08 June 2017

H εξουσία ρίχνει τις μάσκες

της Βασιλικής Σιούτη, Καθημερινή, 8/6/2017

Όταν, πριν από χρόνια, άρχιζαν να ψηφίζονται τα πρώτα μνημονιακά μέτρα στη Βουλή, οι πολίτες παρακολουθούσαν θυμωμένοι τους βουλευτές των τότε κυβερνήσεων να ψηφίζουν «ναι σε όλα». Ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών ωστόσο, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της Ν.Δ, φοβούμενος τη λαϊκή οργή, διαχώριζε τη θέση του, αρνούμενος να τα υπερψηφίσει. Οι διαφωνούντες, μάλιστα, στη συνέχεια έπαιζαν σημαντικό ρόλο, επηρεάζοντας τις εξελίξεις.
Κάποιοι περίμεναν ότι η παράδοση αυτή των μνημονιακών χρόνων θα συνεχίζονταν και επί ΣΥΡΙΖΑ. Όσο αφορά στην πρώτη κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, δεν έπεσαν εντελώς έξω. Όσοι όμως δείχνουν να εκπλήσσονται με το «μπετόν αρμέ» της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, φαίνεται πως αγνοούν ότι αυτή ειδικά η κοινοβουλευτική ομάδα φτιάχθηκε για να ψηφίζει ό,τι της ζητηθεί. 

Την τελευταία φορά που είχε νόημα το ερώτημα: «Θα περάσουν τα μέτρα από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ;» ήταν το καλοκαίρι του 2015. Τότε που 32 βουλευτές του καταψήφισαν το τρίτο μνημόνιο και άλλοι 11 αρνήθηκαν να το υπερψηφίσουν, δηλώνοντας παρών.

Ο Αλέξης Τσίπρας τότε, αφού συμμάχησε με την αντιπολίτευση για να περάσει το τρίτο μνημόνιο, με μια κίνηση αμφισβητούμενης πολιτικής ηθικής, αλλά αναμφισβήτητης τακτικίστικης αξίας, προσέφυγε σε εκλογές, προκειμένου να πετάξει από το κόμμα όσους επέμεναν να διαφωνούν με τα μνημόνια,  αρνούμενοι να ακολουθήσουν το δρόμο της μετάλλαξης. Έκτοτε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα άλλο κόμμα με μία κοινοβουλευτική ομάδα που συνετέθη ακριβώς για να ψηφίζει ό,τι χρειαστεί και ότι της υποδείξει ο αρχηγός της.

Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 έγιναν με λίστα και οι έδρες των διαφωνούντων προσφέρθηκαν σε πρόθυμους που εκ των προτέρων συμφώνησαν ότι θα ψήφιζαν “ναι σε όλα”.  Για να μην αφήσει τίποτα στην τύχη η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, φρόντισε να τους θέσει ως όρο για να μπουν στη λίστα, την αποδοχή ενός κειμένου που ονόμασαν «Κώδικα δεοντολογίας για τους υποψήφιους βουλευτές», βάσει του οποίου όποιος διαφωνεί, θα παραδίδει την έδρα, κάτι  πέρα για πέρα αντισυνταγματικό και πρωτοφανές για τα κοινοβουλευτικά δεδομένα της μεταπολίτευσης. 

Ο Αλέξης Τσίπρας είχε φροντίσει επίσης, να στείλει μήνυμα ο ίδιος προσωπικά σε όλους τους βουλευτές του μέσα από τη δημόσια τηλεόραση λίγο μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και πριν αρχίσουν να φτάνουν στη Βουλή τα νομοσχέδια με τα νέα σκληρά μέτρα. Σε συνέντευξη κατά την οποία  είχε ερωτηθεί αν υπάρχει περίπτωση να πάψει να υφίσταται η κυβερνητική πλειοψηφία, υπενθύμισε, τονίζοντας το,  ότι οι βουλευτές του εξελέγησαν «με λίστα και όχι με σταυρό προτίμησης». «Εάν υπάρξουν διαφοροποιήσεις, θα είναι εξαιρετικά ύποπτες” είχε πει προειδοποιώντας τους και προσθέτοντας με νόημα: “Δεν μπορεί να κρύβεσαι στις λίστες για να εκλεγείς, όταν γνωρίζεις ποια είναι η συμφωνία και μετά να διαφοροποιείσαι εκ των υστέρων… Διότι εάν διαφωνούσες, δεν έπρεπε να δεχτείς να είσαι υποψήφιος».

