06 November 2014

Αρνητής του Δαρβίνου μηνύει το πανεπιστήμιο που τον απέλυσε

«Οι δεινόσαυροι χάθηκαν στον Κατακλυσμό»

Newsroom ΔΟΛ, 6/11/2014

Ο Μαρκ Άρμιταζ είναι ένας Αμερικανός κυνηγός απολιθωμάτων που ισχυρίζεται ότι οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν στη βιβλική πλημμύρα πριν από περίπου 4.000 χρόνια. Επιμένει ότι οι ανορθόδοξες απόψεις του είναι συμβατές με το ακαδημαϊκό σύστημα, και μάλιστα κινείται δικαστικά εναντίον του πανεπιστημίου που τον απέλυσε.

Μέχρι τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Άρμιταζ ήταν ερευνητής στο τμήμα μικροσκοπίας του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Νόρθριτζ. Η κρίσιμη καμπή στην καριέρα του ήρθε εκείνο τον μήνα, όταν δημοσίευσε στην επιθεώρηση Acta Histochemica μια μελέτη σε απολιθώματα του δεινόσαυρου τρικεράτωπα. Ανέφερε τότε ότι είχε εντοπίσει στα οστά υπολείμματα μαλακών ιστών.

Αυτό όμως που δεν παρέθετε στη μελέτη του ήταν οι απόψεις του για τη σημασία της ανακάλυψης: η παρουσία μαλακών οστών δείχνει ότι οι δεινόσαυροι δεν μπορεί να εξαφανίστηκαν πριν από 65 εκατ. χρόνια, όπως θέλει η κρατούσα επιστημονική άποψη, αλλά πολύ πιο αργά, περίπου στη μινωική εποχή. Ο ίδιος μάλιστα παραδέχεται ότι έλεγε σε φοιτητές ότι τα απολιθώματα πρέπει να ήταν μόλις 4.000 ετών.

Μόλις δύο εβδομάδες μετά τη δημοσίευση, το πανεπιστήμιο τον απέλυσε. Ο Άρμιταζ και οι δικηγόροι του κατέθεσαν αγωγή υποστηρίζοντας ότι η απόλυση ήταν καταχρηστική και έχει σχέση με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του: προφανώς είχε πέσει θύμα συναδέλφων του, που δεν ανέχονταν να συνεργάζονται με έναν αρνητή του Δαρβίνου, ο οποίος μάλιστα κατάφερε να δημοσιεύσει τα ευρήματά του στον επιστημονικό Τύπο.

Στην αγωγή που κατέθεσε ο Άρμιταζ υποστηρίζει ότι ουδέποτε απέκρυψε ότι είναι οπαδός του λεγόμενου Δημιουργισμού, μιας ψευδοεπιστημονικής θεωρίας που αρνείται την Εξέλιξη και θέλει τη ζωή να είναι δημιούργημα του Θεού.

Αναφέρει μάλιστα πως, όταν έδωσε συνέντευξη για τη θέση εργασίας στο πανεπιστήμιο το 2009. δεν απέκρυψε τις περίεργες σπουδές του, με πτυχία από το χριστιανικό-φονταμενταλιστικό Liberty University στη Βιρτζίνια και από το Ινστιτούτο Έρευνας της Δημιουργίας.

Δεν έκρυψε, επίσης, ότι είχε δημοσιεύσει βιβλίο με τίτλο Η Ιησούς είναι σαν το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης.

Οι απόψεις του Άρμιταζ σίγουρα δεν ταιριάζουν στο περιβάλλον ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος. Το Πανεπιστήμιο, πάντως, αρνήθηκε να εξηγήσει στο δικτυακό τόπο του Nature τους λόγους της απόλυσης. 

Σύμφωνα όμως με το περιοδικό, ειδικοί στην εργατική νομοθεσία των ΗΠΑ θεωρούν απίθανο να δικαιωθεί ο ανορθόδοξος ερευνητής.

Στα δικαστήρια, εξάλλου, νικήθηκαν τρεις άλλοι αμερικανοί εργαζόμενοι που ισχυρίστηκαν τα τελευταία χρόνια ότι απολύθηκαν επειδή ήταν δημιουργιστές. Επρόκειτο για έναν δάσκαλο, έναν ακαδημαϊκό και έναν ερευνητή της NASA.



Ενα μη-χρηστικό λεξικό

του Πάσχου Μανδραβέλη, Καθημερινή, 5/11/2014


Τελικώς δεν θα χρησιμεύσει σε πολλούς το επονομαζόμενο «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» που παρουσίασε προχθές η Ακαδημία Αθηνών. Δεν είναι μόνο τα 48 ευρώ που πρέπει να δώσει κάποιος για να το αποκτήσει (για κάποιους το ποσό είναι ένα βδομαδιάτικο δουλειάς), αλλά και το βάρος του: ζυγίζει –ζωή να ’χει– 3,65 κιλά, «όσο ένα νεογέννητο βρέφος» όπως περηφανεύτηκε κατά τη συνέντευξη Tύπου ένας ακαδημαϊκός. Το ερώτημα είναι: σε μια εποχή διαρκούς κινητικότητας, ποιος θα κουβαλάει ένα «μωρό» 3,65 κιλών μαζί του για να δει την ορθή γραφή της λέξης «μπουζουκλερί»; Και ποιος θα μπει στη χρονοβόρο διαδικασία να ψάχνει μπρος πίσω τις σελίδες για να δει αν το «αβγό» γράφεται «αυγό» και αντιστρόφως; Σίγουρα όχι οι νέοι, οι οποίοι για λόγους ευκολίας –για να μην αλλάζουν σετ χαρακτήρων στα ηλεκτρονικά τους μηχανάκια– το γράφουν «αvgo» και ξεμπερδεύουν.



Τζάμπα, λοιπόν, πάνε τα δέκα χρόνια των ερευνητών που κόπιασαν για το εν λόγω μη-«Χρηστικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας». Δεν θα τρέξουν πολλοί να το αγοράσουν και πολλοί λιγότεροι θα ανατρέξουν για το συμβουλευτούν. Η χρηστικότητά του μάλλον θα περιοριστεί να κοσμεί τα ράφια που έχουν πίσω τους διάφοροι υπουργοί, αυτά που βαφτίζουν βιβλιοθήκες αφού τοποθετούν ανάκατα τα βιβλία που διάφοροι κατά καιρούς τούς στέλνουν.

Τα πράγματα, βεβαίως, θα ήταν διαφορετικά αν 120.000 λήμματα του λεξικού ήταν ηλεκτρονικά και ελεύθερα διαθέσιμα στο Διαδίκτυο. Ετσι θα μεγιστοποιούνταν οι πιθανότητες να το συμβουλευτούν οι νέοι, αυξάνοντας εκθετικά τη χρηστικότητά του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και ζήτημα καλής και δίκαιης χρήσης των φόρων που πληρώνουν οι Ελληνες πολίτες. Το μεγαλύτερο μέρος του ενός εκατομμυρίου (ίσως και το σύνολο του ποσού) που ξοδεύτηκε για τη σύνταξη του εν λόγω λεξικού, συν τα έξοδα εκτύπωσης από το Εθνικό Τυπογραφείο, είναι λεφτά των φορολογουμένων. Η ίδια η Ακαδημία χρηματοδοτείται από εμάς. Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία, «η επιχορήγηση προς την Ακαδημία Αθηνών για την κάλυψη των λειτουργικών της δαπανών [έφτανε] στο ποσό των 1.800.000 ευρώ... Παράλληλα, η Ακαδημία Αθηνών χρηματοδοτείται και από τον προϋπολογισμό των Δημοσίων Επενδύσεων του ΥΠΕΠΘ» («Καθημερινή» 26.5.2010)

Δεν ξέρουμε αν υπάρχουν κι άλλες χώρες στις οποίες οι φορολογούμενοι χρηματοδοτούν τη δημιουργία ενός πνευματικού έργου και μετά πρέπει να πληρώσουν και πάλι για να αποκτήσουν κάποιο αντίγραφό του. Στη «νεοφιλελεύθερη» –όπως συνηθίζουμε να λέμε– Αμερική, όλα τα πορίσματα και όλη η πληροφορία των κρατικά χρηματοδοτούμενων οργανισμών είναι ελεύθερα διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Αντιθέτως, στην Ελλάδα υπάρχει τεράστιος πλούτος –γνώση την οποία δεν μπορεί να προσεγγίσει κανείς– καταχωνιασμένος σε σκονισμένα ερμάρια βιβλιοθηκών. Δεκάδες χρηματοδοτούμενα ερευνητικά κέντρα παράγουν μελέτες που τυπώνονται σε λίγα αντίτυπα και μετά χάνονται από τη δημόσια σφαίρα. Κάποιος ερευνητής που μπορεί να τα χρειαστεί θα πρέπει να γίνει ντετέκτιβ για να τα ανακαλύψει.

Αυτή, δυστυχώς, θα είναι και η μοίρα του «Χρηστικού Λεξικού». Μετά τα 15 λεπτά δημοσιότητας που απόλαυσε η Ακαδημία, θα γίνει ένα άχρηστο λεξικό. Εκτός αν βγει στο Διαδίκτυο και το χρησιμοποιήσουν αυτοί που το χρειάζονται περισσότερο. Τα νέα παιδιά...

05 November 2014

Παιχνίδια πολέμου

Αναδημοσιεύεται από “ΤΟ ΒΗΜΑ” η ανταλλαγή 5 άρθρων (με χρονολογική σειρά) μεταξύ Ρ. Σωμερίτη και Π. Κονδύλη το Δεκέμβριο του 1997.  Αφορμή η προ-δημοσίευση δοκιμίου  (http://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/geopolitikes/ ) του Κονδύλη για τα ελληνοτουρκικά. Ο Παναγιώτης Κονδύλης πέθανε τον Ιούλιο του 1998 στην Αθήνα, σε ηλικία 55 ετών.



