδες πόλεις, χωριά και οικισμούς, πολλά ονόματα που έπαψαν να αναφέρονται κατά τη μεταγενέστερη εποχή. Όμως, σε κανένα σημείο της Π.Δ. δεν αναφέρεται κάποιος οικισμός που θα μπορούσε να ταυτιστεί κατ' όνομα ή λόγω ιστορικών γεγονότων με την πόλη που ονομάστηκε Ναζαρέτ. Άρα τυχόν εικασίες ότι μπορεί να υπήρχε παλαιότερα το όνομα Ναζαρέτ, να περιέπεσε για δεκαετίες ή και αιώνες στη λήθη και να επανήλθε αργότερα, δεν ευσταθούν.

Το Ταλμούδ, μια συλλογή ιουδαϊκών νόμων που γράφτηκε μετά τα χριστιανικά ευαγγέλια (3
ος αι.), αναφέρει πολλούς μικρούς και μεγάλους γαλιλαιϊκούς οικισμούς, αλλά ούτε μία φορά τη Ναζαρέτ. Γενικότερα, ουδείς ιστορικός ή άλλος συγγραφέας, πριν ή λίγο μετά τον Ιησού, έχει αναφέρει ποτέ το όνομα αυτής της πόλης. Η μόνη «πηγή» που «ιδρύει» και περιγράφει τη Ναζαρέτ, είναι η χριστιανική παράδοση, στην οποία αναφέρεται ακόμα ότι εκεί υπήρχε και συναγωγή, άρα θα έπρεπε να είναι ένας μεγαλύτερος οικισμός και όχι μια μικρή ομάδα κατοικιών ή ένας σταθμός αγροτικής παραγωγής. Παραμένει λοιπόν ανεξήγητο, πώς είναι δυνατόν να υπήρχε στο σταυρό του Ιησού επιγραφή που αναφερόταν σε μια πόλη, η οποία δεν υπήρχε καν εκείνη την εποχή ή πριν από αυτήν. Και πώς αναφέρεται αυτή η πόλη στα Eυαγγέλια που λέγεται ότι γράφτηκαν μέσα στον 1ο αιώνα αλλά δεν αναφέρεται στο Ταλμούδ που γράφτηκε δύο αιώνες αργότερα...

Κατά μία «αιρετική» εκδοχή ο χαρακτηρισμός Ναζωραίος (ή αλλιώς Ναζηραίς ή Ναζηραίος) σήμαινε στα εβραϊκά ο κεχρισμένος. Επειδή όμως οι θεόπνευστοι πατέρες του χριστιανισμού δεν κατανοούσαν αυτή τη λέξη, νόμισαν ότι ήταν προσδιορισμός με τοπική-εθνική σημασία και «κατασκεύασαν» μια πόλη Ναζαρέτ. Τότε όμως, πώς αναφέρεται ήδη ο Ματθαίος στην πόλη Ναζαρέτ που κατοίκησε ο Ιησούς; Το πιθανότερο είναι ότι προστέθηκαν αργότερα...

Η τριαδικότητα


Ένα άλλο ζήτημα προβληματισμού είναι, πώς προέκυψε η «κατασκευή» για τον τριαδικό θεό, με τον Ιησού στη θέση του γιου, η οποία πουθενά δεν αναφέρεται ρητά, ούτε στην Παλαιά Διαθήκη ούτε στα Ευαγγέλια, αλλά συνάγεται από διάφορες διατυπώσεις, οι οποίες με την προσφιλή στους θεολόγους μέθοδο της ερμηνευτικής μπορούν να πάρουν και την ακριβώς αντίθετη σημασία. Γεγονός είναι ότι τα περί τριαδικότητας αποτελούν μεταγενέστερη επινόηση των εκκλησιαστικών «πατέρων», αρχικά του Αθηναγόρα και του Τερτυλιανού.

