06 January 2007

Beethoven, κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα

...
Πέμπτο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του
L. van Beethoven, στο πιάνο η Valentina Lisitsa








Αφιερωμένο σ' όλους τους (καλούς) φίλους της (καλής) μουσικής!

05 January 2007

Χριστιανισμός έναντι του ελληνικού πολιτισμού II

...(Το πρώτο μέρος βρίσκεται εδώ!)

Αλλά και για την ίδια τη λεγόμενη «ειδωλολατρεία» γνώριζαν όλοι οι «εκκλησιαστικοί πατέρες» λεπτομερώς από την αντίκρουση που έκανε ο Ωριγένης στο βιβλίο του Πορφύριου Μάλχου (3ος αιώνας μ.Χ.) με τίτλο «Κατά Χριστιανών», ποια ακριβώς σημασία είχαν τα αγάλματα της ελληνικής εθνικής θρησκείας.

Έγραφε ο Πορφύριος: «Δεν πρέπει ν’ απορεί κάποιος που οι αμαθέστατοι των ανθρώπων θεωρούν τα αγάλματα ξύλα και πέτρες, αφού και τα γράμματα έτσι τα θεωρούν οι αναλφάβητοι, αντιμετωπίζοντας τις ενεπίγραφες στήλες σαν απλές πέτρες, τις πινακίδες σαν ξύλα και τα βιβλία σαν δεμένο πάπυρο ... Όσοι αποδίδουν τον πρέποντα σεβασμό στους θεούς, δεν πιστεύουν ότι ο θεός βρίσκεται στο ξύλο, στο λίθο η στο χαλκό από τον οποίο κατασκευάζεται το ομοίωμα τους, ούτε θεωρούν ότι αν ακρωτηριασθεί ένα μέρος του αγάλματος μειώνεται η δύναμη του θεού.

Τα ομοιώματα και οι ναοί ιδρύθηκαν από τους προγόνους μας για τη διαρκή υπενθύμιση της υπάρξεως των θεών, για να παρέχουν τη δυνατότητα σε όσους φοιτούν εκεί να ανάγονται στην έννοια του θεού με συστηματική εργασία και καθαρό βίο και σε όσους προσέρχονται εκεί, να μπορούν να απευθυνθούν στο θεό με προσευχές και ικεσίες, ζητώντας από αυτόν ό,τι έχει ο καθένας ανάγκη ... Και πραγματικά, εάν κάποιος φτιάξει την εικόνα ενός φίλου, δεν πιστεύει βεβαίως ότι ο φίλος του βρίσκεται μέσα στην εικόνα ούτε τα μέλη του σώματος του έχουν εγκλεισθεί μέσα στην ζωγραφιά, αλλά θεωρεί ότι μέσω της εικόνας δείχνει την τιμή που αποδίδει στο φίλο του.
» (Πορφύριος: «Περί αγαλμάτων»)

Επιχειρήματα, τα οποία μερικούς αιώνες αργότερα προέβαλαν σε όμοια μορφή οι ορθόδοξοι «εικονολάτρες» χριστιανοί στους «εικονοκλάστες» και καθ' όλη τη δεύτερη μ.Χ. χιλιετία, μέχρι των ημερών μας, όλοι οι χριστιανοί στους μωαμεθανούς ανεικονιστές. Αν δεχθούμε προς στιγμήν ότι οι αρχαίοι Έλληνες προσκυνούσαν πέτρες, ξύλα και μέταλλα, τότε πρέπει να δεχτούμε ότι και οι «εικονολάτρες» χριστιανοί προσκυνούσαν και προσκυνούν ακόμα ξύλα, πέτρες, τζάμια και ασημικά.

Από το γεγονός όμως ότι τα βιβλία του Πορφύριου, όπως και τα προγενέστερα του Αλεξανδρινού φιλοσόφου Κέλσου (2ος αιώνας μ.Χ.) έπρεπε χωρίς εξαίρεση να καούν, με εκκλησιαστική απόφαση Οικουμενικής Συνόδου(έτος 448) και με νόμο του Ιουστινιανού (Ιουστ. Κώδιξ, Ι1.3), δείχνει ότι οι εχθροί του ελληνικού πνεύματος δεν ενδιαφέρονταν για την αναζήτηση της αλήθειας. Πολύ εγγύτερα βρίσκεται το συμπέρασμα ότι, στόχος των συνειδητών στρεβλώσεων και συκοφαντιών ήταν οι Ελληνίζοντες της ύστερης Αρχαιότητας και η πολιτική επιρροή τους (βλέπε επόμενα). Πέρα απ' αυτό, αν οι χριστιανοί διανοούμενοι των πρώτων αιώνων εκτιμούσαν πράγματι τα έργα του ελληνικού πολιτισμού, τον οποίον υποτίθεται ότι καλλιέργησαν στη συνέχεια, όπως ισχυρίζονται σήμερα οι απολογητές εκείνων των εποχών και δραστηριοτήτων, θα έπρεπε εκείνοι ακριβώς οι χριστιανοί πρωτοπόροι να έχουν διαφυλάξει αυτές τις έννοιες από τον κίνδυνο κατάχρησής τους που είχε στόχο την εξύβριση επιφανών προσώπων και έργων ενός ανώτερου πολιτισμού!

