22 December 2010

Ελληνιστές και Έλληνες

(του Παντελή Μπουκάλα, Καθημερινή, 22/12/2010)

Η Ζακλίν ντε Ρομιγύ, ο Ζαν-Πιερ Βερνάν, ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ... Και άλλοι, παλαιότεροί τους αλλά και νεότεροι, ζώντες. Στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, την Ιταλία, κι όπου αλλού. Όσοι μελέτησαν, και συνεχίζουν να μελετούν, τα ελληνικά γράμματα, και όχι μόνο τα αρχαία, οπότε πρέπει να προσθέσουμε στον κατάλογο και τον Κλωντ Φωριέλ, τον πρώτο που δημοσίευσε συλλογή με δημοτικά μας τραγούδια.

Και είναι μακρότατος ο κατάλογος αυτός. Το διαπιστώνουμε όποτε ρίχνουμε μια ματιά στη βιβλιογραφία που παρατίθεται σε οποιοδήποτε αρχαιογνωστικό έργο, ειδικού ενδιαφέροντος ή γενικότερου: πλεονάζουν εκεί τα ονόματα των ξένων ελληνιστών και ακολουθούν από μεγάλη απόσταση τα ονόματα των Ελλήνων.

Η τύφλωση του Πολύφημου

Οφείλουμε λοιπόν να αναγνωρίσουμε, αν μας το επιτρέπει η ομφαλοσκοπική εμμονή μας, ότι πάρα πολλά απ’ όσα γνωρίζουμε για τους Αρχαίους, ή τέλος πάντων απ’ όσα θα μπορούσαμε να μάθουμε αν το ενδιαφέρον μας δεν ναυαγούσε στα ρηχά της συναισθηματικής ρητορικής, τα χρωστάμε σε ξένους. Λογική μοιάζει πάντως η δυσαναλογία αυτή, κι όχι μόνο επειδή στη χώρα των καυχωμένων απογόνων είναι ακόμα πολύ μακριά η μέρα που θα έχει εκδοθεί όλο το σώμα της αρχαιοελληνικής γραμματείας.

Μετράει φυσικά και το ότι η γλώσσα μας είναι περιφερειακή, δεν ηγεμονεύει, κι όσα έργα γράφονται σε αυτήν, δοκιμιακά ή λογοτεχνικά, δύσκολα μεταφράζονται σε κάποια «ισχυρή» γλώσσα. Κι ωστόσο υπάρχει γερή αρχαιογνωστική παραγωγή από Ελληνες, φιλολόγους, ιστορικούς, μεταφραστές. Πάντοτε υπήρχε, με φωτεινά ονόματα, και δίνει και στις μέρες μας σπουδαίους καρπούς, κι ας βιαζόμαστε συχνά να ισχυριστούμε το αντίθετο, από αγνωσία ή προπέτεια, ή απλώς επειδή μάς παρασέρνει η συνήθεια του μουρμουρητού και της ισοπεδωτικής κλάψας.

Πώς αγαπήσαμε ωστόσο, πώς αγαπάμε, με τι ζύγια μετράμε τη Ρομιγύ, τον Βερνάν ή οποιονδήποτε άλλον ξένον ελληνιστή που παθιάζεται για την αρχαιότητα χωρίς να αποστρέφει τα μάτια του από την τωρινή Ελλάδα; Διαβάζουμε άραγε τα βιβλία τους για να μάθουμε, να ψυχαγωγηθούμε και να παιδαγωγηθούμε, ανταποκρινόμενοι έτσι στον δικό τους κόπο με τον δικό μας, έστω κατά πολύ μικρότερο; Εκμεταλλευόμαστε τους δρόμους που ανοίγουν και τις μεθόδους που μας προσφέρουν για να γνωρίσουμε λίγο βαθύτερα την ιστορία μας, αφτιασίδωτη από τις εξιδανικεύσεις; Ή μήπως μένουμε στον τίτλο, στο εξώφυλλο, δηλαδή καταναλώνουμε απλώς τη φήμη που συνοδεύει όσους ελληνιστές γίνονται διάσημοι και αφήνουμε «για αργότερα» το διάβασμα; Μήπως αυτό που τρώει το μυαλό μας είναι να χρησιμοποιήσουμε τα έργα των ελληνιστών μας (ή τις αγαπητικές ή δοξαστικές δηλώσεις τους για την Ελλάδα, που είναι ευκολότερα διαχειρίσιμες) σαν πιστοποιητικά όχι τόσο της προγονικής λάμψης, όσο της κληρονομημένης αίγλης ημών των επιγόνων;

