19 November 2021

Ο θάνατος του ορθόδοξου Βαλκάνιου

 του Κώστα Κούρκουλου, τα ΝΕΑ


Ο Απόστολος Παύλος, πραγματικός ιδρυτής της χριστιανικής θρησκείας, είναι αυτός που 
όρισε και την πίστη: «Έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων».

Κατά τον Απόστολο Παύλο δηλαδή, πίστη είναι η βεβαιότητα για την ύπαρξη πραγμάτων τα οποία ούτε βλέπουμε, ούτε υπάρχει καμία απόδειξη ότι υπάρχουν.

Πρόκειται για περιγραφή, που περιέχει όλη την χριστιανική θρησκεία: Από τη γέννηση του Χριστού και την Σταύρωση, μέχρι την Δε υτέρα Παρουσία και την Ανάσταση των νεκρών.

Που πάει να πει πως οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι ανεξάρτητες από την πραγματικότητα, τα γεγονότα και τον ορθό λόγο. Είναι δηλαδή «ακοσμικές».

Παρ’ ότι όμως «ακοσμικές», οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι ταυτόχρονα η κληρονομημένη παράδοση κάθε κοινότητας. Πρόκειται δηλαδή για δημιουργία των ανθρώπων που πέρασαν πριν από εμάς. Γι’ αυτό άλλωστε, κάθε κοινότητα έχει διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις από όλες τις άλλες.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Χριστιανική θρησκεία, από την εποχή του Θεοδοσίου, οπότε επιβλήθηκε με τη βία ως κρατική θρησκεία, ενώ στην ρητορική της διατήρησε την αρχική «ακοσμικότητα», ως δημιούργημα του ανθρώπινου κόσμου προσαρμόστηκε σ’ αυτόν.

Έτσι, όταν ο φόνος εξυπηρετούσε τα κρατικά συμφέροντα με τα οποία η θρησκεία ταυτιζόταν, μέχρι και το βιβλικό «ου φονεύσεις» αγνόησε, αφού «ευλόγησε» τον θάνατο των «άλλων».

Με τον ίδιο τρόπο ανέχτηκε ακόμη και την επιστήμη, παρ’ ότι η τελευταία, στηριζόμενη στην «εγκόσμια» απόδειξη, ήταν ασύμβατη με τις αναπόδεικτες και «ακοσμικές» παραδοχές της.

Που πάει να πει πως η θρησκεία, όπως όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα, βρίσκεται μέσα στην ανθρώπινη κατάσταση, άρα και στην ανθρώπινη αντιφατικότητα.

Είναι η αντιφατικότητα, με την οποία παρουσιάζεται σήμερα το ορθόδοξο ρεύμα της Βαλκανικής στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Το οποίο, ενώ ζει δίπλα στην ιατρική επιστήμη, καταφεύγει στη δεισιδαιμονία.

Διότι δεισιδαιμονία είναι οι κυρίαρχες στους ορθόδοξους εκκλησιαστικούς κύκλους δοξασίες, ότι ο ιός δεν μεταδίδεται με την θεία κοινωνία ή το προσκύνημα των εικόνων, αφού δήθεν τον διώχνει η ιερότητά τους και η ζωντανή πίστη.

Και ναι μεν, με βάση την εγκόσμια εμπειρία της επιστήμης και της λογικής, αυτές οι δοξασίες είναι απολύτως παράλογες. Όμως αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίον είναι και παντοδύναμες.

Αφού οι πεποιθήσεις που διαμορφώνονται εκτός πραγματικότητας και εκτός των κανόνων της λογικής, είναι απρόσβλητες και από τη λογική και από την πραγματικότητα. Μια και «…..η πραγματικότητα ελάχιστα αντιστέκεται ….. και στην πιο τρελή θεωρία, που θα μπορούσε να σκαρφιστεί κάποιος απατεώνας». (Hannan Arendt, «Υπόσχεση πολιτικής»).

Και όλα αυτά είναι απολύτως ανθρώπινα. Αφού «…ο άνθρωπος είναι ζώον που επιθυμεί την πίστη και όχι την γνώση». (Κ. Καστοριάδης, «Η άνοδος της ασημαντότητας»).

Κάτι που επιβεβαιώνεται δραματικά από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αντιεμβολιαστικού κινήματος των ορθοδόξων της Βαλκανικής και του «πρωτείου» που κατέκτησε στον χώρο των ανεμβολίαστων.

Όπου, σε ένα παραλήρημα ναρκισσισμού του «βαλκάνιου φουκαρά», ο κάθε ταπεινωμένος βαλκάνιος βρήκε δημόσιο «βήμα» στον αντιεμβολιασμό, για να δείξει ότι δεν είναι ο «κανένας» ή ο «παρίας», αλλά ότι είναι και αυτός «κάποιος» που «μετράει» σ’ αυτήν τη ζωή.

Και ότι έχει και αυτός τον τρόπο του να γίνει διακριτός και να συγκεντρώσει πάνω του το φως της δημόσιας σφαίρας.

Έτσι αποφάσισε ότι απέκτησε την υπεράνθρωπη ικανότητα να αντιληφθεί αυτό, που όλη η ανθρωπότητα είναι «ανίκανη» να δει: ότι η επιστήμη είναι μία «παγκόσμια συνωμοσία» που, με αφορμή την πανδημία, επιχειρεί να μας αλλάξει την ανθρώπινη ουσία με τα εμβόλια.

Ζώντας μάλιστα σε έναν μονωμένο από την πραγματικότητα και τη λογική κόσμο, όπου «δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα και την φαντασία», εκλαμβάνει σαν εχθρική επίθεση κάθε διάψευση του παραλογισμού του.

Είναι ο λόγος για τον οποίο τα μέλη του αντιεμβολιαστικού κινήματος των βαλκάνιων ορθοδόξων αδυνατούν να αντιληφθούν ότι είναι δική τους επιλογή να πεθαίνουν μαζικά, με τον πιο ανόητο και απάνθρωπο θάνατο που θα μπορούσε να τους τύχει: μέσα στην απόλυτη ανθρώπινη ερημία και αποξένωση που επιβάλλει η ασθένεια, όπου οι ασθενείς, προτού ακόμη πεθάνουν, «είναι περισσότερο αποκομμένοι από τον κόσμο των ζωντανών, απ’ όσο αν ήταν νεκροί».