01 June 2020

Η Ελληνορθοδοξία απέναντι στη Φιλοσοφία και στην Επιστήμη

Λόγος [1. Το Βυζαντινό υπόβαθρο που στήριξε τις νεότερες ιερές εφόδους στα ‘άθεα Γράμματα’]

του Αναγνώστη Λασκαράτου (roidis)

Με αφορμή ένα άρθρο μου στο φιλόξενο Shades Magazine («Γιατί οι κρατικοί Αρχιερείς επιτίθενται στον Χόκινγκ»), θα επιχειρήσω να αναδείξω το έμφυτο μίσος του ιερατείου μας κατά της Επιστήμης, δηλαδή κατά του αυτονόητου εχθρού που απειλεί τον ετοιμόρροπο πύργο της θρησκευτικής σκοταδιστικής τυραννίας.

H ανθρωπότητα στο νηπιακό της στάδιο, κατέφευγε σε μυθολογικές εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων. Τα ιερατεία φρουρούσαν το απαγορευμένο δένδρο της Γνώσης. Ο Δίας αλυσόδεσε τον Προμηθέα που ανακάλυψε την φωτιά. Έτσι ο Αισχύλος αποτύπωσε τον ατέλειωτο πόλεμο της γνώσης με την θρησκεία. Η Επιστημονική  Επανάσταση των τελών του 16ου και του 17ου αιώνα τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια των θρησκειών, ανατρέποντας τις χριστιανικές ερμηνείες των αριστοτελικών θεωριών. Ο «τέλειος» κόσμος των αστέρων πέρα από την Σελήνη υπακούει πλέον κι αυτός στους ίδιους φυσικούς νόμους και η κατοικία του “κατ’ εικόνα του θείου” ανθρώπου, δεν είναι το κέντρο του Σύμπαντος και κανείς δεν μιλάει πια για το πέμπτο στοιχείο, την αγέννητη, αγήρατη, άφθαρτη και αΐδια πεμπτουσία, τον αιθέρα των θεών, που δεν ήταν τίποτα άλλο από μια προσπάθεια να βολέψει όσα η λογική δεν μπορούσε ούτε να αγγίξει.
Η Μεταφυσική ικανοποιεί ανάγκες, φοβίες και αδυναμίες των ανθρώπων, βοηθά να ξεπεραστεί κάπως ο πανικός του θανάτου, γι’ αυτό και η θρησκεία δείχνει μια αξιοσημείωτη αντοχή στην επέλαση της Γνώσης. Θα είναι λάθος να ταυτίσουμε την Επιστήμη με την αθεΐα και την άγνοια με την Πίστη. Ο Νεύτωνας, ο Γαλιλαίος, ο Πασκάλ για παράδειγμα ήταν πιστοί χριστιανοί. Θα ήταν πολύ περίεργο ζώντας σε τέτοια εποχή και με τόσες προσωπικές περιπέτειες να μην ήταν.  Το ίδιο κι ο πατριάρχης του ορθολογισμού Καρτέσιος, άσχετα αν το 1633 τρομαγμένος από την καταδίκη του δεύτερου δεν εξέδωσε τον «Κόσμο» και την «Πραγματεία για τον Άνθρωπο». H Δ. Εκκλησία, αγκαλιάζοντας τον 14ο αιώνα τον ξορκισμένο Αριστοτέλη, σε αναζήτηση εκλογίκευσης της Πίστης, γοητευμένη από το ‘Ακίνητον Κινούν’ και από το ‘Πρώτον Αίτιον’, άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου, εισάγοντας το μικρόβιο της Λογικής στον αποστειρωμένο κόσμο του Δόγματος. Μπορεί η Επιστημονική Επανάσταση που επακολούθησε να ανέτρεψε πολλές θεωρίες του Αριστοτέλη, αλλά ήταν τέκνο του δικού του ορθολογιστικού και ερευνητικού πνεύματος. Η Λογική και η Πίστη όμως, μπορεί να βρίσκονται σε διάσταση, αλλά δεν έχουν πάρει τελεσίδικο διαζύγιο. Η Επιστήμη δεν έχει  αποδείξει πως δεν υπάρχει Θεός, αλλά γονιμοποίησε το σπέρμα της αμφιβολίας και της αναζήτησης και ξεγύμνωσε τις κοσμολογικές ερμηνείες του ιερατείου στα ιερά βιβλία αποκαλύπτοντας πως οι φωτισμένοι πατέρες ήταν βαθιά νυχτωμένοι.

Ο Πλάτωνας, οι διαφωτιστές, οι κλασσικοί φιλελεύθεροι, οι ουτοπικοί σοσιαλιστές, απευθύνθηκαν σε πρώτο επίπεδο στις ανώτερες τάξεις, γνωρίζοντας την αυθόρμητη αντιδραστικότητα του απλού ανθρώπου, του «σοφού λαού» των λαϊκιστών, που απασχολημένος με τα προβλήματά του δεν έχει την πολυτέλεια να μελετήσει. Ο Χριστιανισμός απευθύνθηκε στις απλοϊκές πλειοψηφίες, γοήτευσε τις μάζες με τις επουράνιες νομοτέλειες που υποσχόταν και κατέβαλε ως τίμημα τον εκχυδαϊσμό του από τους ίδιους τους πιστούς του, δίνοντας παράλληλα στα χέρια των εκμεταλλευτών ένα πολύτιμο όπλο. Οι σκεπτόμενοι άνθρωποι βρέθηκαν στο εκκλησιαστικό στόχαστρο και η αμάθεια θεωρήθηκε προσόν. Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, γράφει στον Νικομηδείας Στέφανο, πως «το Άγ.Πνεύμα δεν εστάλη… διά των ρητόρων ή των φιλοσόφων… αλλά εις τους πτωχούς το πνεύμα…». Ο άγνωστος Απολογητής με το όνομα ή ψευδώνυμο Ερμίας, περνάει με φτηνές ρητορείες γενεές δεκατέσσερις όλους τους εθνικούς φιλοσόφους στον «Διασυρμό των έξω φιλοσόφων».