Ο Ριχ. Σωμερίτης σχολιάζει τις απόψεις του Κονδύλη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Το εύκολο λογοπαίγνιο θα ήταν ότι αποκτήσαμε στρατηγό Κονδύλη τον νεότερο. Στο λογοπαίγνιο αυτό μας οδήγησε η προδημοσίευση, στο «Βήμα» της 9ης Νοεμβρίου, μεγάλου αποσπάσματος του επίμετρου στην ελληνική του έκδοση ενός έργου πολιτικής φιλοσοφίας του Παναγιώτη Κονδύλη, διανοουμένου και όχι καραβανά, για τη θεωρία του πολέμου που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1988. Το επίμετρο αυτό εξετάζει τις διάφορες παραμέτρους μιας υποθετικής ελληνοτουρκικής σύρραξης.
Σύμφωνα με τον Κλεμανσό, τον πολιτικό που οδήγησε τη Γαλλία στη νίκη του 1918, ο πόλεμος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον εμπιστευτείς σε στρατηγούς. Τι θα έλεγε ο Κλεμανσό για τους πανεπιστημιακούς καθηγητές; Η απάντηση είναι δύσκολη διότι ο Κλεμανσό δεν πρόλαβε να διαβάσει Κονδύλη. Το πολύ να είχε διαβάσει Κλαούζεβιτς, τον θεωρητικό του πολέμου που τόσο αναστάτωσε με τη δόξα του, περισσότερο και από τους σπουδαστές των διαφόρων σχολών πολέμου, διαφόρους διανοουμένους και καθηγητές Πανεπιστημίου. Μερικοί από αυτούς θεωρούν καθήκον τους να προσθέτουν στο βιογραφικό τους και κάποιες ιδέες για το πώς σκοτώνεις επιτυχώς τους αντιπάλους σου. Ευτυχώς, τις ιδέες αυτές δεν τις πειραματίζονται ούτε και μέσα στα πανεπιστήμια. Δυστυχώς, εκτός πανεπιστημιακής θαλπωρής, οι ιδέες αυτές μπορούν όμως να επηρεάσουν όσους ήδη διακατέχονται από ανάλογες φαγούρες. Κοντολογίς, ο κ. Κονδύλης έρχεται με το πόνημά του να προσφέρει επιστημονική και μάλιστα (σύμφωνα με τις φήμες) προοδευτική κάλυψη σε όλους τους ελληνόψυχους καλαμαράδες της καθ’ ημάς Ανατολής.
Με δυο λόγια, η θέση του κ. Κονδύλη είναι η ακόλουθη: Η κατανομή του χώρου (συμπαγής γεωγραφικά Τουρκία, κατακερματισμένη Ελλάδα) δίνει στην Τουρκία προφανές στρατηγικό πλεονέκτημα. Αν μας χτυπήσει πρώτη, μπορεί να μας αποσπάσει κάτι, το μικρό ή το σημαντικό, αλλά πάντως το σχετικά απομονωμένο και συνεπώς ανυπεράσπιστο, διότι εμείς δεν μπορούμε να υπερασπίσουμε τα πάντα. Ετσι, η ελληνική πλευρά πρέπει να επιλέξει τα σημεία που είναι κομβικά για την άμυνα (στόχος κάθε πολέμου είναι η καταστροφή του κυρίου όγκου των αντιπάλων δυνάμεων) και ταυτόχρονα να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη. Αυτά είναι λίγα: η Ιμβρος και η Τένεδος και περισσότερο ακόμη η Θράκη, δηλαδή τα ευρωπαϊκά τουρκικά εδάφη. Που πρέπει να πάρουμε αντιμετωπίζοντας το όποιο κόστος για να έχουμε αντάλλαγμα στις μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις.
Βεβαίως η χώρα μας πρέπει να καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας για να είναι η άμυνά της αποτρεπτική. Αυτά όμως δεν αρκούν. Το κλειδί του πολέμου είναι ο αιφνιδιασμός. Ετσι, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Δηλαδή επίθεση και μάλιστα αιφνίδια; Ναι και όχι, διότι, όπως μας εξηγεί ο καλός κ. Κονδύλης, που τον θαυμάζουν στη Γερμανία, το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται· «συνεπώς» ο επιτιθέμενος με… «την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία». Ετσι, ακόμη κι αν εμείς εισβάλουμε σε τουρκικά εδάφη, ουφ, αναπνέουμε: οι κακοί παραμένουν οι άλλοι.
Ενα βιβλίο και μάλιστα πανεπιστημιακού επιπέδου δεν είναι Ζαχαράτος της παλιάς καλής εποχής, όταν διάφοροι επί τιμή έλυναν εκεί τα προβλήματά μας γευόμενοι τον βαρύ-γλυκύ τους. Και με δεδομένη τη διαρκή ελληνοτουρκική κρίση είναι βέβαιο ότι η κάθε λέξη και η κάθε ιδέα μπορούν να οδηγήσουν στα όσα δεν θα θέλαμε. Είναι επίσης γεγονός ότι στην εποχή μας αυτά που γράφουμε στην Αθήνα διαβάζονται και στην Αγκυρα και ναι μεν ο πρόεδρός μας θεωρεί ότι ο τουρκικός λαός δεν καταλαβαίνει από πολιτισμό (φαντάσου ο κ. Ντεμιρέλ να έλεγε κάτι το παρεμφερές για μας…) όμως οι τούρκοι στρατηγοί κάτι πρέπει να καταλαβαίνουν από στρατηγική. Ερώτημα: Θα περιμένουν να προχωρήσουμε στις τεράστιες στρατιωτικές παραγγελίες μας και στην επικράτηση των ιδεών του κ. Κονδύλη για να αντιδράσουν;
Αυτό όμως είναι επιχείρημα συγκυρίας: με ποια λογική και με ποια στοιχεία ο κ. Κονδύλης προδικάζει ότι το μόνο που μας περιμένει είναι ο πόλεμος με την Τουρκιά και ότι το καθήκον μας είναι πώς να τον χάσουμε με το μεγαλύτερο δυνατόν κόστος για τον αντίπαλο που, μας το υπογραμμίζει, έχει όλα τα στρατηγικά πλεονεκτήματα;
Η θεωρία του κ. Κονδύλη μάς προσφέρει πράγματι, και αυτό είναι κυριολεκτικά ανατριχιαστικό, τις πιο μελανές ιδέες: να επιτεθούμε πρώτοι, να χάσουμε χιλιάδες παιδιά και εθνικά εδάφη, να υποστεί η Κύπρος τραγικότερες ακόμη συνέπειες και όλα τούτα για να έχουμε επιχειρήματα σε μια μελλοντική μεταπολεμική διαπραγμάτευση. Γιατί όμως να μην αρχίσουμε από αυτήν με τα επιχειρήματα και τις δυνάμεις που έχουμε, χωρίς το βάρος μιας μερικής έστω ήττας; Πώς αντιμετωπίζονται τα μικροπροβλήματα της όποιας συντήρησης των δυνάμεών μας με όπλα και πυρομαχικά, προφανώς και με καύσιμα και ανταλλακτικά, όταν τα πάντα βρίσκονται στα χέρια ορισμένων δυνάμεων και, όσο ανεξάρτητοι αποφασίσουμε ότι θέλουμε να είμαστε, πολεμική βιομηχανία που να καλύπτει τις ανάγκες μας δεν μπορούμε να αποκτήσουμε μήτε να κατασκευάσουμε ανταλλακτικά ούτε και να βρούμε καύσιμα. Για να μην προσθέσουμε και τις επικοινωνίες…
Το να πεις «έλα, Τούρκε, να μιλήσουμε ειλικρινά, αν μας κάνεις πόλεμο τίποτε δεν θα κερδίσεις το ουσιώδες, θα χάσεις πολλά όπως και εμείς, που φυσικά τότε όλοι μας θα πολεμήσουμε» είναι κάτι το σχεδόν αυτονόητο και ως ένα βαθμό γίνεται με χίλιες αντιφάσεις και δυσκολίες, με κυριότερη αντίδραση τις εσωτερικές ιαχές, εδώ και απέναντι, των πολεμοκάπηλων που μάλλον βρήκαν τον θεωρητικό τους. Το να διδάσκεις όμως τα όσα διαβάσαμε με την υπογραφή Κονδύλης είναι μια άλλη συζήτηση με επιχειρήματα απίστευτης ελαφρότητας, εξωπραγματικά και σαφώς επικίνδυνα. Κυρίως που, στη συνέχεια της εργασίας του, ο κ. Κονδύλης λίγες ελπίδες αφήνει για τη χώρα, τους ανθρώπους της, το μέλλον, οικονομικό, πολιτικό, ευρωπαϊκό. Θεωρεί ότι ακόμη και με τη λύση τυχοδιωκτικής απελπισίας που έχει σαφώς την προτίμησή του (να χτυπήσουμε πρώτοι…) απαιτούνται θυσίες και αλλαγές που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα: τέτοια απελπισία, τέτοια εθνική νευροπάθεια. Ας ελπίσουμε πάντως ότι ο καλός διανοητής δεν θα βρεθεί αξιωματούχος της παλλαϊκής άμυνας σε συνοριακή περιοχή…
ΡΙΧ. ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ
Το ΒΗΜΑ, 23/11/1997 , Σελ.: B04 

Ο πόλεμος και τα «λεβέντικα γιουρούσια»