21 December 2010

Άστοχοι παραλληλισμοί

Οι Ταλιμπάν είναι εδώ

(του Σήφη Πολυμίλη, ΒΗΜΑ, 21/12/2010)


Όλα τα 'χαμε σ' αυτήν την ταλαίπωρη χώρα οι Ταλιμπάν μας έλειπαν... Ακολουθώντας τα βήματα των οπαδών του Προφήτη, οι δικοί μας «αγανακτισμένοι» προφήτες της εξέγερσης άρχισαν κι αυτοί τις προγραφές, στοχοποιώντας όσους έχουν αντίθετη γνώμη με τη δική τους ή έχουν το... θράσος να ασχολούνται με θέματα ταμπού για ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας, όπως είναι η βία και η τρομοκρατία. Γέμισαν λοιπόν την Αθήνα με αφίσες για «αλήτες, ρουφιάνους δημοσιογράφους» και φωτογραφίες πολιτικών που ψήφισαν το μνημόνιο. Όχι βέβαια για να εκδηλώσουν τη —θεμιτή— διαφωνία τους γι' αυτά που γράφουν ή γι' αυτά που ψηφίζουν, αλλά για να τους κάνουν εύκολο στόχο σε κάθε λογής ανεγκέφαλους. Κι όλα αυτά λίγες μέρες μόνο μετά την επίθεση στον Κ. Χατζηδάκη που τόλμησε να βγει στον δρόμο τη μέρα της διαδήλωσης...

Είναι αυτονόητο ότι δημοσιογράφοι και πολιτικοί δεν είναι στο απυρόβλητο γι' αυτά που γράφουν, που λένε ή που ψηφίζουν. Σε μια κοινωνία που σέβεται τον διάλογο ο καθένας έχει το δικαίωμα να διαφωνεί με τον οποιονδήποτε, ακόμα και με ακραίες εκφράσεις αν θέλετε. Εδώ όμως δεν έχουμε να κάνουμε με την έκφραση μιας διαφορετικής άποψης, αλλά με μια προφανέστατη στοχοποίηση στα πρότυπα των Ταλιμπάν, αλλά και των πιο σκοτεινών ημερών της πρόσφατης ιστορίας μας. Φωτογραφίζονται συγκεκριμένα πρόσωπα ώστε να είναι σε κάθε ευκαιρία στόχος όσων έχουν ταυτίσει τη διαφωνία και την αμφισβήτηση με τη βία.


Σε μια χώρα όπου οι αυτόκλητοι τιμωροί, με ή χωρίς κουμπούρια, θεωρούνται λίγο πολύ ως οι γνήσιοι εκφραστές της λαϊκής αγανάκτησης και η βία σε όλες τις μορφές της αποτελεί προσφιλή μέθοδο... αντιπαράθεσης, καταλαβαίνει κανείς πού μπορεί να οδηγήσουν αυτές οι αφίσες του φόβου. Αλλά ακόμα κι αν δεχθούμε την αθωότερη εκδοχή, έχουμε να κάνουμε με μια καθαρή επιχείρηση τρομοκράτησης δημοσιογράφων και πολιτικών για να σταματήσουν να ασχολούνται με όσα ενοχλούν τους «αγανακτισμένους» πολίτες.