Ο Deschner που με το μνημιώδες καλά τεκμηριωμένο πολύτομο έργο του «Η εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού», είναι σαφής για το ποιόν των βίαιων αγίων ασκητών επικαλούμενος τον P.Brown: «Ο Σανούτιος ήταν βοσκός, ο Μακάριος λαθρέμπορος, ο Μωϋσής ληστής των δρόμων, ο Αντώνιος είχε αποτύχει στο σχολείο. Οι μαθητές τους  και οι ομοϊδεάτες τους είχαν επιλέξει την αντικουλτούρα και γόητρο στον χριστιανικό κόσμο απέκτησαν κυρίως αντιμετωπίζοντας τον διάολο σχεδόν σαν επαγγελματίες μποξέρ».
Οι ανώτεροι βυζαντινοί κληρικοί είχαν προνομιακές δυνατότητες μάθησης σε σχέση με τους λαϊκούς, γι’ αυτό και στις τάξεις τους βρίσκουμε τους Ευστάθιο Θεσσαλονίκης, Μιχαήλ Ακομινάτο, Ψελλό, Βλεμμύδη, Φώτιο, Γρηγόριο Β΄, Παχυμέρη, Πλανούδη, Σχολάριο κλπ. αλλά η πτώση των αρχαίων κάστρων της Λογικής, η περιρρέουσα βαρβαρότητα και ανελευθερία, η πρόσδεσή τους στο άρμα της Εξουσίας και τα βαρίδια του θρησκευτικού δόγματος στο οποίο η ύποπτη Φιλοσοφία ήταν το πολύ μία μόλις ανεκτή θεραπαινίς (Ι.Δαμασκηνός στην τριλογία του «Πηγή της γνώσεως»), δεν τους επέτρεψαν να απογειωθούν. Το πρόβλημα της σχέσης της Διανόησης με την Εξουσία δεν άρχισε ούτε τελείωσε με το Βυζάντιο. Ο Ευρυπίδης κι ο Βολταίρος διέτριψαν σε βασιλικές αυλές, ασφαλώς έκαναν συμβιβασμούς, αλλά στο Βυζάντιο, η σχέση αυτή ήταν αποπνικτική. Αφήνοντας την υποκρισία του αγ.Φώτιου για άλλες σελίδες, παρακάμπτοντας την περίπτωση του  χαμαιλέοντα Ψελλού, ενός εξαιρετικά μορφωμένου αυλοκόλακα καλόγερου που επέζησε πολλών καταστάσεων  ή την κραυγαλέα επινοητικότητα του Βλεμμύδη σχετικά με το filioque, για να υπηρετηθεί η αυτοκρατορική επιθυμία (το Άγιο Πνεύμα προέρχεται «εκ του Πατρός δια του Υιού»), μπορούμε να επικαλεσθούμε δεκάδες περιπτώσεις, που πιστοποιούν πως η λογιοσύνη των βυζαντινών αρχιερέων δεν εμπόδισε τις αισχρότητές τους ούτε τους εξασφάλισε από διωγμούς. Ο αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας για παράδειγμα, δίνει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα λόγιου εκκλησιαστικού, που καιροσκοπεί, μεταστρέφεται, συνωμοτεί, μνησικακεί, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το κλίμα της εποχής του. Οπαδός του Φωτίου, δικάζεται από τους ανθρώπους του Ιγνάτιου, μεταπηδά αργότερα στο αντίπαλο στρατόπεδο, πρωτοστατεί στις επιθέσεις για τον τέταρτο γάμο του Λέοντα Στ΄, για να υπερθεματίσει αργότερα (Paul Lemerle: «Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός. Σημειώσεις και παρατηρήσεις για την εκπαίδευση και την παιδεία στο Βυζάντιο από τις αρχές ως τον 10ο αιώνα», μτφρ.: Μαρία Νυσταζοπούλου–Πελεκίδου. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2001). 