Τα παραπάνω μοιάζει να αγνοούν ορισμένοι αναλυτές, οι οποίοι κάθε τόσο επιμένουν να αναρωτιούνται αν θα εξεγερθούν κάποιοι από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Στο Μέγαρο Μαξίμου γελάνε κάθε φορά που ακούνε κάτι τέτοιο, καθώς θεωρούν απολύτως δεδομένους τους βουλευτές τους, παρά τις όποιες ρητορικές εξάρσεις μερικών από καιρού εις καιρόν- οι οποίες όχι μόνο δεν ενοχλούν, αλλά θεωρούνται και χρήσιμες.

Η σημερινή κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι εκ των πραγμάτων η πιο «μνημονιακή» κοινοβουλευτική ομάδα που είχε η χώρα στα εφτά αυτά χρόνια των μνημονίων. Πιο μνημονιακή από αυτές του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, στις οποίες, υπήρξαν και κάποιες αντιστάσεις, όταν είχαν την εξουσία. Ακόμα και η περίφημη τάση των «53», που εμφανίστηκε ως η αριστερή ψυχή του ΣΥΡΙΖΑ, στην πράξη έχει πάψει να υφίσταται μετά την ψήφιση του τρίτου μνημονίου που έφερε η κυβέρνηση, αφού σχεδόν οι μισοί έχουν αποχωρήσει και οι εναπομείναντες έχουν καταλάβει σημαντικά πόστα, ξεχνώντας στην πράξη κάθε διαφωνία τους.  Όσοι παρέμειναν, ανταμείφθηκαν με πολλά προνόμια (τόσα που οι προεδρικοί γκρίνιαζαν ότι πήραν περισσότερα κι από αυτούς) αφήνοντας ήσυχη την ηγεσία και μόνο για τα προσχήματα διατυπώνουν πού και πού κάποια διαφοροποίηση χωρίς ουσία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι πια ένα κόμμα με πολύ διαφορετική λειτουργία από αυτήν που είχε στο παρελθόν. Έπαψε να είναι ένα συλλογικό κόμμα με πολλές και διαφορετικές απόψεις και έγινε ένα καθαρά αρχηγικό κόμμα με μοναδική πολιτική γραμμή αυτήν που κατεβάζει κάθε φορά η ηγεσία του. Οι «κόκκινες γραμμές» του έχουν ξεθωριάσει, οι πολιτικές αρχές του έχουν ξεχαστεί και η πολιτική ιδεολογία του έχει αντικατασταθεί από τον κυβερνητισμό.


Τους άλλαξε τόσο πολύ η εξουσία;
Παραφράζοντας ελαφρώς τον Ταλεϊράνδο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η εξουσία, δεν αλλάζει τους ανθρώπους,  απλώς ρίχνει τις μάσκες τους.