Ο Π. Κονδύλης απαντά στον Ρ. Σωμερίτη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 30 Νοεμβρίου 1997
Στο λιβελογράφημα που μου αφιέρωσε ο Ρ. Σωμερίτης («Το Βήμα», 28.11) έκανε δύο ατοπήματα που ακόμη και στη ­ ραγδαία εξευρωπαϊζόμενη και πάντα βλαχοφέρνουσα ­ Ελλάδα μας θα έπρεπε να θεωρούνται βαρύτατα: παρεβίασε τον κώδικα τιμής των ευπρεπών συζητήσεων και μίλησε από καθέδρας για πράγματα για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Τον ευχαριστώ ωστόσο γιατί με αποζημίωσε πλουσιοπάροχα κάνοντας και τον πικραμένο να γελάσει. Επειδή τα υφολογικά του επιτεύγματα τα απήλαυσαν, όπως μαθαίνω, πολλοί αναγνώστες, δεν χρειάζεται να τα σχολιάσω. Αλλά έχω την υποχρέωση απέναντι στο κοινό μας να αναλύσω λεπτομερέστερα τα ατοπήματά του.
1 Ο κώδικας τιμής σε μια συζήτηση επιβάλλει να αποδίδονται τα επιχειρήματα κάθε πλευράς χωρίς πλαστογραφίες και αφού καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την κατανόησή τους και την ένταξή τους στο πλαίσιο όπου ανήκουν. Ο Ρ.Σ. στήριξε την πολεμική του σε μια ξεκομμένη προδημοσίευση («Το Βήμα», 9.11), όπου συνοψίζονται οι τέσσερις στρατηγικές προϋποθέσεις για μιαν ελληνική νίκη σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου. Η ανάλυση αυτή δεν λέει ότι η Ελλάδα οφείλει να κάνει πόλεμο, αλλά ΤΙ θα όφειλε να κάνει ΑΝ γινόταν πόλεμος. Προφανώς ο Ρ.Σ. δεν είναι σε θέση να κάνει τέτοιες λογικές διακρίσεις. Αλλά την επομένη κιόλας κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Θεωρία του Πολέμου», και όποιος ενδιαφέρεται να κατανοήσει και όχι να υβρίσει, θα μπορούσε να το ανοίξει και να διαβάσει τα συμφραζόμενα. Εδώ λέγεται σαφώς ότι τις στρατηγικές προϋποθέσεις μιας νίκης η Ελλάδα δεν τις συγκεντρώνει σήμερα και ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος θα οδηγούσε σε ελληνική συντριβή (τη λέξη «συντριβή» τη χρησιμοποιώ στη σ. 410). Παραθέτω προς χάριν του αναγνώστη την περικοπή που ακολουθεί αμέσως το κείμενο της προδημοσίευσης:
«Στα παραπάνω τέσσερα σημεία συνοψίσαμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει έναν πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Προσοχή: δεν λέμε ότι είναι σε θέση να το κάμει ή ότι θα το κάμει· λέμε μόνον ότι, ΑΝ το πετύχει, μπορεί να το πετύχει υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις και μόνο. Με τη σειρά τους, όμως, οι προϋποθέσεις αυτές προϋποθέτουν άλλα πράγματα, δηλαδή ορισμένο στρατιωτικό δυναμικό, ορισμένη δύναμη πυρός και ορισμένη δόμηση των ενόπλων δυνάμεων. Η τήρηση του κανόνα της συγκέντρωσης των δυνάμεων δεν έχει καμιάν αξία, όταν οι δυνάμεις σου είναι πενιχρές· και το πρώτο πλήγμα επίσης δεναποφέρει μεγάλα κέρδη, όταν το καταφέρεις μ’ ένα κυνηγετικό όπλο ­ γι’ αυτόάλλωστε και η υπογράμμιση της στρατηγικής σημασίας του πρώτου πλήγματος διόλου δεν εμπεριέχει κάποιαν έμμεση παρότρυνση να ξεκινήσει κανείς πόλεμο από λεβεντιά και στα καλά καθούμενα· σημαίνει μόνον ότι, ΑΝ ένας εμπόλεμος διαθέτει επαρκή μέσα για ένα καίριο πρώτο πλήγμα, πρέπει να τα χρησιμοποιήσει, εφ’ όσον θέλει να κερδίσει έναν πόλεμο με δεδομένες τις σύγχρονες και υπερσύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες. Αφού λοιπόν οι στρατηγικές προϋποθέσεις της νίκης δεν είναι καν δυνατόν να συγκεντρωθούν αν δεν υφίσταται το απαραίτητο στρατιωτικό δυναμικό, τίθεται το ερώτημα σε ποιαν κατάσταση βρίσκεται σήμερα η ελληνική πλευρά… Στα ερωτήματα αυτά η απάντηση σήμερα είναι σαφής: η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκή μέσα αποτροπής, εάν ορίσουμε την αποτροπή ­ όπως οφείλουμε να την ορίσουμε ­ ως ικανότητα να καταφέρεις ένα καίριο πρώτο πλήγμα και να παραλύσεις για μακρό χρονικό διάστημα τον εχθρό» («Θεωρία του Πολέμου», σ. 398-399).
2 Ηδη το παράθεμα αυτό καταρρίπτει τη μομφή ότι προτρέπω σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας: πώς θα μπορούσα άλλωστε να το κάμω, όταν ο ίδιος προβλέπω ότι με τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων η Ελλάδα θα συντριβεί; Ο Ρ.Σ. άντλησε τη μομφή αυτή από τη συζήτησή μου για την αποφασιστική σημασία του πρώτου πλήγματος. Και ακριβώς στο σημείο αυτό καταφαίνεται η χονδροειδής του άγνοια σε ζητήματα στρατηγικής, η οποία δυστυχώς συνοδεύεται από την ανικανότητά του να καταλαβαίνει τι διαβάζει. Ας υπενθυμίσω πρώτα πρώτα ότι το πρόβλημα του πρώτου πλήγματος βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε στρατηγικής συζήτησης από την εποχή της εφεύρεσης των βαλλιστικών πυραύλων, ιδιαίτερα όμως από το 1967, όταν οι Ισραηλινοί, ακριβώς χάρη σ’ ένα αριστοτεχνικό πρώτο πλήγμα, κέρδισαν τον Πόλεμο των Εξι Ημερών. Η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται από πανεπιστημιακούς αργόσχολους, όπως φαντάζεται ο δημοσιογραφικώς πολυάσχολος Ρ.Σ., αλλά στα κέντρα λήψεως των ουσιαστικών πολιτικοστρατιωτικών αποφάσεων. Ισως ο Ρ.Σ. άκουσε μόλις τώρα να γίνεται λόγος για τέτοια πράγματα και γι’ αυτό τρόμαξε. Ας είναι όμως βέβαιος ότι το ζήτημα τούτο έχει εκ των πραγμάτων απόλυτη προτεραιότητα για τους στρατηγικούς σχεδιασμούς τόσο του τουρκικού όσο και του ελληνικού Γενικού Επιτελείου. Είναι βέβαια ευνόητο ότι αυτό ποτέ δεν μπορεί να δηλωθεί δημόσια από καμιά ηγεσία.
Καθώς διευκρινίζεται στο παραπάνω παράθεμα, το πρώτο πλήγμα δεν έχει καμία σχέση με λεβέντικα γιουρούσια. Είναι ζήτημα που το θέτει ­ δυστυχώς ­ η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Η δύναμη, η ακρίβεια και η ταχύτητα του πυρός έχουν αυξηθεί σε τέτοιον βαθμό, ώστε η εναρκτήρια φάση του πολέμου ­ σε αντίθεση με την αθώα εποχή του: «Οι κκ. Αγγλοι ας πυροβολήσουν πρώτοι» ­ έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία, όπως πλέον γνωρίζει κάθε πρωτοετής μιας στρατιωτικής σχολής. Γιατί το πρώτο (μαζικό) πλήγμα στις πρώτες ώρες ενός εκτεχνικευμένου πολέμου σκοπεύει να αχρηστεύσει μεταξύ άλλων τα πληροφορικά και επικοινωνιακά κέντρα, χωρίς τα οποία η συνεκτική στρατηγική χρήση των νεότατων οπλικών συστημάτων είναι αδύνατη. Οποιος υποστεί στην εναρκτήρια φάση τέτοιες απώλειες, δεν έχει σοβαρές πιθανότητες ανάκαμψης. Ο Ρ.Σ. μας λέει ότι αν μας επιτεθούν πρώτοι οι Τούρκοι, τότε, και μόνον τότε, «εμείς θα πολεμήσουμε». Τον πληροφορώ ότι μερικές ώρες αφού η, ισχυρότατη σήμερα, τουρκική δύναμη πυρός καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα εναντίον των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, δεν θα υπάρχει κανείς και τίποτε για να πολεμήσει. Ετσι θα εκλείψει αυτόματα και ο παράγοντας με τον οποίο ο Ρ.Σ. νομίζει ότι θα εκφοβίσει τους Τούρκους: ότι ένας πόλεμος θα στοιχίσει και σ’ αυτούς μεγάλες απώλειες. Γιατί κεντρικός σκοπός του αποφασιστικού πρώτου πλήγματος είναι ακριβώς να ελαχιστοποιήσεις τις απώλειές σου. Ακριβώς όποιος θέλει να αποφύγει μεγάλες απώλειες καταφεύγει στο πρώτο πλήγμα. Και αν περιμένεις να το δεχθείς, είναι προτιμότερο, για να γλιτώνεις και τα περιττά έξοδα, τα στείλεις από τώρα τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες στα σπίτια τους.
3 Σημαίνουν όλα αυτά ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα χωρίς να υπάρχει casus belli; Κάθε άλλο. Σήμερα δεν μπορεί να το κάμει έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν έχει τα μέσα. Αλλά ας υποθέσουμε ότι τα είχε. Στην περίπτωση αυτή θα όφειλε να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα μόνο αν είχε πιεστικούς λόγους να πιστεύει ότι επίκειται ένα μαζικό πρώτο πλήγμα του εχθρού. Διότι ασφαλώς δεν είναι το κάθε θερμό επεισόδιο καταλύτης ενός γενικευμένου πολέμου ­ και η γενίκευση ενός τοπικού θερμού επεισοδίου είναι ανόητη, αν είσαι ο πιο αδύνατος, όπως έτσι κι αλλιώς θα είναι πάντοτε η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας. Το αν επίκειται γενικός πόλεμος ή όχι είναι θέμα στάθμισης της συγκεκριμένης κατάστασης, και η στάθμιση αυτή απαιτεί ύψιστη ευαισθησία και ευθυκρισία. Γι’ αυτό άλλωστε η δουλειά της υπεύθυνης ηγεσίας σε κρίσιμες ώρες είναι τόσο δύσκολη ­ τόσο δυσκολότερη από την ανέξοδη δημοσιογραφική ρητορεία.
Οπως τονίζω στο βιβλίο μου, η δυνατότητα να καταφέρεις το πρώτο πλήγμα δεν είναι μέσο επίθεσης, αλλά (για την πιο αδύνατη Ελλάδα) μέσο αποτροπής. Για να χρησιμοποιήσω μια παρομοίωση: το πρώτο πλήγμα δεν είναι παρά η προσπάθεια να χτυπήσεις στον αέρα ένα χέρι που πάει να σε μαχαιρώσει (Αλήθεια: αν κάποιος ριχνόταν στον Ρ.Σ. με ένα μαχαίρι, αυτός θα αντιδρούσε προτού ή αφού δεχτεί τη μαχαιριά; Μήπως θα περίμενε να τη δεχτεί πρώτα, φοβούμενος ότι θα τον πουν πολεμοκάπηλο; Αλλά πώς θα ήξερε ότι, έχοντας δεχτεί τη μαχαιριά, θα διέθετε κατόπιν αρκετή δύναμη για να αμυνθεί;). Ο εχθρός αποτρέπεται μόνο όταν γνωρίζει ότι έχεις τη δυνατότητα αυτή, ενώ αν γνωρίζει ότι δεν την έχεις ­ όπως το γνωρίζει από καιρό η Τουρκία για μας ­ αυξάνει την πίεσή του όχι απλώς στο στρατιωτικό, αλλά και στο διπλωματικό πεδίο. Κανείς δεν είναι τόσο ανόητος ώστε να προτιμά τον πόλεμο από την ειρήνη. Αλλά υπάρχουν πολλοί ανόητοι που αρνούνται να δουν τη στενότατη συνάφεια ανάμεσα σε διπλωματική διευθέτηση και στρατιωτική αποτροπή. Τη φύση της τελευταίας δεν την καθορίζουν όμως οι επιθυμίες μας αλλά η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων, που υπακούουν στη λογική του πρώτου πλήγματος.
4 Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί κοινοτοπία για όποιον έχει έστω και στοιχειώδη εξοικείωση με τη σύγχρονη στρατηγική. Σε μια χώρα όπου αναγκάζεται να εξηγήσει κανείς κοινοτοπίες, το επίπεδο των συζητήσεων και των προβληματισμών είναι προφανώς πολύ χαμηλό. Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μια μεγάλη και νηφάλια συζήτηση για προβλήματα στρατηγικής. Η έλλειψή της είναι μια πρόσθετη ένδειξη του αυχμηρού πνευματικού μας επαρχιωτισμού και της ανικανότητάς μας για πειθαρχημένη λογική σκέψη, που νομίζουμε ότι την ξεπερνάμε αναμασώντας κούφιες παρόλες ­ είτε εθνικιστικές είτε ειρηνιστικές και οικουμενιστικές. Το πλάτος και το βάθος των αντίστοιχων συζητήσεων στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ιταλία (και ας αφήσουμε τις ΗΠΑ) θα έπρεπε να μας παραδειγματίσει. Και αυτό θα συνιστούσε ουσιώδη συμβολή τόσο στον «εξευρωπαϊσμό» όσο και στην ελεύθερη και αξιοπρεπή επιβίωσή μας.
Υ.Γ. Από τους πολλούς ονειδισμούς που μου απευθύνει ο Ρ.Σ. («στρατηγός Κονδύλης ο νεότερος», «θεωρητικός των πολεμοκαπήλων», «καθηγητής») σίγουρα δεν αξίζω τον χειρότερο ίσως απ’ όλους: δεν είμαι καθηγητής.