Ο Λέων ο Μαθηματικός (9ος αι.), ανιψιός του εικονομάχου πατριάρχη Ιωάννη Ζ΄ του Γραμματικού (ενός «καταραμένου» εικονομάχου κληρικού με επιστημονικές επιδόσεις), Αστρονόμος και Γεωμέτρης, περιζήτητος στην αυλή του χαλίφη, κατασκευαστής οπτικού τηλέγραφου που ειδοποιούσε σε μια ώρα την Πόλη για τις αραβικές επιδρομές, καθαιρέθηκε από μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ως Εικονομάχος. Χειρότερη τύχη είχε και ο αναλόγων προσόντων θείος του. Πολλοί καθηγητές του πανεπιστημίου που ίδρυσε το 425 ο μικρός Θεοδόσιος και ανασύστησε το 1045 ο Κωνσταντίνος Θ΄, αναγκάστηκαν να κλειστούν σε μοναστήρια για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Αυτή ήταν η μοίρα των Ψελλού, Μαυρόποδα, Νικήτα, Ιωάννη Ιταλού και Ξιφιλίνου. Οι καθηγητές της Ρητορικής, ήταν υποχρεωμένοι  να εκφωνούν κάθε χρόνο δυο δημόσιους λόγους. Έναν την Πρωτοχρονιά κι άλλον το Πάσχα, για να εξυμνήσουν αντίστοιχα τον βασιλιά και τον πατριάρχη (Κ. Γ. Αθανασόπουλος: “Ancillae Theologiae: Το φιλοσοφείν και Θεολογείν κατά το Μεσαίωνα και το Βυζάντιο”, εκδ. Παρουσία, Αθ. 2004). Ο λόγιος Αρχιεπίσκοπος και Μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτος, (Χωνιάτης) εγκωμιάζει με ενθουσιασμό υποδεχόμενος τον πραίτορα Δριμύ, τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο και λίγο μετά εξυμνεί ως σωτήρα τον δολοφόνο και διάδοχό του Ισαάκιο Άγγελο, παρομοιάζοντας τον πρώτο με μυθολογικά και βιβλικά τέρατα. Ακόμη και τον αρχιναύαρχο Μιχαήλ Στρυφνό, που ξεπουλούσε τον εξοπλισμό  του Στόλου του χάριν προσωπικού πλουτισμού, υποδέχτηκε στην εκκλησία του Παρθενώνα με πομπώδη προσφώνηση («δια λόγου επιδεικτικού», Φερδινάνδος Γρηγορόβιος «Ιστορία της πόλεως Αθηνών κατά τους μέσους αιώνας»).
Ο Ράνσιμαν επισημαίνει πως «Στη Σύνοδο της Φλωρεντίας το 1439 ο αυτοκράτορας παραπονέθηκε ότι οι λαϊκοί σύμβουλοί του ήσαν πολύ πιο μορφωμένοι από τους επισκόπους  του» («The Great Church in Captivity», Cambridge University Press-1968). Ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, παραδέχεται πως «…την παιδεία, την επιστήμη, την κοινωνική πρόοδο και τον πολιτισμό. Όλα αυτά οι μοναχοί στην Ανατολή τα έβλεπαν με πολλή καχυποψία και εχθρότητα… την ελληνική παιδεία αντιμετώπιζαν οι μοναχοί ως κάτι αντιθεϊκό» («Μοναχισμός», εκδ. Ελληνικά Γράμματα-1997).
H κτηνώδης σφαγή της Υπατίας, δεν έγινε μόνο εξ αιτίας του γεγονότος πως ήταν εθνική. Στο «Χρονικό» του Αιγύπτιου Ιωάννη Επισκόπου Νικίου, συκοφαντείται πως ήταν αφοσιωμένη στην μαγεία (εννοεί τα Μαθηματικά), στους αστρολάβους και στα μουσικά όργανα! Το ιερατείο, επέπεσε κατά των επιστημονικών ανακαλύψεων με την λουδιτική μανία μιας επαγγελματικής τάξης που απειλείται να μείνει άνεργη εξ αιτίας νέων εφευρέσεων. Η τυφλή πίστη πως οι Αλήθεια είναι προϊόν μυστικιστικής εμπειρίας, διαίσθησης ή θείας Αποκάλυψης, εμπεριεχόμενης μάλιστα στα θρησκευτικά κείμενα, καθιστούσαν κάθε σχετική έρευνα όχι μόνον περιττή αλλά και ύποπτη. Έχει και ο Νεοπλατωνισμός του 3ου μ.Χ. αιώνα το μικρό του μερίδιό του στην απαξίωση της εμπειρικής έρευνας και της παρατήρησης, αλλά ούτε την δυνατότητα είχε ούτε την επιθυμία να επιβληθεί διά της βίας. Οι Βυζαντινοί μαθηματικοί, γεωγράφοι, αστρονόμοι κλπ. είχαν πολύ στενά όρια να κινηθούν. Όσο για τους φιλόσοφους και τους ποιητές τα πράγματα ήταν ασφυκτικά. Οι Ησυχαστές θεωρούσαν τις επιστημονικές μελέτες επιβλαβείς και ο αγ.Παλαμάς στο έργο του «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων» (1338) προειδοποιεί πως «οι επιστήμονες κινδυνεύουν να πλανηθούν και να στραφούν κατά του Θεού».

Ο πολυγραφότατος και έγκριτος Σοβιετοαμερικανός Βυζαντινολόγος Alexander Kazhdan, σε ομιλία του στο πανεπιστήμιο Αιγαίου το 1996, προσπάθησε να δικαιολογήσει τους Βυζαντινούς λόγιους, αναγνωρίζοντας πως οι πολιτικές συνθήκες καθιστούσαν την προσωπική τους ηθική προβληματική: «Είναι φαινόμενο του συρμού στη σύγχρονη επιστήμη να υπογραμμίζουμε την ηθική διαφθορά των βυζαντινών ανθρώπων του πνεύματος, οι οποίοι υποτίθεται δεν ήταν παρά παράσιτα και καθάρματα έτοιμα να εγκωμιάσουν οιονδήποτε ασκούσε την εξουσία. Σπουδαίοι άνθρωποι σαν τον Φώτιο και τον Ψελλό βρέθηκαν να ψέγονται χωρίς φειδώ. Πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη μας ότι διανοούμενοι σαν κι αυτούς εργάστηκαν στις ειδικές συνθήκες ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος…».