04 June 2017

Η επινόηση των θεών

Ο θείος του Πλάτωνα Κριτίας, ο πιο ακραίος από τους Τριάκοντα, υπήρξε και από λογοτεχνική άποψη πολυσχιδής προσωπικότητα. Ανάμεσα σε πολλά άλλα ποιητικά και πεζά έργα, φαίνεται ότι έγραψε και τραγωδίες (και σατυρικά δράματα). Τα σωζόμενα αποσπάσματα προέρχονται κατά μέγα μέρος από τα έργα Πειρίθους και Σίσυφος, τα οποία άλλοτε αποδίδονται στον Ευριπίδη και άλλοτε στον Κριτία.
Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το έργο Σίσυφος, που πιθανώς ήταν σατυρικό δράμα, κάτι που είναι βέβαιο για το ομότιτλο έργο του Ευριπίδη (415 π.Χ.). Στους στίχους αυτούς, στους οποίους απηχούνται ανάλογες διδασκαλίες των σοφιστών σχετικά με την εξέλιξη, οι θεοί παρουσιάζονται ως επινόηση ενός ευφυούς και πανούργου ανδρός, που είχε σκοπό να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να κάνουν το κακό ακόμα και κρυφά. Οι θεοί, σύμφωνα με τη διδασκαλία αυτή λειτουργούν συμπληρωματικά προς την άλλη κατάκτηση στην πορεία της εξέλιξης, τους νόμους, που τιμωρούν τα αδικήματα που διαπράττονται φανερά.
ΣΙΣΥΦΟΣ
[1] Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία η ανθρώπινη ζωή ήταν ακατάστατη, γεμάτη θηριωδία, υποταγμένη στη δύναμη· μια εποχή όπου ούτε οι καλοί άνθρωποι επιβραβεύονταν ούτε πάλι οι κακοί τιμωρούνταν.
[5] Ύστερα νομίζω, οι άνθρωποι θέσπισαν νόμους που όριζαν ποινές, ώστε το δίκαιο να τους εξουσιάζει όλους εξίσου και να έχει την αλαζονεία υπόδουλή του· κι αν τυχόν κάποιος έκανε ένα λάθος, τον τιμωρούσαν.
[10] Στη συνέχεια, επειδή οι νόμοι εμπόδιζαν μεν τους ανθρώπους να αδικούν στα φανερά, αλλά ωστόσο οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να αδικούν στα κρυφά, τότε, νομίζω, για πρώτη φορά κάποιος έξυπνος και σοφός άνθρωπος σοφίστηκε για τους θνητούς τον φόβο των θεών,
[15] ώστε να υπάρχει κάτι που να το φοβούνται οι κακοί ακόμη κι όταν κάνουν ή λένε ή διανοούνται κάτι στα κρυφά. Επινόησε έτσι το θείο, ότι δηλαδή υπάρχει ένας δαίμονας που ζει μια δίχως τέλος ακμή, ένας δαίμονας που ακούει και βλέπει νοερά, που στοχάζεται στο έπακρο, που προσέχει τα πάντα και που έχει περιβληθεί μια θεϊκή φύση:
[20] ο δαίμονας αυτός θα ακούει οτιδήποτε λέγεται ανάμεσα στους θνητούς και θα μπορεί να αντιλαμβάνεται οτιδήποτε γίνεται. Κι αν σιωπηρά σχεδιάζεις κάτι κακό, δεν θα μείνει απαρατήρητο από τους θεούς. Γιατί ο λογισμός τους είναι πολύ δυνατός.
[25] Με αυτά τα λόγια παρουσίασε την πιο ελκυστική διδαχή, καλύπτοντας την αλήθεια πίσω από έναν ψεύτικο λόγο. Έλεγε πως οι θεοί κατοικούν σ᾽ έναν τόπο, για τον οποίο οι άνθρωποι, και μόνο που τον βλέπουν, νιώθουν τρόμο. Κατάλαβε ότι ακριβώς από εκεί πήγαζαν και οι φόβοι των ανθρώπων,
[30] και η επικουρία στις ταλαιπωρίες του βίου, δηλαδή από τον περιστρεφόμενο, εκεί ψηλά, θόλο του ουρανού, όπου έβλεπε ότι ήσαν οι αστραπές και τα φοβερά χτυπήματα της βροντής, και το αστερινό φως του ουρανού, όμορφο, γεμάτο στολίδια, έργο του Χρόνου, του σοφού αρχιμάστορα·
[35] είναι ο τόπος όπου πορεύεται η φωτεινή διάπυρη μάζα του άστρου, και απ᾽ όπου πέφτει στη γη η υγρή βροχή. Με τέτοιους φόβους έζωσε τους ανθρώπους· με τους φόβους αυτούς έβαλε -στα λόγια του- το θεό να κατοικήσει σε κατάλληλο τόπο,
[40] και διαμέσου των νόμων εξάλειψε την ανομία.
Και νομίζω πως έτσι έπεισε, για πρώτη φορά, τους θνητούς να πιστέψουν ότι υπάρχει των θεών το γένος.
(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)



03 June 2017

Συνεργασία ο αρχικός στόχος της θρησκείας

Η θρησκεία στην αρχή δεν είχε σχέση με την ηθική, αλλά με τη συνεργασία. Το «άγρυπνο μάτι» (ο φόβος) του Θεού ωθούσε τους ανθρώπους να δείξουν τον καλύτερο εαυτό τους.
του ψυχολόγου Ara Vorenzayan, ΒΗΜΑ, 14/4/2012

Στην κορυφή ενός λόφου στη σημερινή Νοτιοανατολική Τουρκία βρίσκεται το αρχαιότερο ιερό λατρείας στον κόσμο. Με τους τεράστιους λίθινους στύλους του σε σχήμα Τ, σκαλισμένους με εικόνες ζώων, το Γκεμπεκλί Τεπέ αμφισβητεί μακροχρόνιες θεωρίες για τις ρίζες του πολιτισμού. Ενώ οι αρχαιολόγοι ανασκάπτουν στοιχεία και συζητούν το νόημά τους, η σημασία του χώρου δεν διαφεύγει από κανέναν.