Παραθέτουμε στα επόμενα μερικά ακόμα αποσπάσματα από χριστιανικά κείμενα που καταφέρονται κατά των Ελλήνων και του ελληνικού πολιτισμού και διατυπώνουμε πιθανές ερμηνείες γι' αυτές τις εκδηλώσεις εχθρότητας!

Αθανάσιος ο Μέγας, (αποκαλούμενος homunculus δλδ. ανθρωπάκι, μάλλον Αιθίοπας εκ καταγωγής): «Δεν είχε αποκαλυφθεί η μωρία της ελληνικής φιλοσοφίας, παρά μόνο όταν η αληθινή σοφία του θεού φανέρωσε τον εαυτό της στη Γη» (Περί ενανθρωπίσεως, 46.17-19).

Ιωάννης Χρυσόστομος, (Γιοχάναν, εκ Δαμασκού Συρίας, αμφιλεγόμενης καταγωγής):
  • «Εάν δε κοιτάξεις στα ενδότερα των Ελλήνων θα δεις τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά σαν τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας αυτών, γεμάτος ακαθαρσίες και ιχώρ (έμπυο) και τα δόγματά τους γεμάτα σκουλήκια. Εμείς δε δεν παραιτούμαστε της κατ' αυτών μάχης» (Εις τον Άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, 59, 370, 7-11).
  • «Όσο πιο βάρβαρο ένα έθνος φαίνεται και της ελληνικής απέχει παιδείας, τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα... Ούτος ο (πιστός) βάρβαρος, την οικουμένη ολάκερη κατέλαβε ... και ενώ πάντα τα των Ελλήνων σβήνουν και αφανίζονται, τούτου (του πιστού βάρβαρου) καθ' έκαστη λαμπρότερα γίνονται». (Εις Ιωάννην 59.31.33).
  • «Κανείς δεν πρέπει στα παιδιά του, των (Ελλήνων) προγόνων να καλεί τα ονόματα, του πατέρα, της μητέρας, του παππού και του προπάππου, αλλά αυτά των δικαίων (της Παλαιάς Διαθήκης)». (Περί Κενοδοξίας και πώς δει τους Γονείς Ανατρέφειν τα Τέκνα (690) 641.65).
  • «Tα παιδιά να υπακούτε στους γονείς σας σύμφωνα με το θέλημα του Kυρίου... Όμως, όταν ο γονέας είναι Έλλην, τότε το παιδί δεν πρέπει να υπακούη» (προς Eφεσίους επιστολή, ομιλία 21, παρ. α).

Βασίλειος ο Μέγας, (Καππαδόκης εκ καταγωγής, ο οποίος λεγόταν αρχικά Μαζάκας, ίσως από το καππαδόκικο όνομα της Καισαρείας):


  • «Είναι εχθροί οι Σύροι και Έλληνες, οι μεν που βρίσκονται προς ανατολάς, οι δε προς δυσμάς, διότι διασκεδάζουν καταβροχθίζoντας με ορθάνοιχτο στόμα τον Ισραήλ. Στόμα δε λέγει εδώ ο προφήτης (βλ. Ησαΐας Θ΄11) την σοφιστική του λόγου δύναμη η οποία τα πάντα χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει τους εν απλότητι πιστεύσαντες». (Εις Προφήτην Ησαϊαν 9.230.8)
  • «Μη δειλιάζετε από των ελληνικών πιθανολογημάτων... τα οποία είναι σκέτα ξύλα, μάλλον δε δάδες που απώλεσαν και του δαυλού την ζωντάνια και του ξύλου την ισχύ, μη έχοντας δε ούτε και του πυρός την φωτεινότητα, αλλά σαν δάδες καπνίζουσες καταμελανώνουν και σπιλώνουν όσους τα πιάνουν και φέρνουν δάκρυα στα μάτια όσων τα πλησιάζουν. Έτσι και (των Ελλήνων) η ψευδώνυμος γνώση σε όσους την χρησιμοποιούν» (Εις Προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον 7.196.3).
  • Κατά τα τελευταία χρόνια υποστηρίζεται ότι μερικά από τα συγγράμματα που αποδίδονταν παλαιότερα στον Βασίλειο, έχουν γραφτεί μάλλον από άλλο άτομο κι έτσι απαλλάσσεται ο συγκεκριμένος «πατέρας» από την κατηγορία για ανθελληνικό παραλήρημα. Αλλά αυτό -αν αληθεύει- ελάχιστα επηρεάζει την ουσία του θέματος που ενδιαφέρει εδώ: τότε ο έτερος σημαντικός (αλλιώς δεν θα τον μπέρδευαν με τον Βασίλειο) χριστιανός συγγραφέας είχε τις ανθελληνικές αντιλήψεις που φαίνονται από τα γραπτά του και ακριβώς αυτές οι αντιλήψεις ενδιαφέρουν εδώ.
Ευσέβιος Καισαρείας της Παλαιστίνης, (Παλαιστίνιος εκ καταγωγής): « ... Τον φτωχό και πένητα λαό σήκωσες από τα καθόλου ζηλευτά πράγματα και από την ατιμία των παθών και από την κοπριά των ελληνικών βδελυγμάτων και κάθισες αυτόν με τους άρχοντες του Ισραήλ, τον όντως αληθινό λαό του Θεού» (Εκκλησιαστική Ιστορία, 23, 1352, 34-38). Τίτλοι κεφαλαίων:
    • Πράξη σωφροσύνης είναι η εγκατάλειψη της ελληνικής πλάνης.
    • Εγκαταλείψτε όσα οι Έλληνες φυσικοί φιλόσοφοι περί αρχών εισηγήθηκαν.
    • Περί των αρχαιότερων Εβραίων και γιατί τας γραφάς αυτών, από των ελληνικών λόγων προτιμήσαμε.
    • Γιατί μετά από λογική κρίση και σώφρονα λογισμό την ιστορία των Εβραίων παραδεχθήκαμε. (Ευσέβιος «Κλείς Πατρολογίας»).
Τατιανός, μέγας απολογητής, (Tatianus, Αραμαίος εκ Μεσοποταμίας): «Οι Έλληνες ούτε είχαν ούτε δημιούργησαν τίποτα δικό τους, αλλά όλα τα παρέλαβαν από τους βαρβάρους, μόνο και μόνο για να προξενήσουν κακό» (Προς Έλληνας)