Περί Πολέμου και Κονδύλη

Ο Ριχ. Σωμερίτης ανταπαντά για τη λογική του «πρώτου πλήγματος» σε ενδεχόμενη σύρραξη με την Τουρκία

ΡΙΧ.ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ | Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 1997
Είμαι φυσικά υποχρεωμένος να αναφερθώ ξανά στον κ. Κονδύλη, τόσο η απάντησή του στην κριτική που του άσκησα, και που χαρακτηρίζει «λιβελογράφημα» ενώ ο ίδιος αυτοδυσφημείται, είναι σε μερικά σημεία αποκαλυπτική και σε άλλα ανακριβής.
Διάβασα ­ και το γνωρίζει ­ ολόκληρο το «επίμετρο» του βιβλίου του. Το αναφέρω αυτό ρητά στο δημοσίευμά μου. Ποιος «κώδικας τιμής» του επιτρέπει να βεβαιώνει το αντίθετο; Οπως δεν τον γνωρίζω, θα μπορούσε να μου δώσει τα σχετικά βιβλιογραφικά στοιχεία;
Περί ήθους: θεώρησε ότι τον «έθιξα». Τα βάζει όμως συνολικά, βρίζοντάς την, με τη «ραγδαία εξευρωπαϊζόμενη και πάντα βλαχοφέρνουσα Ελλάδα», για το μέλλον της οποίας τόσο υποφέρει στη Γερμανία. Σε τι «φταίει» η έρημη για δικό μου «λάθος»; Ποιος «κώδικας τιμής» το επιτρέπει αυτό;
Επί της ουσίας: Το απόσπασμα που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» είναι αυτό που επέλεξε ο ίδιος μέσω του εκδότη του. Αναφέρεται στη βασική του επιλογή, που με τόσο πάθος υποστηρίζει και στην απάντησή του: ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος διότι η Τουρκία είναι επεκτατική· η γεωπολιτική μας θέση είναι κακή, συνεπώς πρέπει να επιτεθούμε πρώτοι. Στη συνέχεια, και όπως το σημείωσα,· θεωρεί ότι ακόμη και με τη λύση τυχοδιωκτικής απελπισίας που έχει σαφώς την προτίμησή του (να χτυπήσουμε πρώτοι…) απαιτούνται θυσίες και αλλαγές που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα: τέτοια απελπισία, τέτοια εθνική νευροπάθεια. Εφόσον σε αντίθεση με εμένα γνωρίζει ανάγνωση, αυτά πρέπει να τα διάβασε. Μου καταλογίζει συνεπώς ανύπαρκτη παραποίηση των απόψεών του. Να υποψιαστώ κάποιον εγωκεντρισμό ή έλλειψη εντιμότητας;
Μου προσάπτει χονδροειδή άγνοια για ζητήματα στρατηγικής. Στην ουσία βαφτίζει άγνοια την αυτονόητη καταδίκη από κάθε πολιτισμένο άνθρωπο της αρχής του προληπτικού επιθετικού πολέμου. Θαυμάζει το Ισραήλ του 1967. Αναφέρεται στον προβληματισμό που προκάλεσε η υπόθεση των βαλλιστικών πυραύλων στην Ευρώπη, που ήταν όμως ενταγμένοι στη στρατηγική ενός θερμοπυρηνικού πολέμου και τη διπλωματία αποτροπής του. Γιατί δεν αναφέρεται και στη χιτλερική στρατηγική του 1939; Δεν το γνωρίζω. Διαπιστώνω όμως ότι αναφέρεται στις αμυντικές δαπάνες μας. Θεωρεί και το νέο πρόγραμμα περίπου σαν «τίποτε». Απαιτεί την υποταγή του συνόλου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας στην πολύπλευρη οργάνωση της άμυνας – επίθεσης. Θεωρεί όλους τους συμπατριώτες του «αφελείς». Αποδίδει τα πάντα στον «καταναλωτικό παρασιτισμό»· των άλλων φυσικά. Ολη του η σκέψη οδηγεί στο να μετατραπεί η Ελλάδα σε παράδεισο των εμπόρων όπλων, που κανονικά θα έπρεπε να τον ευλογούν. Και όλα τούτα με βάση το δόγμα, λες και δεν υπάρχει ανάμεσα σε πολλά άλλα και το γαλλο/γερμανικό προηγούμενο, ότι η Τουρκία είναι ανεπανόρθωτα επεκτατική, ότι οι Τούρκοι, Τούρκοι είναι και Τούρκοι θα παραμείνουν, ότι όλοι την Τουρκία στηρίζουν και εμάς κανείς. Με συνέπεια, μόνη μας ελπίδα, να είναι «μια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσία (που) θα μπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγμό των τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια». Δηλαδή η Ρωσία που ονειρεύεται ο Ζιρινόφσκι. Ακουσε ποτέ ο κ. Κονδύλης τι σημαίνει και για μας πανσλαβισμός; Και τι θα εσήμαινε για τους Ρώσους ένα καθεστώς Ζιρινόφσκι;
Θα παραλείψω πολλά από το «επιστημονικό» παραλήρημά του (μεταξύ άλλων, τα περί μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων δημογραφικών και οικονομικών εξελίξεων) και θα σημειώσω μόνο τα εξής: «Πράγματι, γράφει (σελ. 410-411), το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση (σ.σ.: έτσι το αποφάσισε!) και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή (επίσης έτσι το αποφάσισε!). Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους ­ ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξάγουν έναν πόλεμο».
Ολα τούτα ο κ. Κονδύλης τα θεωρεί επιστημονικά, μη «δημοσιογραφικά» (α, πα, πα, η κακιά λέξη)… και μη λιβελογραφικά. Να πιστέψουμε ότι θα μπορούσε να προτείνει και «σατιρική» εκπομπή στην τηλεόραση;
Τέλος, θα υπενθυμίσω στον παντογνώστη και εθνικώς ανησυχούντα συγγραφέα, που ήδη απέσπασε τους επαίνους του κ. Στέλιου Παπαθεμελή (και συγγνώμη στους καθηγητές που τον ανέφερα σαν συνάδελφό τους, αν και για να τους μισεί τόσο πρέπει κάποτε να τον πλήγωσαν…) ότι το 1974 το μέγα σχέδιο της Χούντας του Ιωαννίδη ήταν, σε συνδυασμό με το πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική απόβαση, να επιτεθούν στη Θράκη και να φτάσουν στην Πόλη. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

Πολεμοκάπηλοι και αερολογούντες «εθνικιστές»