Καμία ένδειξη γεωργίας δεν έχει βρεθεί στον χώρο, κάτι το οποίο μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το ιερό χρονολογείται στα περίπου 11.500 χρόνια και άρα είναι τόσο παλιό ώστε θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί από κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες. Παρ’ όλα αυτά η μνημειώδης αρχιτεκτονική του απαιτεί τη συμμετοχή εκατοντάδων, ενδεχομένως και χιλιάδων ατόμων. Επομένως μπορεί να κρύβει ενδείξεις σχετικές με δύο από τα μεγαλύτερα αινίγματα του ανθρώπινου πολιτισμού: πώς οι ανθρώπινες κοινωνίες πέρασαν από τις μικρές, μετακινούμενες ομάδες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στις μεγάλες, εγκατεστημένες σε ένα μέρος, κοινωνίες; Και πώς οι οργανωμένες θρησκείες εξαπλώθηκαν για να εποικίσουν τα περισσότερα πνεύματα στον κόσμο;
Γιατί συνεργαζόμαστε;
Το πρώτο αίνιγμα σχετίζεται με τη συνεργασία. Ως και περίπου 12.000 χρόνια πριν όλοι οι άνθρωποι ζούσαν σε σχετικά μικρές ομάδες. Σήμερα κυριολεκτικά όλοι ζουν σε τεράστιες, συνεργαζόμενες ομάδες ξένων που στον μεγαλύτερο βαθμό δεν σχετίζονται μεταξύ τους. Πώς συνέβη αυτό;
Στην εξελικτική βιολογία η συνεργασία εξηγείται συνήθως με δυο μορφές αλτρουισμού: ή μεταξύ συγγενών ή του τύπου «ξύσε την πλάτη μου και εγώ θα ξύσω τη δική σου». Ωστόσο η συνεργασία μεταξύ ξένων δεν εξηγείται εύκολα με καμία από αυτές.
Καθώς το μέγεθος της ομάδας μεγαλώνει, οι μορφές αλτρουισμού εξουδετερώνονται. Καθώς οι πιθανότητες της συναναστροφής με ξένους αυξάνονται, οι ευκαιρίες για συνεργασία μεταξύ συγγενών και γνωστών μειώνονται. Ο αμοιβαίος αλτρουισμός – χωρίς επιπλέον ασφαλιστικές δικλίδες όπως οι θεσμοί για την τιμωρία των τζαμπατζήδων – επίσης δεν είναι αποδοτικός.
Το δεύτερο αίνιγμα είναι πώς ορισμένες θρησκευτικές παραδόσεις εξαπλώθηκαν τόσο. Αν είστε χριστιανός, μουσουλμάνος, ιουδαϊστής, ινδουιστής, βουδιστής είτε αγνωστικιστής ή άθεος προερχόμενος από οποιοδήποτε από αυτά τα θρησκεύματα είστε κληρονόμος ενός εκπληκτικά επιτυχημένου θρησκευτικού κινήματος το οποίο ξεκίνησε σαν ένα σκοτεινό πολιτισμικό πείραμα.
Πόσες θρησκείες επιβιώνουν;
«Πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δ’ εκλεκτοί» λέει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Αυτό μπορεί επίσης να περιγράψει τον νόμο της «θρησκευτικής εξέλιξης», ο οποίος υπαγορεύει ότι αν και μυριάδες θρησκευτικές οντότητες γεννιούνται, οι περισσότερες από αυτές εξαφανίζονται, μόνο λίγες ισχυρές επιβιώνουν και ανθούν.
Μακροπρόθεσμα σχεδόν όλα τα θρησκευτικά κινήματα αποτυγχάνουν. Σε μια ανάλυση της σταθερότητας 200 ουτοπικών κοινοβίων, τόσο θρησκευτικών όσο και κοσμικών, στην Αμερική του 19ου αιώνα ο Ρίτσαρντ Σόζις του Πανεπιστημίου του Κονέκτικατ στο Στορς εντόπισε ένα εκπληκτικό μοτίβο. Ο μέσος όρος ζωής των θρησκευτικών κοινοβίων ήταν μόλις 25 χρόνια. Σε 80 χρόνια τα εννέα στα δέκα είχαν διαλυθεί. Τα κοσμικά κοινόβια, τα περισσότερα των οποίων ήταν σοσιαλιστικά, τα πήγαν ακόμη χειρότερα: διήρκεσαν κατά μέσο όρο έξι ως τέσσερα χρόνια και εννέα στα δέκα εξαφανίστηκαν σε λιγότερο από 20 χρόνια.
Το Γκεμπεκλί Τεπέ υποδηλώνει μια κομψή λύση και στα δυο αινίγματα: το καθένα απαντά στο άλλο. Για να καταλάβουμε πώς, θα πρέπει να επιστρέψουμε στις έντονες διαμάχες γύρω από τις εξελικτικές ρίζες της θρησκείας.
Εφαλτήριο πολιτισμού