Παραμερίζοντας το γεγονός ότι οι πνευματικοί άνθρωποι όφειλαν να πολεμήσουν το «ολοκληρωτικό καθεστώς» και όχι να είναι κορυφαία στελέχη του, κατανοώντας πως αυτό προαπαιτούσε πραγματική χριστιανική πίστη ή ηρωισμό, ρωτάμε: Γιατί η Εκκλησία στην οποία ανήκαν αυτοί οι συμβιβασμένοι άγιοι, όχι μόνο δεν καταδίκασε ποτέ, ούτε εκ των υστέρων αυτό το σύστημα το οποίο έκανε τους λειτουργούς της αυλοκόλακες, αλλά μέχρι σήμερα το εγκωμιάζει, το νοσταλγεί, διατηρεί τα σύμβολά του και επικαλείται τους χειρότερους εκπροσώπους του ως Αγίους; Γιατί ο σπουδαίος ως λόγιος (καθόλου ως άνθρωπος) Φώτιος έπρεπε να γίνει με τρόπο ανίερο από λαϊκός πατριάρχης μέσα σε μια εβδομάδα, γιατί έπρεπε να ευλογεί τα αυτοκρατορικά κακουργήματα, δεν μπορούσε να ζει διδάσκοντας τους μαθητές του, μια τιμιότερη ζωή;
Ο Ψευδοδιονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ένας άγνωστος μοναχός που προσπάθησε να εισαγάγει στο θεολογικό του έργο τον Νεοπλατωνισμό, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο, φοβούμενος ότι θα κατηγορηθεί για αίρεση. Όμως η πλατωνική φιλοσοφία με την αθανασία της ψυχής και την έσχατη κρίση όπως καταγράφεται στον Φαίδωνα και η νεοπλατωνική με την ασκητική ζωή του Πλωτίνου προσφερόντουσαν για χρήση από την Εκκλησία, αν δεν την τύφλωνε το μίσος κατά των Φιλοσόφων. Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος, θέλοντας να εμφανίσει τον Πλάτωνα σύμφωνο με το δόγμα της Ανάστασης, πλαστογράφησε το 114c3 του Φαίδωνα. Εκεί ο Πλάτων λέει πως οι φιλοσοφούντες έχοντας εξαγνίσει τις ψυχές τους, πετυχαίνουν να ζουν αυτές χωρίς μετενσάρκωση «άνευ σωμάτων» («καθηράμενοι άνευ τε σωμάτων ζώσι το παράπαν εις τον έπειτα χρόνον»). Ο ιερωμένος το μετέτρεψε σε «άνευ καμάτων» («Οι λόγιοι στο Βυζάντιο». N. G. Wilson μτφρ: Νικ. Κονομής, εκδ.Καρδαμίτσα, 1991). Ο Ωριγένης καταδικάστηκε για τον πλατωνισμό του, αναθεματίστηκε μετά θάνατον και πολλά γραπτά του εξαφανίστηκαν, οι δε ιδέες του τιμωρήθηκαν με αφάνεια.
Για το Επισκοπάτο μιας θρησκείας που επιβλήθηκε και εδραιώθηκε με αυτοκρατορικά διατάγματα, το δικαίωμα της ελεύθερης γνώμης υπήρξε απαγορευμένος καρπός και η διαφορετικότητα αντιμετωπίστηκε με τη βία. Η επιστημονική έρευνα απαξιώθηκε σε μια κοινωνία που πίστευε με φανατισμό ότι οι Γραφές έδιναν απάντηση σε όλα τα ερωτήματα και η λεγόμενη «θύραθεν παιδεία», κατάντησε υπηρέτρια της θρησκευτικής. Ο άγ.Φώτιος είναι ιδιαίτερα άδικος: «Οι ευγενικές μας μούσες είναι διαφορετικές από τις ελληνικές, τόσο όσο διαφέρουν οι ελεύθερες φύσεις από τις σκλάβες και η αλήθεια από την απάτη» (P.G. 101, 641C). H Εκκλησία ισχυρίζεται πως η αγράμματη χωρική της Ναζαρέτ, απέδειξε την ανοησία των φιλοσόφων: «Xαίρε η φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα». Ο Αντιοχείας Θεόφιλος, κατηγόρησε στο «Προς Αυτόλυκον», όλους σχεδόν όσους κινούνται στο χώρο της Φιλοσοφίας, πως συμφωνούν με αθέμιτες πράξεις. Κατηγορεί τον Πλάτωνα, τον Επίκουρο κα τους Στωϊκούς, πως κηρύττουν την κοινοκτημοσύνη των γυναικών, την αιμομιξία και τις αρσενοβασίες. Δεν του ξέφυγαν του άθλιου ούτε οι μεγάλοι ποιητές και οι Ιστορικοί:»… τι ωφέλησεν Ευριπίδην και Σοφοκλέα ή τους λοιπούς τραγωδιογράφους αι τραγωδίαι, ή Μένανδρον και Αριστοφάνην και τους λοιπούς κωμικούς αι κωμωδίαι, ή Ηρόδοτον και Θουκυδίδην αι ιστορίαι αυτών ..» (Βιβλ. III, 2). Στην σύγκρουση Ανθρωπιστών-Ησυχαστών του 14ου αι. ο αγ.Γρηγόριος Παλαμάς συγκρουόμενος με τον Βαρλαάμ επιτέθηκε κατά του Πλάτωνα και του Σωκράτη και κατηγόρησε τους φιλοσόφους πως ασχολούνται με τους «δαίμονες». Από κοντά και φανατικοί λαϊκοί, όπως ο Κωνσταντίνος ο Σικελιώτης που επιτίθεται μέσα από τρία ποιήματά του στο νεκρό δάσκαλό του και άσπονδο φίλο του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄, πως δήθεν φιλοσοφώντας κατάντησε πολυθεϊστής!
