19 December 2018

Στέφανος Βασιλειάδης


Μικρή αναφορά στον συνθέτη-μουσικοπαιδαγωγό, που έφυγε από τη ζωή τον Μάιο 2004
της Ρουμπίνης Σούλη
Υπήρξε ακούραστος μαχητής της τέχνης και της ζωής, ένας πραγματικός και βαθιά πνευματικός δάσκαλος, που αγωνιούσε για το σήμερα και το αύριο του μουσικού μας πολιτισμού. Αναφερόμαστε στον συνθέτη και μουσικοπαιδαγωγό Στέφανο Βασιλειάδη, τον σημαντικό εκπρόσωπο της σύγχρονης ελληνικής μουσικής δημιουργίας και σκέψης, ο θάνατος του οποίου άφησε ένα μεγάλο κενό στον μουσικό πολιτισμό του τόπου μας. Χτυπημένος από τον καρκίνο πέθανε στις 23 του Μάη, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη το έργο του και την απαράμιλλη μαχητικότητά του. Με πάθος για τη μουσική δημιουργία και παιδεία, με γνώση και αγάπη αγωνίστηκε για την αναβάθμισή τους, καταθέτοντας τη δημιουργία και τους κοινωνικούς προβληματισμούς του. Η μεγάλη δυσκολία στην όραση που αντιμετώπιζε δεν του στάθηκε εμπόδιο να δημιουργήσει ένα πλούσιο έργο, από παιδικά τραγούδια, μέχρι συνθέσεις για το αρχαίο δράμα και το σύγχρονο θέατρο και μια σειρά από ηλεκτρονικά πολύτεχνα έργα.
Μακρά δημιουργική διαδρομή
«Η βουή του Νέστου κι ο ήχος του τρένου ήταν η μόνη μουσική στα πρώτα μου εφτά χρόνια», έγραφε ο ίδιος στο, αντί βιογραφικού, κείμενό του. «Αυτά μου έφεραν τα πρώτα μηνύματα από τους μακρινούς κόσμους των ταξιδιών τους κι αυτά πήραν μαζί τους τα δικά μου τα όνειρα και τους δικούς μου τους πόθους. Τα πήραν μαζί τους και τα πήγαν προτρέχοντας εκεί που λαχταρούσα πάντα να φτάσω κι εγώ. Οι γονείς μου, οι συγγενείς και οι παππούδες μου ήταν πρόσφυγες απ' τη Μικρά Ασία. Έτσι, όσο κι αν γεννήθηκα στο όμορφο Παρανέστι της Μακεδονίας, αισθάνομαι σαν πατρίδα μου την ιερή, παντοτινά άβατη Ανατολή. Εκεί γεννήθηκαν και κοιμούνται οι πρόγονοί μου κι οι παραδόσεις και τα παραμύθια της μάνας και του πατέρα μου. Γι' αυτό και αγαπώ και συνδέομαι το ίδιο δυνατά με όλους τους τόπους, με όλους τους ανθρώπους και προπαντός με όλα τα παιδιά του τόπου μας, απ' όποιο μέρος κι αν είναι...».
Γεννημένος στο Θόλο Δράμας το 1933, ο Στέφανος Βασιλειάδης από τα παιδικά του χρόνια μαθήτευσε την ευρωπαϊκή και βυζαντινή μουσική, ενώ αργότερα σπούδασε ανώτερα θεωρητικά και νεότερα συστήματα σύνθεσης στο Ελληνικό Ωδείο με την Ουρ. Ιωαννίδου και στη συνέχεια με τον Γ. Α. Παπαϊωάννου. Καθοριστική για την πορεία του υπήρξε η γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου, όπως και η συνεργασία του με τους Μιχάλη Αδάμη, Γ. Γ. Παπαϊωάννου και Γιάννη Ξενάκη.
Δούλεψε σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε πολλά δημοτικά σχολεία, γυμνάσια και λύκεια από το 1953 ως τώρα. Στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ('68-'96), στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, καθηγητής επί συμβάσει ('92-'95). Έγραψε σε συνεργασία με άλλους συναδέλφους του πέντε βιβλία για τη μουσική, έκανε αμέτρητες εισηγήσεις, ομιλίες και εκπομπές στην Αθήνα, αλλά και σε πολλές πόλεις του τόπου μας. Έγραψε μουσικά έργα: για παιδιά (πάνω από 100 τραγούδια, ενώ το τραγούδι του «Γλυκό τσαμπί σταφύλι», ήρθε πρώτο στον διεθνή διαγωνισμό της UNICEF). H ενασχόλησή του από πολύ νωρίς με τη μουσική εκπαίδευση τον οδήγησε στη συνειδητοποίηση των σοβαρών προβλημάτων της μουσικής παιδείας στον τόπο μας, την οποία υπηρέτησε με πάθος από πλήθος θέσεων.
Από το 1956 αρχίζει η μακρόχρονη θητεία του στο θέατρο με μουσική διδασκαλία και διεύθυνση των ορχηστρικών συνόλων σε αρχαίο δράμα και νεότερο δραματολόγιο (υπεύθυνος μουσικός διευθυντής στο ΚΘΒΕ 1961-67 και αργότερα, στο Εθνικό Θέατρο 1968-78). Αυτή την περίοδο ξεκινάει η δουλειά του ως συνθέτη για το θέατρο (18 αρχαίες τραγωδίες, που ακούστηκαν στα πιο πολλά αρχαία ελληνικά θέατρα, αλλά και σε πολλές πόλεις της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ιαπωνίας και 35 έργα του κλασικού και νεότερου δραματολογίου). Από τη δεκαετία του '70 επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην ηλεκτροακουστική μουσική, διαμορφώνοντας μια δική του οπτική για τη σύνθεση. Ονομάζει τη μουσική του «ιδεογραφική», υπονοώντας ότι οι «ιδέες» (οι καταστάσεις, τα συναισθήματα), που αποτελούν τον πρωταρχικό κόσμο, τη βαθύτερη σκέψη του συνθέτη, πραγματώνονται σε ηχητικά - μουσικά μορφώματα (δίκην «ιδεογραμμάτων» - συμβόλων). Αυτά τα στοιχεία ωθούνται από μια δραματική κινητήρια δύναμη, στην «περιπέτεια» των άπειρων συνδυασμών τους. Σ' αυτό το πνεύμα γράφει 8 ηλεκτροακουστικά πολύτεχνα έργα.
Για πολλά χρόνια διηύθυνε το Κέντρο Σύγχρονης Μουσικής Ερευνας (ΚΣΥΜΕ) και υπήρξε Πρόεδρος του Ιδρύματος Χουρμουζίου-Παπαϊωάννου και της Στέγης Ελληνικών Χορωδιών.
«Δούλεψα σκληρά...»
Πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή του Στ. Βασιλειάδη στην ανάδειξη του έργου κορυφαίων δημιουργών, όπως ο Ν. Σκαλκώτας και ο Γ. Χρήστου. Ηταν αυτός που συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε το ηχητικό υλικό της δισκογραφικής συλλογής (τέσσερα CD) με έργα του πρόωρα χαμένου Γ. Χρήστου, που εκδόθηκε πριν δυόμισι χρόνια. Μια έκδοση με πολύ μεγάλη σημασία, καθώς το ανεκτίμητο και πρωτοποριακό έργο του συνθέτη, εξαιτίας της κρατικής αδιαφορίας, ουσιαστικά παραμένει άγνωστο στο φυσικό αποδέκτη του, το σύγχρονο άνθρωπο. Στις τρεις και πλέον δεκαετίες από το θάνατο του Γ. Χρήστου οι εκτελέσεις έργων του υπήρξαν ελάχιστες, ενώ ακόμη λιγότερες - έως μηδενικές - ήταν οι δισκογραφικές παραγωγές. Αναφερόμενος στη «δραματική απουσία» του έργου του Γ. Χρήστου στη σύγχρονη Ελλάδα, ο Στ. Βασιλειάδης υπογράμμιζε τις «ευθύνες της ίδιας της πνευματικής ηγεσίας του τόπου μας, όλων αυτών που λέμε ότι παλεύουμε για τον πολιτισμό και την παιδεία του τόπου».
Πριν μισό χρόνο, στην παρουσίαση του δίτομου έργου του Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου «Νίκος Σκαλκώτας (1904-1949): Μια προσπάθεια είσδυσης στο μαγικό κόσμο της δημιουργίας του», ο Στ. Βασιλειάδης έκρουε για μια ακόμα φορά τον «κώδωνα», τονίζοντας την επιτακτική ανάγκη «να σωθεί πρώτα και να συντηρηθεί μια τόσο σημαντική ελληνική και ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά, όπως είναι το Αρχείο Σκαλκώτα: Οι 5.500 σελίδες των χειρογράφων του και ένα πλήθος από αξιόλογα τεκμήρια (κριτικές, ηχογραφήσεις, φωτογραφίες, μελέτες κ.ά.)».
«Σημασία έχει ότι όλα αυτά τα χρόνια δούλεψα σκληρά, γνώρισα πολλούς σπουδαίους ανθρώπους και συνεργάστηκα μαζί τους και διδάχτηκα απ' αυτούς πιο πολλά απ' όσα έμαθα από τις σπουδές μου», έλεγε κάνοντας ο ίδιος τον «απολογισμό» του. «Σκέφτηκα πολύ, πόνεσα ακόμα περισσότερο, αγάπησα και αγαπήθηκα πάρα πολύ, χάρηκα πολλές ομορφιές και, πάνω απ' όλα, τα φωτεινά μάτια, τα φωτεινά πρόσωπα και την εμπιστοσύνη των μικρών παιδιών. Απογοητεύθηκα πολύ συχνά, αλλά επιμένω να μην απελπιστώ. Έκανα πολλά λάθη και δυστυχώς ακόμα δεν έμαθα ό,τι έπρεπε να μάθω...».

05 December 2018

Και ζωντανοί και νεκροί, όλοι εχθροί.

Kostas Onisenko, FB, 4/12/2018
Αυτές τις μέρες έπαιξε στη Ρωσία ένα πολύ αστείο σκηνικό. Οι τοπικές αρχές της πόλης Καλίνιγκραντ (στη Βαλτική Θάλασσα) διεξήγαγαν ηλεκτρονική ψηφοφορία για την ονοματοδοσία του αεροδρομίου της πόλης και ανάμεσα στα υποψήφια ονόματα ήταν και εκείνο του μεγάλου φιλοσόφου Εμμανουήλ Καντ. Για την ιστορία, το Καλίνινγκραντ είναι μια πόλη που ανήκε στην Ανατολική Πρωσία και περιήλθε στην Σοβιετική Ένωση ως «προίκα» με το τέλος του β' Παγκοσμίου Πολέμου. 
Το αρχικό όνομα της πόλης, από το 1255 -όταν σε αυτό το σημείο Τεύτωνες Ιππότες έχτισαν το ομώνυμο κάστρο-, ήταν Κένιγκσμπεργκ (Königsberg). Μετά το 1945 οι Γερμανοί μετοίκησαν και η πόλη κατοικήθηκε από Ρώσους. Το Wikipedia γράφει: «Η πόλη καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό στη διάρκεια του β' Παγκοσμίου Πολέμου, κατελήφθη από τον Κόκκινο Στρατό το 1945 και ο γερμανικός πληθυσμός διέφυγε ή εκδιώχθηκε. Μετονομάστηκε σε Καλίνινγκραντ στις 4 Ιουλίου 1946 προς τιμήν του Μιχαήλ Καλίνιν».

Ο φιλόσοφος Καντ (1724-1804) γεννήθηκε, έζησε και πέθανε σε αυτή την πόλη. Κατά τη διάρκεια της ζωής του το Königsberg ήταν τέσσερα χρόνια υπό τη διοίκηση των Ρώσων∙ ήταν τα μόνα χρόνια της ρωσικής παρουσίας στην πόλη από την ίδρυσή της και μέχρι το τέλος του β' ΠΠ. Έχει λοιπόν μια λογική να θέλει κάποιος να δώσει το όνομα αυτό σε ένα σημαντικό έργο αυτής της πόλης, αν και ο Καντ ήταν απλά ο ιδρυτής της σύγχρονης φιλοσοφίας. Ωστόσο… Μετά την ανακήρυξη των υποψήφιων ονομάτων, και αφού το όνομα Εμμανουήλ Καντ είχε αποκτήσει ένα μεγάλο προβάδισμα, ξεσηκώθηκε ένα άγριο «πατριωτικό» κύμα αντιδράσεων.
«Ένας άγνωστος… Ένας κάποιος Εμμανουήλ Κάντ. Ήταν ένας προδότης της χώρας του, ένας γλείφτης που σερνόταν στα γόνατα για να πάρει μια έδρα στο πανεπιστήμιο. Έγραφε κάτι ακαταλαβίστικα βιβλία που κανείς δεν τα διαβάζει και ούτε θα τα διαβάσει». Τα λόγια ανήκουν στον αντιναύαρχο του Ρωσικού στόλου και επικεφαλής του στόλου της Βαλτικής Θάλλασας, Ιγκόρ Μουχαμέτσιν, ο οποίος απευθυνόμενος στους ναυτικούς της Βόρειας Θάλασσας τους προτρέπει να καταψηφίσουν στην ψηφοφορία (και να προτρέψουν τους συγγενείς τους να καταψηφίσουν) τον «κατάπτυστο» Καντ. 
Μετά από αυτό, το μνημείο του Καντ στην πόλη βανδαλίστηκε, φυλλάδια με προσβλητικό περιεχόμενο κατά του φιλοσόφου γέμισαν τους δρόμους. Φυσικά η ψηφοφορία έληξε με τη «νίκη» του ονόματος μιας Ρωσίδας τσαρίνας. Ο Καντ συνεχίζει να αναπαύεται στο Königsberg, εκτός και αν οι ρωσικές αρχές αποφασίσουν τελικά να χτίσουν σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας πάνω στο σημείο που βρίσκεται ο τάφος του.
Οι ζωντανοί εχθροί που έχει δημιουργήσει η Ρωσία μάλλον δεν της αρκούν και τώρα έχει αποφασίσει να τα βάλει και με τους νεκρούς.

25 November 2018

Η θλιβερή μοίρα του George Soros

του Νίκου Δήμου, Βήμα της Κυριακής, Νοέμρ. 2018

Τρεις λόγοι υπάρχουν για να μισούν οι άνθρωποι τον Τζώρτζ Σόρος: 1. Είναι Εβραίος. 2. Είναι πάμπλουτος. 3. Είναι φανατικός φιλελεύθερος.
Οι δύο πρώτοι λόγοι είναι προφανείς: 1. ο ανοιχτός ή υφέρπων παγκόσμιος αντισημιτισμός και 2. ο μόνιμος φθόνος προς τους έχοντες.
Αλλά ο τρίτος;
Η ζωή μέχρι σήμερα με έχει διδάξει ένα πράγμα: όλοι υμνούν την ελευθερία, όλοι την θεωρούν ως ύψιστη αξία – αλλά οι περισσότεροι δεν αντέχουν έναν άνθρωπο που είναι πραγματικά ελεύθερος, και ακόμα: δεν ανέχονται έναν άνθρωπο που προσπαθεί να ελευθερώσει τους άλλους. Οι άνθρωποι βολεύονται και ταμπουρώνονται μέσα στις «αλήθειες» τους.
Την περασμένη Κυριακή το έζησα αυτό ο ίδιος: είχα γράψει εδώ ένα κείμενο που έκανε σκληρή κριτική στον Τσίπρα – αλλά είχε και μία (σωστή) αρνητική παρατήρηση για τον Μητσοτάκη. Το πόσο εξόργισε αυτό πολλούς σχολιαστές δεν περιγράφεται…
Χειροκροτούμε την ελευθερία μόνο όταν δείχνει προς την δική μας κατεύθυνση. Είμαστε υπέρ της αμεροληψίας …υπό όρους. Επιστρέφω στον Σόρος.
Είναι παγκόσμια γνωστός ως επενδυτής και διαχειριστής αμοιβαίων κεφαλαίων. Στην Ελλάδα συνήθως αναφέρεται ως «κερδοσκόπος». Αυτό βέβαια δεν είναι επάγγελμα – είναι επιδίωξη. Κάθε επιχειρηματίας στοχεύει στο κέρδος.
Γεγονός είναι ότι ο Σόρος υπήρξε πολύ επιτυχημένος στην δουλειά του. Το 1992 έπαιξε εναντίον της στερλίνας (διακινδυνεύοντας δέκα δις δολάρια) και κέρδισε ένα δις.
Αυτό που με ενδιαφέρει με τους πλούσιους είναι τι κάνουν με τα χρήματά τους. Όταν ο Μπιλ Γκαίητς έχει ήδη δεσμευτεί να δωρίσει το 95% της περιουσίας του σε κοινωφελείς σκοπούς (και ήδη έχει δώσει τα μισά) τον επαινώ. Αν όμως ο στόχος είναι το μεγαλύτερο και ακριβότερο σκάφος ή ένα ιδιωτικό νησί, τότε επαναστατώ.
Ο Σόρος ανήκει στην κατηγορία των ευεργετών. Και μάλιστα των ιδιότυπων. Αγωνίζεται για την ελευθερία. Υπήρξε μαθητής του μεγάλου φιλόσοφου Καρλ Πόπερ στον οποίο οφείλουμε τον όρο και την ιδέα της «ανοιχτής κοινωνίας» και έχει θέσει σαν σκοπό της ζωής του την πραγματοποίηση αυτής της ιδέας.
Ανοιχτή κοινωνία είναι κάθε δημοκρατική κοινωνία που είναι έτοιμη να δεχθεί ιδέες, προτάσεις, σκέψεις, αξίες, από κάθε κατεύθυνση. Όπως η επιστήμη (που ήταν το μοντέλο του Πόπερ) αναγνωρίζει και ελέγχει κάθε εναλλακτική θεωρία και είναι έτοιμη να διορθώσει ή να αναθεωρήσει τις θέσεις της, έτσι και η πολιτική σκέψη θα πρέπει να παραμένει ανοιχτή σε κάθε διαφορετική γνώμη. Αυτό φυσικά προϋποθέτει απόλυτη ελευθερία έκφρασης, απουσία κάθε δογματισμού (ιδεολογικού ή παραδοσιακού)  και κυρίως ελευθερία σκέψης.
Ο Σόρος ξόδεψε τα δισεκατομμύριά του για να προωθήσει την ελευθερία των ιδεών. Ακόμα και την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, έστελνε μεγάλες δωρεές πίσω από το Παραπέτασμα για να ιδρυθούν σχολεία, ακαδημίες, σπουδαστήρια, βιβλιοθήκες που, σε ένα θεόκλειστο περιβάλλον, θα προωθούσαν την ανοιχτή κοινωνία.
Μετά την κατάρρευση του Υπαρκτού οι δωρεές του πολλαπλασιάστηκαν.
Τον Φεβρουάριο του 2018 τα έδωσε όλα: 18 δις δολάρια στην Open Society Foundation (Ίδρυμα Ανοιχτή Κοινωνία) για την συνέχιση του έργου της.
Είναι χαρακτηριστικό πως ο Όρμπαν, που σπούδασε χάρη στα χρήματα του Σόρος, και δήλωνε αρχικά φανατικός οπαδός της Ανοιχτής Κοινωνίας, όταν έγινε εξουσία τον επικήρυξε ως τον υπ’ αριθμό ένα εχθρό της κοινής πατρίδας τους!
Είναι νωρίς βέβαια για μία αποτίμηση – αλλά μοιάζει πως η ουτοπική προσπάθεια του Σόρος δεν καρποφόρησε. Οι υπερασπιστές της ελευθερίας έχουν πολλούς εχθρούς. Στο Ιντερνέτ θα βρείτε δεκάδες φήμες και θεωρίες συνομωσίας. Άλλωστε ο άνθρωπος αυτός τα έχει βάλει με όλους: είναι εχθρός του Τραμπ και του Πούτιν, έχει κάνει σκληρή κριτική στο Ισραήλ, χρηματοδοτεί απελευθερωτικά κινήματα παντού όπου υπάρχουν δικτατορίες ή αυταρχικά καθεστώτα. Φυσικά αυτά αμύνονται με συκοφαντίες. Η τελευταία ήταν μία κυκλοφορία φωτογραφίας με τον νεαρό Σόρος ως αξιωματικό των SS. Μόνο που, όταν υπήρχαν ακόμα SS, o Σόρος ήταν 14 χρονών…
Ούτε στη χώρα μας είναι δημοφιλής. Φυσικό. Ποτέ δεν ήμασταν ανοιχτή κοινωνία κι όσο πάμε κλείνουμε. Στους Έλληνες ταιριάζει περισσότερο ο παραμυθάς Σώρρας…

19 November 2018

Τι σημαίνει «φασίστας» και...

πώς φτάσαμε ο «φασίστας» να σημαίνει «αυτός που μας τη σπάει»; 
Χρησιμοποιούμε τον όρο ανιστόρητα και «για πλάκα», την ώρα που αναδύονται από παντού πραγματικές φασιστικές συμπεριφορές
του Δημήτρη Πολιτάκη, Lifo, 8/11/2018
Ζούμε καιρούς συγχρόνως ιστορικούς και ανιστόρητους, κρίσιμα μοναδικούς αλλά και αφόρητα μπανάλ στο δυστοπικό τους περιτύλιγμα, πεπεισμένοι ότι η Αποκάλυψη μας κυκλώνει, ενώ στην πραγματικότητα επιτρέπουμε στη ρουτίνα του 24ωρου κύκλου μιας «και μη χειρότερα» διαβίωσης να μας κατατρώει χειρότερα ίσως από ποτέ. Και ένα δείγμα αυτής της σχιζοειδούς συμπεριφοράς είναι ότι χρησιμοποιούμε τόσο εύκολα (νωχελικά σχεδόν) και καταχρηστικά πλέον τον προσδιορισμό «φασίστας» για να περιγράψουμε ή να εγκαλέσουμε ή να την πούμε σε κάποιον που μας τη σπάει ή μας ενοχλεί ή μας καταπιέζει προσωρινά, την ώρα που αναδύονται από παντού πραγματικές φασιστικές συμπεριφορές και τάσεις με την «κλασική», ιστορική έννοια του όρου.
Όπως έλεγε και μια φίλη τις προάλλες, συζητώντας για κάποια φραξιονιστικά μαλλιοτραβήγματα σε ακαδημαϊκούς μάλιστα κύκλους της ευρύτερης ριζοσπαστικής αριστεράς (στην οποία ανήκει), όπου η λέξη πεταγόταν ως φτυσιά κατά την κλιμάκωση των αντιπαραθέσεων, ο όρος «φασίστας» έχει εκπέσει σε ένα διεθνές συνώνυμο του «μαλάκα», ένας χαρακτηρισμός που πετάς αβίαστα χωρίς να κινδυνεύεις να εμπλακείς σε ρητορική μίσους και, συχνά, χωρίς να ρισκάρεις να εμπλακείς σε διάλογο με νηφάλια επιχειρήματα που ίσως, εν προκειμένω, δεν διαθέτεις.
Κάπως έτσι «ξεπλένονται» από το αιματηρό ιστορικό τους πλαίσιο και κανονικοποιούνται ακόμα και οι πιο αυταρχικές, ολοκληρωτικές και ισοπεδωτικές ιδεολογίες που κόστισαν τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους και τώρα επιστρέφουν για να εμπεδωθούν στην κοινή συνείδηση ως «αναγκαία κακά» (βλ. και «σταλινισμός»).
Η ειρωνεία είναι ότι δεν χρησιμοποιείται ο όρος αυθαίρετα και κάποιες φορές στο πλαίσιο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μόνο από ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται, έστω και αφηρημένα, ως αριστεροί ή αναρχοαυτόνομοι –έχω δει να αποκαλούνται «φασίστες» από άλλους συντρόφους ακόμα και στελέχη της Antifa(!) που σημαίνει ότι δεν γλιτώνεις ακόμα κι αν γράψεις «αντιφασίστας» στο μέτωπό σου– αλλά και από φιλελεύθερους, και από νεοδεξιούς και από καραδεξιούς και από καραμπινάτους νεο-ναζί ακόμα. Εξού και διάφορα σύγχρονα συνθετικά παράγωγα τύπου «οικο-φασισμός», «ισλαμοφασισμός» αλλά και «φεμιναζισμός».
O χαρακτηρισμός «φασίστας» έχει γίνει καραμέλα, placebo, μια πασπαρτού βρισιά που δεν κόβεται στη λογοκρισία και τελειώνει κάθε συζήτηση πριν αυτή ξεκινήσει. Την ίδια στιγμή, η πλειοψηφία που υποτιμητικά αποκαλούμε «ο κοσμάκης» ή «οι νοικοκυραίοι» παρακολουθεί τη λέξη να εκστομίζεται δεξιά κι αριστερά ελλείψει σοβαρού πολιτικού λόγου, ενώ τα φασιστοειδή στοιχεία τρίβουν τα χέρια τους εκμεταλλευόμενα την απορία, την ανασφάλεια και τη σύγχυση.
Δεν πρόκειται, πάντως, για κάποια καινούργια συγκλονιστική διαπίστωση η έλλειψη κάθε οικονομίας και αυτοσυγκράτησης στη χρήση του όρου. Από το 1944 ήδη, δηλαδή έναν χρόνο πριν από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και τη συντριβή των φασιστικών υπερδυνάμεων, ο Τζορτζ Όργουελ, στο άρθρο του με τίτλο «Τι είναι φασισμός;», έγραφε ότι έχει χάσει νόημα ο όρος και έχει γίνει συνώνυμο του «αντιπαθητικού» ή του «νταή» και χρησιμοποιείται αδιακρίτως από τους αντιπάλους τους εναντίον συντηρητικών, σοσιαλιστών, αναρχικών, τροτσκιστών, Καθολικών, αντιρρησιών συνείδησης, εθνικιστών πάσης φύσεως και φυλής κ.ο.κ.:  
«[...] Ο φασισμός όμως είναι κυρίως ένα πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Γιατί τότε δεν μπορούμε να τον ορίσουμε με έναν ξεκάθαρο και ευρέως αποδεκτό τρόπο; Αλίμονο, δεν νομίζω να τα καταφέρουμε – όχι σύντομα, πάντως. Οι λόγοι είναι πολλοί και σύνθετοι, αλλά βασικά εστιάζονται στο ότι είναι αδύνατον να ορίσεις ικανοποιητικά τον φασισμό χωρίς να γίνουν παραχωρήσεις που ούτε οι συντηρητικοί, ούτε οι κομμουνιστές ούτε οι ίδιοι οι φασίστες, βέβαια, δεν θα δεχόντουσαν ποτέ να κάνουν. Το μόνο που μπορεί κάποιος είναι να χρησιμοποιεί τη λέξη με κάποιο βαθμό περίσκεψης και όχι, όπως γίνεται πλέον συνήθως, να την υποβαθμίζει στο επίπεδο μιας βρισιάς του συρμού».