Γρηγόριος εκ Ναζιανζού της Καππαδοκίας, (αποκαλούμενος Θεολόγος, πιθανόν ελληνικής καταγωγής) προς τον αδελφό του Καισάριο: «... ελληνίζεις επικίνδυνα!»
Επίσης: «Ποίος Ευκλείδης εμιμήσατο ταύτα, γραμμαίς εμφιλοσοφών ταις ουκ ούσαις, και κάμνων εν ταις αποδείξεσι; Τίνος Παλαμήδους τακτικά κινήματά τε και σχήματα γεράνων, ως φασι, και ταυτά παιδεύματα κινουμένων εν τάξει, και μετά ποικίλης της πτήσεως; Ποίοι Φειδίαι και Ζεύξιδες και Πολύγνωτοι, Παρράσιοι τε τινες και Αγλαοφώντες, κάλλη μεθ᾿ υπερβολής γράφειν και πλάττειν ειδότες;» («Λόγος θεολογικὸς Β', περὶ Θεολογίας», παρ. 25)

Αυτά αποτελούν δε μόνο μικρό τμήμα των ανθελληνικών αποσπασμάτων. ανάλογα εδάφια από μελέτες και λόγους υπάρχουν πολλές εκατοντάδες στα πατερικά και, γενικότερα, στα εκκλησιαστικά κείμενα των Εφραίμ του Σύρου, Αναστάσιου του Σιναΐτη, Ιωάννη Δαμασκηνού, Κύριλλου Ιεροσολύμων κ.ά. Οι θεωρητικοί του χριστιανισμού, κυρίως οι Σύριοι και οι Αφρικανοί, αλλά λιγότερο οι Αλεξανδρινοί του 3ου αιώνα, καθυβρίζουν με κάθε διαθέσιμο τρόπο τις μεγάλες προσωπικότητες της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας. Όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι ήταν καταρχάς «τυφλοί που διδάσκουν κωφούς», ο Πλάτων είχε αντιγράψει τις ιδέες του Μωϋσή, ο στωικός Ζήνων ήταν φαιδρός και προπαγανδιστής του κανιβαλισμού (!), ο Ηράκλειτος αυτοδίδακτος (άρα άνευ αξίας!) και αλαζών, ο Αριστοτέλης δε χαμερπής, αυλοκόλακας κ.ά.

Ιδιαίτερα οι συκοφαντίες και ύβρεις του Ιωάννη Χρυσοστόμου κατά των Ελλήνων και του ελληνικού πολιτισμού ο οποίος, πέρα από τις παροιμιώδεις αντισημιτικές εξάρσεις του, θεωρούσε και τους Έλληνες φιλόσοφους συνολικά ως
«δειλούς, αλαζόνες φιλόδοξους που ποτέ δεν έκαναν το σωστό» - αυτό που θεωρούσε σωστό ο συγκεκριμένος αλαζών και μισέλληνας κληρικός, γεμίζουν εύκολα ένα ολόκληρο βιβλίο! Ο συγκεκριμένος Ιωάννης είχε αντικαταστήσει τα γιατροσόφια του Ιπποκράτη για την καταπολέμηση ασθενειών και ενοχλήσεων, π.χ. για τον πονοκέφαλο, με εξορκισμούς.

Συνολικά, οι «πατέρες» του χριστιανισμού προβάλλουν παραδειγματικά με το μίσος τους κατά του Ελληνισμού αυτό που περιέγραψε μια χιλιετία αργότερα ο φιλόσοφος Έρασμος στο έργο του «Μωρίας Εγκώμιο» (1509): «η (μεσανατολική) μωρία προβάλλεται ως σοφία και η (αρχαιοελληνική) σοφία συκοφαντείται ως μωρία».

(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)
(συνεχίζεται>>>, εντωμεταξύ γίνονται δεκτά τα πάντα - υποδείξεις, διορθώσεις, αφορισμοί ή έπαινοι!)

