21 May 2010

Αμηχανία στους χριστιανούς για την «τεχνητή ζωή»


Από την επιστημονική ομάδα του J. Craig Venter δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ ολόκληρο το «γενετικό λογισμικό» ενός βακτηρίου, το οποίο έπειτα μεταμοσχεύθηκε σε ένα άλλο βακτήριο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Venter: «Το πρώτο είδος στον πλανήτη που μπορεί να πολλαπλασιάζεται και το οποίο έχει για γονέα έναν... υπολογιστή».

Επ' αυτών εξέφρασαν την ανησυχία τους υψηλόβαθμοι Ιταλοί καθολικοί ιερωμένοι, μετά τη δημιουργία του πρώτου ζωντανού κυττάρου με συνθετικό γονιδίωμα, και προειδοποίησαν για ένα «εν δυνάμει καταστροφικό άλμα προς το άγνωστο».

«Σε λάθος χέρια, ο νεωτερισμός του σήμερα μπορεί να παρασύρει αύριο σε ένα καταστροφικό άλμα στο άγνωστο», δήλωσε ο επίσκοπος Ντομένικο Μογκαβέρο, πρόεδρος της επιτροπής για τα νομικά ζητήματα της Ιταλικής Επισκοπικής Συνόδου, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα La Stampa.

«Ο άνθρωπος έρχεται από τον Θεό, αλλά δεν είναι Θεός: παραμένει ανθρώπινος και έχει τη δυνατότητα να δίνει τη ζωή τεκνοποιώντας και όχι κατασκευάζοντάς την τεχνητά», πρόσθεσε.
Άμα παραθέσουμε όλες τις αντιρρήσεις τους ενάντια στην κοινωνική, επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο - εδώ ενδεικτικά μόνο:
  • όταν παρουσιάστηκε το ηλιοκεντρικό σύστημα (αντιβαίνει στο λόγο του θεού),
  • όταν ξεκίνησαν οι αντιοθωμανικές επαναστάσεις στα Βαλκάνια (ο θεός ήφερεν τον Τούρκον δια να μας προστατεύει από τον πάπα),
  • όταν γίνονταν προσπάθειες πτήσης με αερόστατα και αεροπλάνα (αν ήθελε ο θεός να πετάνε οι άνθρωποι, θα τους έδινε φτερά)-,
βλέπουμε ότι οι παπάδες και ο εκκλησιαστικός μηχανισμός ήταν πάντα ουραγοί των εξελίξεων, με ένα θεό που έχει γίνει σκιάχτρο για να φοβίζει τους θεόπληκτους... Προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματά τους με την ίδια λογική, η οποία τα δημιούργησε. Το μόνο εγγυημένο είναι η αποτυχία τους!

20 May 2010

Η καύση νεκρών είναι υπόθεση πολιτισμού

(της Mαριας Kατσουνακη, Καθημερινή, 16/5/2010)

Στην Ελλάδα το θέμα «καύση νεκρών» είχε τεθεί δημόσια για πρώτη φορά το 1987, επετράπη ύστερα από είκοσι, σχεδόν, χρόνια με την ψήφιση, το 2006, του σχετικού νόμου και πριν από λίγες ημέρες τα συναρμόδια υπουργεία (Περιβάλλοντος, Εσωτερικών και Υγείας) υπέγραψαν κοινή απόφαση για τη ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν την ίδρυση και τη λειτουργία κέντρων αποτέφρωσης. Σημαντικό βήμα, αναγκαίο το δικαίωμα της επιλογής. «Ταφή ή καύση;» Αρχές του 21ου αιώνα μπορούν και οι Ελληνες, πλέον, να απαντήσουν.

Η Εκκλησία αντιδρά. Αναμενόμενο. Εκ της φύσεώς τους οι Εκκλησίες είναι συντηρητικοί οργανισμοί. Εκτός από τις παραδόσεις, τις Γραφές, ερωτήματα θεολογικού και φιλοσοφικού περιεχομένου, εκκρεμούν και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Μια ολόκληρη βιομηχανία που έχει στηθεί γύρω από το τελετουργικό της κηδείας και η οποία θα θιγεί σημαντικά αν, τελικά, ένα μέρος των πιστών επιλέξει την οδό της αποτέφρωσης.