Αν ληφθεί δε επί λέξει η αναφορά «υιός του θεού» που παρουσιάζεται σε πολλά σημεία των ευαγγελίων και ερμηνεύεται ως απόδειξη της σχέσης πατρός θεού και υιού Ιησού, τότε πρέπει να ληφθεί επίσης επί λέξει η αναφορά στη Γένεση (στ' 2) όπου αναγράφεται: «Ιδόντες οι υιοί τού Θεού τας θυγατέρας των ανθρώπων, ότι ήσαν ωραίαι, έλαβον εις εαυτούς γυναίκας». Άρα υπήρχαν περισσότεροι του ενός υιοί θεού, οι οποίοι παντρεύτηκαν κιόλας.

Επίσης ο χαρακτηρισμός «υιός του ανθρώπου» που χρησιμοποιείται μερικές φορές στα ευαγγέλια, δεν είναι καθόλου μυστηριώδης και δεν σημαίνει αυτά που προσπαθούν να υποβάλουν οι κληρικοί, αφού πρόκειται για κοινότοπη έκφραση στα εβραϊκά. Σ' αυτή τη γλώσσα δεν υπάρχει αυτοτελής λέξη για την έννοια «άνθρωπος» και όλοι οι άνθρωποι αποκαλούνται «γιοι του χωματένιου», που δεν είναι άλλος από τον Αδάμ, το όνομα του οποίου είναι ο αρσενικός τύπος της λέξης «ανταμά», που σημαίνει «χώμα, γη». Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους ιθαγενείς της Γροιλανδίας, οι οποίοι δεν ονομάζουν τους εαυτούς τους Εσκιμώους, αλλά Ινουίτ που σημαίνει «άνθρωπος». Ήταν και οι μόνοι άνθρωποι που γνώριζαν, οπότε δεν χρειάστηκε να δώσουν διαφορετικά ονόματα σε άλλες ανθρώπινες φυλές - μέχρι που εμφανίστηκαν οι Ευρωπαίοι. Ανάλογα ισχύουν για όλες τις γλώσσες με πολύ παλιά ιστορία.

Ο ίδιος ο Ιησούς ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του θεό, το οποίο αποτελεί θεμελιώδες δόγμα της χριστιανικής θρησκείας και θα έπρεπε να προβάλλεται από τον ίδιο και τους μαθητές του! Ο Παύλος δεν αναφέρει πουθενά στις επιστολές του τον Ιησού ως θεό και διατηρεί αυτόν τον υπέρτατο χαρακτηρισμό μόνο για τον ένα και μοναδικό θεό του! Οι οπαδοί εκείνης της εποχής πίστευαν στο θεό, πίστευαν και στον Ιησού, αλλά δεν ταύτιζαν αυτές τις δύο έννοιες. Εξ αυτού οι χριστιανοί οπαδοί ονόμαζαν τον Ιησού το 2ο και 3ο αιώνα «θεϊκό» και τον λάτρευαν υπερβαλλόντως, πράγμα που οδήγησε τον 4ο αιώνα τη ρωμαϊκή (γοτθική) εξουσία στη σύνοδο της Νίκαιας να αναβαθμίσει ένα «θεϊκό δάσκαλο» σε «θεό».

Επίσης, η Καινή Διαθήκη αναφέρεται σε γεγονότα, τα οποία παρουσιάζονται τώρα ως «θαύματα», ενώ την εποχή που λέγεται ότι συνέβησαν, ονομάζονταν «σημεία» ή «σημάδια εξ ουρανού». Αλλιώς θα έπρεπε ο θεός, λένε έγκριτοι θεολόγοι, να ανατρέπει για χάριν κάποιου πεινασμένου ή άρρωστου ή πεθαμένου τους νόμους της φύσης… Αργότερα αποφάσισαν οι «πατέρες της εκκλησίας» να θεωρούνται τα σημάδια «θαύματα», όπως τα εννοούν μερικοί σήμερα, δηλαδή υπερφυσικά γεγονότα που ανατρέπουν τη φύση.