04 January 2007

Κίνημα bright

...

bright = φωτεινός, λαμπρός, αστραφτερός

Ποιος είναι bright;

  • Bright είναι ένα πρόσωπο που διαθέτει φυσιοκρατική κοσμοθέαση,
  • Η κοσμοθέαση ενός/μιας bright είναι ελεύθερη από υπερφυσικά και μυστικιστικά στοιχεία,
  • Η ηθική και οι πράξεις ενός/μιας bright στηρίζονται στη φυσιοκρατική κοσμοθέαση.

Προσθήκη: Ως φυσιοκρατική κοσμοθέαση ορίζεται η αντίληψη για τη ζωή και τον κόσμο, σύμφωνα με την οποία η φύση ανάγεται σε απώτατη αιτιοκρατική αρχή των πάντων και η οποία δεν αποδέχεται την ύπαρξη οποιασδήποτε υπερφυσικής δημιουργικής δύναμης.

Στην εποχή μας και στο πλαίσιο των περισσότερων πολιτισμών, εκφράζεται η φυσιοκρατική κοσμοθέαση ανεπαρκώς και σε πολλές περιπτώσεις καταπιέζεται πολιτικά και κοινωνικά.

Οι αντιλήψεις των ανθρώπων με φυσιοκρατική κοσμοθέαση διαφέρουν σημαντικά, έχουν όμως κοινό παρονομαστή ότι δεν δέχονται υπερφυσικές, παραφυσικές και μυστικιστικές ερμηνείες. Μερικοί είναι μέλη οργανώσεων, οι οποίες προβάλλουν και προωθούν κάποια ιδεολογία που απορρίπτει τα υπερφυσικά συστατικά. Οι περισσότεροι δεν ανήκουν όμως σε καμιά οργάνωση και δεν ταυτίζονται με κάποιο συγκεκριμένο χαρακτηρισμό.



Το κίνημα bright ενεργοποιείται σε κοινωνικό επίπεδο κάτω από το γενικό όρο της φυσιοκρατικής κοσμοθέασης και διεκδικεί με αυτό τον τρόπο επιρροή στην κοινωνία, η οποία ελέγχεται κατά κύριο λόγο από φορείς που δηλώνουν προσκείμενοι σε υπερφυσικές αντιλήψεις.

Οι τρεις κεντρικοί στόχοι του κινήματος bright είναι:

  • Η προώθηση της κατανόησης και της κοινωνικής αποδοχής της φυσιοκρατικής κοσμοθέασης, η οποία είναι αποδεσμευμένη από υπερφυσικά και μυστικιστικά στοιχεία,
  • Η επικέντρωση της δημόσιας προσοχής στο γεγονός ότι πρόσωπα με αυτή την κοσμοθέαση βρίσκονται σε καίριες θέσεις της διοίκησης, της επιστήμης, της παραγωγής κλπ. και ελέγχουν με θετικές ενέργειές τους σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες,
  • Η κινητοποίηση της κοινωνίας για πλήρη και ισότιμη αποδοχή στη σύγχρονη κοινωνία ανθρώπων με αυτές τις αντιλήψεις.
Ιστότοποι κινημάτων bright:
Μερικοί από τους/τις ενθουσιώδεις brights είναι:
  • Daniel Dennett: Author of Freedom Evolves, Darwin's Dangerous Idea, and Breaking the Spell: Religion as a Natural Phenomenon, University Professor and Austin B. Fletcher Professor of Philosophy, and Director of the Center for Cognitive Studies at Tufts University.
  • Richard Dawkins: Internationally known evolutionary biologist and the Charles Simonyi Professor of the Public Understanding of Science at Oxford University.
  • Richard Roberts: Nobel Laureate and presently Research Director at New England Biolabs, Beverly, MA. Educated in England, with doctoral work at the University of Sheffield in Organic Chemistry and postdoctoral research at Harvard
  • Babu Gogineni: Leader in Indian humanism and now Executive Director of International Humanist and Ethical Union.
  • Sheldon Lee Glashow: Nobel Laureate and University Professor at Boston University.
  • James Randi: Director of the James Randi Foundation, which offers a million dollars prize to anyone able to demonstrate paranormal phenomena under scientifically controlled conditions.
  • Steven Pinker: After teaching at MIT for 21 years, he is now the Johnstone Professor of Psychology.

Αν είσαι bright, εκδηλώσου, στήριξε και

διάδωσε τη φυσιοκρατική κοσμοθέαση!


(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

03 January 2007

Χριστιανισμός έναντι του ελληνικού πολιτισμού I

....

Από τα χριστιανικά κείμενα των πρώτων αιώνων προκύπτει ανάγλυφα η αντιπαλότητα των ηγετών της χριστιανικής Εκκλησίας έναντι του ελληνικού πολιτισμού και των έργων του, παρά την προβαλλόμενη σήμερα δήθεν σύζευξη ελληνισμού και χριστιανισμού που θρυλείται ότι κατέληξε στον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» — ένα ιδεολόγημα που συνοδεύει το σύγχρονο ελληνικό κράτος και αξιοποιήθηκε κυρίως από τα δικτατορικά καθεστώτα και τις οπισθοδρομικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας. Αυτή η αντιπαλότητα δεν ήταν απλώς μία θεμιτή άμιλλα, ένας ανταγωνισμός ιδεών και προτάσεων, αλλά μία σαφής εχθρότητα και πρόθεση συκοφάντησης.