Αν σε μια κοινωνία που —δικαίως ή αδίκως, είναι άλλη συζήτηση— περισσεύουν η οργή και η αγανάκτηση καταφέρουμε και ταυτίσουμε τη διαφωνία με την τρομοκρατία και τη βία, το αύριο προδιαγράφεται σκοτεινό και αβέβαιο. Κι όχι μόνο γι' αυτούς που στοχοποιούνται, αλλά για όλους μας.
Ο κ. Πολυμίλης προτείνει να περιμένουμε σαν τα πρόβατα να λειτουργήσει ο διαβρωμένος δικαστικός μηχανισμός, ώστε να διαπιστωθεί οριστικά ότι ο Τσοχατζόπουλος και ο Μαντέλης, ο Εφραίμ και τα καλόπαιδα της Ν.Δ. απαλλάσσονται, επειδή παραγράφηκαν τα αδικήματά τους, επειδή δεν είχε προβλεφτεί στο νόμο η τάδε ή η άλλη περίπτωση κ.ο.κ. Αλλά στο μέλλον, θα λένε πάλι όλοι μαζί, δεν θα ξεφεύγει κανείς, γιατί με ένα νέο νόμο που θα ψηφιστεί σύντομα... Πόσες φορές τα ακούσαμε αυτά; Η ατιμωρησία για τους χουντικούς και τους παρατρεχάμενους οδήγησε στη δράση της 17Ν, να δούμε τώρα πόσες οργανώσεις θα ξεπεταχτούν... Και δεν θα δέρνουν πλέον, δικαίους και αδίκους, θα δολοφονούν αδιάκριτα όποιον βρουν στο δρόμο τους!

Πάπας: Η παιδοφιλία το ’70 δεν ήταν απόλυτα κακό!!!

Μια απίστευτη δήλωση

Οργή έχει προκαλέσει η δήλωσε του Πάπα Βενέδικτου ο οποίος είπε πως η παιδοφιλία τη δεκαετία του ’70 δεν ήταν πράξη απόλυτα μεμπτή.

Πιο αναλυτικά, ο Ποντίφικας ζήτησε το θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από καθολικούς ιερείς να εξεταστεί μέσα από διάφορους παράγοντες όπως πώς ήταν η κοινωνία τότε.
Σημείωσε μεταξύ των άλλων, κατά τη διάρκεια ομιλίας του προς τους καρδιναλίους του Βατικανού, πως οι αποκαλύψεις για περιστατικά παιδεραστίας στην καθολική εκκλησία οδήγησαν την εκκλησία σε «εξευτελισμό».
«Πρέπει να αναρωτηθούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να διορθώσουμε όσο μπορούμε τη ζημιά που έγινε, να διορθώσουμε όσο είναι δυνατόν τις αδικίες που συνέβησαν. Πρέπει να αναρωτηθούμε τι πήγε λάθος στο μήνυμά μας, σε ολόκληρο τον τρόπο με τον οποίο εναρμονιζόμαστε με την χριστιανική ζωή, που επέτρεψε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα» σημείωσε.
Ο Πάπας στο παρελθόν παραδέχτηκε πως το σκάνδαλο προήλθε από αμαρτήματα μέσα από την εκκλησία και ότι θα πρέπει να αποζημιωθούν τα θύματα. Οι πρώτες καταγγελίες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας έγιναν το 2002 στις Ηνωμένες Πολιτείες ενώ οκτώ χρόνια μετά χιλιάδες σκάνδαλα τέτοιου είδους κλόνισαν την καθολική εκκλησία.
Στο εξής το Βατικανό, όταν δεχτεί μια τέτοια καταγγελία καθαιρεί τον εκάστοτε ιερωμένο άμεσα ενώ τα θύματα ζητούν από την πλευρά της και η εκκλησία να μηνύσει τους παιδόφιλους ιερείς. «Γνωρίζουμε την ιδιαίτερη βαρύτητα αυτής της αμαρτίας που διέπραξαν ιερείς και τη δική μας ευθύνη» κατέληξε ο Ποντίφικας προσθέτοντας ότι θα πρέπει να εξεταστούν με τα δεδομένα της εποχής.
Υποψιάζομαι ότι θα κρύβει κάτι σκελετούς στο υπόγειό του και φοβάται ότι θα βγουν σύντομα στη δημοσιότητα!

20 December 2010

Ο Λαβουαζιέ και το "φλογιστόν"

(του καθηγ. Χάρη Βάρβογλη, ΒΗΜΑ, 12/12/2010)

Στις αρχές του 18ου αιώνα ο γερμανός χημικός Σταλ υπέθετε την ύπαρξη ενός ρευστού, του φλογιστού, το οποίο αποβάλλεται υπό μορφή φλόγας όταν καίγεται ένα σώμα. Στα τέλη του ίδιου αιώνα ο Γάλλος χημικός Λαβουαζιέ έδειξε με ένα πείραμα εκπληκτικής απλότητας αλλά και αξιοπρόσεκτης δεξιοτεχνίας ότι τέτοιο ρευστό δεν υπάρχει και ότι κατά την καύση δεν αποβάλλεται κάποιο στοιχείο αλλά προσλαμβάνεται οξυγόνο.