Το 1933 η χιτλερική νεολαία έκαψε ανεπιθύμητα βιβλία. Ο Φρόϊντ επισήμανε πως «εκεί που σήμερα καίνε βιβλία αύριο θα κάψουν ανθρώπους». Αυτό έδειχνε η  ιστορική εμπειρία. Η Ορθοδοξία ακολούθησε αυτήν την πορεία. Μπορεί να μην έχει να επιδείξει τα εκατομμύρια των καρβουνισμένων θυμάτων του Καθολικισμού, αφού ποτέ της δεν είχε την απόλυτη εξουσία να το κάνει, αλλά στο μέτρο της ισχύος της  συνεισέφερε στην απανθράκωση ανθρώπινης σάρκας. Άλλωστε από τον κανόνα της μισαλλόδοξης χριστιανικής πυράς δεν ξέφυγε ούτε η δυτική Μεταρρύθμιση που έστειλε κι αυτή ανθρώπους στην πυρά, όπως τον ανθρωπιστή διανοούμενο Σερβέτο, που κάηκε από το θεοκρατικό καθεστώς του Καλβίνου το 1553 στη Γενεύη. Δεν ακριβολογεί λοιπόν ο κ.Μεταλληνός όταν λέει πως «καίγονταν τα αιρετικά συγγράμματα στο Βυζάντιο, αλλά όχι και οι αιρετικοί» («Τουρκοκρατία», Εκδ. Ακρίτας). Πριν η Υπατία καεί «φρυγάνοις», πριν ριχτεί στη φωτιά ο τελευταίος Ιεροφάντης της Ελευσίνας,  πριν ο Ιωάννης της Εφέσου ξεκινήσει την ιεροεξεταστική του καριέρα, πριν ψηθούν οι Βογόμιλοι και στην βυζαντινοτραφή Ρωσία οι Παλαιόπιστοι (17ος αι.), κάηκαν τα συγγράμματα των Αρειανών μετά την λήξη της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Σε μικρογραφία χειρόγραφου του 9ου αιώνα στην Βιβλιοθήκη της Αρχιεπισκοπής Vercelli, απεικονίζεται η καύση. Εκδ. Αθηνών τ.Ζ΄), σε μια εποχή που καίγονταν ήδη ζωντανοί με νόμους του αγ. Κωνσταντίνου, δούλοι και μάντεις, χωρίς η Εκκλησία να έχει χύσει έστω κι ένα δάκρυ μετανοίας μέχρι σήμερα. 

Η ευκολία με την οποία όλοι οι «Μεταλληνοί» κλείνουν τα μάτια στις βαρβαρότητες που ευλογούσε και ευλογεί ή στην καλύτερη περίπτωση ανεχόταν και ανέχεται η Εκκλησία, σημαίνει πάρα πολλά για όποιον δεν θέλει να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του. Μπορεί οι άνθρωποι που ρίχτηκαν στη φωτιά από την Ορθοδοξία στο Βυζάντιο και στη Ρωσία να είναι ελάχιστοι σε σχέση με τους καρβουνισμένους της παποσύνης, αλλά η ευσεβής Ανατολή δεν υστέρησε σε θηριώδεις βαρβαρότητες, όπως οι εκτυφλώσεις, σε βάρος ανθρώπων, αθώων ή ενόχων.  Από την ευλαβή τελετουργική και δημόσια αγριότητα, κάτω από τις διαστροφικές ιαχές του όχλου των πιστών, δεν γλύτωσαν ούτε αυτοκράτορες ούτε πατριάρχες κι ας ελπίσουμε πως ο κ.Γιώργος Μεταλληνός, δεν θα μας πει πως αυτό λέγεται Ισότης. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος όρισε να καταστρέφονται «εν πυρί» τα «κακόδοξα» βιβλία και να βασανίζονται οι αιρετικοί (Γ. Πουλής. «Η επίγεια κόλαση το κυρωτικό σύστημα της Εκκλησίας. Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο»). Ο άγ.Παχώμιος, που έζησε το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, διέταξε τους ασκητές του να πετάξουν στον Νείλο τα βιβλία του θεολόγου Ωριγένη. Ο αγ.Κωνσταντίνος έκαψε βιβλία νεοπλατωνικών φιλοσόφων. Κάποιος «ηγούμενος του αγ. Ιωάννου», θεώρησε 13 φύλλα ενός χειρογράφου που περιείχε έργα του Ιουλιανού επικίνδυνα και τα έριξε στην θάλασσα («Οι λόγιοι ..», N. G. Wilson). Όπως μαρτυρεί ο Ψελλός, ο αδελφός της αγ.Πουλχερίας Θεοδόσιος ο Μικρός, έκαψε τα βιβλία του φιλόσοφου Πορφύριου που έλεγξε τους παραλογισμούς των Χριστιανών και διέταξε να καταστραφεί το έργο του Ιουλιανού «Κατά Χριστιανών (Γαλιλαίων)». 