Ανεξάρτητα από αυτή τη συγκρουσιακή τοποθέτηση, εκείνη την εποχή μεθοδευόταν ταυτόχρονα η συστηματική αντιγραφή και ενσωμάτωση στα χριστιανικά κείμενα απόψεων και συλλογισμών Ελλήνων (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης) και Ρωμαίων (Κικέρων, Σενέκας) φιλοσόφων, αλλά και η παραποίηση ιδεών και φιλοσοφικών προτάσεων. Ο K. Deschner παραθέτει στο βιβλίο του «Kriminalgeschichte des Christentums» πλαστογραφημένες «επιστολές», δήθεν μεταξύ του Σενέκα και του Παύλου, τις οποίες είχαν επινοήσει διάφοροι «εκκλησιαστικοί πατέρες» και από τις οποίες συμπεραίνεται η σύγκλιση της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας με τις (μέχρι τότε ακόμα αδιαμόρφωτες) χριστιανικές απόψεις. Αυτή η συστηματική υποκλοπή αλλότριων ιδεών και λόγων δεν έγινε, φυσικά, τότε ευρύτερα γνωστή και, όταν δεν ήταν πια δυνατόν να αποκρυβεί, μετονομάστηκε σε «...συμφιλίωση της διδασκαλίας των αρχαίων φιλοσόφων με τη χριστιανική θρησκεία». Το προϋπάρχον συμφιλιώθηκε δηλαδή με το μεταγενέστερο, ο εμπνευστής συμφιλιώθηκε με τον αντιγραφέα του!

Από τη μέση βυζαντινή εποχή και μέχρι σήμερα προβάλλεται όμως θορυβωδώς, λόγω και της εγγενούς πολιτισμικής ένδειας, ακριβώς το αρχικά απoσιωπώμενο και αξιοποιείται για τη στήριξη του ιδεολογήματος περί ενότητας και συνέχισης του ελληνικού πολιτισμού δια του χριστιανισμού.

Αντίλογος με ιστορικά επιχειρήματα και η πραγματικότητα των κειμένων

Η χριστιανική πλευρά διατυπώνει ως αντίλογο την άποψη ότι, πρώτον, οι χριστιανοί εκδικούνταν με τις βιαιοπραγίες τους τις αιματηρές διώξεις που είχαν υποστεί για πολλές δεκαετίες και, δεύτερον, όπου στα χριστιανικά κείμενα αναφέρονται καταγγελίες, ύβρεις και αναθεματισμοί κατά των Ελλήνων, δεν νοούνται οι εκπρόσωποι του ελληνικού πνεύματος και οι Έλληνες ή έστω οι ελληνόφωνοι πολίτες, αλλά γενικώς οι «ειδωλολάτρες» ή «εθνικοί».

Στο πρώτο σημείο δεν είναι δύσκολο να απαντηθεί, αφενός ότι, ένα πιθανόν δικαιολογημένο αίσθημα πικρίας, το οποίο μετετράπη σε εκδικητικότητα στο αριθμητικά έτσι κι αλλιώς ακόμα περιορισμένο πλήθος των οπαδών, δεν θα έπρεπε να βρίσκει συνέχεια στα λόγια και τα έργα των κορυφαίων εκπροσώπων της «θρησκείας της αγάπης». Αφετέρου είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, οι όποιες διώξεις και σφαγές κατά των χριστιανών δεν διοργανώνονταν από τους Έλληνες φιλοσόφους ή οποιουσδήποτε Έλληνες διανοούμενους, αλλά από τη ρωμαϊκή διοίκηση και το μισθοφορικό αυτοκρατορικό στρατό.

Οι Ρωμαίοι στρατηγοί, με αυτήν ακριβώς τη διοίκηση και τον ίδιο μισθοφορικό στρατό, υιοθέτησαν αργότερα και επέβαλαν το χριστιανισμό ως αποκλειστική θρησκεία και επιδόθηκαν, μαζί με τους εκπροσώπους του εκκλησιαστικού μηχανισμού, στην κατασυκοφάντηση και αποδόμηση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και την καταστροφή μεγάλου μέρους των μέχρι σήμερα θαυμαζόμενων -κάθε είδους και μορφής- έργων του!