Μια άποψη η οποία κερδίζει έδαφος είναι ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και τα τελετουργικά ανέκυψαν ως ένα εξελικτικό υποπροϊόν συνηθισμένων γνωσιακών λειτουργιών. Από τη στιγμή που αυτό συνέβη, το πεδίο ήταν έτοιμο για τη γρήγορη πολιτισμική εξέλιξη που οδήγησε τελικά σε μεγάλες κοινωνίες με «Μεγάλους Θεούς».
Κάποιες πρώιμες πολιτισμικές παραλλαγές της θρησκείας πιστεύεται ότι προωθούσαν φιλοκοινωνικές συμπεριφορές όπως η συνεργασία, η εμπιστοσύνη και η αυτοθυσία ενώ παράλληλα ενθάρρυναν τις επιδείξεις θρησκευτικής ευλάβειας όπως οι νηστείες, τα σχετικά με την τροφή ταμπού, τα υπερβολικά τελετουργικά και άλλες «δύσκολες να τις υποκριθεί» κανείς συμπεριφορές οι οποίες εξέπεμπαν αξιόπιστα την ειλικρινή πίστη των πιστών και επεδείκνυαν την πρόθεσή τους να συνεργαστούν. Με αυτόν τον τρόπο η θρησκεία μετέτρεψε τους ανώνυμους ξένους σε ηθικές κοινότητες συνδεδεμένες με ιερούς δεσμούς υπό μια κοινή υπερφυσική δικαιοδοσία.
Οι ομάδες αυτές θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερες και περισσότερο συνεργάσιμες και άρα πιο επιτυχημένες στον ανταγωνισμό για πόρους και τόπους κατοικίας. Καθώς αυτές οι συνεχώς επεκτεινόμενες ομάδες μεγάλωναν, έπαιρναν μαζί τους και τη θρησκεία τους, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την κοινωνική αλληλεγγύη σε μια ραγδαία διαδικασία η οποία άμβλυνε τους περιορισμούς που έθεταν στο μέγεθος των ομάδων η συγγένεια και η αμοιβαιότητα.
Η ηθική ήρθε δεύτερη
Από εκεί και πέρα απομένει ένα μικρό βήμα για να φθάσει κανείς στους ηθικά ανήσυχους Μεγάλους Θεούς των μεγάλων θρησκειών του κόσμου. Οσοι έχουν γαλουχηθεί στις αβρααμικές πίστεις έχουν τόσο πολύ συνηθίσει να βλέπουν μια σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και την ηθική ώστε τους είναι δύσκολο να φανταστούν ότι η θρησκεία δεν ξεκίνησε έτσι. Παρ’ όλα αυτά οι θεοί των μικρότερων ομάδων των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, όπως των Χάτζα στην Ανατολική Αφρική και των Σαν στην έρημο Καλαχάρι, δεν ασχολούνται με την ηθική των ανθρώπων. Σε αυτές τις διαφανείς κοινωνίες, όπου η πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση αποτελεί τον κανόνα, είναι δύσκολο να ξεφύγει κανείς από τον κοινωνικό προβολέα. Ο αλτρουισμός και η αμοιβαιότητα μεταξύ συγγενών αρκούν για τη διατήρηση των κοινωνικών δεσμών.
Παρ’ όλα αυτά, καθώς οι ομάδες μεγαλώνουν σε μέγεθος, η ανωνυμία εισβάλλει στις σχέσεις και η συνεργασία διακόπτεται. Μελέτες δείχνουν ότι το αίσθημα της ανωνυμίας – ακόμη και όταν είναι απατηλό, όπως όταν φοράει κανείς μαύρα γυαλιά – είναι ο φίλος του εγωισμού και της εξαπάτησης. Η κοινωνική επιτήρηση, όπως όταν είναι κανείς μπροστά σε μια κάμερα ή σε ένα ακροατήριο, έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Ακόμη και η ανεπαίσθητη έκθεση σε σκίτσα που μοιάζουν με μάτια ενθαρρύνει την καλή συμπεριφορά προς τους ξένους.
Κάποιος να σε κοιτάζει...
Είναι λοιπόν επόμενο το ότι οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά όταν πιστεύουν ότι υπάρχει ένας θεός που παρακολουθεί τους ίδιους και τους γύρω τους. Τα ανθρωπολογικά στοιχεία υποστηρίζουν αυτή την ιδέα. Με το πέρασμα από τις μικρότερης κλίμακας ανθρώπινες κοινωνίες στις μεγαλύτερες και πιο σύνθετες οι Μεγάλοι Θεοί – ισχυροί, πανταχού παρόντες, παρεμβατικοί παρατηρητές – γίνονται όλο και πιο διαδεδομένοι ενώ η ηθική και η θρησκεία συνδέονται όλο και περισσότερο.