Ο Ψελλός πάλι καταγγέλλει το 1058 τον πατριάρχη Κηρουλάριο ότι διέσωσε από την λογοκριτική πυρά μισοκαμμένα αντίγραφα του Πορφυρίου, κλέβοντάς του ιδέες για τα δικά του συγγράμματα. Στη φωτιά ρίχτηκαν τα φιλοσοφικά συγγράμματα που επιχειρηματολογούσαν κατά των χριστιανικών δογμάτων, γι’ αυτό ότι ξέρουμε για τα έργα τους έφτασε ως εμάς από τα κείμενα των χριστιανών απολογητών, που αποπειράθηκαν να απαντήσουν. Ο «Αληθής Λόγος», δηλαδή η πολεμική του Κέλσου κατά του Χριστιανισμού, συνάγεται από την απάντηση του Ωριγένη, στην οποία διασώζονται αποσπάσματα των λόγων του πλατωνικού φιλόσοφου του 2ου μ.Χ. αιώνα, ενώ ο Ιουλιανός, παρουσιάστηκε μόλις το 1880 στο ευρύτερο κοινό μέσα από την ανασύνθεση του Neumann, η οποία προέκυψε από ότι διασώθηκε στην απάντηση του Αλεξανδρείας Κύριλλου.  Όπως προκύπτει από το λεξικό της Σούδας (1, 401) ο αυτοκράτορας Ιοβιανός, πυρπόλησε τον 4ο αιώνα την βιβλιοθήκη της Αντιόχειας που είχε ιδρύσει ο εθνικός αυτοκράτορας Ιουλιανός. O Αλεξάνδρειας Θεόφιλος, έκαψε περί το 391 το περίφημο Σεραπείο με την βιβλιοθήκη του που περιελάμβανε ό,τι σώθηκε από την πυρκαγιά της μεγάλης αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης. Δεν πρόκειται για μια άτυχη ενέργεια ενός φανατικού. Ο άγ.Ι.Χρυσόστομος επιδοκίμασε: «Τι ούν, άγιος έσται ο του Σεράπιδος ναός δια τα βιβλία; Μή γένοιτο….δαίμονες οικούσι τον τόπον» (Κατά Ιουδαίων, 48.851.38). Πριν την ολοκληρωτική καταστροφή του το Σεράπειο είχε λεηλατηθεί με προτροπή του Αρειανού επισκόπου Αλεξάνδρειας Γεώργιου, περί το 360 μ.Χ. (Σωκράτη, «Εκκλ. Ιστορία»).

Τα πνευματικά επιτεύγματα των Ελλήνων κατορθώθηκαν πριν από την επικράτηση του Χριστιανισμού. Ο Δημόκριτος συλλαμβάνει την έννοια του ατόμου, ο Θαλής κάνει τις πρώτες παρατηρήσεις για τον μαγνητισμό και τον ηλεκτρισμό, ο Ηρακλείδης ο Ποντικός τον 4ο π.Χ. αι. και ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, τον 3ο π.Χ. αι. εισηγήθηκαν το ηλιοκεντρικό σύστημα και την περιστροφή της Γης περί τον άξονά της και γύρω από τον Ήλιο, οι Δικαίαρχος και Ερατοσθένης μέτρησαν την διάμετρό της, ενώ ο Ίππαρχος υπολόγιζε τις αποστάσεις της από τα αστέρια. Ο Αριστοτέλης πρόσφερε το λογικό επιχείρημα πως η Γη είναι σφαιρική αφού στην έκλειψη της Σελήνης, η Γη της ρίχνει την καμπύλη σκιά της. Στην άλλη όχθη, ο Θεόφιλος της Αντιόχειας κατηγορεί αυτούς που «βούλονται τον κόσμον σφαιροειδή λέγειν» (Βιβλ. Β΄, 32). O M.Bασίλειος στο «Εννέα ομιλίαι εις το Εξαήμερον», υποστηρίζει πως πριν την άφιξη του Χριστού η φύση είχε χαρακτήρα  δαιμονικό. Ο άγ.Ι.Χρυσόστομος, βρίζει: «Ούτε δογμάτων υγιών, εάν βίος ή διεφθαρμένος. Ταύτα Έλληνες έτεκον… από των έξωθεν φιλοσόφων λαβόντες, και την ύλην αγέννητον λέγοντες, και πολλά τοιαύτα». Ο μοναχός Κοσμάς Ινδικοπλεύστης τον 6ο μ.Χ αιώνα γράφει στην «Χριστιανική Κοσμογραφία» του πως η Γη είναι τετράγωνη περιβαλλόμενη από τείχη που σμίγουν και φτιάγνουν τον ουρανό, ενώ η Κόλαση τοποθετείται «κάτω περί την γην». Μπορεί ο Φώτιος να απορρίπτει τον Κοσμά, αλλά αυτός μεταφράστηκε και επηρέασε τους Σλάβους αλλά και «Τα ιερά παράλληλα» του αγ.Ι.Δαμασκηνού. Αλλά ακόμη και στην βυζαντινή Γεωγραφία, η λογική είναι απούσα. Μερικοί συγγραφείς (Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, Φιλοστόργιος κ.ά) θεωρούσαν πως ο Νείλος, ο βιβλικός Γαιών, πηγάζει από τον Παράδεισο. Ο Μ.Βασίλειος βεβαιώνει στο «Εξαήμερο» πως δεν υπάρχει τίποτα πέρα από τον Ατλαντικό, μόνο κήτη μεγάλα σαν νησιά. Ο Λακτάντιος θεωρεί πως η Γη είναι επίπεδη. 
Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος φρόντισε να κατοχυρώσει την σοφία των πατέρων έναντι «της μωράς των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένης σοφίας»: «Τοις λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί… αναθέματι καθυποβληθέντες… δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν, κρείττονες εισί… των ευσεβών… Ορθοδόξων ανδρών… ανάθεμα τρίς». Το κενό που δημιουργήθηκε από τον 5ο μ.Χ. αιώνα οπότε εξαφανίστηκε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός μέχρι την Αναγέννηση, κάλυψε η κινέζικη τεχνική και η λεγόμενη «ισλαμική» επιστήμη που άνθισε σε Συρία, Αίγυπτο, Ινδία και στον αραβικό κόσμο γενικά, σε κλάδους όπως η Γεωγραφία, τα Μαθηματικά, η Αστρονομία, η Ιατρική, η Οπτική, η Χημεία. Το πατριαρχείο και οι φανατικοί βγάζουν σπυράκια όταν ακούνε για περιστροφή της γης. Ίσως η αιτία να είναι αυτή που δίνει ο Κοραής: «….φοβούνται μην η περιστροφή της σφαίρας….ανατρέψη την οποίαν αναξίως έλαβαν υπόληψιν».
«Πίστευε και μη ερεύνα», αυτή είναι η φιλοσοφία της Εκκλησίας, όπως εκδηλώθηκε όχι τόσο με τη «θεόπνευστη»  διατύπωση αυτής της άποψης από τον άγιο Θεόδοτο επίσκοπο Άγκυρας στην Γ΄ Οικ.Σύνοδο στην Έφεσο (431), που σήμερα καταχωνιάζεται επιμελώς («….πίστευε τώ θαύματι και μη ερεύνα λογισμοίς το  γενόμενον»), όσο από την διαχρονική πρακτική της. Ο άγ.Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας και επί της βασιλείας του όπως γράφει ο Μαλάλας: «Συσχεθέντες Έλληνες περιεβρωμίσθησαν και τα βιβλία αυτών κατεκαύθη». O προστατευόμενος τoυ αγ. Ιουστινιανού Σύρος επίσκοπος Ιωάννης της Εφέσου, στην εκκλησιαστική Ιστορία του κομπορημονεί πως έκαψε 2000 εθνικά κείμενα. Ο πατριάρχης Γεννάδιος διέταξε το 1462 να καούν όλα τα αντίτυπα της «Νόμων συγγραφής» του σύγχρονου εθνικού φιλόσοφου Πλήθωνα, στερώντας τον Ελληνισμό από ένα σπουδαίο έργο από το οποίο σώθηκαν μόνο αποσπάσματα.

Όπως παραδέχεται ο πατριάρχης Γερμανός Α΄ ο Ομολογητής (8ος αιώνας-P.G. 98.53A), τα κείμενα τα οποία δεν είχαν την έγκριση της Εκκλησίας φυλάσσονταν στο πατριαρχείο και δίνονταν μόνο σε έμπιστα πρόσωπα. Φαίνεται πως αυτό το είδος λογοκρισίας ήταν διαδεδομένο, αφού και ο συγγραφέας Λεόντιος ο Βυζάντιος (6ος  αιώνας, P.G. 86.1384), διεκτραγωδεί πως κατάφερε με τεχνάσματα να βρει ένα σύγγραμμα του καταδικασμένου από την Εκκλησία ορθολογιστή Θεοδώρου Μοψουεστίας (4ος αιώνας) κατά της ενανθρώπισης του Χριστού.
Όπως σημειώνει ο πανεπιστημιακός (και πρωθυπουργός) Αλ. Διομήδης «Εις το Βυζάντιον Πολιτεία και Εκκλησία… ήσκουν από κοινού άγρυπνον αστυνομίαν επί της σκέψεως. Χωρίς δισταγμόν διώκεται κάθε παρέκκλισις από του δόγματος… Αποκλείεται επομένως κάθε φιλοσοφική προσπάθεια, κάθε εξήγησις του μυστηρίου της ζωής και των διαφόρων φαινομένων, εξερχομένη των επιτρεπτών ορίων, ως και κάθε αναζήτησις αληθείας άλλης…» («Βυζαντιναί μελέται», Αθήνα 1951, σ.241). Το κενό όμως που άφησε η απουσία της επιστημονικής σκέψης, το κάλυψε η μαγεία και οι μαντείες, στις οποίες επιδόθηκαν ακόμη και διακεκριμένοι κληρικοί. Η Εκκλησία απαγόρευε τις ενασχολήσεις αυτές, θεωρώντας τες έργα δαιμόνων, τους οποίους εξορκίζει σε ειδικές τελετές, αλλά το Ιερόν Παλάτιον και η πατριαρχική αυλή, έδιναν προσωρινό άσυλο στους μάγους που εξυπηρετούσαν τα ιερά τους συμφέροντα.

Τα περίαπτα, που έφτιαχναν οι μάγοι, συναγωνίζονται με τα φυλαχτά και τα ξόρκια της Εκκλησίας, η οποία αποδεχόμενη την βασκανία και τον δαιμονισμό, κρατά ανοιχτή την πόρτα στις προλήψεις του όχλου, αποδεικνύοντας ότι μάγοι και παπάδες ανταγωνίζονται στο ίδιο πεδίο. Οι ευχές του αγ. Κυπριανού καλούνται και σήμερα να υποκαταστήσουν την ψυχιατρική επιστήμη. Όπως ομολογεί ο ευσεβής Ορθόδοξος ιστορικός και Αποκρυφιστής Στήβεν  Runciman «Οι λεγόμενες απόκρυφες επιστήμες άνθησαν σε κάθε περίοδο της βυζαντινής ιστορίας. Υπήρχαν πάντοτε… μάντεις και τυχοσκόποι… Ακόμη και ένας τόσο περισπούδαστος λόγιος όσο ο Γεώργιος Σχολάριος (πατριάρχης), επηρεαζόταν από προφητείες για το επερχόμενο τέλος του κόσμου» («Η τελευταία βυζαντινή Aναγέννηση», 1970). Σύμφωνα με τον Ψελλό, η πορφυρογέννητη αυτοκράτειρα Ζωή, που απεικονίζεται σε ψηφιδωτό της Αγ.Σοφίας με φωτοστέφανο αγίου, είχε κατασκευάσει μόνη της μια εικόνα του Χριστού του «Αντιφωνητή». Αφιέρωνε τον χρόνο της στην παρασκευή αρωμάτων που φαίνεται πως έκαιγε μπροστά στην εικόνα, επιχειρώντας να μάθει το μέλλον από τις αλλαγές των χρωμάτων («Ο μάγος Βιγρίνος και το θύμα του». Γιώργος Θ. Καλόφωνος, Περ. ‘Αρχαιολογία’-τ. 71, Ιούνιος 1999).



Ο Νικηφόρος Γρηγοράς, θεολόγος που εκπροσώπησε το 1332 την Ανατολική Εκκλησία και υποστήριξε τα δόγματά της στους αντιπρόσωπους του πάπα, ανιψιός ο ίδιος του τότε μητροπολίτη Ηρακλείας, δεν δίσταζε να καταφεύγει στην αστρολογία προκειμένου να μαντέψει γεγονότα όπως τον θάνατο του Ανδρόνικου Β΄, και να κάνει αστρολογικοϊατρικές προβλέψεις την προηγουμένη του θανάτου του Ανδρόνικου Γ΄. Η δράση του έληξε άδοξα όταν έκανε το σφάλμα να ταχθεί κατά των Ησυχαστών. Η Σύνοδος του 1351 αναθεμάτισε και φυλάκισε τον Γρηγορά που είχε γίνει εν τω μεταξύ μοναχός. Σε λίγα χρόνια απελευθερώθηκε και συνέχισε την πολεμική του κατά των Παλαμιτών, πράγμα που οδήγησε τον όχλο να βεβηλώσει, όταν πέθανε, το πτώμα του. Το 1371 ο Δημήτριος Χλωρός, πρωτονοτάριος της Μ.Εκκλησίας και άνθρωπος του πατριάρχη κατηγορήθηκε μαζί με δυο καλόγερους πως ασχολείτο με την μαγεία. Μάλιστα ένας από τους συγκατηγορούμενούς του χρησιμοποίησε την τέχνη του για να ικανοποιήσει το ερωτικό του πάθος. Ο εκκλησιαστικός αξιωματούχος τιμωρήθηκε με αυστηρή απομόνωση στην Μονή της Περιβλέπτου και οι δυο καλόγεροι εξορίστηκαν («Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο»,επιμέλεια Σπ. Ν. Τρωιάνος. Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, 1997). 
O προστάτης της Ορθοδοξίας, αυτοκράτορας Ιουστίνος ο Α΄ που κατέλαβε τον θρόνο με απάτη και βία, ήταν τόσο αγράμματος που δεν μπορούσε να υπογράψει τα διατάγματα. Ο Σλάβος πατριάρχης Νικήτας Α΄, εκλεκτός του βασιλικού γυναικωνίτη, ήταν αγράμματος. Ο πατριάρχης Ευστράτιος Γαριδάς (1081), ένας αγράμματος καλόγερος, παύθηκε επειδή αποδέχτηκε την μετεμψύχωση. Ο και ιστορικός πολυμαθής Νικηφόρος Γρηγοράς, μαρτυρεί πως την εποχή του υπήρχαν πατριάρχες που δεν ήξεραν να διαβάσουν. Στη Σύνοδο τη Εφέσου (449), πολλοί επίσκοποι δεν ήξεραν ούτε να γράψουν το όνομά τους και άλλοι υπέγραφαν γι’ αυτούς και στην Σύνοδο της Χαλκηδόνας 40 επίσκοποι ήταν αναλφάβητοι (Deschner). Ο Ακροπολίτης με αφορμή τον διορισμό από τον αυτοκράτορα Θεόδωρο Β΄ της Νίκαιας του χαμηλής μόρφωσης καλόγερου Αρσένιου ως πατριάρχη, επισημαίνει ότι οι άρχοντες κάνουν αυτές τις επιλογές για να εξασφαλίσουν την υπακοή των πατριαρχών. Είχε προηγηθεί ο πατριαρχικός διορισμός από τον προκάτοχο του Θεόδωρου, αγ.Ι.Βατάτση, του μοναχού Μεθόδιου που «ολίγα γράμματα εγνώριζε, εκαυχάτο δε και επί τούτω» (Αντωνίου Μηλιαράκη, «Ιστορία του Βασιλείου της Νικαίας..»). Μετά τον θάνατο του Μεθόδιου, ο θρόνος χήρεψε για μια 3ετία, μέχρι να βρεθεί το 1243 ο κατάλληλος Μανουήλ Β΄, που κατά τον Ακροπολίτη ήταν τόσο αγράμματος, που δεν κατανοούσε τα λειτουργικά κείμενα. Αλλά αυτοί δεν ήταν οι μόνοι προκλητικά αμαθείς ρασοφόροι. Ο χορός των αγράμματων ρασοφόρων φτάνει μέχρι τις μέρες μας.