13 November 2014

Δεκαεννιά και κάτι ψιλά

του Πάσχου Μανδραβέλη, Καθμερινή, 13/11/2014

«​Τελεσίγραφο με 19 δράσεις που πρέπει να ολοκληρώσει η ελληνική πλευρά έστειλε η τρόικα στον Ελληνα υπουργό Οικονομικών, Γκίκα Χαρδούβελη, έτσι ώστε να κλείσει η αξιολόγηση μέχρι το τελευταίο Eurogroup της χρονιάς στις 8 Δεκεμβρίου» έγραφε προχθές η «Καθημερινή» (11.11.2014) κι ευτυχώς οι τροϊκανοί δεν τα ξέρουν όλα. Διότι, αν έπαιρναν το κατάλογο των φορέων προς κατάργηση κι έψαχναν να βρουν πόσοι τελικά έχουν κλείσει θα ανακάλυπταν ότι είναι περισσότερες από 19 οι δράσεις που υπολείπονται για να βγει η οικονομία στο ξέφωτο.


Τον Απρίλιο του 2010, πριν δηλαδή υπογραφεί το μνημόνιο, η τότε κυβέρνηση του κ. Γιώργου Παπανδρέου ανακοίνωσε την κατάργηση 250 οργανισμών, μαζί με εκτεταμένες μετοχοποιήσεις και αποκρατικοποιήσεις. Οπως διαβάζαμε τότε «σε ό,τι αφορά το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης... θα συγχωνευτούν όλα τα Κέντρα Ελέγχου και Πιστοποίησης Πολλαπλασιαστικού Υλικού και Ελέγχου Λιπασμάτων...» («Εθνος 27.4.2010) Σήμερα -4,5 χρόνια μετά- αν επισκεφθεί κάποιος τη Διαύγεια θα βρει 54 από δαύτα. Ούτε έκλεισαν, ούτε συγχωνεύτηκαν· ζουν κι εκδίδουν αποφάσεις για αποζημιώσεις εκτός έδρας των υπαλλήλων τους.



Κι άντε! Ας πούμε ότι τα λιπάσματα είναι πολύ μεγάλο πράγμα και η εθνική οικονομία εκτός από τα 54 (!) ΚΕΠΠΥΕΛ (Κέντρα Ελέγχου και Πιστοποίησης Πολλαπλασιαστικού Υλικού και Ελέγχου Λιπασμάτων) χρειάζεται και 7... ΠΕΓΕΑΛ («Περιφερειακό Εργαστήριο Γεωργικών Εφαρμογών και Αναλύσεως Λιπασμάτων»). Ας θεωρήσουμε επίσης ότι (ως καθ’ έξιν χουβαρντάδες) χρειαζόμαστε και τρία «Κέντρα Ελέγχου Κυκλοφορίας Ζωοτροφών». Μπορεί κάποιος να μας εξηγήσει γιατί το ένα Κέντρο Ελέγχου Λιπασμάτων βρίσκεται στην Αθήνα (τι ελέγχει; τα λιπάσματα για τις γλάστρες;) και το ένα «Κέντρο Ελέγχου Ζωοτροφών» εδρεύει στην Λυκόβρυση, δηλαδή δίπλα στην Κηφισιά; Τι κάνει ένα «Κέντρο Γενετικής Βελτίωσης Ζώων» στην Αθήνα, από τα πέντε που έχουμε; (Αθήνας, Ιωαννίνων, Δράμας, Καρδίτσας, Νέας Μεσημβρίας).



Δεν ξέρουμε αν καταργήθηκε το «Σηροτροφικό Εργαστήριο Αθηνών» (τελευταία απόφαση εκδόθηκε 3. 8. 2011) αλλά το «Ινστιτούτο Ελέγχου Ποικιλιών Καλλιεργούμενων Φυτών» ζει και δημοσιεύει αποφάσεις. Αναφέρουμε το εν λόγω Ινστιτούτο επειδή είναι ξεχωριστή μονάδα του υπουργείου όταν υπάρχει: α) το «Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών» στην Αθήνα β) το «Εθνικό Ιδρυμα Αγροτικής Ερευνας» (ΕΘΙΑΓΕ) που έχει 34 Ινστιτούτα και 18 Σταθμούς Ερευνας. Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε ως ξεχωριστές μονάδες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης το «Ινστιτούτο Λοιμωδών και Παρασιτικών Νοσημάτων» και δύο «Ινστιτούτα Υγιεινής Τροφίμων» σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.