Ο Κουέντιν Ατκινσον του Πανεπιστημίου του Οκλαντ στη Νέα Ζηλανδία και ο Χάρβεϊ Γουάιτχαουζ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ανακάλυψαν μια παρόμοια στροφή στις μορφές των τελετουργικών: καθώς οι κοινωνίες γίνονται μεγαλύτερες και πιο σύνθετες, τα τελετουργικά εξελίσσονται σε συνήθη διαδικασία και χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση και την ενίσχυση των δογμάτων. Κατά τον ίδιο τρόπο οι έννοιες της υπερφυσικής τιμωρίας, το κάρμα, η καταδίκη και η σωτηρία, ο Παράδεισος και η Κόλαση είναι διαδεδομένες στις σύγχρονες κοινωνίες αλλά σχετικά λιγότερο συνηθισμένες στους πολιτισμούς των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών.
Πολλά στοιχεία από διαφορετικά πειράματα δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Σε μια μελέτη επιστήμονες είπαν σε παιδιά να μην κοιτάξουν μέσα σε ένα κουτί και μετά τα άφησαν μόνα μαζί με αυτό. Εκείνα στα οποία είχαν πει ότι ένας υπερφυσικός παράγοντας ονόματι Πριγκίπισσα Αλίκη θα τα έβλεπε και είχαν πιστέψει στην ύπαρξή της, ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να κρυφοκοιτάξουν το κουτί.
Οικονομικά παιχνίδια έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη διερεύνηση της φιλοκοινωνικής συμπεριφοράς.
Το παιχνίδι του δικτάτορα
Το παιχνίδι του δικτάτορα, για παράδειγμα, εμπλέκει δυο ανώνυμους παίκτες σε μια μεμονωμένη συναλλαγή. Ο παίκτης υπ’ αριθμόν 1 παίρνει κάποια χρήματα και πρέπει να αποφασίσει πόσα από αυτά θα δώσει στον παίκτη υπ’ αριθμόν 2. Ο παίκτης υπ’ αριθμόν 2 παίρνει τα χρήματα που του δίνονται (ή και καθόλου) και το παιχνίδι τελειώνει. Πειράματα από τον Τζόζεφ Χάινριχ του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας στο Βανκούβερ του Καναδά και τους συναδέλφους του διαπίστωσαν ότι, σε 15 διαφορετικές κοινωνίες από όλο τον κόσμο, όσοι πίστευαν στον Θεό του Αβραάμ έδιναν περισσότερα χρήματα από εκείνους που πίστευαν σε τοπικές θεότητες οι οποίες δεν είναι τόσο πανταχού παρούσες και δεν ασχολούνται με την ηθική.
Ο συνάδελφός του Αζίμ Σαρίφ και εγώ υποβάλαμε σκέψεις του Θεού σε εθελοντές προτού παίξουν το παιχνίδι του δικτάτορα εκθέτοντάς τους ανεπαίσθητα σε λέξεις όπως θεϊκός, θεός και πνεύμα. Αλλοι εθελοντές έπαιξαν το παιχνίδι χωρίς θρησκευτικές υποβολές. Οι υπενθυμίσεις του Θεού είχαν ισχυρή επίδραση. Οι περισσότεροι εθελοντές στην ομάδα που δεν εκτέθηκε σε αυτές κράτησαν τα χρήματα, όμως εκείνοι που είχαν υποβληθεί στη σκέψη του Θεού ήταν πολύ πιο γενναιόδωροι. Ο συνάδελφός μου Γουίλ Ζερβέ και εγώ διαπιστώσαμε ότι οι θρησκευτικές υπενθυμίσεις ενίσχυαν την αίσθηση των εθελοντών ότι βρίσκονταν υπό επιτήρηση.
Το σουηδικό μοντέλο
Η θρησκεία, με την πίστη της σε θεούς που παρακολουθούν και τα υπερβολικά τελετουργικά και τις πρακτικές της, αποτέλεσε μια κοινωνική κόλλα στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Πρόσφατα όμως κάποιες κοινωνίες πέτυχαν να συντηρήσουν τη συνεργασία μέσω κοσμικών θεσμών όπως τα δικαστήρια, η αστυνομία και οι μηχανισμοί για την τήρηση των συμβάσεων. Σε ορισμένα μέρη του κόσμου, ιδιαίτερα στη Σκανδιναβία, οι θεσμοί αυτοί έχουν επισπεύσει την παρακμή της θρησκείας οικειοποιούμενοι τις λειτουργίες της που «χτίζουν» τις κοινωνίες. Αυτές οι κοινωνίες με τις αθεϊστικές πλειονότητες – οι οποίες είναι από τις πιο συνεργάσιμες, ειρηνικές και ευημερούσες κοινωνίες στον κόσμο – ανέβηκαν τη σκάλα της θρησκείας και μετά την κλώτσησαν μακριά.
Η ανεπαίσθητη υπενθύμιση της κοσμικής ηθικής αρχής, λέξεις όπως πολιτικός, δικαστήριο ή αστυνομία, έχουν την ίδια «δικαιότερη» επίδραση στο παιχνίδι του δικτάτορα. Οι άνθρωποι έχουν ανακαλύψει νέους τρόπους για να είναι καλοί ο ένας απέναντι στον άλλον χωρίς να τους παρακολουθεί ένας θεός.