Η μόνη λογική εξήγηση για τη δημιουργία του «τριαδικού» θεού που είναι μεν ένας, αλλά έχει τρεις υποστάσεις, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, πρέπει να οφείλεται σε αντιγραφή από ανταγωνιστικές θρησκείες των πρώτων χριστιανικών αιώνων (βλέπε και επόμενα), οι οποίες είχαν επικεφαλής επίσης πλειάδα θεϊκών μορφών. Η ιδέα της θεοποίησης του Ιησού εμφανίζεται 2 γενιές μετά τον αναφερόμενο θάνατό του και σχετίζεται με τον ανταγωνισμό των θρησκειών της εποχής: Ημίθεος ο Ηρακλής, θεάνθρωπος ο δικός μας κ.ο.κ. Με αυτό τον τρόπο, ο χριστιανισμός παρουσιαζόταν προς τους Ιουδαίους ως μονοθεϊστική θρησκεία, αλλά προς τους εθνικούς ως πολυθεϊστική και γινόταν έτσι ελκυστική και πολυσυλλεκτική.

Στο αρχαιοελληνικό δωδεκάθεο παρουσιάζεται η τριάδα Δίας, Ήρα και θυγατέρα Αθηνά. Η θεά Εκάτη εμφανίζεται στους ύστερους χρόνους της αρχαιότητας ως τρισυπόστατη, εκφράζοντας ουσιαστικά τους τρεις κόσμους (Θεϊκό, Γήινο και Νεκρικό). Στην κέλτικη θρησκεία η θεά Morrigan έχει τρεις μορφές: αγάπη, γονιμότητα και θάνατος. Στον Ινδουϊσμό εκφράζεται μια τριαδικότητα με την Trimurti, την ενότητα των τριών υποστάσεων του δημιουργού (βράχμα), προστάτη (βίσνου) και καταστροφέα (σίβα).

Τέλος, στην επίσης πολύ παλαιότερη από το χριστιανισμό αιγυπτιακή θρησκεία υπήρχε ο θεός πατέρας Όσιρις, η θεά μητέρα Ίσις, σύζυγος του Όσιρι και το παιδί τους, ο Ώρος, ο οποίος ήταν πτηνό, όπως το χριστιανικό «άγιο πνεύμα» (βλέπε και επόμενα). Στην αιγυπτιακή θρησκεία το πτηνό ήταν, όμως, γεράκι, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη μυθολογία και την κοινωνική ζωή των λαών της βόρειας Αφρικής και της Εγγύς Ανατολής.

Η μητέρα του Ιησού

Αυτή η εισαγωγή της τριαδικότητας από τους εκκλησιαστικούς πατέρες δημιούργησε όμως, πέρα από τις πολλαπλές αιρέσεις και συγκρούσεις, ακόμα μέχρι το 19ο αιώνα και σήμερα ίσως, συμπληρωματικά προβλήματα: Οι εθνικές θρησκείες είχαν πάντα και μια θηλυκή θεότητα, η οποία «φρόντιζε» για τα θέματα της γυναικείας απασχόλησης στις αρχαίες κοινωνίες και μέχρι σήμερα, τη μητρότητα, την οικογένεια, την υγεία κ.ά. Τέτοιες θεότητες ήταν η περσική Εκάτη, η αιγυπτιακή Ίσις, οι ελληνικές θεότητες Ήρα, Αθηνά, Αφροδίτη κ.ο.κ., των οποίων η λατρεία ήταν πολύ διαδεδομένη στις περιοχές της ανατολικής Μεσογείου και στις οποίες είχαν αφιερωθεί εντυπωσιακοί ναοί.

Η χριστιανική θρησκεία είχε ένα θεό απροσδιόριστου φύλου, ο οποίος όμως εκδηλώνεται κατά γενική αντίληψη ως άντρας, ένα υιό αρσενικό και το πνεύμα ουδέτερο. Τίποτα θηλυκό, ίσως και λόγω του παραδοσιακού μισογυνισμού των «πατέρων». Όποτε είχε τεθεί το πρόβλημα της απουσίας θηλυκής θεότητας, κάθε πρόταση είχε απορριφθεί από τους μεγάλους εκκλησιαστικούς «πατέρες», για διάφορους λόγους.