Όσον αφορά στο δεύτερο σημείο του αντιλόγου, ότι δηλαδή με τον όρο «ελληνικός» χαρακτηριζόταν ο «ειδωλολάτρης», ό,τι κι αν σήμαινε τότε και μπορεί να σημαίνει σήμερα ουσιαστικά αυτή η λέξη, τα κείμενα που ακολουθούν φαίνεται να μαρτυρούν κάτι διαφορετικό:
  1. Στο κατά Ιωάνννην Ευαγγέλιο, κεφ 12-20 αναφέρεται ότι ήρθαν οι Έλληνες να προσκυνήσουν για τη γιορτή (Πάσχα). Προφανώς δεν είναι δυνατόν να αναφέρεται σε ειδωλολάτρες, γιατί τότε δεν θα είχαν κανένα λόγο να γιορτάζουν το Πάσχα. Συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για Εβραίους εξ Ελλάδος, άρα στα χρόνια του Ιησού ο προσδιορισμός «Έλληνες» αναφέρεται στην καταγωγή των ανθρώπων.
  2. Την εποχή της διάδοσης του χριστιανισμού όλοι οι λαοί, με εξαίρεση τους Ιουδαίους, σύμφωνα με τη σημερινή κατεστημένη αντίληψη, ήταν «ειδωλολάτρες». Γιατί να ταυτιστεί λοιπόν και να επιβληθεί, όπως ισχυρίζονται, ο όρος Έλληνας με αυτόν του ειδωλολάτρη και όχι ο όρος «Ρωμαίος», οι οποίοι και δίωκαν τους χριστιανούς ή «Αιγύπτιος» ή οτιδήποτε άλλο; Είναι δυνατόν να αποκαλούσαν «Έλληνα» έναν Αιγύπτιο ή Πέρση ή Σκύθη ή Παλαιστίνιο, επειδή ήταν ειδωλολάτρης; Δεν θα παρεξενευόταν αυτός να τους διορθώσει; Είναι δυνατόν να αποκαλούσαν ένα Ρωμαίο πολίτη «Έλληνα», χωρίς αυτός να εκπλαγεί ή να διαμαρτυρηθεί;
  3. Ο Ιουστίνος φιλόσοφος (~100-165) έγραψε σύγγραμμα «Περί μοναρχίας θεού», την οποία θεμελιώνει, όχι μόνο στις ιερές γραφές των Ιουδαίων αλλά και στα ελληνικά φιλοσοφικά βιβλία: «Εκ των παρ' ημίν γραφών, αλλά και των ελληνικών συνίστηση βιβλίων». Να εννοεί άραγε περσικά, ινδικά ή αιγυπτιακά βιβλία ή τα ελληνικά των φιλοσοφικών σχολών, τα οποία κυκλοφορούσαν και σχολιάζονταν σε όλη την έκταση της αλεξανδρινής και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας;
  4. Ο Θεόφιλος Αντιοχείας (...-~182) ερωτάται στο τρίτομο σύγγραμμά του «Προς Αυτόλυκον»:  «Τι δε ωφέλησε τον Άρατο η σφαιρογραφία του κοσμικού κύκλου ή αυτούς που είπαν όμοια πράγματα μ' αυτόν, πλην της κατ' άνθρωπον δόξας, την οποίαν εκέρδισαν όχι κατ' αξίαν; Τι αληθές είπαν; ή τι ωφέλησαν τον Ευριπίδη και τον Σοφοκλή ή τους άλλους τραγωδιογράφους οι τραγωδίες, τον Μένανδρο και τον Αριστοφάνη και τους λοιπούς κωμικούς οι κωμωδίες ή τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη οι ιστορίες τους ή τον Πυθαγόρα τα άδυτα αγιαστήρια και οι στήλες του Ηρακλέους ή τον Διογένη η κυνική φιλοσοφία ή τον Επίκουρο το δόγμα ότι δεν υπάρχει θεία πρόνοια ή τον Εμπεδοκλή η διδασκαλία της αθεότητας ή τον Σωκράτη ο όρκος εις τον Κύνα; Γιατί πέθανε εκουσίως, ποιόν και ποιάς φύσεως μισθό ήλπιζε, ότι θα λάβη μετά θάνατον; Τι δε ωφέλησε τον Πλάτωνα η παιδεία, την οποία διεμόρφωσε, η τους άλλους φιλοσόφους τα δόγματά τους; Αυτά λέμε, για να επιδείξουμε την ανωφελή και άθεη διάνοιά τους. Όλοι αυτοί, αγαπήσαντες την κενή και μάταιη δόξα, ούτε αυτοί εγνώρισαν την αλήθεια ούτε άλλους βεβαίως προέτρεψαν προς την αλήθεια» (βιβλ. Γ, παρ. 2-3). Μετά από αυτά και πολλά άλλα συκοφαντικά και υποτιμητικά για τους δημιουργούς του ελληνικού πολιτισμού, συνοψίζει ο λαμπρός αυτός εκκλησιαστικός  «γίγας»: «άθλιοι και δυσσεβέστατοι και ανόητοι... και φιλοσοφήσαντες ματαίως» (Γ, 18) Ο συγγραφέας και λαμπρός θεολόγος αγνοεί βεβαίως τι σημαίνει να ασχολείσαι με την επιστήμη, τι όφελος έχει εξ αυτού η κοινωνία και η ανθρωπότητα, γι' αυτό και (νομίζει πως) υποβαθμίζει τον Άρατο (βλέπε επόμενα), τον Εμπεδοκλή και όλους τους τραγικούς και φιλοσόφους του Ελληνισμού, τους οποίους τιμάει και μελετάει η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα. Όπως και ο επόμενος χριστιανός διανοούμενος μισεί ο Θεόφιλος τον ελληνικό πολιτισμό και αυτούς που τον δημιούργησαν και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι εννοεί κάποιους ειδωλολάτρες...  
  5. Ο εκκλησιαστικός ιστοριογράφος Ευσέβιος (275-339) επιτίθεται σε «αιρετικούς», λέγοντας ότι «περιφρονώντας τα ιερά κείμενα του Θεού ασχολούνται με τη Γεωμετρία (...) Με ζήλο μελετούν τη Γεωμετρία του Ευκλείδη, θαυμάζουν τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο. Μερικοί μάλιστα σχεδόν προσκυνούν τον Γαληνό» (Deschner). Ο γνωστός αυλικός και αυτοκρατορικός κόλακας Ευσέβιος δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για θρησκείες, αλλά για τους Έλληνες σοφούς, τους οποίους μισεί, όπως και ο προηγούμενος.
  6. Ο «εκκλησιαστικός πατέρας» και πατριάρχης στην Κων/πολη, Ιωάννης Χρυσόστομος εκ Συρίας (344-407), γράφει (Περί του τας κανονικάς μη συνοικείν άνδρασι, 1): «... και οι Έλληνες είχον να επιδείξουν μεταξύ των ωρισμένους που εφιλοσόφησαν περί ...» Αλλού αναφέρει (Ομιλία ιζ’ εις το Κατά Ματθαίον, 7): «...σκεφθείτε τους φιλοσόφους των Ελλήνων και τότε θα εννοήσετε ...» Ούτε κι αυτός ο «εκκλησιαστικός πατέρας» αναφέρεται σε κάποιους «ειδωλολάτρες» φιλοσόφους, αλλά στους υπαρκτούς και γνωστούς Έλληνες φιλοσόφους, στων οποίων τις ιδέες προσπάθησε να αντιπαραθέσει τις αντιλήψεις του από την έρημο (βλέπε και επόμενα)!