Τι κάνουν τρεις Σχολές Επαγγελμάτων Κρέατος, που πληρώνουν οι φορολογούμενοι; Από τη Διαύγεια δεν προκύπτουν πολλά. Στις δέκα τελευταίες αναρτημένες αποφάσεις της Σχολής Επαγγελμάτων Κρέατος Αθήνας (δηλ. μέχρι 7.11.2014) βλέπουμε μία «ανάθεση εργασιών συντήρησης και επισκευής φωτοτυπικού μηχανήματος», μία «ανάθεση προμήθειας υλικών καθαριότητας και οκτώ «μετακινήσεις εκτός έδρας».



Ολα τα παραπάνω είναι απλώς ενδεικτικά του χάους των φορέων της δημόσιας διοίκησης σε ένα μόνο υπουργείο από τα πενήντα που έχουμε. Αυτό το υπουργείο μάλιστα είναι και κτηματίας: έχει οκτώ αγρούς στην επικράτεια. Η ιδιωτικοποίηση αυτών, φυσικά, θα ήταν «ξεπούλημα»...

12 November 2014

Η Μεταπολίτευση της Εκκλησίας αργεί,

Η εκκοσμίκευση του κράτους εκκρεμεί! 


του Αλέξανδρος Σακελλαρίου, Protagon.gr, 26/7/2014-

Ένα από τα κυριότερα θέματα, τα οποία κυριάρχησαν και ακόμα κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα, είναι εκείνο των σχέσεων κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας και η συζήτηση περί χωρισμού τους μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος και της κατάργησης νόμων που δεν συνάδουν με μια σύγχρονη κοινωνία και ένα κοσμικό κράτος. Το πρώτο ζητούμενο, όταν συζητάμε το θέμα Εκκλησία και Μεταπολίτευση είναι εάν η Εκκλησία διήλθε από το στάδιο εκδημοκρατισμού και ανανέωσης που άλλοι θεσμοί, αργά ή γρήγορα, λιγότερο ή περισσότερο, πέρασαν ως συνέπεια της πτώσης της δικτατορίας.
Παρά τα όσα κατά καιρούς διάφοροι εκκλησιαστικοί φορείς έχουν ισχυριστεί, είναι ιδιαίτερα δύσκολο ο οποιοσδήποτε καλοπροαίρετος μελετητής να δεχτεί ότι η Εκκλησία απαλλάχθηκε κατά τη Μεταπολίτευση από το δικτατορικό της παρελθόν και άφησε πίσω της την αγαστή συνεργασία με το καθεστώς των Συνταγματαρχών. Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ διορίστηκε στη θέση του από τον δικτάτορα Ιωαννίδη, αλλά με την πτώση της δικτατορίας παρέμεινε ακλόνητος στη θέση του και έγινε ο μακροβιότερος Αρχιεπίσκοπος στην ιστορία της Εκκλησίας.