Τελικά, στην Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431 μ.Χ.) αποφασίστηκε να ανακηρυχθεί η μητέρα του Ιησού, Μαρία, ως «παναγία και υπεραγία θεοτόκος», την οποία όμως ο τότε οικουμενικός πατριάρχης μόνο ως «χριστοτόκο» δεχόταν να αναγνωρίσει. Αυτή η επιλογή με την εισαγωγή θηλυκής θεότητας προκάλεσε νέες αντιδικίες, συγκρούσεις και αιρέσεις, πολλές από τις οποίες διαρκούν μέχρι των ημερών μας! Σταδιακά αποδόθηκαν δε όλες οι υπερφυσικές ικανότητες των προχριστιανικών θηλυκών θεοτήτων στη μητέρα του Ιησού.

Για παράδειγμα, κοντά στο ιερό της Αφροδίτης στη Βραυρώνα Αττικής, η οποία Αφροδίτη «γιάτρευε» τα ασθενή παιδιά, δημιουργήθηκε εδώ και πολλούς αιώνες και υπάρχει μέχρι σήμερα ανακαινισμένη μια εκκλησία της «Παναγίας γιάτρισσας». Αντίστοιχα έχουν γίνει κοντά ή πάνω σε όλα τα αρχαία ιερά.

Η νέα θρησκεία

Ένα άλλο ανεξήγητο από τους θεολόγους σημείο είναι ότι, στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται πουθενά ο όρος θρησκεία, ούτε φαίνεται από το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού να υπήρχε ως στόχος η ίδρυση μιας νέας θρησκείας! Αντίθετα, οι ευαγγελικές περιγραφές (Ματθαίος, 5, 17-18) δείχνουν μια συμπεριφορά και ομιλία πιστού Ιουδαίου: «Μην νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον και τους προφήτας, ούκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι» (πληρώ = εκπληρώ, συμπληρώνω). Επίσης, το περιγραφόμενο σε Ευαγγέλιο περιστατικό της εκδίωξης των εμπόρων από τη συναγωγή δείχνει, αν πράγματι συνέβη, ότι στόχος του ευαγγελικού Ιησού ήταν η κάθαρση και ανάδειξη της ιουδαϊκής θρησκείας και όχι η υποκατάστασή της.

Με τέτοιες αντιφάσεις και ελλείψεις στα Ευαγγέλια φαίνεται λογικό να σμικρύνεται η σημασία τους από τους θεολόγους που αναφέρθηκε στην αρχή και να προτάσσονται αντ' αυτών η «αποκαλυπτική» αλήθεια και οι αποφάσεις των Συνόδων, δηλαδή ό,τι βολεύει σε κάθε εποχή και κάθε συγκυρία.

Η εκτροπή των εξελίξεων από μια συνήθη ιουδαϊκή διδασκαλία προς μια νέα θρησκεία, αφενός με σύμπτυξη στοιχείων (συγκρητισμός) από την εβραϊκή, από το ελληνικό δωδεκάθεο και από διάφορες εθνικές θρησκείες στο χώρο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της εκείθεν Ανατολής (Μίθρας, Άττις, Όσιρις κλπ), αφετέρου με καθιέρωση απλοϊκών διαδικασιών για εύκολη μετάνοια ύστερα από κάθε μορφής αμαρτίες (μέχρι και δολοφονίες), έγκαιρη επίγεια συγχώρεση (των πιστών) και ελπίδες για ατομική κατάκτηση της «μετά θάνατον ζωής», φαίνεται ότι έγινε από τον Απόστολο Παύλο, διάφορους οπαδούς και από μαθητές τού Ιησού -σε αντιπαράθεση με τον Απόστολο Πέτρο- οι οποίοι με τη δράση και το κήρυγμά τους ανύψωσαν τον ευαγγελικό Ιησού στη θέση τού ιδρυτή και ηγέτη. Η διδασκαλία του Ιησού και των μαθητών του που κωδικοποιήθηκε στην «Καινή Διαθήκη», αναγνωρίστηκε ως επίσημη κρατική θρησκεία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία από τον Κωνσταντίνο (Aurelius Constantinus Flavius Valerius, 272-337) και επεβλήθη ως αποκλειστική από τον Θεοδόσιο (Flavius Theodosius Ι, 347-395).