  7. Ο επίσκοπος Ρώμης, πάπας Γελάσιος (Gelasius) που έζησε κατά τον 5ο αιώνα (πέθανε το 496) απηύθυνε επιστολές στον αυτοκράτορα και στη διοίκηση του ρωμαϊκού κράτους, στις οποίες καταφέρεται κατά των, όπως γράφει σε πάμπολλα σημεία, «σχισματικών Ελλήνων». (E. Caspar, Geschichte des Papstums II, 1930 και W. Ullmann: Gelasius I, 1981) Αφορμή για τη συγγραφή αυτών των επιστολών ήταν αντιδικίες για κάποια δογματικά ζητήματα πίστης. ο σημερινός αναγνώστης διαβλέπει, βέβαια, συγκρούσεις για επιρροή και εξουσία μεταξύ των επισκόπων Ρώμης, Κων/πολης και Αλεξάνδρειας, πράγμα που δεν ενδιαφέρει όμως εδώ άμεσα. Προφανώς, οι αναγνώστες εκείνης της εποχής των επιστολών του Γελάσιου, στο παλάτι, στο στρατό, στην εκκλησία και στη διοίκηση, δεν καταλαβαίνουν ότι ο επίσκοπος Ρώμης κατακεραυνώνει και χλευάζει τους «ειδωλολάτρες», όταν διαβάζουν ότι οι αντιδικούντες με τον Γελάσιο «σχισματικοί Έλληνες δεν θα βρουν συγχώρεση ούτε μετά θάνατον ... », αλλά εννοεί ακριβώς αυτό που καταλαβαίνει καθένας και σήμερα: τις ηγετικές ομάδες της ανατολικής Εκκλησίας που διέθεταν ελληνική παιδεία.
  8. Στον Ακάθιστο Ύμνο, έργο άγνωστου μελωδού του 6ου αιώνα, στο διάστημα των ετών 500-520, προς τιμή της μητέρας του Ιησού, αναφέρεται σε κάποιους στίχους (εισαγωγικά στο γράμμα Ρ) ότι μετέτρεψε: «Ρήτορας πολυφθόγγους, ως ιχθύας αφώνους...» και στη συνέχεια:
      «Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα, Χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα, Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, Χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί, Χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα ... »
    Κάποιος που γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα και την ιστορία του πολιτισμού, αντιλαμβάνεται ότι, ως τεχνολόγοι, δεινοί συζητητές και μύθων ποιητές «περιγράφονται» οι Έλληνες, έστω και οι Ρωμαίοι, επιστήμονες, ρήτορες και ιστορικοί. Αλλά κι αν είχε ο ποιητής του Ακάθιστου Ύμνου κάτι τελείως διαφορετικό στο μυαλό του, με τους όρους Αθηναίοι και φιλόσοφοι δεν μπορεί παρά να εννοούσε, όχι αφηρημένα κάποιους ειδωλολάτρες, αλλά συγκεκριμένα τους δασκάλους του ελληνικού πολιτισμού που είχαν την έδρα τους στην Αθήνα, το Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, τον Επίκουρο και τον Ζήνωνα Κιτιέα. Και ακριβώς αυτό αντιλαμβανόταν και ο ακροατής αυτών των ύμνων που έπαιρνε ως πιστός το μήνυμα, το οποίο επιθυμούσε η Εκκλησία να διαδοθεί για τους δημιουργούς του ελληνικού πολιτισμού και το έργο τους.
  9. Ο κορυφαίος χριστιανός υμνογράφος Ρωμανός ο Μελωδός (493-560), περιλαμβάνει στον «Ύμνον εις Πεντηκοστήν» τους εξής στίχους (Maas Paul - Trypanis C.: A.Sancti Romani Melodi cantica - Cantica genuina, Oxford University Press, 1963):
    «Τί φυσώσιν και βαμβεύουσιν οι Έλληνες;
    Τί φαντάζονται προς 'Αρατον τον τρισκατάρατον;
    Τί πλανώνται προς Πλάτωνα;
    Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή;
    Τί μη νοούσι Όμηρο όνειρον αργόν;
    Τί Πυθαγόραν θρυλούσιν τον δικαίως φιμωθέντα»
    Και ο Ρωμανός αναφέρεται συγκεκριμένα σε δημιουργούς του ελληνικού πολιτισμού, τον Άρατο, τον Πλάτωνα, το Δημοσθένη, τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα. Βέβαια, ο συγκεκριμένος ποιητής ήταν εκχριστιανισμένος Ιουδαίος εκ Συρίας και προφανώς είχε μόνο σχέση σπουδών με τον ελληνικό πολιτισμό. Εκεί έμαθε να μισεί τον «τρισκατάρατον» Άρατον (305-240 π.Χ.), ο οποίος ήταν αλεξανδρινός ποιητής από την Κιλικία και έζησε για αρκετά χρόνια στη Συρία, όπου προφανώς είχε διασωθεί για πάνω από 8 αιώνες η φήμη του. Η ιδέα για «φίμωση», δηλαδή λογοκρισία του Πυθαγόρα, ο οποίος έζησε περίπου μια χιλιετία πριν από τον Ρωμανό, προδίδει την επιρροή των νεοπυθαγορείων στο πρώιμο Βυζάντιο. Αυτά τα κείμενα και, μαζί τους, οι ιδέες του Ρωμανού γίνονταν αποδεκτά από την Εκκλησία και διασώθηκαν μέχρι σήμερα, επειδή ενσωματώθηκαν στην εκκλησιαστική υμνολογία.
  10. Ο Ανανίας από το Σιράκ Αρμενίας (Anania Shirakatsi, 610-685), Αρμένιος Μαθηματικός και Γεωγράφος, γράφει για το δάσκαλό του Τυχικό από τον Πόντο, «εν τη χώρα των Ελλήνων, εις την πόλιν ονομαζομένη Τραπεζούς». Ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι ένας Αρμένιος διανοούμενος εννοεί στα μέσα του 7ου αιώνα ότι ο Πόντος είναι η χώρα των «ειδωλολατρών»;
  11. Στο δοξαστικό του εσπερινού στις 18 Νοεμβρίου (Μηναία, σελ. 122) ψάλλεται μέχρι σήμερα στις εκκλησίες: «…των γαρ αλιέων ζηλώσας την παρρησίαν και την σκηνορράφων θεολογίαν, την Πλάτωνος μυθολογίαν και την Στωϊκην φλυαρίαν λόγοις και έργοις κατέρραξε…» Κι εδώ καταφανέστατα δεν πρόκειται για γενική αναφορά εναντίον «ειδωλολατρών», αλλά σχολιασμός για την πλατωνική και τη στωική φιλοσοφία οι οποίες, αφενός αναθεματίζονταν, αφετέρου αξιοποιούνταν κρυφά και παρουσιάζονταν ως χριστιανικές σοφίες - μέχρι που θεωρείται από διάφορους θεολόγους ότι ο (στωικός) Σενέκας ήταν ένας πρώιμος χριστιανός! Τότε που λέγονταν και γράφονταν αυτά δεν υπήρχε, βέβαια, καν η υποψία ότι θα μπορούσε κάποια μεταγενέστερη εποχή να βρει, να διαβάσει και να συγκρίνει κείμενα, κάθε ενδιαφερόμενος.
Είναι λοιπόν δυνατόν να τεκμηριωθεί η αντίληψη ότι η έννοια Έλλην και ελληνικός ταυτιζόταν με τις έννοιες ειδωλολάτρης και ειδωλολατρικός; Όταν σημαντικοί διανοούμενοι κάθε εποχής δεν ταυτίζουν στο λόγο και στα γραπτά τους αυτές τις έννοιες — ανύποπτοι για τις λαθροχειρίες που μηχανεύονται σύγχρονοι απολογητές κάθε διαχρονικής αθλιότητας και διαστρέβλωσης των γεγονότων;