Ο Π. Κονδύλης ανταπαντά στον Ρ. Σωμερίτη για τη στρατηγική αναγκαιότητα του πρώτου πλήγματος σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 1997
Η ενασχόληση με τα γραφόμενα του Ρ. Σωμερίτη δεν θα άξιζε τον κόπο αν αυτά δεν αποτύπωναν κατά τρόπο τυπικό μια πνευματική σύγχυση διάχυτη σήμερα στον τόπο μας, προπαντός σε κύκλους «προοδευτικών» διανοουμένων, και μιαν αντίστοιχη τάση φυγής μπροστά σε πραγματικότητες αμείλικτες. Αν η ωραιολογία δεν μπορεί να σβήσει τις πραγματικότητες αυτές, πολύ λιγότερο μπορεί να τις επικαλύψει η υβρεολογία του Ρ.Σ. Αν ανταπαντώ, το κάνω αποκλειστικά με την ελπίδα ότι οι παρατηρήσεις μου θα βοηθήσουν όχι τον ίδιο αλλά τους σκεπτόμενους αναγνώστες.
1 Ο Ρ.Σ. («Το Βήμα», 7.12) επιμένει στην πλαστογράφηση των απόψεών μου και στην παραβίαση του κώδικα τιμής των ευπρεπών συζητήσεων όταν ­ παρά τις αναλυτικές διευκρινίσεις μου («Το Βήμα», 30.11) και χωρίς να υπεισέρχεται σε αυτές ­ εξακολουθεί να ταυτίζει τη στρατηγική αναγκαιότητα του πρώτου πλήγματος με την προτροπή προς επιθετικό πόλεμο. Επαναλαμβάνω: το πρώτο πλήγμα το καταφέρει ο αμυνόμενος όταν ήδη υφίσταται ο casus belli και όταν ήδη επίκειται άμεσα η επίθεση της εχθρικής πλευράς. Και επαναλαμβάνω επίσης το ερώτημα που, όπως και τόσα άλλα, άφησε αναπάντητο ο Ρ.Σ.: Αν κάποιος του ριχνόταν με ένα μαχαίρι, αυτός θα αντιδρούσε προτού ή αφού δεχθεί τη μαχαιριά; Καθώς ο Ρ.Σ. δεν έχει την παραμικρή ιδέα σε ζητήματα στρατηγικής (είναι τόσο ανίδεος ώστε χαρακτηρίζει τους πυραύλους που ανέπτυξε το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη το 1984 ως «βαλλιστικούς»!!!), καταφεύγει προς αντιστάθμιση της αγνοίας του σε συκοφαντικά υπονοούμενα, παρομοιάζοντας τη στρατηγική του πρώτου πλήγματος με τους πολέμους του Χίτλερ. Ο Χίτλερ όμως δεν αμύνθηκε με ένα πρώτο πλήγμα εναντίον δυνάμεων που απειλούσαν τη Γερμανία, αλλά έκανε ο ίδιος επιθετικό πόλεμο. Τον ρόλο του Χίτλερ ­ αν επιτρέπονται εδώ οι παραλληλισμοί ­ δεν τον παίζει η Ελλάδα αλλά η Τουρκία. Μήπως ο κ. Τσοχατζόπουλος, που ορθά το επεσήμανε αυτό, είναι κατά τον Ρ.Σ. πολεμοκάπηλος;
2 Για δεύτερη φορά ο Ρ.Σ. πλαστογραφεί τις απόψεις μου όταν λέει ότι θεωρώ τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αναπόφευκτο. Κάθε άλλο. Οι αναλύσεις μου υποδεικνύουν τι θα όφειλε να κάμει η ελληνική πλευρά ΑΝ γινόταν πόλεμος, διόλου δεν ισχυρίζονται ότι ΘΑ γίνει πόλεμος. Κάθε Γενικό Επιτελείο ­ και το ελληνικό ­ έχει στα συρτάρια του σχέδια πολέμου. Σημαίνει αυτό ότι θεωρεί τον πόλεμο επιθυμητό ή αναπόδραστο; Κατά την εκτίμησή μου, η πιθανότερη εξέλιξη στο προβλεπτό μέλλον δεν είναι ο πόλεμος αλλά η περαιτέρω γεωπολιτική συρρίκνωση της Ελλάδας και η βαθμιαία μετατροπή της σε γεωπολιτικό δορυφόρο της Τουρκίας (με τη βοήθεια των ΗΠΑ και της «Ευρώπης»). Η πρόβλεψή μου αυτή αιτιολογείται λεπτομερώς στο βιβλίο μου «Θεωρία του Πολέμου».
3 Για τρίτη φορά ο Ρ.Σ. πλαστογραφεί τις απόψεις μου λέγοντας ότι θεωρώ τον πόλεμο αναπότρεπτο επειδή «οι Τούρκοι παραμένουν Τούρκοι». Στο κείμενο, που ισχυρίζεται ότι διάβασε ο Ρ.Σ., τονίζεται επανειλημμένα ότι η διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας δεν έχει καμία σχέση με φυλετικούς και πολιτισμικούς παράγοντες ­ όπως διατείνονται αερολογούντες έλληνες «εθνικιστές» ­ αλλά οφείλεται αποκλειστικά στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών. Ρητά και συχνά επικρίνω όσους στηρίζουν την πολιτική τους επιχειρηματολογία στη θέση ότι η Τουρκία είναι «οθωμανική», «βάρβαρη» κλπ. Οι εθνικιστικές συμπάθειες και αντιπάθειες μου είναι τόσο ξένες ώστε δεν διστάζω να πω καθαρά ότι οι ρόλοι του επιτιθεμένου και του αμυνομένου θα αντιστρέφονταν αν ο ισχυρότερος και συνεχώς ισχυροποιούμενος δεν ήταν η Τουρκία παρά η Ελλάδα («Θεωρία του Πολέμου», σ. 398).
4 Ο Ρ.Σ. μού προσάπτει ότι υπερασπίζω τα προγράμματα των εξοπλισμών και επομένως τους εμπόρους όπλων κλπ. Ο ίδιος όμως δήλωσε («Το Βήμα», 23.11) ότι, αν οι Τούρκοι επιτεθούν, τότε «όλοι μας θα πολεμήσουμε». Τον ερωτώ: Με ποια όπλα προτίθεται να πολεμήσει; Με ανεπαρκή και απαρχαιωμένα; Οποιος τάσσεται εναντίον του εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων ουσιαστικά ζητεί την κατάργησή τους. Γιατί είτε ανεπαρκή οπλισμό έχει ένας στρατός είτε μια χώρα είναι άοπλη, πρακτικά σημαίνει το ίδιο πράγμα. Αφού ο Ρ.Σ. δεν μπορεί να καταλάβει όσα γράφω εγώ, ας διάβαζε τουλάχιστον όσα σαφέστατα έγραψε σε παραπλήσια στήλη ο κ. Πλωρίτης για το ζήτημα των εξοπλισμών («Το Βήμα», 7.12). Απ’ όσα γνωρίζω, ο κ. Πλωρίτης δεν είναι ούτε σοβινιστής ούτε έμπορος όπλων. Είναι όμως προφανέστατα κατά πολύ οξυδερκέστερος του Ρ.Σ.
5 Ως αδιάσειστο επιχείρημα για τον «εθνικιστικό» χαρακτήρα των θέσεών μου ο Ρ.Σ. αναφέρει ότι τις επιδοκίμασε ο κ. Παπαθεμελής. Εχω την αίσθηση ότι το εγκώμιο του κ. Παπαθεμελή δεν θα ήταν τόσο ανεπιφύλακτο αν υπεισερχόταν στα όσα γράφω για τα κεφαλαιώδη σφάλματα των «εθνικιστών» στον χειρισμό του Μακεδονικού. Αν τα διάβασε αυτά και, παρά τη διαφωνία του μαζί μου, επαινεί το βιβλίο μου, οφείλω να του αναγνωρίσω πνευματική ανωτερότητα και ιπποτισμό που ασφαλώς στερείται ο Ρ.Σ. Και αν ο Ρ.Σ. μού ζητεί να βγάλω τα συμπεράσματά μου από το γεγονός ότι με επαινεί ο κ. Παπαθεμελής, από την πλευρά μου του ζητώ να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από τον τρόπο με τον οποίο ο αθηναϊκός Τύπος σχολίασε την αντιπαράθεση Σωμερίτη – Κονδύλη. Παραθέτω κατά χρονολογική σειρά: «Η υψηλή ποιότητα του βιβλίου δεν προσφέρεται βεβαίως για αστειάκια και ευτελή ειρωνικά σχόλια από την πλευρά εκείνων που (δικαίωμά τους) μπορεί να διαφωνούν με το πνεύμα με το οποίο ο Π. Κονδύλης προσεγγίζει το θέμα του. Το βιβλίο μπορεί να αντιμετωπισθεί έτσι μόνο από εκείνους που είναι παγιδευμένοι σε δογματικές απόψεις ή από εκείνους που προχειρολογούν εξ ανάγκης μη έχοντας τη δυνατότητα να αναπτύξουν ουσιαστικά επιχειρήματα απέναντι σε μια σοβαρή εργασία, το βάρος της οποίας τους ξεπερνά κατά πολύ» («Η Καθημερινή», 27.11). «Ψύλλος εναντίον ελέφαντα, βέβαια, αλλά μια και τα εκδοτικά ήθη επιβάλλουν απάντηση, ο κ. Ρ. Σωμερίτης μάλλον θα μπορέσει να προσθέσει στο βιογραφικό του ότι έτυχε της προσοχής του Παναγιώτη Κονδύλη» («Το Παρόν», 30.11). «Ο Παναγιώτης Κονδύλης, καίριος και δηκτικός, αποφλοιώνει και κεραυνοβολεί. Ε, κάποτε έρχεται ο καιρός και αποδίδεται πραγματικά, δίχως ψιμύθια και φήμη δανεική, το πρόσωπο όλων ημών των δημοσιολογούντων» («Ελευθεροτυπία», 1.12).
Το άχαρο αυτό θέμα κλείνει εδώ. Ελπίζω τώρα να ανοίξει μια γονιμότερη συζήτηση. Αν η αναζήτηση μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής καταπνιγεί από παροξυσμούς εθνικιστικής ή ειρηνιστικής υστερίας, τότε σίγουρα το μέλλον του τόπου μας δεν προδιαγράφεται ευοίωνο.