Εκτός αυτού λίγο πριν την πτώση της δικτατορίας εξελέγησαν αρκετοί νέοι Μητροπολίτες, μεταξύ αυτών και ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ως Μητροπολίτης Δημητριάδος, ο οποίος είχε διατελέσει και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Και ενώ αμέσως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας άρχισε η λεγόμενη ‘αποϊερωνυμοποίηση’ της Εκκλησίας, δηλαδή η απομάκρυνση των Ιερωνυμικών Μητροπολιτών για λόγους ‘κανονικότητας’, όσοι διορίστηκαν επί Ιωαννίδη παρέμειναν ακλόνητοι στις θέσεις τους.
Υπό αυτά τα δεδομένα η Εκκλησία ουδέποτε πέρασε από το στάδιο της Μεταπολίτευσης και μάλιστα δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να δικαιολογηθεί γι’ αυτό ως κρατικός θεσμός.
Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο κρίσιμο σημείο της Μεταπολίτευσης. Εάν η Εκκλησία δεν ενδιαφέρθηκε για τη Μεταπολίτευση, το κράτος τι έπραξε προς αυτή την κατεύθυνση; Ας αποδεχτούμε ότι το Σύνταγμα του 1975 χαλάρωσε τους δεσμούς κράτους και Εκκλησίας συγκριτικά με εκείνο του 1952. Στην ουσία, όμως, τίποτα δεν άλλαξε. Στο νέο Σύνταγμα η επικρατούσα θρησκεία παρέμεινε, η επίκληση στην Αγία Τριάδα επίσης. Επιπλέον,προτάσσεται η καλλιέργεια της εθνικής και της θρησκευτικής (ποιου δόγματος άραγε;) συνείδησης, οι θρησκευτικοί όρκοι κυριαρχούν και πολλά άλλα. Ακόμα και το ΠΑ.ΣΟ.Κ., πάντως, το οποίο στη διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη (σημείο 8) ανέφερε ότι «διαχωρίζεται οριστικά η Εκκλησία από το κράτος και κοινωνικοποιείται η μοναστηριακή περιουσία», συνεργάστηκε (βλέπε υποτάχθηκε), πλην εξαιρέσεων, αρμονικά με την Εκκλησία και ουδέποτε πραγματοποίησε τη διακήρυξή του.
Σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, εφόσον εκλάβουμε την εν λόγω περίοδο όχι μόνο ως μια στιγμιαία μεταβολή, η Εκκλησία συγκρούσθηκε αρκετά συχνά με το κράτος και κατά κανόνα επικρατούσε στις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις με την υπόθεση των ταυτοτήτων να αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα, αλλά και σε αυτή την περίπτωση υπήρξε εξωτερική πίεση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο πολιτικός γάμος το 1982 και η μοναστηριακή περιουσία το 1987 αποτελούν δύο ενδεικτικά παραδείγματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Εκκλησία στη διάρκεια της αντιπαράθεσης για τον λεγόμενο νόμο Τρίτση (1987), πνευματικός θεσμός κατά τα άλλα, έφτασε στο σημείο να μποϊκοτάρει την εθνική και θρησκευτική γιορτή της 25ης Μαρτίου με την παρουσία ενός μόνο ιερέα στην επίσημη δοξολογία στη Μητρόπολη ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος και τα μέλη της ιεραρχίας λειτούργησαν στον Αγ.Παντελεήμονα Αχαρνών, εκβιάζοντας με αυτόν τον τρόπο την κυβέρνηση.