Ο χριστιανισμός, η θρησκεία που αναγνωρίζει ως ιδρυτή της τον, ίσως και ανύπαρκτο, Ιησού Χριστό, αποτελεί το τέκνο της σύγκρουσης μεταξύ, αφενός του ανατολίτικου μεταφυσικού μυστικισμού και αφετέρου του ελληνικού ορθολογικού ανθρωποκεντρισμού. ο μεταφυσικός μυστικισμός, έκδηλος στο μονοθεϊστικό αλλά τριαδικό χαρακτήρα της χριστιανικής θρησκείας, επικράτησε σ' αυτή τη σύγκρουση, αφενός με τη δυναμική υποστήριξη των ρωμαϊκών μισθοφορικών στρατευμάτων και αφετέρου με την καταπίεση, αποσιώπηση και, σε πολλές περιπτώσεις, διαστρέβλωση της φιλοσοφίας του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού.

Αποτέλεσμα ήταν να χρειασθεί να φθάσει η ανθρωπότητα στον Kαρτέσιο (Rene Descartes, 1596-1650) για να ανακαλύψει εκ νέου τον χαμένο ορθολογισμό, ο οποίος φαινόταν να έχει εκλείψει με την παρακμή της ελληνικής Αρχαιότητας.

Βλέπε επίσης εδώ κι εδώ και έναν ακόμα προβληματισμό εδώ! Επίσης την κατάθεση του θεολόγου καθηγητή πανεπ. Μπέγζου εδώ!


Δεκτή οποιαδήποτε διορθωτική, βελτιωτική, απορριπτική ή επαινετική παρατήρηση!
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

13 December 2006

Η σερενάτα και η συμφωνία Haffner

Οι σερενάτες του Mozart γράφτηκαν με αφορμή γεγονότα στενά συνδεδεμένα με την κοινωνική ζωή του Salzburg. Ξεπερνάνε όμως χρονικά αυτά τα γεγονότα αλλά και τις διάφορες ποιοτικά ανάλογες δημιουργίες σύγχρονων μουσικών με το μεγάλο συνθέτη, όπως του Michael Haydn (νεώτερος αδελφός του Joseph), Anton Adlgasser, Joseph Hafeneder κ.ά. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι αυτές οι σερενάτες βρίσκονται στο ρεπερτόριο μουσικών συνόλων, ακόμα και τον 21ο αιώνα.

Σχεδόν όλες οι σερενάτες του Mozart έχουν γραφτεί στην κλίμακα ντο ματζόρε, μία κλίμακα που «ακτινοβολεί» και προσδίδει εορταστική λάμψη. Οι σερενάτες δεν έχουν σταθερή δομή και συγκεκριμένο αριθμό μερών, τα χαρακτηριστικά τους μεταβάλλονται κατά περίπτωση και ανάλογα με το εορταστικό γεγονός που αποτέλεσε αφορμή για τη σύνθεσή τους.

Οι συνθέσεις αυτού του είδους είχαν στη μουσική πρακτική εκείνης της εποχής και το νόημα της δοκιμής κάποιων μοτίβων, κάποιων συνδυασμών οργάνων κτλ. Έτσι, πετυχημένες σερενάτες μετατρέπονταν σχετικά εύκολα σε τριμερείς ή τετραμερείς συμφωνίες, μετά από αφαίρεση των εμβατηρίων και μερών σουίτας και με ταυτόχρονη προσθήκη στο μουσικό σύνολο ενός ζεύγους τυμπάνων, ίσως και κάποιου χάλκινου πνευστού. Ο Mozart αναφέρει σε επιστολές του ότι αρκετές συμφωνίες του τις είχε δοκιμάσει προηγουμένως ως σερενάτες για εορταστικά γεγονότα. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά, ακόμα και στη βιβλιογραφία, συγχέονται η σερενάτα Haffner (KV 250) με την ομώνυμη συμφωνία, οι οποίες όμως δεν σχετίζονται άμεσα, παρά μόνο με το γεγονός ότι έχουν αφιερωθεί σε μέλη της ίδιας οικογένειας.
 