Κι αν όλα αυτά δεν πείθουν, υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα που δεν μπορεί να απαντήσει κανείς: Πώς ονομάζονταν εκείνη την εποχή οι Έλληνες, αφού δεν υπήρξε κάποια άλλη ονομασία; Πώς ερμήνευαν τα χωρικά της Ιστορίας του Ηροδότου, στα οποία αναφέρονται πάμπολλες φορές οι Έλληνες, π.χ. «τα μεν Έλλησι τα δε βαρβάροισι αποδεχθέντα», «μετά δεν ταύτα Ελλήνων τινάς», «το δε από τούτου Έλληνας δη μεγάλως αιτίους γενέσθαι»; Πώς αντιμετώπιζαν την αμηχανία των μαθητών ή άλλων ακροατών, όταν η διήγηση έφτανε στη μάχη του Γρανικού και λεγόταν ότι με τον Μεγαλέξανδρο πολέμησαν «οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων»;

(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

(συνεχίζεται>>>, εντωμεταξύ γίνονται δεκτά τα πάντα - υποδείξεις, διορθώσεις, αφορισμοί ή έπαινοι!)

02 January 2007

Richard Dawkins Foundation

...
Μία εισαγωγή με βίντεο



Βλέπε επίσης παλαιότερα κείμενα εδώ κι εδώ.