Στην περίοδο της Μεταπολίτευσης η Εκκλησία συνέχισε να πολιτεύεται και συνεχίζει να το πράττει μέχρι σήμερα, με κυρίαρχη περίοδο εκείνη του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου (1998-2008), άλλοτε διοργανώνοντας συλλαλητήρια για την περιουσία της (1987), για τις ταυτότητες (2000) και άλλοτε για το Μακεδονικό (1992) εμπλεκόμενη με αυτόν τον τρόπο και στην εξωτερική πολιτική. Η Εκκλησία είναι σαφέστατα ένας πολιτικός θεσμός και ειδικότερα κρατικός, και η συνέχιση της θεσμικής/ νομικής συμπόρευσής της με το κράτος προκαλεί σοβαρά προσκόμματα στην εκκοσμίκευση του κράτους και της κοινωνίας, η οποία θα έπρεπε να είναι ένα από τα κύρια διακυβεύματα της Μεταπολίτευσης. Ζητήματα, όπως η θρησκευτική ελευθερία ή η ελευθερία της έκφρασης και ειδικότερα η κατασκευή Ισλαμικού τεμένους, η ελευθερία της τέχνης, το ζήτημα της ‘βλασφημίας’, η εφαρμογή της ευθανασίας και της αποτέφρωσης, η κατάργηση της σχολικής προσευχής και η κατάργηση ή ουσιαστική αλλαγή του μαθήματος των θρησκευτικών αποτελούν ορισμένα μόνο κρίσιμα σημεία. Η Εκκλησία θεωρεί ότι πρέπει να έχει λόγο για όλα τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα και τα τοποθετεί στο προσκήνιο της πολιτικής της θέτοντας συχνά σε δεύτερο επίπεδο τα πνευματικά ζητήματα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος, λοιπόν, και η κατάργηση ορισμένων νόμων αποτελούν θεμελιώδη κίνηση για τη δημιουργία ενός κοσμικού κράτους. Το βήμα αυτό της Μεταπολίτευσης έχει μείνει μετέωρο.
Εκείνο, όμως, το οποίο χρήζει προσοχής είναι ότι εκτός του νομικού πεδίου, όπως αυτό εκδηλώνεται στις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας, υπάρχει και μια ιδιαίτερα βαθιά σχέση πολιτικής και θρησκείας στην Ελλάδα, η οποία δεν αντιμετωπίζεται μόνο με συνταγματικές αναθεωρήσεις. Μια χαρακτηριστική εικόνασε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης είναι εκείνη υποψήφιων βουλευτών και δημάρχων που επισκέπτονται παρουσία τηλεοπτικών σταθμών και δημοσιογράφων Αρχιεπισκόπους και Μητροπολίτες για να δηλώσουν υποταγή στα κελεύσματα της εκκλησιαστικής εξουσίας, η οποία είναι ισχυρότατη. Εξάλλου ας μην λησμονούμε ότι οι Μητροπολίτες είναι ισόβιοι, ενώ οι βουλευτές και οι δήμαρχοι, όχι. Προφανώς και δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για εκδήλωση θρησκευτικών πεποιθήσεων, διότι ένας πραγματικά πιστός δεν έχει ανάγκη τη δημοσιότητα, εάν θέλει να πάρει την ευχή ενός ιερέα.
Για τις υπόγειες ή λιγότερο υπόγειες συναλλαγές μεταξύ πολιτικών και ιερέων, όπως η πρόσφατη απόφαση (Ιούνιος 2014), με χαρακτηρισμό ‘εξαιρετικά επείγουσα’, διορισμού 123 ιερέων, εν μέσω περικοπών στο δημόσιο, μπορούν να ειπωθούν πολλά, αλλά δεν είναι της παρούσης. Αυτού του τύπου οι σχέσεις είναι εκείνες, οι οποίες πρέπει να διαρραγούν για να μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι έστω και αργά συνέβη κάποιας μορφής Μεταπολίτευση, δηλαδή εκκοσμίκευση στην ελληνική κοινωνία. Ο νομικός διαχωρισμός είναι απαραίτητος, αλλά δεν είναι το μόνο προαπαιτούμενο. Απαιτείται η καλλιέργεια της αντίληψης ότι η πολιτική δεν μπορεί να ελέγχεται από τη θρησκεία ούτε και να επηρεάζεται από αυτήν και ότι ο κάθε άνθρωπος οφείλει να είναι πρώτα πολίτης και ακολούθως πιστός, όποιας θρησκείας επιθυμεί ή και καμίας.