Ακόμα και σήμερα υπάρχει στο Salzburg μία οδός που φέρει το όνομα αυτής της οικογένειας, η Siegmund-Haffner-Gasse. Ο Siegmund Haffner (πατέρας), επιχειρηματίας και έμπορος, ήταν, εκτός από δήμαρχος (1768-1772) της πόλης, κάτοχος πολλών τιμητικών θέσεων στην πολιτική και κοινωνική ζωή του Salzburg. Ο γιος του, Siegmund Haffner ο νεώτερος που γεννήθηκε το ίδιο έτος με τον Mozart (1756) αλλά πέθανε πριν από αυτόν σε ηλικία 31 ετών, είχε επίσης σημαντική κοινωφελή και φιλανθρωπική δράση στην πόλη - φυσικά με τα χρήματα του πατέρα του. Η επονομαζόμενη «σερενάτα Haffner», μία οκταμερής σύνθεση με ακραία μέρη allegro και adagio-allegro assai, δύο andante, τρία menuetto και ένα rondo, έχει γραφτεί όμως για τη θυγατέρα Marie Elisabeth Haffner, όταν αυτή παντρεύτηκε τον Ιούλιο του 1776.

Το κοινωνικό γεγονός του γάμου και το καλλιτεχνικό της εκτέλεσης του έργου έχει καταγραφεί σε μία επιστολή του αυλικού συμβούλου von Schiedenhofen και γι' αυτό γνωρίζουμε σήμερα ακόμα λεπτομέρειες: «Μετά το φαγητό πήγα στη γαμήλια συναυλία που αφιέρωσε ο νεαρός Haffner στην αδελφή του Liserl (βαυαρικό-αυστριακό υποκοριστικό για το όνομα Elisabeth). Ήταν μία σύνθεση του Mozart και εκτελέστηκε στον κήπο της βίλας στο Lorto»



Αυτή η βίλα σώζεται ακόμα στο Salzburg και αποτελεί τόπο επισκέψεως τουριστών. Ιδιαίτερη εντύπωση σ' αυτό το έργο προκαλούν, μεταξύ άλλων, τα σολιστικά κομμάτια για βιολί. Προφανώς, ο Mozart έδειξε ιδιαίτερο ζήλο στη σύνθεση αυτών των κομματιών, γιατί ήταν ο ίδιος ο σολίστας του βιολιού στην πρώτη εκτέλεσή τους στο Lorto. Η υπέροχα γλυκιά μουσική αυτής της σερενάτας, ιδιαίτερα το πρώτο andante, οδήγησε τον Mozart να προχωρήσει και σε μία συμφωνική παραλλαγή της, η οποία δεν φαίνεται να διασώθηκε στο πρωτότυπο και μόνο κατ' εκτίμηση μπορεί να εκτελεστεί σήμερα.

Η λεγόμενη «συμφωνία Haffner» (KV 385, τετραμερής συμφωνία υπ' αριθμόν 35 στον κατάλογο του συνθέτη), ένα επίσης υπέροχο μουσικό έργο, το οποίο είχε αρχικά τη μορφή σερενάτας, γράφτηκε έξι χρόνια αργότερα, το 1782, όταν ο Mozart είχε εγκατασταθεί ήδη στη Βιέννη. Αφορμή για την παραγγελία αυτού του έργου ήταν οι εορταστικές εκδηλώσεις για την απονομή στο γιο Haffner του πρώτου βαθμού ευγενείας. 

 
Ενώ στις εορταστικές εκδηλώσεις του Salzburg εκτελέστηκε η σύνθεση με τη μορφή σερενάτας (η παρτιτούρα δεν βρέθηκε όμως ποτέ), στη Βιέννη απoτέλεσε με τη μορφή συμφωνίας το πρώτο έργο μίας συναυλίας (ακαδημία, Μάρτιος 1783) του Mozart, στην οποία παρευρέθη και ο αυτοκράτορας. Γράφει ο συνθέτης ενθουσιασμένος στον πατέρα του: «Το θέατρο ήταν απίθανα γεμάτο και όλα τα θεωρεία ήταν κατειλημμένα. Το καλύτερο όμως ήταν ότι βρισκόταν εκεί και η Μεγαλειότητά Του, ο Αυτοκράτωρ. Πόσο ευχαριστημένος ήταν και πόσο δυνατό χειροκρότημα μου χάρισε! ...» Στη συνέχεια καταγράφει τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε.
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos