23 March 2016

Ε, λοιπόν, είμαστε και Γραικύλοι

του καθηγ. Δημήτρη Νικήτα, ΒΗΜΑ, 14/6/1998

Η πληθωρική συζήτηση που έγινε τον τελευταίο καιρό για τους χαρακτηρισμούς «Βούλγαρος» και «Γραικύλος» ανακάλεσε στη μνήμη μου τη «Γραμματική της φαντασίας» του Τζιάνι Ροντάρι: όπως μια πέτρα που ρίχνουμε στα νερά της λίμνης προκαλεί αναρίθμητες και ποικίλες αντιδράσεις στην επιφάνεια, στην πορεία προς το βυθό και στον πυθμένα, «με τον ίδιο τρόπο μια λέξη που πέφτει τυχαία στο μυαλό μας δημιουργεί κύματα στην επιφάνεια και στο βάθος, προκαλεί μια ατελεύτητη σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων, παρασύροντας στην πτώση της ήχους και εικόνες, αναλογίες και αναμνήσεις, σημασίες και όνειρα, σε μια κίνηση που ξυπνά την εμπειρία και τη μνήμη, τη φαντασία και το ασυνείδητο, και η οποία γίνεται πιο περίπλοκη, επειδή το ίδιο το μυαλό δεν παρίσταται παθητικά στην εμφάνιση όλων αυτών, αλλά επεμβαίνει σ' αυτήν συνεχώς, για να δεχτεί και να απορρίψει, να συνδέσει και να λογοκρίνει, να οικοδομήσει και να καταστρέψει». Ειδικά το τελευταίο τμήμα του παραπάνω αποσπάσματος θα έλεγε κανείς ότι «σχολιάζει» με τον καλύτερο τρόπο την περίπτωσή μας.

Εμείς δεν θα αναφερθούμε στην ονομασία «Βούλγαρος» και τις σημασιολογικές και λεξικογραφικές ή κοινωνικές και εθνικές διαστάσεις της. Θα μας απασχολήσει ο όρος «Γραικύλος», που επανήλθε στο ελληνικό προσκήνιο του 2000, έχοντας συμπληρώσει (αντίθετα από τη σχετικά βραχύβια προσωνυμία «Βούλγαρος» = «βόρειος» Ελληνας) χρόνο ζωής μεγαλύτερο από εκείνον που οριοθετεί το επερχόμενο billenium.
Ο ελληνικός χαρακτηρισμός «Γραικύλος» είναι απόδοση του λατινικού χαρακτηρισμού Graeculus, ο οποίος με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του εθνικού ονόματος Graecus που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για τους Ελληνες. Το λατινικό υποκοριστικό μαρτυρείται σε πενήντα περίπου χωρία λατίνων συγγραφέων, από τα χρόνια του Κικέρωνα μέχρι σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Το ελληνικό υποκοριστικό με εξαίρεση μια μαρτυρία του Δίωνος Κασσίου (46, 18, 1, βλ. παρακάτω), δεν εντοπίζεται στην αρχαία ελληνική και στη βυζαντινή γραμματεία ως τον 10ο αιώνα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το όνομα Graeculus είναι, μαζί με το όνομα Poenulus (= «Καρχηδονίσκος»), τα μόνα υποκοριστικά εθνικών χαρακτηρισμών που περιέχει η λατινική γλώσσα. Δεν είναι φυσικά τυχαίο το γεγονός ότι τα δύο αυτά υποκοριστικά αφορούν τους δύο μεγαλύτερους αντιπάλους της Ρώμης, τους οποίους υπέταξε η ρωμαϊκή λόγχη με πολύ μόχθο και αίμα.
Οπως ορθά σημειώνεται στο «βέβηλο» γράμμα που παραθέτει ο Μάριος Πλωρίτης στο «Βήμα» της Κυριακής, 7 Ιουνίου 1998, «"πατέρας" αυτού του επιθέτου (Graeculus) ήταν ο Κικέρων». Αυτό αληθεύει υπό την έννοια ότι ο διάσημος αυτός ρωμαίος πολιτικός και ρήτορας πρέπει να θωρηθεί πιθανότατα ο «ευρετής» αυτού του υποκοριστικού, το οποίο επανέρχεται στο έργο του επανειλημμένα (16 φορές!).
Ομως η εξέταση αυτών των κειμένων αποδεικνύει ότι η παρατήρηση του συντάκτη της «βέβηλης» επιστολής πως ο Κικέρων δεν δίνει στο όνομα Graeculus υποτιμητική σημασία δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα.
Οι Graeculi κατά τον Κικέρωνα:
* Είναι κατ' αρχήν «παραμυθάδες»: Οι Γραικύλοι πλάθουν πολλές ιστορίες· σε μια από αυτές παρουσιάζουν κάποιον πως αυτοκτόνησε από ένα υψηλό τείχος, όχι γιατί του συνέβη κάτι δυσάρεστο, αλλά γιατί είχε διαβάσει ένα σοβαρό και μεγαλόπρεπο βιβλίο του Πλάτωνα με θέμα τον θάνατο (Pro Scauro 3-4).
* Ταυτόχρονα είναι ανόητοι: «Ο σοφός δεν θέλει να αντιμετωπίζεται από τους ανόητους με τρόπο ώστε όσοι τον ακούν είτε να τον θεωρούν βλάκα και Γραικύλο είτε (...) να φέρουν βαρέως που είναι οι ίδιοι βλάκες» (De oratore 1, 221).
* Είναι ένα μείγμα τεμπελιάς, φλυαρίας και πολυμάθειας: «Με βάζετε να απαντήσω σε μια ερωτησούλα, σαν να είμαι κανένας Γραικύλος, τεμπέλης και πολυλογάς και ίσως πολύξερος και πολυδιαβασμένος» (De oratore 1, 162).
* Είναι ακατάλληλοι ως δικαστές (5, Philipp. 12), απαράδεκτοι στις συνελεύσεις τους (Pro Sestio 126), παρατρεχάμενοι και κόλακες των ισχυρών (Pro Milone 55).
* Δυο από αυτούς, που χάρη στο φίλο τους Καίσαρα έγιναν ρωμαίοι πολίτες, είναι «τιποτένιοι Γραικύλοι» (13. Philipp. 33).
Το αρνητικό φορτίο του χαρακτηρισμού Graeculus στον Κικέρωνα επιβεβαιώνεται και υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται επίσης και εναντίον ενός γνήσιου Ρωμαίου, του Βέρρη, ο οποίος είχε αρπάξει από τις Συρακούσες ένα άγαλμα της Σαπφούς. Ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι για τον Κικέρωνα είναι διαφορετικό πράγμα οι «πολύξεροι Γραικύλοι» και διαφορετικό η ελληνική τέχνη και παιδεία: «(Το άγαλμα της Σαπφούς) είχε έξοχη κατασκευή και στη βάση του έφερε χαραγμένο ένα καταπληκτικό επίγραμμα. Εκείνος ο πολύξερος και Γραικύλος (ο Βέρρης) ­ που τάχα τα γροικάει αυτά σε βάθος και μόνος αυτός τα καταλαβαίνει ­ δεν θα είχε αρπάξει το άγαλμα αυτό, αν γνώριζε έστω κι ένα γράμμα ελληνικό» (2. In Verrem 4, 127).
Η άποψη του Κικέρωνα στην παραπάνω περίπτωση θυμίζει την ανάλογη στάση κάποιων σύγχρονων Ευρωπαίων: ενώ είναι θερμός θαυμαστής της αρχαίας ελληνικής σκέψης και λογοτεχνίας, περιφρονεί τους συγχρόνους του Ελληνες ­ και σ' αυτό ασφαλώς είχαν και οι τελευταίοι αρκετή ευθύνη. Τελικά όμως η όλη υπόθεση κατέληξε «μπούμερανγκ» για τον ίδιο: ανάμεσα στα άλλα παρατσούκλια του (π.χ. Κικέρκουλος, δηλ. «Κικερούλης», Κικεράκιος και Κικερίσκος) μαρτυρείται και ο χαρακτηρισμός Γραίκουλος ή Γραίκος (Δίων Κάσσιος 46, 18, 1 και Πλούταρχος, Κικέρων 5), προφανώς εξαιτίας της ελληνομάθειάς του. Το ίδιο παρατσούκλι έμελλε να χρησιμοποιηθεί, λίγο αργότερα, και για τον κατ' εξοχήν ελληνομαθή ρωμαίο αυτοκράτορα, τον Αδριανό (Script. Hist. Aug., Spartians, Hadr. 1,5).
Με τον Κικέρωνα, τον «ευρετή» και κεντρικό χρήστη του υποκοριστικού Graeculus ο χαρακτηρισμός αυτός πολιτογραφήθηκε ως δόκιμος όρος της ρωμαϊκής πολιτικής ορολογίας με αρνητικές συνδηλώσεις για τον ελληνικό κόσμο, ενώπιον του οποίου οι Ρωμαίοι ένιωθαν συμπλέγματα κατωτερότητας και ταυτόχρονα ανωτερότητας.
Περίπου έναν αιώνα μετά τον Κικέρωνα η λέξη Graeculus γίνεται στη γραφίδα του καυστικού σατιρικού Ιουβενάλη πικρόχολο δηλητήριο που εκτοξεύεται εναντίον τόσο των Ελλήνων όσο και των ομοεθνών του.
Στην τρίτη του «Σάτιρα» (στ. 58 εξξ.) ο Ιουβενάλης στρέφεται με ασυγκράτητο μένος εναντίον των Ελλήνων που έχουν συρρεύσει από παντού και έχουν διαφθείρει, όπως πιστεύει ακράδαντα, την αιώνια Πόλη. Αυτό το «έθνος των κωμωδών» (στ. 100) γέμισε τα ρωμαϊκά σπίτια και κοντεύουν να γίνουν και αφεντικά των κυρίων τους. Είναι δαιμόνιοι, θρασείς, ετοιμόλογοι και πολυτεχνίτες: δάσκαλοι, ρήτορες, γεωμέτρες, ζωγράφοι, οιωνοσκόποι, γιατροί, σχοινοβάτες, μάγοι. «Τα πάντα γνωρίζει ο πειναλέος Γραικύλος: και στα ουράνια να τον στείλεις, πηγαίνει» (στ. 78).
Στην έκτη «Σάτιρα» ο Ιουβενάλης τα βάζει με κάποιες «σνομπ» Ρωμαίες που παριστάνουν τις Ελληνίδες και, ενώ δεν ξέρουν την προγονική τους γλώσσα, επιδιώκουν να μιλούν Ελληνικά. Και μάλιστα αυτό το κάνουν όχι μόνο νέες, αλλά και γριές ογδόντα έξι ετών! «Καμιά δεν περνιέται για όμορφη εκτός κι αν, από Τούσκα, έγινε Γραικύλη και, από Σουλμονήσια, Κεκρόπια! Ολα τα λένε Ελληνιστί (...): και φόβο και θυμό και χαρά και έγνοια και της καρδιάς τα μυστικά. Ακόμη και τα ερωτόλογα στα Ελληνικά τα λένε» (στ. 185-191).
Οι αρνητικές διαστάσεις της λέξης Graeculus διαπιστώνονται και σε άλλους συγγραφείς αυτών των χρόνων. Ετσι ο Σουητώνιος (Claud. 15,4) αναφέρει έναν αυθάδη «Γραικύλο υπόδικο» που είπε κατά πρόσωπο στον αυτοκράτορα: «είσαι και γέρος και μωρός», ενώ ο Πλίνιος (Panegyr. 13,5) μιλά για μαλθακούς Γραικύλους στρατιωτικούς.
Ταυτόχρονα εμφανίζονται και οι πρώτες μη αρνητικά φορτισμένες διαστάσεις του όρου, σε περιπτώσεις όμως που δεν αφορούν ανθρώπους. Ο Πετρώνιος π.χ. κάνει λόγο (Satyr. 38, 4) για «Γραικύλες μελισσούλες», ο Κολουμέλας για «Γραικύλα αμπέλια της Θάσου» (De re rustica 3,2,24), ο εγκυκλοπαιδιστής Πλίνιος αναφέρει τη «Γραικύλη Θάσο» (Natur. Hist. 14,25) και ένα άνθος που λέγεται «Γραικύλη» (Natur. Hist. 15,20).
Μια λέξη, μια ιστορία... Στο χαρακτηρισμό «Γραικύλος» συμπυκνώνονται όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά του Ελληνα που απαράλλαχτα διαπιστώνονται συνεχώς στο διάβα των αιώνων. Ενα αμάλγαμα αρνητικών αλλά και θετικών ιδιοτήτων που διαμορφώνουν το ιδιαίτερο εθνικό του προφίλ: ευφάνταστος και παραμυθάς, ευφραδής αλλά και πολυλογάς, πολυμαθής αλλά και «ξερόλας», ανευθυνοϋπεύθυνος, έξυπνος και εξυπνάκιας, πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, πολυμήχανος αλλά και πονηρός, εύθυμος αλλά και «σαχλαμάρας», άοκνος και ράθυμος, με δυο λόγια «έθνος ανάδελφον». Βέβαια η ανθελληνική προπαγάνδα των Ρωμαίων ήθελε να προβάλλει τη μία μόνο πλευρά του νομίσματος, το οποίο όμως έχει πάντοτε δύο όψεις (και πάντως η Ιστορία πήρε την εκδίκησή της: σήμερα «Ρωμιοί» ονομαζόμαστε εμείς). Ε, λοιπόν, ναι. Είμαστε Ελληνες, είμαστε Ρωμιοί, είμαστε Γραικοί, είμαστε και Γραικύλοι. «Είμαστε τσείνοι, που 'μαστε». Και δεν ντρεπόμαστε γι' αυτό. Αντίθετα το 'χουμε καμάρι. Εκείνο όμως που μένει για μας, τους σύγχρονους «Γραικύλους», είναι μια περήφανη αλλά και ενδοσκοπική αυτοσυνειδησία και επιπλέον πνεύμα γνήσιας συνεννόησης και συνεργασίας, προκειμένου να διαψεύσουμε όλους εκείνους που μαζί με τον Κικέρωνα διακηρύσσουν ότι «οι διαφωνίες γύρω από μια λέξη πολύ ταλαιπωρούν τους Γραικύλους, οι οποίοι ενδιαφέρονται περισσότερο για καβγάδες παρά για την αλήθεια» (Κικέρων, De oratore, 1,47).

05 March 2016

Παναγιώτης Τέτσης 1925-2016

Μια εξομολόγηση που έγινε τον Μάιο του 2015
lifo.gr, 5/3/2016
Στην Ύδρα πηγαίνω πια τα καλοκαίρια, Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Άλλοτε πήγαινα τακτικά, κάθε δύο εβδομάδες. Πήγαινα και ζωγράφιζα. Είχα ένα σπίτι και η σάλα του σπιτιού είχε μετατραπεί σε ατελιέ. Ήταν το μητρικό μου σπίτι. Το πατρικό μου είχε πουληθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ήταν ένα σπίτι σε ωραία θέση και με ωραία θέα στο λιμάνι. Πουλήθηκε αντί τριών ή τεσσάρων χρυσών λιρών. Δεν αγόραζαν τότε, δεν θέλανε τα σπίτια. Με μια χρυσή λίρα δεν ξέρω αν αγόραζες έναν ντενεκέ λάδι. Μάλλον όχι. Ίσως αγόραζες ένα μπιτόνι.  
Και οι δυο γονείς μου είναι Υδραίοι. Και έχω κι έναν αδερφό μεγαλύτερο από εμένα. Στην Ύδρα έμεινα μέχρι τα δώδεκα. Υπήρχε σχολείο μέχρι την πρώτη γυμνασίου, όχι παραπάνω. Και αυτή η τάξη, η πρώτη γυμνασίου, είχε δημιουργηθεί γιατί υπήρχε η ναυτική σχολή για τους καπεταναίους. Για να πηγαίνουν τα Υδραιόπουλα στη σχολή έπρεπε να κάνουν μία τάξη του γυμνασίου.


Ζωγράφιζα από μικρός κι έκανα διάφορα. Ήταν η ασχολία μου όταν δεν είχα να κάνω κάτι άλλο, σχολείο, μαθήματα. Όταν είσαι τόσο μικρός, δεν σκέφτεσαι αν θέλεις να γίνεις γιατρός ή δικηγόρος ή ζωγράφος. Πόσο μάλλον όταν το περιβάλλον σου, οι γονείς σου, δεν είναι τόσο ευκατάστατοι. Τότε η μόνη σκέψη είναι πώς θα μάθουν τα παιδιά τους δυο γράμματα για να τρυπώσουν στο Δημόσιο ή σε καμιά τράπεζα. Αλλά είχα ακούσει μια καλή κουβέντα για τις ζωγραφιές μου από τον Πικιώνη και τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα που είχαν έρθει στην Ύδρα. Καμιά φορά με μια καλή κουβέντα προχωράς.
Ο πατέρας μου είχε στην Ύδρα ένα καφενείο που δεν πολυπήγαινε καλά και το μετέτρεψε σε εστιατόριο, αλλά και εκεί δεν πρόκοψε, γιατί δεν υπήρχε τουρισμός τότε. Κανένας δεν έβγαινε στην Ύδρα να πάει να φάει έξω. Και κανείς δεν ερχόταν σε αυτό το ξερονήσι. Αυτοί που πήγαιναν για παραθερισμό προτιμούσαν τις Σπέτσες. Είχε ωραίο ξενοδοχείο, την Κοργιαλένειο Σχολή – οι καλές οικογένειες εκεί έστελναν τα παιδιά τους. Ας πούμε οι Ξενάκηδες, ο Κοσμάς και ο Γιάννης, από εκεί αποφοίτησαν. Έφταναν τότε τα σκάφη στην Ύδρα, που ήταν κομψά –δεν υπήρχαν τα σημερινά, που μοιάζουν με μπαούλα–, κοντοστεκόντουσαν έξω από το λιμάνι κι έφευγαν. Ξερότοπος.  
Υπάρχει μια εσφαλμένη εντύπωση ότι η Ύδρα πήρε τα πάνω της με το «Παιδί και το Δελφίνι». Συνέβαλε η ταινία, αλλά η καλύτερη διαφήμιση για το νησί δεν είναι μια τυπωμένη αφίσα αλλά η φήμη από στόμα σε αυτί. Αυτή πιάνει. Μετά τον πόλεμο άρχισαν να έρχονται Άγγλοι, Γάλλοι και μποζαρίτες από την Καλών Τεχνών του Παρισιού και τους φιλοξενούσαν στο αντίστοιχο παράρτημα της εδώ Καλών Τεχνών. Σε αυτό το ωραίο σπίτι διευθυντής ήταν ο γερο-Βυζάντιος, ένας φιλόξενος κι έξυπνος άνθρωπος. Λοιπόν, αυτοί, όταν επέστρεφαν, το έλεγαν και έτσι, ξέρετε, διαδίδεται. Αλλά δεν ήταν μόνο η Λόρεν που έκανε ταινία στην Ύδρα. Ήταν και ο Κακογιάννης που έκανε μία, αν θυμάμαι καλά, με τη Λαμπέτη.  
Στον Πειραιά ήρθαμε οικογενειακώς το 1937. Στην αρχή μέναμε στη συνοικία του Βρυώνη. Ήταν μια ωραία περιοχή και ο «καλός» της δρόμος η Σωκράτους. Μετά την ονόμασαν Βασιλέως Κωνσταντίνου, σήμερα λέγεται Ηρώων Πολυτεχνείου και να δούμε πόσα ακόμα ονόματα θα αλλάξει. Μετά, στην Κατοχή, μέναμε λίγο πιο πάνω, στον λόφο της Καλλίπολης. Μου αρέσει να πηγαίνω ακόμα εκεί. Στο Χατζηκυριάκειο, στην ταβέρνα του Ηλία για ψαράκι. Και στον Άγιο Νείλο. Τα αγαπώ αυτά τα μέρη.
Το σχολείο το τελείωσα με παράξενο τρόπο. Πήγαινα στην πέμπτη γυμνασίου όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος. Είχαμε κάνει μαθήματα έναν σκάρτο μήνα. Αμοληθήκαμε στους δρόμους και φωνάζαμε κατά των Ιταλών, γιατί πολλές ατιμίες είχαν κάνει και μας είχαν ταλαιπωρήσει. Κλείσανε τα σχολεία. Ήρθε η Κατοχή, φτάσαμε τέλη Μαΐου, ήρθε κι ο φοβερός χειμώνας του '41-42 κι εμείς είχαμε πάρει έτσι το ενδεικτικό της πέμπτης και υποτίθεται πηγαίναμε έκτη. Πέθαινε ο κόσμος από την πείνα, από τον βαρύ χειμώνα, τα σχολεία κλειστά και κάποια στιγμή ανοίγουν και μας δίνουν απολυτήρια. Είμαι ευτυχής που γλίτωσα τη Χημεία, τη Φυσική και την Τριγωνομετρία. Δεν σημαίνει ότι είμαι πιο αγράμματος από τους άλλους. Ιδίως αυτό το φοβερό με τη χημεία, να θυμάμαι όλους τους τύπους, ευτυχώς το γλίτωσα.
Αφού τελείωσα το γυμνάσιο, έλεγα «τι κάνουμε τώρα»; Τα οικονομικά της οικογένειας δεν επέτρεπαν να πάω στην Καλών Τεχνών, παρόλο που δεν είχε δίδακτρα, όπως το Πολυτεχνείο. Για να ξέρετε, στο Πολυτεχνείο πλήρωνες μέχρι και τη δεκαετία του '50 για να φοιτήσεις. Αλλά λόγω πείνας πάλι, όπως πήραμε ελέω Θεού το απολυτήριο, βγήκε η διαταγή του υπουργείου που έλεγε: «Μπορείτε να εγγραφείτε σε όποια σχολή, θέλετε χωρίς εξετάσεις».  



Έτσι πήγα κι εγώ στη Νομική. Και γράφτηκα. Εκεί βρίσκεται ακόμα το απολυτήριό μου του σχολείου. Στην Καλών Τεχνών έδωσα ένα αντίγραφο. Άρχισαν τα μαθήματα, στο Συνταγματικό είχαμε τον Σβώλο. Σύνταγμα δεν υπήρχε λόγω Κατοχής και ο Σβώλος ήταν στο βουνό. Έκανα δύο άλλα μαθήματα, Ρωμαϊκό Δίκαιο και Πολιτική Οικονομία, με τον νεαρό τότε Ζολώτα. Με τα τρία αυτά μαθήματα κατάλαβα ότι αυτά τα πράγματα δεν ήταν για μένα. 
Έτσι, πήγα στην Καλών Τεχνών, την τελευταία χρονιά της Κατοχής. Τότε υπήρχε το προπαρασκευαστικό που δεν υπάρχει σήμερα. Είχα τον Μπισκίνη, έναν αγαθό, τακτικό άνθρωπο, και τον Μαθιόπουλο, που ζήτημα αν εμφανίστηκε τρεις φορές μέσα στο έτος. Για μένα ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Η ζωή στη σχολή κυλούσε μαζί με την Ιστορία. Απελευθέρωση, και η σχολή άνοιξε πάλι.  
Μπήκα στο εργαστήριο του Παρθένη. Ο Παρθένης δεν μιλούσε. Είχε ένα οξύ βλέμμα, σε κοιτούσε κι εσύ έπρεπε να καταλάβεις αυτό που ήθελε. Δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία, αλλά ήταν φιλάσθενος. Δεν ερχόταν τακτικά. Συνοδευόταν πάντα από τη γυναίκα του, την κ. Παρθένη. Του είχαν αφαιρέσει κάθε πρωτοβουλία. Σκεφθείτε, έμπαινε στο τραμ της Ακρόπολης για να έρθει στη σχολή και η γυναίκα του ήταν αυτή που έβγαζε τα εισιτήρια. Δεν μας μιλούσε. Επενέβαινε απάνω στο έργο και σου έδειχνε. Είναι ένας σωστός τρόπος διδασκαλίας αυτός – όχι βέβαια να είσαι μουγγός. Σήμερα έχουμε φτάσαμε στην άλλη άκρη. Όλα είναι λόγια κενά, μόνο λόγια, θεωρίες. Την επόμενη χρονιά δεν ερχόταν για μήνες ο Παρθένης και κάποια μέρα της άνοιξης τον βλέπουμε να καταφτάνει στην άκρη του διαδρόμου της στοάς με την κ. Παρθένη. Χαρά εμείς! Αρχίζαμε να φωνάζουμε «ο δάσκαλος, ο δάσκαλος». Μας χαιρέτησε όλους διά χειραψίας, όπως έκανε πάντα, στάθηκε και άρθρωσε: «Ήρθα να σας πω ότι παραιτούμαι». Το είπε πρώτα σ' εμάς, στους μαθητές του, και μετά στην πρυτανεία. Νομίζω ότι δεν τον συμπαθούσαν στη σχολή, ο Αργυρός, ο Θωμόπουλος. Ο Παρθένης είχε τη στήριξη του Πρεβελάκη και του Κεφαλληνού, αλλά φαίνεται ότι αυτό το κλίμα δεν το άντεξε καθόλου.  
Στο εξωτερικό έφυγα με την υποτροφία του ΙΚΥ. Αυτός είναι ένας καταπληκτικός θεσμός υποτροφιών. Και είναι θαύμα ότι σε μια χώρα σαν την Ελλάδα ο θεσμός λειτουργεί, ακόμα κι αν έχουν περάσει 60 χρόνια. Άλλη ζωή το Παρίσι. Ήμασταν όλη μέρα στους δρόμους, γιατί αυτό που μας ενδιέφερε ήταν να δούμε ζωγραφική. Τότε δεν υπήρχε Πινακοθήκη εδώ, δεν υπήρχε τίποτα. Σήμερα γίνονται πολλά πράγματα. Εκεί ήταν παράδεισος, γιατί μπορούσες να μπαίνεις σε γκαλερί και να βλέπεις και τα καλά και τα μέτρια. Μη γελιέστε, και έξω υπάρχουν πάντα πολλά μέτρια. Μη νομίζετε ότι τα μέτρια γίνονται μόνο στην Ελλάδα.
Δάσκαλος στην Καλών Τεχνών πήγα το 1976. Η Σχολή ήταν τότε λιγότερο συντηρητική από αυτό που θυμόμουνα. Ο δάσκαλος δεν ήταν ο θεός. Εγώ τους μαθητές μου τους θεωρούσα και φίλους. Με κάποιους κάνω παρέα ακόμα και σήμερα. Σήμερα στην Καλών Τεχνών δεν κάνουν ζωγραφική. Λίγη ζωγραφική δεν βλάπτει. Κάνουν τα σύγχρονα, τα ψηφιακά, τα ηλεκτρονικά. Είναι ένας άλλος κόσμος για μένα. Τα σέβομαι, δε τα απορρίπτω, αλλά δεν είναι για μένα αυτά. Ο κόσμος αλλάζει, αλλά αλλάζει και παλιώνει. Ένα τηλέφωνο είκοσι χρόνων είναι άχρηστο. Έτσι και στην τέχνη σήμερα. Μερικά έργα παλιώνουν. Είναι εφήμερα, σκουπίδια. Από μερικά δεν μένει τίποτα – όπως και οι τάσεις παλιώνουν.
Λέω γελώντας ότι είμαι τούτι-φρούτι. Μου αρέσουν όλα τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι. Άνθρωποι, οι φίλοι που έρχονται και ποζάρουν, τοπία, λουλούδια, φρούτα. Δεν μου αρέσει να αναμασώ ή να αντιγράφω τον εαυτό μου. Ακόμα και όταν κάνω το ίδιο μοτίβο, υπάρχει μια άλλη ερμηνεία. Ορισμένα έργα, όπως τα τοπία, τα κάνω απευθείας από τη φύση, αλλά δεν τελειώνουν ποτέ εκεί. Τελειώνουν στο εργαστήριο. Και σε μερικά άλλα, αυτό που βλέπετε εσείς στο τέλος είναι αυτό που έχει περάσει κάτω από το δέρμα μου. Είναι αυτά που έχουν περάσει στη μνήμη μου, έχουν φιλτραριστεί στην καρδιά μου και γίνονται κάτι άλλο. Είναι το ορατό που δεν έχεις μπροστά σου – τις περισσότερες φορές δεν το έχεις μπροστά σου.  



Όλους μάς επηρεάζουν τα έργα τέχνης. Τέχνη κάνουν οι άνθρωποι εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια και αυτόφωτος δεν είναι κανένας μας. Εμείς μεγαλώσαμε στην Ελλάδα και αυτό με το οποίο έχουμε τραφεί από τα γεννοφάσκια μας είναι το ιδανικό και το ιδεώδες. Όχι μόνο της ελληνικής τέχνης αλλά και του περιβάλλοντος της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, των μεγάλων πολιτισμών. Μια και με ρωτάτε, αν μπορούσα να διαλέξω, θα ήθελα να έχω ένα κυπριακό ειδώλιο, ένα γλυπτό της προκλασικής περιόδου, της Ολυμπίας, γιατί θεωρώ ότι το κορύφωμα της γλυπτικής είναι η Ολυμπία. Αυτή η γλυπτική μού αρέσει. Και αυτά που είδα στην Πομπηία, η Βίλα των Μυστηρίων, όταν πήγα πριν από 40 χρόνια, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ.
Σήμερα η τέχνη κινεί το χρήμα. Έτσι συμβαίνει. Αυτό που με ενοχλεί στην τέχνη σήμερα είναι η επίδειξη πλούτου, τα τερατώδη πράγματα. Νομίζω πως ήμουν τυχερός επειδή συνεργάστηκα με ανθρώπους με τους οποίους δεν είχα συνεργασία καλλιτέχνη-εμπόρου. Δεν με πίεσαν, δεν μου είπαν ποτέ τι ζητάνε αυτοί που έρχονται στις εκθέσεις μου. Κι εμένα δεν με επηρέασε ποτέ το τι ήθελαν να αγοράσουν, αν ήθελαν ένα τοπίο της Σίφνου ή της Ύδρας. Όλα αυτά τα χρόνια συνεργάστηκα με τον Μπαχαριάν και στη συνέχεια με τις Νέες Μορφές, δεν ήθελα να αλλάζω γκαλερί. Οι καλλιτέχνες είμαστε συνήθως γκρινιάρηδες γιατί πιστεύουμε ότι οι γκαλερί κάνουν θαύματα. Μια γκαλερί δεν μπορεί να κάνει θαύματα. Δυστυχώς, σήμερα δεν μπορώ να κάνω επισκέψεις και να βλέπω γκαλερί. Αλλά οι νεότεροι είναι πολύ καλοί ζωγράφοι. Μην πιστεύετε ότι το παρελθόν ήταν μια εποχή ευφορίας και μετά έπεσε ξηρασία. Ούτε ότι μετά από εμάς έρχεται ο κατακλυσμός. 
Πώς μου φαίνεται η Αθήνα; Υαλόφρακτη. Περπατάς σε έναν μικρό δρόμο και βλέπεις μια ενιαία βιτρίνα – νομίζεις ότι είναι ένα μαγαζί. Χωρίς χαρακτήρα. Παρ' όλα αυτά, η Αθήνα, εδώ στο κέντρο όπου κατοικώ, δεν είναι θεόξερη, είναι πάντα ενδιαφέρουσα. Έχει και πολλές ασχήμιες η πόλη. Ακόμα και όλα αυτά τα αιρ-κοντίσιον που κρέμονται έξω από κάθε παράθυρο. Ωστόσο, ό,τι χτίστηκε τα τελευταία χρόνια είναι πολύ καλύτερο απ' ό,τι που χτίστηκαν τη δεκαετία του '60.  
Τι να σας πω για μένα; Τα ελαττώματά μου θα σας πω. Είμαι ξεροκέφαλος, το οποίο καμιά φορά είναι και αρετή, κι έχω και έναν υφέρποντα εγωισμό. Αλλά δεν είμαι καβγατζής, δεν μισώ, δεν το ξέρω αυτό. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει να μισείς κάποιον. Μπορεί να μη συμπαθώ κάποιον, επειδή δεν ταιριάζω μαζί του.  

Κάθε πρωί έρχομαι εδώ, στο εργαστήριο. Ασχολούμαι κάθε μέρα με αυτά που με ενδιαφέρουν, τη ζωγραφική μου, κοιτάζω, διορθώνω. Είναι μια συνήθεια. Τι να κάνω; Να κάθομαι όλη μέρα σπίτι μου; 

03 March 2016

Η κοινωνική παρενέργεια της θρησκείας

του Μάριου Μπέγζου, ΒΗΜΑ, 23/9/2012

Η πρωτόγνωρη λέξη «φονταμενταλισμός» είναι ελληνική μεταγραφή του αγγλικού όρου fundamentalism (από το λατινικό fundamentum: θεμέλιο). Αποδίδεται ως «θεμελιωτισμός» ή «θεμελιοκρατία» και σημαίνει την επιστροφή στα «θεμέλια» μιας παράδοσης του παρελθόντος, την εμμονή στα «θεμελιώδη» άρθρα πίστης και τη μαχητική προάσπιση των «θεμελιακών» στοιχείων κάποιας θρησκευτικής κληρονομιάς.
Φονταμενταλισμός είναι ο μαχητικός θρησκευτικός συντηρητισμός. Τρία χαρακτηριστικά στοιχεία του είναι η συντηρητικότητα, η θρησκευτικότητα και η μαχητικότητα.
Πρώτιστο ιδίωμα παραμένει ο συντηρητισμός, που διαφοροποιεί τον φονταμενταλισμό από τον εκσυγχρονισμό, τον αντιπαραθέτει με τον φιλελευθερισμό ή τον σοσιαλισμό και τον αντιδιαστέλλει με τον διαφωτισμό, με τον ορθολογισμό και τον ατομικισμό της νεωτερικότητας. Η συντήρηση της παράδοσης των «θεμελίων» χωρίς ανανέωση και δίχως προσαρμογή, η πιστή κατά γράμμα ερμηνεία και η τυφλή τυποποιημένη εφαρμογή των επιταγών της κληρονομιάς του παρελθόντος μαζί με την αντιπαράθεση σε καθετί νεωτερικό, σύγχρονο, μοντέρνο, δυτικό (ευρωπαϊκό ή αμερικανικό) συνιστούν τον πυρήνα του φονταμενταλιστικού κινήματος.
Η θρησκευτικότητα χρωματίζει τον φονταμενταλισμό αποφασιστικά και καθορίζει τον συντηρητισμό του. Χάρη στη βασική εμπειρία της ενότητας που διακρίνει κάθε θρησκεία τόσο στον χώρο όσο και μέσα στον χρόνο ιδρύοντας την κοινωνία (οριζόντια ενότητα των ομόδοξων μέσα στον χώρο) και γεννώντας την ιστορία (κατακόρυφη ενότητα των ομοφρόνων μέσα στον χρόνο), η συντήρηση των «θεμελίων» επικυρώνεται μεταφυσικά και επεκτείνεται από τον θολό πυθμένα κάποιου παρελθόντος «χρυσού αιώνα» στον απλησίαστο ορίζοντα ενός μελλοντικού «παραδείσου». Η θρησκεία λειτουργεί σαν το «τσιμέντο» της συντήρησης, ως το ανθεκτικότερο συνεκτικό υλικό των «θεμελίων» της παράδοσης που υποτάσσει το κοσμικό (κράτος, κοινωνία, οικονομία) στο θρησκευτικό και υποτάσσει το ιδιωτικό (προσωπική ζωή του ατόμου) στο δημόσιο (θρησκευτικός κώδικας ηθικών αξιών, «ιερός νόμος»).
Η μαχητικότητα είναι το τρίτο στη σειρά, αλλά πρώτο σε εντυπωσιασμό στοιχείο του φονταμενταλισμού. Η βία στη διακονία του ιερού εν ονόματι της συντήρησης είναι που συνοψίζει το φονταμενταλιστικό κίνημα άριστα. Προσφυγή στα όπλα, αιματοχυσίες και εκατόμβες, ακρωτηριασμοί τιμωρίας και παραδειγματικές εκτελέσεις, πογκρόμ και γκέτο, φυλετικές διακρίσεις και σεξιστικοί διαχωρισμοί, εθνοκάθαρση και τρομοκρατία βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη των φονταμενταλιστών όλου του κόσμου, κάθε εποχής.
Κάθε θρησκευτική κληρονομιά έχει να παρουσιάσει κρούσματα φονταμενταλισμού. Δυστυχώς δεν υπήρξε αναίμακτη θρησκεία ως σήμερα, όπως επίσης δεν εμφανίσθηκε ποτέ αναίμακτη επανάσταση, ειρηνική εξέγερση ή «βελούδινη» ανταρσία.
Η πολιτική σκοπιμότητα και η ειδησεογραφική προχειρότητα σε μερικές περιπτώσεις δημιούργησαν την εσφαλμένη εντύπωση πως δήθεν μόνον το Ισλάμ ταυτίζεται με τον φονταμενταλισμό, ενώ η αδιάψευστη ιστορική πραγματικότητα είναι ότι κάθε θρησκεία διαβρώνεται από τον φονταμενταλιστικό ιό, ακόμη και τα ινδικά θρησκεύματα που δεν υστερούν σε βίαιες αναμετρήσεις δολοφονώντας μέλη της οικογενείας Γκάντι «δι' ασήμαντον αφορμήν».
Η σχέση της θρησκείας με τον φονταμενταλισμό είναι σαν τη σχέση της ενέργειας με την παρενέργεια ή του προϊόντος και του υποπροϊόντος. Οπως κάθε φάρμακο έχει ενδείξεις και αντενδείξεις, έτσι και η θρησκεία ως φαινόμενο της Ιστορίας, της κοινωνίας και του πολιτισμού αντανακλά το περιβάλλον της και αναπαράγει τον περίγυρό της άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο.
Ο φονταμενταλισμός είναι η θρησκευτική αναπαραγωγή της κοινωνίας προς το χειρότερο, κατιτί σαν καρκίνωμα της Ιστορίας και παράσιτο του πολιτισμού.
Η ίδια η θρησκεία μπορεί να παράγει το αντίδοτο κατά του φονταμενταλισμού, εάν και όταν η φωτισμένη θεολογία και η υπεύθυνη ιεραρχία ερμηνεύσουν τις επιταγές της παράδοσης κατά το πνεύμα που ζωοποιεί και όχι κατά το γράμμα που σκοτώνει, εφαρμόζοντας με τρόπο φιλάνθρωπο και όχι απάνθρωπο ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο για τη συνοχή της κοινωνίας σε έναν χώρο παγκοσμιοποιημένο πλανητικά και σε έναν ιστορικό χρόνο με προοπτική μελλοντολογική κι όχι παρελθοντολογική.

Εάν επιβίωση σημαίνει συμβίωση και εφόσον ο λόγος είναι διάλογος, ποτέ μονόλογος ούτε αντίλογος, τότε η θρησκεία έχει κοινωνικό συμφέρον και ιστορικό ενδιαφέρον να φανεί τίμια με τον εαυτό της ως δύναμη που ενώνει αντί να χωρίζει. Πρώτιστο μέλημα κάθε θρησκευτικής παρουσίας σήμερα είναι η παραγωγή θεολογικών αντιδότων κατά του φονταμενταλισμού για το καλό όλων μας. Αλλιώτικα θα αποβληθούν τα προϊόντα μαζί με τα υποπροϊόντα και μάλιστα εξαιτίας αυτών των τελευταίων…

21 February 2016

Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει;

του Θανάση Γιαλκέτση, Ελευθεροτυπία, 19/6/2011

Το βιβλίο του ιταλού φιλοσόφου και επιστημολόγου Τζούλιο Τζορέλο έχει τίτλο «Χωρίς Θεό» («Senza Dio», Longanesi, 2010).

Η ακόλουθη συνέντευξη του Τζορέλο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Il Mucchio.

-Στην πνευματική σας διαμόρφωση υπήρξε καθοριστική η ανάγνωση του δοκιμίου του Μπέρτραντ Ράσελ «Γιατί δεν είμαι χριστιανός». Τι σας εντυπωσίασε σε αυτό;

Πάνω απ' όλα με εντυπωσίασε η διανοητική διαύγεια και το θάρρος αυτού του γίγαντα του εικοστού αιώνα, ο οποίος υπήρξε τόσο σημαντικός όχι μόνον για τη φιλοσοφία της επιστήμης αλλά και για την ηθική και την πολιτική. Σε αυτό το κείμενο, ο Ράσελ εκφραζόταν ως εξής: «Οταν θα πεθάνω θα εκμηδενιστώ και τίποτα από μένα δεν θα επιζήσει. Δεν είμαι πλέον νέος και αγαπώ τη ζωή. Αρνούμαι όμως να ζω τρέμοντας από φόβο με τη σκέψη της εκμηδένισης. Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο αληθινή επειδή πρέπει να τελειώσει, ούτε η σκέψη και η αγάπη χάνουν την αξία τους επειδή δεν είναι αθάνατες». Οταν ήμουν ακόμα μαθητής του λυκείου, σκεφτόμουν πολύ πιο επίμονα από όσο σήμερα την ιδέα του τέλους όλων των πραγμάτων. Λόγια όπως αυτά του Ράσελ μου υποδείκνυαν έναν εγκόσμιο τρόπο για να προχωρήσω μπροστά. Ηταν δηλαδή ένα κίνητρο για να πω ναι στη ζωή -εννοώ αυτή την επίγεια ζωή- χωρίς κάποια ουράνια ανησυχία.

-Ενα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για την αντίκρουση του αθεϊσμού είναι το ακόλουθο: πώς γίνεται να αρνείστε την ύπαρξη του Θεού, αφού δεν το γνωρίζετε; Δεν νομίζετε ότι ο αθεϊσμός είναι μια μορφή αντεστραμμένου θεϊσμού, δηλαδή η επαναπρόταση με αρνητικούς όρους εκείνου που δεν μπορεί παρά να είναι μια πράξη πίστης;

Στο βιβλίο μου θεωρώ τον αθεϊσμό ως μια υπαρξιακή στάση, που σημαίνει ότι είναι και ένας τρόπος για να θέτει κανείς φιλοσοφικά και επιστημονικά ζητήματα. Διόλου τυχαία τον ορίζω μεθοδολογικό, δηλαδή μη δογματικό, αθεϊσμό. Επομένως δεν είναι διόλου μια μορφή πίστης ανάλογη με εκείνη αυτού που πιστεύει στον ένα ή στον άλλο Θεό.

-Σύμφωνα με τον άθεο όχι μόνον δεν υπάρχει Θεός αλλά ούτε και ψυχή, καθώς αυτή θεωρείται «λειτουργία» του σώματος και επομένως θνητή όπως και αυτό, αφού παύει να υπάρχει με το θάνατο του σώματος. Τι είναι κατά τη γνώμη σας η ψυχή ή ο ανθρώπινος νους; Ανάγονται στον εγκέφαλο;

Εδώ και αιώνες ή και χιλιετίες οι άνθρωποι ασχολούνται με το δυϊσμό νου και σώματος, ψυχής και σάρκας. Πριν ακόμα από τα αποτελέσματα της βιολογίας και της νευροφυσιολογίας, αυτός ο δυϊσμός καταρρίφθηκε από δυο μεγάλους πρωταγωνιστές της φιλοσοφίας: τον ορθολογιστή Μπαρούχ Σπινόζα και τον εμπειριστή Ντέιβιντ Χιουμ. Εκκινώντας από αρκετά διαφορετικές αφετηρίες οι δυο τους συγκλίνουν στη θέση ότι το εγώ μας, που θέλει να είναι αθάνατο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος ύπαρξης της φύσης.

-Σε τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει; Ο άθεος δεν είναι σε τελική ανάλυση ένας μηδενιστής, αφού δεν πιστεύει σε τίποτα; Το γεγονός ότι πιστεύει στην αυθυπόστατη αξία της ζωής τον γλυτώνει από κάθε μορφή μηδενισμού;

Προσοχή, να μη γενικεύουμε: υπάρχει ένας σωρός πεποιθήσεων τον οποίο εγώ χρησιμοποιώ στην καθημερινή ζωή και στην επιστημονική έρευνα, ξεκινώντας από την «ωραία θρησκεία της αριθμητικής», για να το πω με τα λόγια του Μολιέρου. Συνήθως πιστεύω ότι 2+2=4. Αλλά αυτές τις πεποιθήσεις, όποιος έχει μια προσεκτική μεθοδολογική στάση, αποφεύγει να τις κάνει φετίχ. Αν πέφτουν δυο σταγόνες βροχής πάνω στο τζάμι του παραθύρου, πολύ σύντομα δεν έχω τέσσερις σταγόνες αλλά πιθανότατα μόνο μία. Αυτό ήταν ένα ωραίο παράδειγμα του Καρλ Πόπερ, για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε σε ποιό βαθμό η λογική και τα μαθηματικά μπορούν να εφαρμόζονται στη ζωή.

-Αν υπάρχει μια «καλή χρήση» του αθεϊσμού, φαντάζομαι ότι θα υπάρχει και μια κακή χρήση. Ποια θα ήταν αυτή;

Γνωρίσαμε και αυτήν την ιδιαίτερη στρέβλωση που εκπροσωπούσε ο κρατικός αθεϊσμός στην πρώην Σοβιετική Ενωση και σε άλλες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Υπάρχει επίσης ένας αθεϊσμός ο οποίος τείνει από την αρχή να αρνιέται κάθε πολιτισμική συμβολή που προέρχεται από τις θρησκείες. Με δυο λόγια, αυτός ο αθεϊσμός θα ήθελε να μετατρέψει μια συναγωγή, ένα τζαμί ή μιαν εκκλησία σε κέντρο διασκέδασης ή σε κάτι παρόμοιο. Είναι προφανές ότι δεν συμφωνώ με αυτόν.

-Εσείς διεκδικείτε για μιαν ελεύθερη κοινωνία την αξία της ανεκτικότητας μάλλον παρά του σεβασμού. Δεν μπορούμε να σεβόμαστε ανορθολογικές και επιζήμιες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ποιές «συνταγές» υποδεικνύετε για την αντιμετώπιση του θρησκευτικού φονταμενταλισμού;

Η απάντηση είναι πιο απλή απ' όσο μπορεί να σκεφτεί κανείς από πρώτη άποψη. Για να το πω με τα λόγια του Τόμας Τζέφερσον: δεν με ενδιαφέρει αν ο γείτονάς μου πιστεύει σε ένα μόνο Θεό, σε είκοσι Θεούς ή σε κανένα. Το σημαντικό είναι να μη με χτυπάει ή να μη με κλέβει. Κάθε φορά που στο όνομα του Θεού παραβιάζονται τα δικαιώματα των συμπολιτών μας, χρειάζεται η παρέμβαση του νόμου. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι εγκρίνουμε έναν πόλεμο για την εξαγωγή της δημοκρατίας στις χώρες από τις οποίες προέρχονται οι βιαιότητες των φανατικών. Επιπλέον, αν μια ανοιχτή και δημοκρατική κοινωνία αρχίσει να κλείνεται στον εαυτό της για αυτοάμυνα, οι φονταμενταλιστές έχουν ήδη νικήσει. (...).

20 February 2016

Παρρησία

Από την Αρχαία Ελλάδα στον Χριστιανισμό...
του Αριστοτέλη Κωλώτη Κερασοβίτη, ΚΗΠΟΣ FB, 20/2/2016 
Ορμώμενος από την Παρρησία, με την οποία οι επικούρειοι αντιμετωπίζουν τις προσωπικές τους σχέσεις, θέλησα να κάνω μία εργασία αναζητώντας την ρίζα αλλά και την διαδρομή της στο πέρασμα των αιώνων. Η έρευνα μου έφερε στο φως στοιχεία τα οποία και σας τα παραθέτω.
Κατ' αρχήν, χρειάζεται απαραίτητα να ξεκαθαρίσουμε το πρωταρχικό νόημα της λέξης, όταν αναφερόμαστε σε κάτι συγκεκριμένο, όταν αναζητούμε, ή όταν εκφέρουμε γνώμες. Ιστορικά τον όρο «παρρησί» τον συναντάμε για πρώτη φορά μέσα στην διασωθείσα Ελληνική Γραμματεία στον Ευριπίδη (5ος αιώνας π.α.χ.χ., «Ιππόλυτος» 422, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΑΡΡΗΣΙΑι ΘΑΛΛΟΝΤΕΣ»).

Η «Παρρησία» λοιπόν σημαίνει το να εκφράζεται κάποιος με θάρρος και ειλικρίνεια, με ευθύτητα και τόλμη, δίχως φόβο και αναστολές. Ωστόσο, δεν πρέπει να την συγχέουμε με την τραχύτητα ή την αγένεια.
Ένα από τα βασικά στοιχεία της «παρρησίας» είναι η προϋπόθεση να κατέχει κάποιος ήδη την αναγκαία ηθική ποιότητα, ώστε να μπορεί να πει άφοβα την (υποκειμενική) αλήθεια, την οποία αποφεύγει να επωμισθεί ο φαύλος ο δειλός ή ο ψεύτης.
Στην περίοδο της κλασικής Ελλάδας, εάν εξαιρέσουμε τον Πλάτωνα που την έβλεπε ως εφαλτήριο της φλυαρίας των δημοκρατικών, η «Παρρησία» θεωρείτο βασική αρετή, και προϋπόθεση μέσω της οποίας διαμορφωνόταν η ελευθεροπρέπεια του ανθρώπου που τον ξεχώριζε από την δουλικότητα. Αυτή εκδηλωνόταν τόσο στον πολιτικό λόγο (όπου ο πολίτης καλούνταν να υπερασπιστεί τις θέσεις του) στον πολιτιστικό (θέατρο, ποίηση κτλ) αλλά και στον θρησκευτικό.
Παράγωγά της είναι το ουσιαστικό «παρρησιαστής» (που με εξαίρεση τα «Ηθικά Νικομάχεια», δεν απαντάται στα σωζόμενα κείμενα της κλασικής αρχαιότητος, αλλά επικρατεί αργότερα, κατά την ρωμαϊκή εποχή, στον Πλούταρχο και τον Λουκιανό), δηλαδή εκείνος που μιλά ελευθέρως, το ρήμα «παρρησιάζομαι» και το επίθετο «παρρησιαστικός» (Αριστοτέλης, «Ρητορική», 2.5.11), δηλαδή ο διατειθέμενος να ομιλήσει ελευθέρως.
Αρκετοί κλασικιστές όπως ο Βρετανός Ρίτσαρντ Λίβινγκστον (1880-1960) και ο Ελβετός Αντρέ Μπονάρ (1888-1959) συμφωνούν ότι τα κυριότερα γνωρίσματα του αρχαιοελληνικού πνεύματος είναι τα ακόλουθα πέντε:
1. το Μέτρον και η Φρόνηση
2. η Ευθύτης και Παρρησία
3. η Φιλοκαλία, δηλαδή η αγάπη για το κάλος4. ο Ανθρωπισμός
5. η αγάπη για Ελευθερία
Σε αντίθεση με όλα τα παραπάνω όμως, η «Παρρησία», σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, για τους χριστιανούς πηγάζει από τη σχέση τους με τον Θεό η οποία βασίζεται στην πίστη στον Ιησού Χριστό, προσθέτοντας ότι διαμέσου του Ιησού Χριστού «έχουμε αυτή την παρρησία καθώς και πρόσβαση με πεποίθηση μέσω της πίστης μας σε αυτόν». (Επιστολή προς Εφεσίους 3:8-12) Αντί να αποτελεί έμφυτο προνόμιο δηλαδή η "παρρησία" πηγάζει από τη σχέση μας με τον Θεό, η οποία βασίζεται στην πίστη στον Ιησού Χριστό. Επίσης ο Παύλος συνέδεσε την ελπίδα με «μεγάλη παρρησία». (Επιστολές 2 προς Κορινθίους 3:12 και Φιλιππησίους 1:20.)
Το παρ’ αξία δώρο της παρρησίας συνεχίζει να μας λέει ο Παύλος είναι αληθινά πολύτιμο. Με αυτό μπορούμε να δοξάζουμε τον Θεό στο έργο κηρύγματος και διδασκαλίας που κάνουμε καθώς και να τον πλησιάζουμε ακόμη πιο πολύ μέσω προσευχής. Ας “μην αποβάλουμε την παρρησία μας, για την οποία θα δοθεί μεγάλη ανταμοιβή”—η ανταμοιβή της αιώνιας ζωής. (Επιστολή προς Εβραίους 10:35).
Και ενώ ο Παύλος μας λέει όλα αυτά, ο «Γέρων Παΐσιος» ενημερώνει τους ομοθρήσκους του ότι «η παρρησία είναι αναίδεια και διώχνει μακριά τον φόβο του Θεού σαν τον καπνό που βάζουμε στις μέλισσες, για να απομακρυνθούν από την κυψέλη». ("Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου Λόγοι Α΄, Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο 4ο".)
Και συνεχίζει ο «Γέρων Παΐσιος» στην ίδια παραπομπή: 
«Να νιώθεις τον εαυτό σου κάτω από όλους. Χρειάζεται ταπείνωση πολλή. Σαν μικρότερη που είσαι, να έχης σε όλες τις αδελφές σεβασμό και ευλάβεια. Να λες τον λογισμό σου ταπεινά και όχι να δείχνης ότι τα ξέρεις όλα. Τότε θα σε χαριτώνη ο Θεός και θα κάνης προκοπή. Η παρρησία στον υποτακτικό είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του, γιατί διώχνει την ευλάβεια. Συνήθως στην παρρησία επακολουθεί η ανταρσία και έπεται η αναισθησία και η αδιαφορία για τις μικρές αμαρτίες στην αρχή, τις οποίες σιγά-σιγά συνηθίζει κανείς και τις βλέπει μετά φυσιολογικές· αλλά ανάπαυση στο βάθος της ψυχής δεν υπάρχει παρά μόνον άγχος. Ούτε και μπορεί να καταλάβη ο άνθρωπος τι έχει, γιατί η καρδιά εξωτερικά είναι γλιτσιασμένη και δεν αισθάνεται τις στραβοξυλιές που κάνει».
Ο επικούρειος Φιλόδημος από τα Γάδαρα της Παλαιστίνης (110 - 35) στο έργο του «Περί Παρρησίας» αξιολογεί την Παρρησία όχι αυτοτελώς αλλά σύμφωνα με την ποιότητα του υποκειμένου της: «Άλλος εκδηλώνει παρρησία λόγω ευγενικού χαρακτήρος και άλλος λόγω μοχθηρού χαρακτήρος. Ευγενικός είναι όποιος πάντοτε έχει καλή πρόθεση, φιλοσοφεί συνετά και διαρκώς, είναι μεγαλόψυχος, αδιάφορος για τη δόξα, καθόλου πολιτικάντης, απαλλαγμένος από φθόνο, αναφέρεται μόνο στο θέμα συζήτησης και δεν ξεφεύγει από αυτό για να προσβάλει ή να διαπομπεύσει ή να περιφρονήσει ή να βλάψει, ούτε χρησιμοποιεί ασελγείς εκφράσεις ή κολακείες. Ούτε είναι ασυγκράτητος στην γλώσσα, ούτε μεμψίμοιρος, διότι δεν είναι ανόητος ώστε να θυμώσει ακόμη και αν κάποιος τον βλάψει λίγο, ούτε είναι ευερέθιστος, ούτε τραχύς, ούτε πικρόχολος. Αντιθέτως, είναι λόγω μοχθηρίας που εκδηλώνει παρρησία αυτός που έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά».
Είναι εμφανής η σύγχυση στον χριστιανικό ορισμό της λέξης «Παρρησία» σε σχέση με τον αρχαιοελληνικό, όπου η ύπαρξη του Δημοκρατίας γέννησε πολύ σύντομα ένα θαυμαστό χαρακτηριστικό του Έλληνος Ανθρώπου που λέγεται Παρρησία και η οποία εξηφανίσθη μετά την πλήρη καταστροφή των Ελληνικών πολιτικών θεσμών (λ.χ. διάλυση επί Ιουστινιανού των τελευταίων Βουλευτηρίων των ελληνικών πόλεων) και έκτοτε σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις, και αυτές στους σύγχρονους καιρούς μόνο, επέστρεψε αυτή ξανά στο αυθεντικό της νόημα και μέγεθος...