Ο Ριχ. Σωμερίτης απαντά για τρίτη (και τελευταία) φορά στον Π. Κονδύλη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Τι θα θυσιάσουμε στον βωμό της πολεμικής μηχανής;

ΡΙΧ. ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ | Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 1997
Είμαι ηθικά υποχρεωμένος για τρίτη και ύστατη φορά να αναφερθώ στον κ. Κονδύλη. Αρχίζω με μια υπενθύμιση. Σύμφωνα με αυτόν (που κάποιος τον χαρακτήρισε «νηφάλιο»!!) «το σημερινό δίλημμα (της χώρας) είναι αντικειμενικά και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη (με την Τουρκία) σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή». Γιατί; Ουσιαστικά, διότι έτσι το αποφάσισε. Με απόλυτο τρόπο για την ειρήνη. Με λιγότερο απόλυτο για τον πόλεμο: η καθυπόταξη των πάντων στις πολεμικές δαπάνες διαμέσου μιας οικονομίας που θα τις εξυπηρετούσε και συνεπώς η κατάργηση του «καταναλωτικού ευδαιμονισμού» θα επέτρεπε ίσως τη σωτηρία. Γεωπολιτικά η Τουρκία υπερτερεί από κάθε άποψη. Μας απομένει η προετοιμασία της δυνατότητας του «πρώτου πλήγματος» και των «κερδών» που αποφέρει, γνωρίζοντας ότι πρέπει να θυσιάσουμε τότε σημαντικά εδάφη (νησιά και ενδεχομένως την Κύπρο) για να εξασφαλίσουμε όμως εδαφικά ανταλλάγματα στην Τουρκία και καταστρέφοντας σε σημαντικό βαθμό τον κεντρικό όγκο της πολεμικής μηχανής του εχθρού. Ομως, τα χάλια μας είναι τέτοια (λαού και ηγεσίας) που σύμφωνα με τον κ. Κονδύλη «βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας».
Οποιος δεν συμμερίζεται αυτές τις «υπεύθυνες», «επιστημονικές» και «σοβαρές» απόψεις, είναι κατά τον κ. Κονδύλη αγράμματος και αφελής. Εξάλλου, όπως το σημείωσε, η Ελλάδα είναι «βλαχοφέρνουσα» γενικώς. Η υποψία ότι ευθύνη σημαίνει να γράφεις πράγματα που αν είχες εξουσία θα μπορούσες να προωθήσεις δεν φαίνεται να τον αγγίζει. Προφανώς, ο αυτονόητος αυτός κανόνας δεν περιλαμβάνεται στους «κώδικες» που κατασκευάζει και αναφέρει όταν δεν έχει άλλο επιχείρημα, μεταξύ μιας βρισιάς και μιας έκφρασης επηρμένης εγωπάθειας. Ποιος όμως θα ψήφιζε Κονδύλη αν ζητούσε εξουσία για να προωθήσει τις προτάσεις του, γνωρίζοντας ότι, με δέλεαρ ένα στοίχημα που μπορεί να χαθεί, οδηγούν σε πένθη, καταστροφές και χαμένες πατρίδες αποσπασμένες από τον σημερινό εθνικό γεωγραφικό κορμό;
Οταν ο θαυμάσιος επιστήμονας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα περί πρώτου πλήγματος που δεν είναι επίθεση αλλά άμυνα, χρησιμοποιεί για να πείσει παραδείγματα υποκόσμου που φαίνεται ότι γνωρίζει αλλά που προσωπικά δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να με απασχολήσουν: αν κάποιος μου ριχνόταν με ένα μαχαίρι, τι θα έκανα· δεν θα χτύπαγα πρώτος; Προσθέτει τα περί «casus belli», προφανώς … αυτοκαθοριζόμενο ή τα περί «επικείμενης επίθεσης» (σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες;) οπότε προλαβαίνεις και χτυπάς πρώτος και να που το πρώτο σου πλήγμα δεν είναι επίθεση είναι άμυνα. Υπενθύμιση, διότι προφανώς δεν το θυμάται ο κ. «ειδικός»: Το κόλπο το έπαιξε και ο Χίτλερ.
2. Ισχυρίζεται (και ένας – δυο τον πίστεψαν διαβάζοντας την ξεκάρφωτη και στη συνέχεια ανατρεπόμενη παράθεση κειμένου που περιέλαβε στην πρώτη απάντησή του) ότι «πλαστογραφώ τις απόψεις του» όταν λέω ότι θεωρεί τον ελληνοτουρκικό πόλεμο αναπόφευκτο. Την απάντηση την ανθολογώ από τον μπαχτσέ του: «ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία» (σελ. 398)· «Στη συγκαιρινή μας Τουρκία δεν υπάρχει η παραμικρή σοβαρή ένδειξη ότι τμήματα του λαού αποδοκιμάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεών τους, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κύπρο» (σελ. 406)· «Στη σημερινή Τουρκία δρουν αχαλίνωτες στοιχειακές δυνάμεις, που ωθούν τις εσωτερικές αντιφάσεις προς επέκταση» (σελ 386)· «Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι (σ.σ.: Ελληνες) εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας Ελλάδας είναι αγεφύρωτη…» (σελ. 404). Φτάνουν αυτά;
3. Κάθε αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει τα εξής: ότι, κακώς ίσως, δεν χρησιμοποίησα ούτε μία φορά, για τον κ. Κονδύλη, τη λέξη «εθνικιστής»· ότι σχετικά με τις αμυντικές δαπάνες σημείωσα ότι θεωρεί και το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα ανεπαρκές και όχι ότι δεν πρέπει να υπάρχει εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων· ότι φρόντισε να μην αναφέρει τα ονόματα αυτών που τον επαίνεσαν σε ορισμένες εφημερίδες (ντρέπεται; και πώς αντιδρά τώρα στα νεότερα αρνητικά γι’ αυτόν δημοσιεύματα μεταξύ άλλων της «Αυγής» και της «Ελευθεροτυπίας»;)· ότι δεν απαντά σε κανένα από τα βασικά επιχειρήματα· ότι τα κείμενά μου, επιθετικά όσο και τα δικά του, δεν περιλαμβάνουν βρισιές σε πλήρη αντίθεση με τα δικά του (αλλά εφόσον ξέρει για μαχαιροβγάλτες, τίποτε το περίεργο…)· και κυρίως, ότι ο άνθρωπος αυτός, για λόγους που τον αφορούν, προσπαθεί με πάθος να πείσει ότι δεν έγραψε τα όσα έγραψε αλλά, ταυτοχρόνως, ότι τα όσα έγραψε είναι σωστά.
Συμπέρασμα: κατάλαβα γιατί βρίσκεται εκτός Πανεπιστημίου. Ετσι, τελεία και παύλα…

02 November 2014

Ο πάπας αναγνώρισε την Εξέλιξη και τη Μεγάλη Έκρηξη...

Ας αρχίσουν χοροί και πανηγύρια!

Ο πάπας και ηγέτης της καθολικής εκκλησίας Φραγκίσκος χαρακτήρισε ως αληθείς τις θεωρίες για την «Εξέλιξη των Ειδών» και για τη «Μεγάλη Έκρηξη» (Big Bang).
Μιλώντας στην Παπική Ακαδημία των Επιστημών στο Βατικανό, ο πάπας Φραγκίσκος προχώρησε σε κρίσεις, οι οποίες, σύμφωνα με ειδικούς αναλυτές, βάζουν ένα τέλος στις «ψευδοθεωρίες» του δημιουργισμού και του ευφυούς σχεδιασμού, που έχουν ευρεία διάδοση κυρίως στην Αμερική, αλλά και εκτός αυτής σε πιστούς που βρίσκονται σε δίλημμα.
«Όταν διαβάζουμε για τη Δημιουργία στη Γένεση, κινδυνεύουμε να φανταστούμε πως ο Θεός ήταν ένας μάγος, ο οποίος κρατώντας ένα μαγικό ραβδάκι μπορεί να κάνει τα πάντα. Ωστόσο, αυτό δεν είναι έτσι», δήλωσε ο προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αφήνοντας εμβρόντητους τους παρευρισκόμενους.
Ο πάπας εξήγησε πως και οι δύο επιστημονικές θεωρίες δεν είναι ασύμβατες με την ύπαρξη του Δημιουργού-Θεού, επισημαίνοντας ότι ούτως ή άλλως «την χρειάζονται».
«Ο Θεός δημιούργησε τους ανθρώπους και τους άφησε να αναπτυχθούν σύμφωνα με τους εσωτερικούς νόμους που ο ίδιος έδωσε στον καθένα, ώστε να μπορέσουν να φτάσουν κάποτε στην τελείωσή τους. Η εξέλιξη από τη φύση της δεν είναι ασυμβίβαστη με τη θεωρία της δημιουργίας, επειδή η εξέλιξη χρειάζεται δημιουργία των όντων που εξελίσσονται», ανέφερε –μεταξύ άλλων– ο πάπας.
Σύμφωνα με το βρετανικό «Independent», η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία παραδοσιακά είχε τη φήμη του πολέμιου των επιστημών, με το γνωστό παράδειγμα του Γαλιλαίου, ο οποίος βρέθηκε ενώπιον της Ιεράς Εξέτασης (autodafé), με τους τότε καρδινάλιους να τον εξαναγκάζουν να αποσύρει την «αιρετική» ηλιοκεντρική θεωρία της Γης.
Ωστόσο, οι κρίσεις του τωρινού Ποντίφικα επί των επιστημών φαίνεται να συμβαδίζουν με τις απόψεις τόσο του Πάπα Πίου ΙΒ’, ο οποίος άνοιξε την πόρτα στη «Θεωρία της Εξέλιξης» και καλωσόρισε τη «Θεωρία του Big Bang». Το 1996, ο τότε πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β΄ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι η εξέλιξη είναι «κάτι παραπάνω από μια απλή υπόθεση και σίγουρα ένα αυταπόδεικτο στοιχείο».
«Η δήλωση του πάπα είναι χαρακτηριστική: είμαστε οι απευθείας απόγονοι της Μεγάλης Έκρηξης που δημιούργησε το σύμπαν. Η Εξέλιξη επήλθε ως απότοκο της Δημιουργίας», είπε ο καθηγητής Τζιοβάννι Μπινιάμι, πρόεδρος του Εθνικού Ινστιτούτου Αστροφυσικής της Ιταλίας.



Ορισμένες εξηγήσεις είναι, σίγουρα, απαραίτητες!
► Ο λόγος που αναγκάστηκε ο πάπας να αναγνωρίσει την Εξέλιξη και τη Μεγάλη Έκρηξη δεν σχετίζεται με προσωπική επιφοίτηση, ύστερα από μελέτες κ.λπ. Όποιος παρακολουθεί συζητήσεις σε ξένες τηλεοράσεις όπου, εκτός από χαζοεκπομπές, υπάρχουν και πολύ σοβαρές συζητήσεις (μετά τις 11 μ.μ. είναι η αλήθεια), διαπιστώνει εδώ και πολλά χρόνια ότι οι εκπρόσωποι των εκκλησιών έχουν πρόβλημα επιχειρηματολογίας. Οι διάφοροι επιστήμονες που παίρνουν μέρος στις συζητήσεις παραθέτουν συντριπτικά στοιχεία, ακόμα και σε πολύ εκλαϊκευμένη μορφή, οπότε οι κληρικοί μουρμουρίζουν άσχετα πράγματα ή αλλάζουν το θέμα συζήτησης – όποτε μπορούν! Βλέποντας λοιπόν ότι εκτίθενται και δεν γίνονται πειστικοί σε παγκόσμια κλίμακα στο ακροατήριο, ζήταγαν από καιρό να αλλάξουν οι θέσεις της επίσημης εκκλησίας, αφού αργά ή γρήγορα θα συμβεί αυτό. Σ' αυτές τις πιέσεις ενέδωσαν οι ηγετικοί κύκλοι του Βατικανού και όχι ο πάπας προσωπικά, ο οποίος βέβαια έπρεπε να συμφωνήσει επίσης.

► Η αναγνώριση ότι η «Εξέλιξη των Ειδών» ισχύει, αποτελεί ολομέτωπη υποχώρηση. Και οι προηγούμενοι πάπες είχαν προαναγγείλει με μισόλογα αυτή την υποχώρηση, τώρα φαίνεται όμως ότι πήραν απόφαση να κλείσουν το θέμα και να μην γελοιοποιηθούν άλλη φορά, όπως συνέβη με τον Γαλιλαίο, τον οποίο αναγνώρισαν μόλις στη δεκαετία του 1980, περίπου 350 χρόνια μετά από την επιβεβαίωση αυτονόητων φυσικών φαινομένων, τα οποία είχαν περιγράψει ήδη ορισμένοι αρχαίοι Έλληνες φυσιοδίφες.

► Πέρα από τα προαναφερόμενα, ο πάπας δήλωσε ότι η επιστήμη δεν απαντάει ακόμα σε όλα τα ερωτήματα, άρα είναι ατελής. Αυτός ο ισχυρισμός δείχνει, βέβαια, ότι γίνεται προσπάθεια να κάνει υποφερτή την οπισθοχώρηση και αναζητείται μια δικαίωση, του τύπου «αναγνωρίζουμε μεν το φαινόμενο της Εξέλιξης αλλά δικαιολογούμαστε να είχαμε κάποιες αμφιβολίες»… Εννοείται ότι ποτέ δεν ισχυρίστηκε η επιστήμη ότι έχει οριστική απάντηση για όλα τα προβλήματα, καθώς επίσης ότι έχει κλείσει οριστικά οποιοσδήποτε επιστημονικός τομέας. Ακόμα και στη Μηχανική, της οποίας η ανάπτυξη ξεκίνησε με τον Γαλιλαίο ως πρώτος τομέας της φυσικής και συνεχίστηκε με τον Νεύτωνα, γίνονται ακόμα μελέτες και έρευνες με τις οποίες εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες σε επιμέρους περιπτώσεις. Αντίστοιχα ισχύουν και με τους άλλους επιστημονικούς τομείς που φαίνεται στους ανύποπτους ότι έχουν ολοκληρωθεί, Θερμοδυναμική, Ηλεκτρομαγνητισμός κ.λπ.

► Τίθεται πλέον το θέμα όλο και πιο επιτακτικά, τι ακριβώς προσφέρει η θρησκεία, αν παραβλέψουμε τον εξευτελισμό της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που μεθοδεύεται καθημερινά, με στόχο τον πλουτισμό του ιερατείου και τη συμμετοχή του στην εξουσία. Ο προηγούμενος πάπας δήλωνε σε επιστημονικό συνέδριο, πιθανόν με ειλικρίνεια αλλά σίγουρα παρακλητικά: «Είναι βέβαιο ότι υπάρχει η πραγµατικότητα της επιστήµης, αλλά πρέπει να δεχτούµε ότι υπάρχει και µια ευρύτερη πραγµατικότητα που ξεφεύγει από την επιστήµη και την αντιλαµβάνεται η θεολογία».
Ποια είναι λοιπόν αυτή η ευρύτερη πραγματικότητα; Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς, χωρίς να σχετίζεται με τους προβληματισμούς του πάπα, «O στόχος της θρησκείας είναι, σαφέστατα, να προτείνει "νόημα" του κόσμου, να μιλήσει για την "αιτία" και τον "σκοπό" της λογικής ύπαρξης του ανθρώπου...» Και ποιος είναι ο σκοπός, ποιο είναι το νόημα; Εκεί γίνεται ποιητικός ο Γιανναράς, περίπου ο θεός έφτιαξε τον κόσμο από αγάπη, επειδή «αγαπάει δαιμονισμένα το ομοίωμά του», «δονείται από έρωτα για τον άνθρωπο» και άλλα τέτοια.

Μια ματιά γύρω μας και στην ιστορία των τελευταίων 5-10 χιλιάδων ετών δείχνει όμως άλλα πράγματα: στη φύση γίνεται αλληλοσφαγή, τα ισχυρά ζώα καταβροχθίζουν τις σάρκες των αδύναμων και αυτά επιβιώνουν τρώγοντας μαζικά τα φυτά. Μια βελτίωση αυτής της αλληλοσφαγής προέκυψε, όχι με διορθωτική παρέμβαση κάποιου θεού, αλλά διά του ανθρώπινου πολιτισμού, δηλαδή με την ανατροφή και την παιδεία στην οικογένεια και την κοινωνία. Τουλάχιστον οι άνθρωποι έχουν περιορίσει τις αλληλοσφαγές – όχι ότι τις εγκατέλειψαν. Και, όποτε συμβαίνουν σφαγές μεταξύ ανθρώπων, όχι για διατροφική επιβίωση, αλλά για κατάληψη εδαφών, για εκμετάλλευση ξένων χωρών, για υποδούλωση άλλων ανθρώπων κ.ο.κ., δεν εμφανίζεται κανένας θεός να ρυθμίσει τα κατασκευαστικά λάθη της «δημιουργίας» του. 

Αντίθετα, οι δήθεν εκπρόσωποι επί Γης του εκάστοτε θεού είναι και οι πιο βάρβαροι σφαγείς, σίγουρα από τότε που καταγράφεται η ιστορία των μονοθεϊστικών θρησκειών. Πόσο καιρό να χρειαστούν ακόμα οι ιδιοτελείς πιστοί διανοούμενοι να παραδεχτούν δημόσια -ιδιωτικά το γνωρίζουν- ότι η αιώνια φύση λειτουργεί με τους νόμους της και δεν χρειάζεται κανένα θεό να την κουμαντάρει — ο οποίος θεός θα χρειαζόταν έναν άλλον θεό για να κουμαντάρει τον ίδιο κι αυτός έναν άλλον κ.ο.κ. μέχρι το άπειρο… Είναι και βιοποριστικό θέμα, να βρουν οι παπάδες μια έντιμη δουλειά, χωρίς να κοροϊδεύουν τους οπαδούς τους! Δύσκολο πράγμα...

Βλέπε επίσης ένα παλαιότερο κείμενο για την καθολική εκκλησία και την εξέλιξη των ειδών…

01 November 2014

Γονίδια και συναίσθημα

του Σταμάτη Αλαχιώτη, ΒΗΜΑ, 27/6/2010
Το συναισθηματικό προφίλ του καθενός μας έχει αναμφίβολα να κάνει τόσο με το DΝΑ όσο και με το περιβάλλον. Σιγά σιγά αρχίζουν να αποκαλύπτονται γενετικές περιοχές, αλλά και μηχανισμοί αντίδρασης στο περιβάλλον που καθορίζουν το πώς νιώθουμε
Τα συναισθήματα έχουν μνήμες και οι μνήμες συναισθήματα· με τα θετικά συναισθηματικά γεγονότα να τα θυμόμαστε καλύτερα σε σχέση με τα αρνητικά και τα ουδέτερα. Ο όρος συναισθηματικότητα υποδηλώνει μια κατάσταση του οργανισμού, η οποία διαμορφώνεται από οργανικές, εμπειρικές και εκφραστικές αντιδράσεις· στο πλαίσιο αυτό ο όρος συναίσθημα χρησιμοποιείται για να δείξει την εμπειρία που προκύπτει από ένα συναισθηματικό ερέθισμα, όπως ο φόβος, το άγχος, η χαρά κ.ά.



Η γενετική της συναισθηματικότητας είναι μια πρόκληση που πρέπει να υπερβεί σημαντικές δυσκολίες, όπως, για παράδειγμα, τον ακριβή ορισμό του συναισθήματος, τη μέτρησή του και την αποκάλυψη αιτιατών περίπλοκων γενετικών παραγόντων που κωδικοποιούν νευρωνικά μηνύματα, υποδοχείς ορμονών και ένζυμα, προκειμένου να διαμορφωθεί το συναίσθημα/συμπεριφορά· με τη συμβολή της κληρονομικότητας στον έλεγχο της συμπεριφοράς γενικότερα να συμπληρώνεται αναμφίβολα και από τη μεγάλη σημαντικότητα του περιβαλλοντικού παράγοντα.
Εθισμός, αλτρουισμός, υπερκινητικότητα...
Υπό το πρίσμα αυτό η έκθεση λ.χ. του ανθρώπου σε ψυχοδραστικές ουσίες ενεργοποιεί έναν σημαντικό μοριακό/μεταγραφικό παράγοντα, τον CRΕΒ, ο οποίος ρυθμίζει στη συνέχεια πολλά γονίδια, τα οποία με τη σειρά τους επάγουν την έκφραση άλλων· για να προκύψει τελικά η σχετική συμπεριφορά, διά του ανάλογου συναισθήματος, π.χ. ή του εθισμού εν προκειμένω. Σ΄ ένα τέτοιο πλαίσιο η κοκαΐνη επάγει λ.χ. την απελευθέρωση της ντοπαμίνης, η οποία προκαλεί ευχαρίστηση.
Σημειώνουμε ότι σ' έναν ετερογενή γενετικά πληθυσμό τα γονίδια βρίσκονται στα άτομα με παραλλαγές, ανάλογα με τις οποίες είναι και η συναισθηματική/συμπεριφορική αντίδραση. Η γονιδιακή παραλλαγή λ.χ. Drd4 για τον υποδοχέα της ντοπαμίνης σχετίζεται με την υπερκινητικότητα μειωμένης προσοχής, ενώ φαίνεται να συμβάλλει και στην εκδήλωση αλτρουιστικής συμπεριφοράς· η Drd7 οδηγεί στην επιθετικότητα και στην αντικοινωνική συμπεριφορά.
Γονίδια που σχετίζονται με στοιχεία παρορμητισμού, συμπεριλαμβανομένης και της επιθετικότητας, θεωρούνται το Shtib και το Μaooa· με τις επιπτώσεις του τελευταίου να εξαρτώνται και από την κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία ή από τον εθισμό στην ηρωίνη· επίσης το S-ht γονίδιο, για τον υποδοχέα της σεροτονίνης, φαίνεται να σχετίζεται με τον νευρωτισμό. Τελευταία κάποιοι μιλούν και για «το γονίδιο του Θεού», μια γονιδιακή παραλλαγή δηλαδή, οι φορείς της οποίας αναπτύσσουν συνήθως βαθιά πίστη στον Θεό· το γονίδιο αυτό διαφέρει μόνο ως προς δύο αμινοξέα μεταξύ χιμπαντζή και ανθρώπου!
Πρώιμες πειραματικές έρευνες έδειξαν ότι τα επίπεδα συναισθηματικότητας ποντικιών επηρεάζονται από την τεχνητή επιλογή, γεγονός που υποδηλώνει την εμπλοκή γενετικών στοιχείων· επιλογή που οδήγησε στη δημιουργία ενός μη ευαίσθητου/ψύχραιμου στην αντιμετώπιση μιας απρόσμενης κατάστασης στελέχους και ενός ευαίσθητου, το οποίο αντιδρούσε ουρώντας ή αποπατώντας. Με σύγχρονες μοριακές τεχνικές ταυτοποιήθηκαν, στα ποντίκια, γονίδια στα χρωμοσώματα 1 και 9 που σχετίζονται με ειδικές συμπεριφορές, ένα άλλο στο χρωμόσωμα 5 που επηρεάζει χαρακτηριστικά σχετιζόμενα με το άγχος, όπως η αποφυγή αντίδρασης, οι καταστάσεις φόβου κ.ά., και άλλο στο 4ο χρωμόσωμα που επηρεάζει ισχυρά την προτίμηση κατανάλωσης αλκοόλ.
Υπάρχει γονίδιο της απιστίας;
Τα αρσενικά τριζόνια ερωτοτροπούν με τα θηλυκά παίζοντας ένα τραγούδι, δονώντας τα φτερά τους· κατάσταση που ελέγχεται επίσης γενετικά, καθώς μια πιθανή μετάλλαξη κάνει παράφωνο το αρσενικό τριζόνι και δεν βρίσκει ταίρι. Οι ορμόνες βαζοπρεσίνη και οξυτοκίνη είναι ιδιαίτερης σημασίας για τη δημιουργία συναισθηματικών δεσμών στον ελέφαντα και στον μονογαμικό αρουραίο, ο οποίος γίνεται άπιστος-πολυγαμικός όταν του προκαλέσουν αδρανοποίηση των ορμονών αυτών. Στο είδος μας οι ενδείξεις συσχέτισης των εν λόγω ορμονών με τη συμπεριφορά μας είναι ακόμα λίγες· με τη βαζοπρεσίνη να τροποποιεί ίσως ένα φάσμα συμπεριφορών, συνδεδεμένων με τις ρομαντικές σχέσεις των ζευγαριών.
Ατομικές διαφορές ως προς την προδιάθεση σε συμπεριφορές επιθετικότητας το συνοδεύουν «βραχυκυκλώνουν» τον εγκέφαλο και τη νοητική διαδικασία και αντίδρασης στο στρες τείνουν να έχουν μια σταθερότητα, κατάσταση που υποκρύπτει ισχυρό γενετικό στοιχείο. Στο πλαίσιο αυτό μελετάται ο νευροδιαβιβαστής της σεροτονίνης και υπάρχουν ικανές ενδείξεις για τον κύριο ρόλο που παίζει στον έλεγχο των συναισθηματικών χαρακτηριστικών τόσο στους ανθρώπους όσο και στα ζώα. Νευροδιαβιβαστής είναι μια χημική ουσία που παίζει ρόλο στη μεταβίβαση της πληροφορίας από ένα νευρωνικό κύτταρο-νευρώνα σε άλλο και λειτουργεί στα σημεία επαφής τους.
Η μορφοποίηση και λειτουργία του εγκεφάλου είναι συνάρτηση του γενετικού προ-προγραμματισμού και των σχετικών ερεθισμάτων. Σημαντική εγκεφαλική περιοχή του συναισθηματικού συστήματος είναι η αμυγδαλή, που εμπλέκεται στη μακροπρόθεσμη μνήμη η οποία σχετίζεται με φόβο ή στενοχώρια. Η αμυγδαλή, που αυξάνει ακόμα και την αντίληψη δυνητικών επικίνδυνων ερεθισμάτων, ενεργοποιείται κυρίως σε καταστάσεις φόβου και ο εγκέφαλος «πυροδοτεί» το σώμα να αντιδράσει αστραπιαία και αποτελεσματικά με μια κίνηση, πολύ πριν γίνει λογική επεξεργασία της σχετικής φοβικής πληροφορίας κινδύνου· αντίδραση που γίνεται σχεδόν αντανακλαστικά, με άλλα λόγια συναισθηματικά, μέσω του αντανακλαστικού συνδυασμού των αισθήσεων. Για να μη «βραχυκυκλώνουν» οι μαθητές
Η συναισθηματική ισορροπία  ευνοεί τη μάθηση, ενώ αντίθετα  το στρες και οι ορμόνες  κορτιζόλη και αδρεναλίνη που  Η συναισθηματική ισορροπία ευνοεί τη μάθηση, ενώ αντίθετα το στρες και οι ορμόνες κορτιζόλη και αδρεναλίνη που Η νόηση του ανθρώπου κλασματώνεται στη νοημοσύνη και στη συναισθηματικότητα. Γι΄ αυτό η συναισθηματική επάρκεια του μαθητή/φοιτητή/επαγγελματία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική μάθηση/δημιουργικότητα/επιτυχία. Και τούτο διότι μέσω της αναπτυγμένης συναισθηματικής νοημοσύνης, που σχετίζεται με την εγκαθίδρυση επικοινωνίας ανάμεσα σε διάφορα μέρη του εγκεφάλου, μπορεί να δρα επιτυχώς ο μαθητής λ.χ. σε νέες καταστάσεις, όπως είναι ο νέος δάσκαλος, το νέο μάθημα, η νέα μέθοδος κ.ά. ή ο δάσκαλος σε νέες μεθόδους, σε νέο σχολικό περιβάλλον.
Το υπερβολικό και επαναλαμβανόμενο όμως στρες στα παιδιά συμβάλλει στην αύξηση των ορμονών του άγχους, της κορτιζόλης και της αδρεναλίνης, που ενεργοποιούν ορισμένα γονίδια τα οποία συμβάλλουν στη δημιουργία ανώμαλων συνάψεων/δικτύων και βραχυκυκλώνουν τον εγκέφαλο· με την αντίδραση αυτή να ποικίλλει μεταξύ των παιδιών, και το καθένα να χρειάζεται την ιδιαίτερη δική μας εποικοδομητική και όχι άδικη συμπεριφορά· η γενετική ποικιλότητα των μαθητών απαιτεί δηλαδή ιδιαίτερη προσοχή από τους δασκάλους, αλλά και τους γονείς.
Έχει καταδειχθεί επίσης από σχετικές έρευνες ότι η εκπαίδευση του μαθητή στη δυνατότητα κάποιου συναισθηματικού ελέγχου του είναι σημαντική για τη μάθηση. Παιδιά λ.χ. τεσσάρων ετών που ασκήθηκαν να ελέγχουν τα συναισθήματά τους (στην εγκράτεια λ.χ.) αναπτύχθηκαν σε εφήβους με καλύτερες επιδόσεις στο σχολείο. Η δυνατότητα δηλαδή ελέγχου των συναισθηματικών ερεθισμάτων σε μικρές ηλικίες συμβάλλει στη μελλοντική επιτυχία του μαθητή ως προς τις κοινωνικές του δεξιότητες και γενικότερα στη ζωή του. Η συναισθηματικότητα λοιπόν πρέπει να καλλιεργείται σωστά στο σχολείο και στο σπίτι, με τον δάσκαλο και τους γονείς να γνωρίζουν γιατί η αναστάτωση του παιδιού στην τάξη, ιδιαίτερα του εφήβου, η έλλειψη ηρεμίας, ο φόβος, το υπερβολικό άγχος μειώνουν την προσοχή του και συνακόλουθα την αποτελεσματικότητα της μάθησής του.
Και επειδή η συναισθηματικότητα έχει εξελικτική προέλευση, είναι χρήσιμη είτε αφορά τη χαρά είτε τη λύπη. Γι΄ αυτό ας μη σκεφτόμαστε κι εδώ τη μαγεία της γενετικής· να μας κάνει δηλαδή να χαιρόμαστε μόνο, ξεριζώνοντας λ.χ. γονιδιακές παραλλαγές που συμβάλλουν εντονότερα στην εκδήλωση αρνητικών συναισθημάτων· κάτι τέτοιο θα ΄ταν επικίνδυνο ως προς την αποφυγή των σχετικών κινδύνων και της πραγματικότητας, την οποία μπορούμε να αντιμετωπίζουμε επιτυχέστερα διά της συναισθηματικής μας ολοκλήρωσης.