Το αδιαχώρητο των νεκροταφείων της Αττικής, οι αστρονομικές τιμές στις οποίες έχει εκτοξευθεί η αγορά τάφου, η δαπάνη της κηδείας (2.000 με 3.000 ευρώ ή, απλώς, αξιοπρεπής), η φρικώδης διαδικασία της εκταφής, όλα θα ανακουφιστούν μόλις λειτουργήσει το πρώτο Κέντρο Αποτέφρωσης Νεκρών. Η καύση είναι υπόθεση πολιτισμού.

Τώρα, μάλιστα, που η μεταφυσική αγωνία βαραίνει όσο και η πραγματική αβεβαιότητα, η υπουργική απόφαση ανοίγει ένα δρόμο. Δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε ώριμα και ρεαλιστικά όχι μόνο τη ζωή, αλλά και τον θάνατο.

Σε μία από τις πιο προβεβλημένες σκηνές του «Αμλετ», στην πέμπτη πράξη του έργου, ο ένας νεκροθάφτης απευθύνεται στον άλλον: «Ποιος χτίζει πιο γερά και από τον χτίστη και το μαραγκό; (...) Ετσι και σου ξαναβάλουνε το αίνιγμα αυτό, εσύ θα απαντήσεις “ο νεκροθάφτης”. Γιατί τα δικά του σπίτια θα κρατήσουν μέχρι Δευτέρα Παρουσία». Η στιχομυθία, λίγο πριν ο Αμλετ κρατήσει το κρανίο στα χέρια του και σαρκάσει για τη ματαιότητα του βίου.

Πάνω στο θρυλικό ερώτημα του πρίγκιπα της Δανίας η τέχνη έχει θριαμβεύσει δίνοντας ανθεκτικούς στον χρόνο καρπούς, δημιουργώντας ακατάλυτους δεσμούς. Η εμπειρία του τέλους, άλλοτε τρομακτική άλλοτε λυτρωτική, τροφοδοτεί τους καλλιτέχνες με ανεξάντλητο υλικό.

Η στάχτη, είτε φυλάσσεται είτε σκορπίζεται, είναι μια διαρκής υπόμνηση της θνητότητας. Ο αποχωρισμός είναι τελεσίδικος, οριστικός.

Πώς θα αντιδράσει άραγε μια κοινωνία γαλουχημένη στη διαδικασία της ταφής; Στη φροντίδα του μνήματος και στον θρήνο; Σε αυτό το νοητό «σημείο συνάντησης» όπου ο συγγενής επιστρέφει και αναζητεί, παλεύει ακατάπαυστα να συμφιλιωθεί με την απώλεια του αγαπημένου προσώπου; Σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη η αποτέφρωση νεκρών αποτελεί θεσμό εδώ και αιώνες (από το 1789 στη Γαλλία, από το 1884 στη Βρετανία). Η Ελλάδα, εγκλωβισμένη σε παραδόσεις, αγκυλώσεις και συμφέροντα, δυσκολεύεται να υιοθετήσει την ελευθερία της επιλογής. Η αποτέφρωση, στο μυαλό ενός μέρους του πληθυσμού, είναι συνώνυμη με την πολιτική κηδεία. Εκτός θρησκείας, εκτός Γραφών. Σχεδόν σε καθεστώς παρανομίας.

Η καύση νεκρών δαιμονοποιείται, από άγνοια ή από πρόθεση, με αποτέλεσμα η ταφή να θεωρείται μονόδρομος. Ομως, τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν παράλληλα και εκείνοι που τολμούν και επιλέγουν την άλλη λύση. Που δηλώνουν αυτό που επιθυμούν και ζητούν από το περιβάλλον τους να το εκπληρώσει. Αναγκαστικά τότε, η σορός ταξιδεύει σε χώρες του εξωτερικού, όπου η διαδικασία της αποτέφρωσης επιτρέπεται.

Σε μια εποχή απρόβλεπτη, ανακατατάξεων και ανατροπών, η «καύση νεκρών» προσφέρεται για ασκήσεις μαύρου χιούμορ (ειδικά με τις περικοπές μισθών και συντάξεων...), κινδυνεύοντας να βρεθεί στο περιθώριο ή να αποτελέσει άλλο ένα πεδίο εσωτερικού εμφυλίου. Πρόκειται, όμως, για σημαντικό ζήτημα, που αποτελεί κοινωνική κατάκτηση. Τα παιχνίδια εξουσίας ας τα αφήσουμε στη ζωή. Ο θάνατος έχει το δικό του βασίλειο, αχανές και ανεξιχνίαστο. Κι όπως λέει ο Αμλετ απευθυνόμενος στον Οράτιο: «Ο ουρανός κι η γη κρύβουνε περισσότερα μυστήρια από όσα ονειρεύτηκε ποτέ η φιλοσοφία σου» …

19 May 2010

Θρησκεία και επιστήμη

(του ΤΑΣΟΥ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗ, ΒΗΜΑ, 16/5/2010

Για πολλούς Έλληνες, έστω και πανεπιστημιακούς, η σύνταξη ισοδυναμεί με παράλυση κάθε μαχητικής διάθεσης. Δεν ισχύει αυτό για τον μέχρι πρότινος καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, χημικό, φυσικό και φιλόσοφο Ευτύχη Μπιτσάκη! Αντίθετα, ευτύχησε στο έβγα του 2009 να δει το πιο δυναμικό του ίσως γράψιμο να κυκλοφορεί σε μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση.

Εμμένω στην καλαισθησία αυτής της έκδοσης διότι οι εκδόσεις Τόπος μπόρεσαν να μας θυμίσουν το συχνά αδιόρατο προφανές σε αυτόν τον τόπο: ότι και μια λιτή έκδοση μπορεί να είναι τόσο άψογη αισθητικά που να θέλγει τον αναγνώστη στην ανάγνωση, οσοδήποτε βαρύ και αν προμηνύεται το περιεχόμενο.



Είναι όμως «βαρύ» αυτό που θέλει να μας πει ο δάσκαλος τόσων γενεών και εκδότης του περιοδικού «Ουτοπία»; Ο ίδιος γράφει στον πρόλογό του ότι «το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί πραγματεία περί θρησκείας, αθεϊσμού κτλ.». «Αντικείμενό του είναι οι σχέσεις (...) κυρίως των φυσικών επιστημών με τα δόγματα της (...) χριστιανικής θρησκείας». Αλλά αμέσως μετά μας ενημερώνει ότι σκοπεύει να ελέγξει «το κύρος απόψεων θεολόγων, Πάπα και αρχηγών εκκλησιών που διαδίδονται ως επιστημονικές αλήθειες». Οπότε... αρχίζουν τα όργανα από τη σελίδα 10 κιόλας!

Αυτό που επακολουθεί είναι ένα «εφηβικής ρώμης σφυρο κόπημα» άλλων 200 σελίδων, όπου ο πλήρης βιβλιογραφίας και τεκμηρίωσης φυσικός μας φιλόσοφος περνάει τον άμβωνα από την πυρά στον άκμονα. Ως άνθρωπος ελεύθερος πλέον από κάθε αστική φιλοδοξία, καταγράφει στην εισαγωγή «τα όρια και τις αυταπάτες του αστικού ορθολογισμού», κατακεραυνώνει τον «δυϊσμό ύλης και ενέργειας» και καγχάζει για τις κοπιώδεις προσπάθειες επιστημοσύνης του δημιουργισμού. 

Στο πρώτο κεφάλαιο καταλύει τα «κατά συνθήκην» άβατα μεταξύ επιστήμης και θρησκείας διερευνώντας αν «το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της επιστήμης». Στο δεύτερο ακτινογραφεί τον σύγχρονο μυστικισμό και ζυγιάζει τις σχέσεις επιστήμης και ιδεολογίας. Στο τρίτο αναλύει διαλυτικά την «ανθρωπική αρχή» και στο τέταρτο... επιφέρει το έμφραγμα του καθωσπρεπισμού ασχολούμενος με το αν «η Ελλάδα είναι κοσμικό κράτος ή πολιτεία του Θεού»!

Σταματώ εδώ για να μη σας στερήσω άλλες εκπλήξεις από το «τόλμημα» του Ευτύχη Μπιτσάκη. Αυτό που- άσχετα με το πόσοι και το ποιοι τελικά συμφωνήσουν με την ανάλυσή του - όλοι θα αναγνωρίσουν είναι ότι το βιβλίο του συνδυάζει σαφήνεια, απλότητα, ρυθμό, στοιχειοθετημένη επιχειρηματολογία, σοβαρότητα και λεκτική ευγένεια. Αυτά τα σπάνια πλέον χαρίσματα γραπτού λόγου των Νεοελλήνων αρκούν για να κάνουν την ανάγνωση απολαυστική.


Διαβάστε το «Κι αν είστε και παπάς»!


(βλέπε επίσης εδώ κι εδώ!

18 May 2010

Περί πνευματικότητας...

Η ποίηση είναι ένα λογοτεχνικό είδος, πολύ σημαντικό εννοείται, το οποίο όμως εμένα ποτέ δεν με συγκίνησε. Ακούω διαφόρους φίλους ότι έχουν γράψει ή γράφουν ποιήματα, εγώ ποτέ δεν το σκέφτηκα και πολύ λίγες φορές κατάφερα να διαβάσω βιβλία με ποιήματα. Δεν φταίνε τα ποιήματα, προφανώς, η δική μου συγκρότηση φταίει, αυτή που επέλεξα ή μου έτυχε.

Τώρα διαπιστώνω όμως μια ενδιαφέρουσα αξιοποίησή τους που δεν είχα σκεφτεί: να ερμηνεύονται έννοιες ασαφείς ή πολυσήμαντες που εξηγούνται κατά γούστο για να καταλήξει καθένας εκεί που θέλει.

Μια τέτοια έννοια είναι η λεγόμενη «πνευματικότητα», η οποία χρησιμοποιείται συχνά από θεολογίζοντες και δεν σημαίνει τίποτα ή σημαίνει ό,τι καπνίσει στον καθένα• την ταλαιπωρεί, μέχρι να καταλήξει σ’ αυτό που είχε εξ αρχής στο μυαλό του! Στο λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη αναφέρεται ως ερμηνεία «η ύπαρξη πνευματικού περιεχομένου» και «πνευματικό» είναι κάτι που σχετίζεται με το πνεύμα. Άρα πνευματικότητα είναι αυτό που περιέχει κάτι που σχετίζεται με το πνεύμα… η μία λέξη ερμηνεύεται με την άλλη και η άλλη με την πρώτη κ.ο.κ. Αυτό που είπα αρχικά, δεν σημαίνει τίποτα.

Κι όμως ο ποιητής, εδώ κατά κύριο λόγο ο ζωγράφος, Γιάννης Τσαρούχης πρέπει να είχε καταλάβει αυτή την κενότητα της λέξης πνευματικότητα πολύ πριν γεννηθώ εγώ και έγραψε το έτος 1935 «Επτά (7) ποιήματα για την πνευματικότητα» (Ποιήματα 1934-1937, Εκδόσεις Άγρα, 1980).
Εδώ το πρώτο απ’ αυτά:

Ένας άνθρωπος έστησε μια πνευματικότητα κοντά στη θάλασσα.
Ήταν από τσίγκο, σ’ ένα τελάρο ξύλινο βαμμένο με λαδομπογιά.
Το βράδυ την έριξε ο αέρας και σκότωσε έναν περαστικό.

Το δεύτερο:

Είχε πει πως η δική του πνευματικότης δε φοβάται τίποτα, ήταν νέου συστήματος.
Το τελάρο ήταν από ξύλο εν συνδυασμώ με σιδερογωνιές.
Ήταν ωραία και μεγάλη, βαμμένη με ριπολίνα άσπρη, θαλασσιά και χρυσή.
Έγιναν και εγκαίνια. Υπήρχε κι ένας αρχιμανδρίτης.
Και χωρίς να φυσάει άνεμος, από κακό υπολογισμό, έπεσε η πνευματικότης την ώρα του αγιασμού. Το τί γίνηκε δεν περιγράφεται. Ο παπάς πληγώθηκε. Η γυναίκα
του δημάρχου έπαθε διάσειση. Τους πήγαν όλους στο νοσοκομείο.

Το τρίτο:

Οι άλλες πνευματικότητες που πέσανε, πέφτουνε γιατι κάτι τους λείπει. Κάποιος κακός υπολογισμός γίνεται.
Εγώ ετοιμάζω να στήσω μια καινούρια και είμαι αισιόδοξος. Μα κι αν πέσει θα κάνω μιαν άλλη, ακόμα πιο τέλεια. Ξέρω καλά την τέχνη μου.
Ωραίο πράγμα η ποίηση, δίνει νόημα και σε ανύπαρκτα πράγματα.

17 May 2010

Θα χρειαστούμε μια δεκαετία

(του Μπαμπη Παπαδημητριου, Καθημερινή, 15/5/2010)

Ο αφόρητος δανεισμός είναι το χαμηλότερο σκαλί εξευτελισμού. Στη διάρκεια της προηγούμενης εικοσαετίας, η Ελλάδα έζησε, σε τρία στάδια, τα οφέλη από την απελευθέρωση του τραπεζικού τομέα, της σταθερότητας του νομίσματος και της αύξησης των διαθεσίμων δανειακών κεφαλαίων. Ο συνδυασμός αυτός έφερε σταθερή αύξηση του εθνικού, οικογενειακού και προσωπικού πλούτου. Ο κύκλος αυτός έχει κλείσει.

Στα επόμενα δέκα (τουλάχιστον) χρόνια, η χώρα θα μάθει να ζει χωρίς εύκολο χρήμα. Το 2012, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα έχει ξεπεράσει την αποσταθεροποίηση που του προκάλεσε (κυρίως) η κατάρρευση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας του κράτους. Η οικονομία θα επιστρέψει σε μια νέα ισορροπία. Το ερώτημα είναι ποια θα είναι αυτή και σε ποιο βαθμό θα μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Με τα σημερινά δεδομένα, κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου εγγυημένο.

Εγγυήσεις, με το Πρόγραμμα Διάσωσης, υπάρχουν μόνον για τις επενδύσεις που έχουν γίνει στα ελληνικά ομόλογα. Και αυτό γιατί ένα τεράστιο μέρος των κρατικών εσόδων θα συνεχίσει να αφαιρείται από τον εγχωρίως παραγόμενο πλούτο και την εθνική αποταμίευση ώστε να εξυπηρετούνται, με τη μορφή τόκων και χρεολυσίων, τα κρατικά χρέη. [...]

Η Ελλάδα μπορεί να μειώσει το χρέος της και, ταυτοχρόνως, να υποστηρίξει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Υπάρχουν παραδείγματα και αξίζει να τα μελετήσουμε, να συζητήσουμε τις μεταξύ τους διαφορετικές επιλογές και να μιμηθούμε ό,τι ρεαλιστικό και σωστό επιλέξουμε. Η Σουηδία, που αποτέλεσε, δυστυχώς για λίγους μήνες, πρότυπο του σημερινού πρωθυπουργού, πέτυχε δραστική μείωση των χρεών της (κατά 36 μονάδες του ΑΕΠ της) στο διάστημα 1996, μετά τη σεισμική τραπεζική κρίση του 1992 και μέχρι το 2007. Ο Καναδάς με 38 μονάδες μικρότερο χρέος στην ίδια περίοδο. Η Αυστραλία (-28 μονάδες) στο 1995-2008. Η Νότια Κορέα, που ξανασηκώθηκε εκεί που τη γνωρίζουμε σήμερα (χρέος 33%, ρυθμός ανάπτυξης 5,2%, ανεργία 3,8%), είχε καταρρεύσει σε βαθμό που πατριώτισσες γυναίκες αυτής της περήφανης χώρας, παρέδιδαν τα χρυσαφικά τους σε ταμείο παρόμοιο με αυτό που άνοιξε ο δικός μας πρόεδρος της Βουλής. Θα χρειαστούμε μια δεκαετία! (πλήρες κείμενο >>>)