Το φλογιστόν του Σταλ

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η φωτιά μετά το χώμα, το νερό και τον αέρα, ήταν το τέταρτο βασικό στοιχείο της φύσης. Ολα τα σώματα, ξύλα, πέτρες, μέταλλα, αποτελούνται από μείγμα των τεσσάρων αυτών στοιχείων σε διαφορετικές αναλογίες. Την ιδέα αυτή ανέπτυξε σε μια ολοκληρωμένη θεωρία ο Γερμανός χημικός Γκέοργκ Σταλ (Georg Εrnst Stahl). Σύμφωνα με αυτόν, το φλογιστόν είναι μια αβαρής ουσία που περιέχεται σε όλα τα εύφλεκτα σώματα, όπως π.χ. το ξύλο και το κάρβουνο, αλλά και γενικά σε όλα τα σώματα που μπορεί να οξειδωθούν, όπως για παράδειγμα τα μέταλλα. 

Αν τα σώματα αυτά θερμανθούν, το φλογιστόν διαφεύγει και απομένει η υπόλοιπη ύλη που συναποτελούσε το σώμα, δηλαδή η στάχτη στην περίπτωση του ξύλου ή το οξείδιο στην περίπτωση του μετάλλου. Αν θερμάνουμε το οξείδιο μαζί με κάρβουνο, μέρος του φλογιστού που περιέχεται στο κάρβουνο απορροφάται από το οξείδιο, οπότε προκύπτει και πάλι το καθαρό μέταλλο. 


Ο ευκολότερος τρόπος για να ελεγχθεί αυτή η υπόθεση είναι η μέτρηση της μάζας ενός σώματος με και χωρίς το φλογιστόν. Στην περίπτωση των μετάλλων, για παράδειγμα, η οξείδωση μιας ποσότητας μετάλλου θα έπρεπε να δώσει ίση ποσότητα οξειδίου. Ο Γάλλος χημικός Λαβουαζιέ (Αntoine Laurent Lavoisier) απέδειξε ότι το οξείδιο έχει μεγαλύτερη μάζα από το μέταλλο, οπότε η μόνη περίπτωση να ισχύει η υπόθεση του φλογιστού ήταν αυτό να έχει αρνητική μάζα. Επειδή αρνητική μάζα είναι κάτι μη συμβατό με την υπόλοιπη Φυσική, η υπόθεση του φλογιστού εγκαταλείφθηκε.

Όταν μίλησε ο κώδων!

Στα πειράματά του ο Λαβουαζιέ ζύγιζε τις ουσίες που ήθελε να κάψει, συνήθως φωσφόρο ή θειάφι, με ακρίβεια χιλιοστού του γραμμαρίου, με τη βοήθεια μιας ζυγαριάς ακριβείας που είχε κατασκευάσει ο ίδιος. Στη συνέχεια κάλυπτε τις ουσίες αεροστεγώς με έναν γυάλινο κώδωνα και τις θέρμαινε με τη βοήθεια του ηλιακού φωτός, το οποίο συγκέντρωνε πάνω τους χρησιμοποιώντας κοίλα κάτοπτρα. Τέλος, ζύγιζε τα προϊόντα της καύσης ή της οξείδωσης και συνέκρινε το βάρος τους με το βάρος των αρχικών ουσιών. 

Με τον τρόπο αυτόν διαπίστωσε ότι το βάρος των προϊόντων ήταν μεγαλύτερο από το βάρος των πρώτων υλών, αλλά η διαφορά αυτή ήταν ίση με τη μείωση του βάρους του αέρα που βρισκόταν κάτω από τον κώδωνα! Ετσι το συνολικό βάρος της διάταξης παρέμενε σταθερό. Κατέληξε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι ο φωσφόρος και το θείο δεν έχαναν φλογιστόν, όταν καίγονταν, αλλά αντίθετα απορροφούσαν ένα μέρος του αέρα. Σήμερα ξέρουμε ότι αυτό το μέρος του ατμοσφαιρικού αέρα είναι το οξυγόνο.

Έδειξε τον ρόλο του οξυγόνου

Για να αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία αυτό το συμπέρασμα, ο Λαβουαζιέ εκτέλεσε ένα πιο πολύπλοκο πείραμα. Τοποθέτησε σε μια συσκευή παρόμοια με αυτήν των προηγούμενων πειραμάτων μια ποσότητα υδραργύρου και τη θέρμανε. Διαπίστωσε ότι ο αέρας στο δοχείο μειώθηκε ενώ στην επιφάνεια του υδραργύρου εμφανίστηκε μια κόκκινη ουσία, η οποία σήμερα γνωρίζουμε ότι είναι οξείδιο του υδραργύρου, (ΗgΟ). Παράλληλα διαπίστωσε ότι ο αέρας που είχε απομείνει στη συσκευή δεν ευνοούσε την καύση αλλά δεν ήταν και διοξείδιο του άνθρακα. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ήταν άζωτο, το οποίο απομένει από τον ατμοσφαιρικό αέρα αν αφαιρέσουμε το οξυγόνο. 

Στη συνέχεια πήρε την κόκκινη ουσία, τη ζύγισε μαζί με τον υδράργυρο που είχε απομείνει, την τοποθέτησε σε μια άλλη συσκευή αυτής της μορφής και τη θέρμανε. Το αποτέλεσμα ήταν ότι παρήχθη τόσος υδράργυρος όσος είχε χαθεί στο πρώτο σκέλος του πειράματος, καθώς και ένα αέριο σε τόση ακριβώς ποσότητα όση είχε χαθεί στην ίδια διαδικασία. Το αέριο αυτό διαπίστωσε ότι ευνοούσε την καύση, ήταν δηλαδή οξυγόνο. Ετσι αποδείχθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι αυτό που οι προγενέστεροι χημικοί αποκαλούσαν φλογιστόν δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η απουσία οξυγόνου. Οταν ο υδράργυρος οξειδώθηκε δεν έχασε φλογιστόν αλλά προσέλαβε οξυγόνο και όταν το οξείδιο ανήχθη σε καθαρό μέταλλο δεν προσέλαβε φλογιστόν αλλά απέβαλε οξυγόνο.

Τα όργανα του εργαστηρίου του Λαβουαζιέ. Σε πρώτο πλάνο οι 
γυάλινοι κώδωνες, σε δεύτερο οι ζυγαριές και σε τρίτο τα κάτοπτρα

Μετά την κατάρριψη της θεωρίας του φλογιστού του Σταλ, η φύση της θερμότητας εξακολουθούσε να διαφεύγει από την αντίληψη των επιστημόνων της εποχής. Ετσι ο Λαβουαζιέ οδηγήθηκε στην υπόθεση του θερμιδικού (calorique), ενός άλλου αβαρούς ρευστού, η παρουσία του οποίου σε ένα σώμα το κάνει να θερμαίνεται. 

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η θερμότητα ενός σώματος δεν οφείλεται στην παρουσία θερμιδικού αλλά στην άτακτη κινητική ενέργεια των ατόμων και μορίων της ύλης. Ο Λαβουαζιέ δεν μπόρεσε να ελέγξει, με τη μεθοδικότητα και την επινοητικότητα που τον διέκρινε, την αλήθεια αυτής της υπόθεσής του, επειδή καρατομήθηκε κατά την εποχή της τρομοκρατίας που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση.

Χημεία και γκιλοτίνα

Το περιστατικό αυτό αξίζει να αναφερθεί με κάποια λεπτομέρεια. Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση ο Μαρά (Jean-Ρaul Μarat), ένας γάλλος δημοσιογράφος και επίδοξος χημικός, είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο σχετικό με τον «ζωικό μαγνητισμό». Με βάση αυτή τη δημοσίευση είχε υποβάλει υποψηφιότητα για τη Γαλλική Ακαδημία Επιστημών. Εισηγητής για την εκλογή αυτή είχε ορισθεί ο Λαβουαζιέ, ο οποίος έκανε σκληρή κριτική στις ιδέες του νεαρού Μαρά, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η υποψηφιότητα του τελευταίου. 

Ο Μαρά δεν ξέχασε αυτό το επεισόδιο και άρχισε να πολεμάει τον Λαβουαζιέ από τις στήλες της εφημερίδας που είχε αρχίσει να εκδίδει μετά την επιτυχία της Γαλλικής Επανάστασης. Τον κατηγορούσε ότι «εμπόδιζε την ανανέωση του αέρα στο Παρίσι» και ότι «νόθευε τον καπνό που αγόραζαν οι γάλλοι πολίτες». Οι κατηγορίες ήταν προφανώς γελοίες, αυτό όμως δεν εμπόδισε το επαναστατικό δικαστήριο να καταδικάσει τον Λαβουζιέ, έπειτα από σύντομη διαδικασία, σε αποκεφαλισμό. Ενας μάλιστα από τους δικαστές είπε ότι «η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιστήμονες». 

Ύστερα από ενάμιση χρόνο η γαλλική κυβέρνηση αποκατέστησε τη μνήμη του μεγάλου επιστήμονα, ανακαλώντας όλες τις κατηγορίες. Οπως όμως είχε πει ο μεγάλος γαλλο-ιταλός μαθηματικός Λαγκράνζ (Joseph Louis Lagrange) «χρειάστηκε μόλις μια στιγμή για να του κόψουν το κεφάλι, αλλά η Γαλλία δεν θα μπορέσει να βρει ένα άλλο της ίδιας αξίας σε έναν αιώνα».

18 December 2010

Σε τι χρειάζομαι ένα θεό; (4)

Irene Nickel, 57 ετών, Braunschweig, έγγαμη με 2 γιους

(Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή >>>, η απόδοση του
αρχικού κειμένου γίνεται ελεύθερα και με περικοπές!)

Σπούδασα Μαθηματικά και στη συνέχεια εργάστηκα ως προγραμματίστρια ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι γονείς μου ήταν προτεστάντες-λουθεριανοί, αλλά όχι ιδιαίτερα πιστοί. Πηγαίναμε στην εκκλησία τα Χριστούγεννα, όχι τις συνήθεις Κυριακές. Στο σπίτι είχαμε ελάχιστες θρησκευτικές συζητήσεις, περισσότερη επαφή απέκτησα στο σχολείο και στο κατηχητικό.

Όταν σκέφτομαι πίσω, βλέπω ότι είχα καλή σχέση με τη χριστιανική πίστη. Επειδή αισθανόμουν ότι οι γονείς και οι φίλες δεν με καταλάβαιναν, έβρισκα στήριγμα στο θεό που τον θεωρούσα κοντά μου. Με την πάροδο του χρόνου βελτιώθηκαν οι σχέσεις με τους/τις συνομηλίκους μου και νομίζω ότι μειώθηκε το ενδιαφέρον μου για το θεό και τη θρησκεία.

Όταν πέρασε ο καιρός, στα εφηβικά μου χρόνια, αντιμετώπισα τις σκοτεινές πλευρές της θρησκείας. Στο εκκλησιαστικό κήρυγμά του ο παπάς προσπαθούσε να προκαλέσει στους ανθρώπους αισθήματα ενοχής κι εγώ το έπαιρνα αυτό προσωπικά. Όταν έκανα κάποια «αμαρτία» θα με τιμωρούσε ο «θεός της αγάπης» με αιώνια βασανιστήρια! Κάθε φορά που τσακωνόμουνα με τον πατέρα μου (π.χ. έξυνα τα σπυράκια στο πρόσωπο), αισθανόμουν ένοχη και αμαρτωλή, λόγω ανυπακοής… Τότε με στεναχωρούσαν αυτά, τώρα τα θεωρώ γελοία και που τα σκέφτομαι!

Όποτε είχα διαφορετική άποψη από τον πατέρα μου, δεν τολμούσα να την αναφέρω, γιατί ήταν «αμαρτία» να διαφωνείς με τους γονείς σου. Έτσι προέκυπτε μια πειθαρχημένη ομάδα, με τον πατέρα αυθαίρετο ηγέτη.

Πιστεύω ότι η θρησκεία που δημιουργεί τέτοιες συμπεριφορές, προκαλεί ζημιά στους ανθρώπους. Δεν ήταν όλοι οι ευαγγελικοί κληρικοί όπως ο δικός μας, ξέρω σήμερα ότι βγαίνουν στη δημοσιότητα αρκετοί ανανεωτικοί που δεν συμφωνούν να συμπεριφέρεται η εκκλησία σαν μηχανισμός επιβολής και πειθαρχήσεως. Οι περισσότεροι ιερωμένοι ήταν και είναι, πάντως, της αυταρχικής κατηγορίας.

Όταν έπαψα να πιστεύω στις θρησκευτικές ιστορίες και τις ηθικολογίες των παπάδων, δεν ήθελα να ασχοληθώ πια με αυτά τα πράγματα και να πηγαίνω στην εκκλησία. Δεν είπα όμως στους γονείς και στον κληρικό της ενορίας τον πραγματικό λόγο, αλλά μόνο ότι ήθελα να διαβάζω για να πάρω στο απολυτήριο καλούς βαθμούς.

Μετά από περίπου 2 χρόνια, έφτασε η στιγμή της γνωστοποίησης. Όταν μια φορά άκουσε ο πατέρας μου εντυπωσιασμένος τις απόψεις μου για κάποιο θέμα, με ρώτησε: «Δεν είσαι χριστιανή;». Του απάντησα ευθέως «Όχι!». Έμεινε αρχικά άφωνος γιατί δεν περίμενε τέτοια απάντηση, οπότε μου είπε: «Τότε δεν είσαι παιδί μου!». «Ωραία», ανταπάντησα εγώ με πείσμα, «τότε δεν είμαι!»

Ο πατέρας μου εξοργίστηκε πολύ και έκτοτε με απέφευγε, έβγαινε από κάθε δωμάτιο του σπιτιού, όταν έμπαινα εγώ. Η μητέρα μου στριφογύριζε και προσπαθούσε να μεσολαβήσει… Για να επέλθει ηρεμία υποσχέθηκα στη μητέρα μου ότι θα ξανασκεφτώ τη σχέση μου με τη θρησκεία και αυτή το μετέφερε στον πατέρα μου.

Μετά από καιρό, κάποια στιγμή με ρώτησε ο πατέρας μου αν ξανασκέφτηκα το θέμα. Του απάντησα ότι το ξανασκέφτηκα και κατέληξα στο ίδιο συμπέρασμα και ότι δεν ενδιαφέρομαι να συζητάω πια γι’ αυτό. Έτσι έπαψε να υπάρχει πρόβλημα, αφού εγώ και ο πατέρας μου είχαμε σαφή σύνορα και η μητέρα μου πάντα βρισκόταν ανάμεσα για να μεσολαβεί.

Λίγο καιρό αργότερα, είπα στη μητέρα μου ότι θα ζητήσω να διαγραφώ πό την εκκλησία κι αυτή με συμβούλεψε να μην το κάνω ακόμα, μήπως εξοργιστεί ο πατέρας μου. Αρχικά την άκουσα, αλλά λίγο καιρό μετά πήγα και υπέβαλα αίτηση διαγραφής στο πρωτοδικείο.

Το 1984, λίγο καιρό πριν πεθάνει, μου είπε ο πατέρας μου ότι θέλει να προσευχηθεί για τη «σωτηρία» μου κι αν του το επιτρέπω. Του είπα ότι δεν με ενοχλεί και ότι το θεωρώ έκφραση της αγάπης του για μένα, αλλά δεν βλέπω να προκύψει κάτι αξιόλογο από τις προσευχές του. Στα τελευταία του είχε μάθει πλέον να ανέχεται διαφορετικές απόψεις μέσα στο σπίτι μας…

Στα χρόνια των σπουδών και της εργασίας κανείς δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τις θρησκευτικές αντιλήψεις μου και αν είμαι σε κάποια εκκλησία ή όχι. Ο σύζυγός μου δεν είχε διαγραφεί από την εκκλησία, αλλά ήταν αδιάφορος για όλα αυτά τα ζητήματα. Παντρευτήκαμε στο δημαρχείο και τα παιδιά μας δεν τα βαφτίσαμε. Οι συγγενείς δεν ήξεραν ότι έχω αποχωρήσει από την εκκλησία, αλλά δεν αναρωτήθηκαν, γιατί επιλέγω πολιτικές διαδικασίες, τουλάχιστον όχι μπροστά μου.

Οι περισσότεροι συνάδελφοι του άντρα μου έλεγαν ότι, όποιος φεύγει από την εκκλησία, το κάνει για να γλιτώσει τον εκκλησιαστικό φόρο. Ότι μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι λόγοι, ως προς την ίδια την εκκλησία και τη θρησκεία, δεν το είχαν σκεφτεί ποτέ.

Άφησα τον πρώτο γιο μου να παρακολουθήσει το μάθημα των θρησκευτικών, αφού συζήτησα με τη δασκάλα και διαπίστωσα ότι είναι μια σοβαρή γυναίκα. Όταν όμως ήρθε μια μέρα ο γιος μου και διηγήθηκε για τον μύθο με τη «θυσία του Αβραάμ» και πως ήθελε αυτός να σφάξει το γιο του και όλα αυτά τα ανατριχιαστικά, μίλησα πάλι με τη δασκάλα, η οποία μόλις τότε κατάλαβε, πόσο προβληματικό ήταν το περιεχόμενο αυτής της ιστορίας.

Στα 35 χρόνια μου δημοσίευσα το πρώτο κείμενό μου με κριτική στη θρησκεία. Προσπαθώντας να γράψω τέτοια άρθρα αναζητούσα εξηγήσεις για κάθε θέμα που προέκυπτε και κάθε εξήγηση έφερνε την επόμενη. Η κυριότερη ερώτηση ήταν, γιατί πρέπει να υποφέρουν αναίτια τόσοι άνθρωποι στον κόσμο; Αφού υπάρχει ένας παντοδύναμος θεός, ο οποίος αγαπάει τους ανθρώπους; Δεν έβρισκα καμία απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα και κατέληγα ότι αυτός ακριβώς ήταν ένας λόγος για την απόρριψη της πίστης στο άγνωστο.

Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο πράγμα που δίνει νόημα στη ζωή μου• μοναδικό νόημα είναι μια πετυχημένη ζωή. Και γι’ αυτό δεν χρειάζεται ένα μόνο πράγμα, επιτυχία στο σχολείο, στις σπουδές, σο επάγγελμα, στον αθλητισμό, στην οικογένεια… Δεν αρκούν μόνη η αγάπη με το σύζυγο, η αγάπη των παιδιών, η δραστηριοποίηση σε πολιτικές ομάδες, οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες… Πρέπει από όλα ή από πολλά να υπάρχει ένα μερίδιο επιτυχίας για να θεωρώ τη ζωή μου πετυχημένη.

Για το αν συμβαίνει αυτό στην πραγματικότητα, τώρα είναι νωρίς να το εκτιμήσω. Μπορεί να λέω ψέματα στον εαυτό μου. Το δεύτερο παιδί μου είχε προβλήματα υγείας και γι’ αυτό εγκατέλειψα το επάγγελμα. Αλλά στους άλλους τομείς βλέπω ότι υπάρχουν επιτυχίες και κατακτήσεις, ο πρώτος γιος μου είναι ένας αξιόλογος άνθρωπος, ο γάμος μου είναι πολύ καλός και οι δραστηριότητές μου σε πολιτικές ομάδες μου δίνει τη δυνατότητα να συναναστραφώ με πολλούς σημαντικούς ανθρώπους.

Γενικά, χωρίς τη θρησκεία έχω ζήσει καλύτερα παρά με αυτή. Κι όταν διαπιστώνω ότι είμαι γιακάποιο λόγο ανασφαλής, αυτό δεν σχετίζεται με το θεό και δεν θα άλλαζε, αν είχα άλλες απόψεις.

Τι αποτελεί στήριγμα στη ζωή μου; Όταν αισθάνομαι καλά, όλα μου δίνουν στήριγμα και όταν είμαι στα «κάτω μου», τότε βρίσκω στήριγμα στον άντρα μου, στην οικογένεια και στον εαυτό μου, ο οποίος μου λέει να συνεχίσω και να διαμορφώσω δημιουργικά τη ζωή μου.