10 November 2014

Με αφορμή τον εμπρησμό της Athens Voice

του Δημήτρη ΓουσέτηAthens Voice, 10/11/2014

Όταν πρωτοξέσπασε η κρίση στη χώρα μας, τον Μάρτιο του 2010, με την άρνηση των αγορών να συνεχίσουν να δανείζουν ένα τρύπιο λαγήνι και με την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, σκέφτηκα ότι τουλάχιστον αυτό θα συνετίσει τους πολίτες και τελικά θα μας βγει σε καλό. Θα καταλάβουν, νόμιζα, ότι δεν μπορούν να απαιτούν τα πάντα από ένα κράτος, το οποίο την ίδια στιγμή κατακλέβουν. Ότι δεν μπορούν να καταναλώνουν περισσότερα από όσα παράγουν. Ότι δεν μπορεί το ιδανικό τους να είναι ένας διορισμός στο δημόσιο. Σκέφτηκα και ότι η κυβέρνηση που προσέφυγε στους εταίρους μας δεν ήταν δυνατόν να άφηνε την Αθήνα στο έλεος των αφηνιασμένων καταστροφέων, όπως έκανε τον Δεκέμβριο του 2008 ο κ. Παυλόπουλος.


Επρόκειτο περί ενός «όρθολογισμού», που βρισκόταν μακριά από την πείρα των κοινωνικών φαινομένων. Η διάψευση αυτού του «ορθολογισμού» από την πραγματικότητα ήταν οδυνηρή. Θα έπρεπε να γνωρίζω ότι σε περιόδους οικονομικής κρίσης το μόνο που συμβαίνει είναι ότι οι πολίτες στρέφονται προς τα δυο άκρα του πολιτικού φάσματος. Ότι με καθυστέρηση 90 περίπου ετών ζούσαμε την κατάσταση που έζησε η Ευρώπη στο μεσοπόλεμο.
Με μια ουσιαστική διαφορά: η Ελλάδα δεν είναι Ευρώπη. Τα δυο άκρα στην Ευρώπη ήσαν πράγματι αντίθετα. Από τη μια ήσαν τα κόμματα που εξέφραζαν ένα κράμα εθνικισμού και συντεχνιασμού και από την άλλη ήσαν τα κόμματα που εξέφραζαν τη σταλινική δικτατορία. Οι καπιταλιστές και η αστική τάξη προτίμησαν τα πρώτα και έτσι διαμορφώθηκαν τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά τους. Στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ καπιταλιστές, ούτε αστική τάξη, τουλάχιστον με την έννοια που της έδινε ο Μαρξ: ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Για το λόγο αυτόν, τα δυο άκρα δεν διαφέρουν σε ουσιαστικά χαρακτηριστικά, αλλά μόνο σε επιφαινόμενα: το ένα βγάζει σβάστικες και το άλλο σφυροδρέπανα. Και τα δυο όμως ενώνονται στη ρίζα των ελληνικών ιδεολογικών παραδόσεων: την περιφρόνηση στα ανθρώπινα δικαιώματα, την ατομική και κοινωνική ανασφάλεια, το μίσος προς τη Δύση. Το τελευταίο χρησιμοποιείται από όλα τα κόμματα για τη διεκδίκηση της ψήφου. Τα δυο μεγάλα, μάλιστα, έχουν αιχμή του ανταγωνισμού τους το ποιος θα μας βγάλει πρώτος από το επάρατο «μνημόνιο» των ξένων. Τα δε mainstream ΜΜΕ ακολουθούν στην πλειοψηφία τους αυτόν τον τεχνητό κομματικό ανταγωνισμό, αφού για τα περισσότερα η οικονομική επιβίωση δεν εξαρτάται από την κυκλοφορία τους (όπως συμβαίνει σε κάθε ευνομούμενη χώρα) αλλά από την εύνοια των κυβερνήσεων.
Υπάρχουν και κάποια έντυπα που επιμένουν στην αξιοπρέπεια. Επιμένουν να μην ψεύδονται και να μην παραπλανούν τους πολίτες. Δηλαδή, πάνε κόντρα στις παραδοσιακές ιδεοληψίες. Είναι λίγα και ένα από αυτά είναι η Athens Voice. Και επειδή εκθέτουν με νηφαλιότητα την πραγματικότητα, γίνονται στόχος των ακραίων.
Ο πρόεδρος του Ποταμιού κ. Σταύρος Θεοδωράκης δήλωσε ότι η εμπρηστική επίθεση στα γραφεία της Αthens Voice «είναι έργο φασιστών». Δεν γνωρίζω τι σημαίνει η λέξη «φασίστας», διότι η φθορά που έχει υποστεί από την καθημερινή κατάχρησή της στη χώρα μας της έχει στερήσει το νόημα. Γνωρίζω όμως ότι η Athens Voice θα μπορούσε να είναι στόχος τόσο των ακροαριστερών, όσο και των ακροδεξιών. Οι εμπρηστές της «αντικαπιταλιστικής δράσης» εντόπισαν το όργανο του καπιταλισμού στην Athens Voice και το κατακεραύνωσαν κάνοντας χρήση όλης ίσως της γραμματείας της ξύλινης γλώσσας σε μια ανακοίνωση νηπιακού επιπέδου. Έκαψαν το περιοδικό επειδή «συμμετέχει στην καθεστωτική προπαγάνδα για τη κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, για την επιβολή νυχτερινής εργασίας στα εμπορικά καταστήματα (Λευκές Νύχτες), γενικότερα για την αγιοποίηση της ελεύθερης αγοράς που εξοντώνει τους εκμεταλλευόμενους».
Αλλά και η Χρυσή Αυγή θα μπορούσε να παραθέσει τις δικές της εξ ίσου νηπιακές αιτίες για να καεί το περιοδικό που καταδίκασε τις κτηνωδίες της εναντίον των μεταναστών, που καταδίκασε το ρατσισμό της με τα «συσσίτια μόνο για Έλληνες», που καταδίκασε την επίθεση στο δήμαρχο Καμίνη κλπ. Ήταν το μόνο κόμμα της Βουλής που «ξέχασε» να καταδικάσει τη βία του εμπρησμού.
Δεν συμφωνώ με τον κ. Σταύρο Θεοδωράκη που δήλωσε ότι «αν ήταν σε αυτό το δρόμο - σε έναν αφύλακτο δρόμο - μια άλλη εφημερίδα πιθανόν να καίγανε την άλλη εφημερίδα. Δεν θεωρώ δηλαδή ότι κάνουν διακρίσεις αυτοί οι άνθρωποι. Δεν ήταν στόχος η Athens Voice. Στόχος ήταν μια εφημερίδα και έτσι πρέπει να το βλέπουμε».
Δεν πιστεύω ότι «έτσι πρέπει να το βλέπουμε». Οι «αντικαπιταλιστές» δεν θα καίγανε οποιαδήποτε εφημερίδα. Σχεδόν καμία άλλη εφημερίδα ή περιοδικό δεν «συμμετέχει στην καθεστωτική προπαγάνδα για τη κατάργηση της κυριακάτικης αργίας». Ούτε αυτές που πρόσκεινται στην κυβέρνηση, ούτε αυτές που πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι μεν ακολουθούν την κυβερνητική γραμμή που διεκδικεί τις ψήφους που διαχειρίζεται ο κλήρος και οι δε ακολουθούν τον ΣΥΡΙΖΑ που διεκδικεί τις ψήφους των προνομιούχων συντεχνιών. Στην πραγματικότητα, κανείς τους δεν ενδιαφέρεται για την ανακούφιση των ανέργων και για την ανάπτυξη της χώρας.
Η Athens Voice, που κινείται στη λογική της υπεράσπισης των εργαζομένων, των ανέργων και της ανάπτυξης της χώρας, είναι πολύ λογικό να εμπνέει «εθνικό μίσος» στην ακροδεξιά και «ταξικό μίσος» στην ακροαριστερά. Ο Φώτης Γεωργελές τα γνωρίζει αυτά καλύτερα από μένα και πιστεύω ότι θα ήταν προετοιμασμένος για το βίαιο ξέσπασμα κάποιου από τα δυο μίση. Εύχομαι σ’ αυτόν και στην Athens Voice κουράγιο και συνέχιση της προσπάθειάς της. Τη χρειαζόμαστε.

06 November 2014

Αρνητής του Δαρβίνου μηνύει το πανεπιστήμιο που τον απέλυσε

«Οι δεινόσαυροι χάθηκαν στον Κατακλυσμό»

Newsroom ΔΟΛ, 6/11/2014

Ο Μαρκ Άρμιταζ είναι ένας Αμερικανός κυνηγός απολιθωμάτων που ισχυρίζεται ότι οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν στη βιβλική πλημμύρα πριν από περίπου 4.000 χρόνια. Επιμένει ότι οι ανορθόδοξες απόψεις του είναι συμβατές με το ακαδημαϊκό σύστημα, και μάλιστα κινείται δικαστικά εναντίον του πανεπιστημίου που τον απέλυσε.

Μέχρι τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Άρμιταζ ήταν ερευνητής στο τμήμα μικροσκοπίας του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Νόρθριτζ. Η κρίσιμη καμπή στην καριέρα του ήρθε εκείνο τον μήνα, όταν δημοσίευσε στην επιθεώρηση Acta Histochemica μια μελέτη σε απολιθώματα του δεινόσαυρου τρικεράτωπα. Ανέφερε τότε ότι είχε εντοπίσει στα οστά υπολείμματα μαλακών ιστών.

Αυτό όμως που δεν παρέθετε στη μελέτη του ήταν οι απόψεις του για τη σημασία της ανακάλυψης: η παρουσία μαλακών οστών δείχνει ότι οι δεινόσαυροι δεν μπορεί να εξαφανίστηκαν πριν από 65 εκατ. χρόνια, όπως θέλει η κρατούσα επιστημονική άποψη, αλλά πολύ πιο αργά, περίπου στη μινωική εποχή. Ο ίδιος μάλιστα παραδέχεται ότι έλεγε σε φοιτητές ότι τα απολιθώματα πρέπει να ήταν μόλις 4.000 ετών.

Μόλις δύο εβδομάδες μετά τη δημοσίευση, το πανεπιστήμιο τον απέλυσε. Ο Άρμιταζ και οι δικηγόροι του κατέθεσαν αγωγή υποστηρίζοντας ότι η απόλυση ήταν καταχρηστική και έχει σχέση με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του: προφανώς είχε πέσει θύμα συναδέλφων του, που δεν ανέχονταν να συνεργάζονται με έναν αρνητή του Δαρβίνου, ο οποίος μάλιστα κατάφερε να δημοσιεύσει τα ευρήματά του στον επιστημονικό Τύπο.

Στην αγωγή που κατέθεσε ο Άρμιταζ υποστηρίζει ότι ουδέποτε απέκρυψε ότι είναι οπαδός του λεγόμενου Δημιουργισμού, μιας ψευδοεπιστημονικής θεωρίας που αρνείται την Εξέλιξη και θέλει τη ζωή να είναι δημιούργημα του Θεού.

Αναφέρει μάλιστα πως, όταν έδωσε συνέντευξη για τη θέση εργασίας στο πανεπιστήμιο το 2009. δεν απέκρυψε τις περίεργες σπουδές του, με πτυχία από το χριστιανικό-φονταμενταλιστικό Liberty University στη Βιρτζίνια και από το Ινστιτούτο Έρευνας της Δημιουργίας.

Δεν έκρυψε, επίσης, ότι είχε δημοσιεύσει βιβλίο με τίτλο Η Ιησούς είναι σαν το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης.

Οι απόψεις του Άρμιταζ σίγουρα δεν ταιριάζουν στο περιβάλλον ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος. Το Πανεπιστήμιο, πάντως, αρνήθηκε να εξηγήσει στο δικτυακό τόπο του Nature τους λόγους της απόλυσης. 

Σύμφωνα όμως με το περιοδικό, ειδικοί στην εργατική νομοθεσία των ΗΠΑ θεωρούν απίθανο να δικαιωθεί ο ανορθόδοξος ερευνητής.

Στα δικαστήρια, εξάλλου, νικήθηκαν τρεις άλλοι αμερικανοί εργαζόμενοι που ισχυρίστηκαν τα τελευταία χρόνια ότι απολύθηκαν επειδή ήταν δημιουργιστές. Επρόκειτο για έναν δάσκαλο, έναν ακαδημαϊκό και έναν ερευνητή της NASA.



Ενα μη-χρηστικό λεξικό

του Πάσχου Μανδραβέλη, Καθημερινή, 5/11/2014


Τελικώς δεν θα χρησιμεύσει σε πολλούς το επονομαζόμενο «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» που παρουσίασε προχθές η Ακαδημία Αθηνών. Δεν είναι μόνο τα 48 ευρώ που πρέπει να δώσει κάποιος για να το αποκτήσει (για κάποιους το ποσό είναι ένα βδομαδιάτικο δουλειάς), αλλά και το βάρος του: ζυγίζει –ζωή να ’χει– 3,65 κιλά, «όσο ένα νεογέννητο βρέφος» όπως περηφανεύτηκε κατά τη συνέντευξη Tύπου ένας ακαδημαϊκός. Το ερώτημα είναι: σε μια εποχή διαρκούς κινητικότητας, ποιος θα κουβαλάει ένα «μωρό» 3,65 κιλών μαζί του για να δει την ορθή γραφή της λέξης «μπουζουκλερί»; Και ποιος θα μπει στη χρονοβόρο διαδικασία να ψάχνει μπρος πίσω τις σελίδες για να δει αν το «αβγό» γράφεται «αυγό» και αντιστρόφως; Σίγουρα όχι οι νέοι, οι οποίοι για λόγους ευκολίας –για να μην αλλάζουν σετ χαρακτήρων στα ηλεκτρονικά τους μηχανάκια– το γράφουν «αvgo» και ξεμπερδεύουν.



Τζάμπα, λοιπόν, πάνε τα δέκα χρόνια των ερευνητών που κόπιασαν για το εν λόγω μη-«Χρηστικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας». Δεν θα τρέξουν πολλοί να το αγοράσουν και πολλοί λιγότεροι θα ανατρέξουν για το συμβουλευτούν. Η χρηστικότητά του μάλλον θα περιοριστεί να κοσμεί τα ράφια που έχουν πίσω τους διάφοροι υπουργοί, αυτά που βαφτίζουν βιβλιοθήκες αφού τοποθετούν ανάκατα τα βιβλία που διάφοροι κατά καιρούς τούς στέλνουν.

Τα πράγματα, βεβαίως, θα ήταν διαφορετικά αν 120.000 λήμματα του λεξικού ήταν ηλεκτρονικά και ελεύθερα διαθέσιμα στο Διαδίκτυο. Ετσι θα μεγιστοποιούνταν οι πιθανότητες να το συμβουλευτούν οι νέοι, αυξάνοντας εκθετικά τη χρηστικότητά του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και ζήτημα καλής και δίκαιης χρήσης των φόρων που πληρώνουν οι Ελληνες πολίτες. Το μεγαλύτερο μέρος του ενός εκατομμυρίου (ίσως και το σύνολο του ποσού) που ξοδεύτηκε για τη σύνταξη του εν λόγω λεξικού, συν τα έξοδα εκτύπωσης από το Εθνικό Τυπογραφείο, είναι λεφτά των φορολογουμένων. Η ίδια η Ακαδημία χρηματοδοτείται από εμάς. Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία, «η επιχορήγηση προς την Ακαδημία Αθηνών για την κάλυψη των λειτουργικών της δαπανών [έφτανε] στο ποσό των 1.800.000 ευρώ... Παράλληλα, η Ακαδημία Αθηνών χρηματοδοτείται και από τον προϋπολογισμό των Δημοσίων Επενδύσεων του ΥΠΕΠΘ» («Καθημερινή» 26.5.2010)

Δεν ξέρουμε αν υπάρχουν κι άλλες χώρες στις οποίες οι φορολογούμενοι χρηματοδοτούν τη δημιουργία ενός πνευματικού έργου και μετά πρέπει να πληρώσουν και πάλι για να αποκτήσουν κάποιο αντίγραφό του. Στη «νεοφιλελεύθερη» –όπως συνηθίζουμε να λέμε– Αμερική, όλα τα πορίσματα και όλη η πληροφορία των κρατικά χρηματοδοτούμενων οργανισμών είναι ελεύθερα διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Αντιθέτως, στην Ελλάδα υπάρχει τεράστιος πλούτος –γνώση την οποία δεν μπορεί να προσεγγίσει κανείς– καταχωνιασμένος σε σκονισμένα ερμάρια βιβλιοθηκών. Δεκάδες χρηματοδοτούμενα ερευνητικά κέντρα παράγουν μελέτες που τυπώνονται σε λίγα αντίτυπα και μετά χάνονται από τη δημόσια σφαίρα. Κάποιος ερευνητής που μπορεί να τα χρειαστεί θα πρέπει να γίνει ντετέκτιβ για να τα ανακαλύψει.

Αυτή, δυστυχώς, θα είναι και η μοίρα του «Χρηστικού Λεξικού». Μετά τα 15 λεπτά δημοσιότητας που απόλαυσε η Ακαδημία, θα γίνει ένα άχρηστο λεξικό. Εκτός αν βγει στο Διαδίκτυο και το χρησιμοποιήσουν αυτοί που το χρειάζονται περισσότερο. Τα νέα παιδιά...