30 May 2017

Σκοντάφτοντας στους λίθους της μνήμης

του Θωμά Συμεωνίδη, bookpress.gr, 29/5/2017
Το Μπερλίν, πρώτο βιβλίο της Άντζης Σαλταμπάση (γεννημένη το 1973), είναι μια πολυεπίπεδη νουβέλα, μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μια ώριμη και σύγχρονη συγγραφική κατάθεση που ισορροπεί με μεγάλη επιτυχία ανάμεσα στη μυθοπλασία και το δοκίμιο.
Με βασικό άξονα της αφήγησης την πόλη του Βερολίνου, γινόμαστε μάρτυρες σειράς επεισοδίων και σκέψεων που συνδέονται τόσο με την ιστορία της πόλης όσο και με τη ζωή (σε αυτή την πόλη) σήμερα. Η αφηγήτρια, Ελληνίδα δημοσιογράφος εγκατεστήμενη μόνιμα στο Βερολίνο με την οικογένειά της, δηλώνει εξαρχής τον ενδοσκοπικό χαρακτήρα της αφήγησης –«Το Βερολίνο είναι η ιδανική πόλη για να καταδυθείς στον εαυτό σου»– καθώς και την προσωπική της σύνθηκη – «Ένιωθα και εγώ το ίδιο εγκλωβισμένη σε μια δύσκολη σχέση με τον εαυτό μου και το Βερολίνο και τη ζωή μου εκεί».
Οι τονικότητες των Ίμρε Κέρτες και Γκέοργκ Ζέμπαλντ να αντηχούν εδώ και εκεί (ενίοτε και του Τόμας Μπέρνχαρντ), ο μακροπερίοδος λόγος και η λειτουργική συναρμογή των διαλόγων στο σώμα του κειμένου, η εναλλαγή ανάμεσα σε εύστοχες περιγραφές του αστικού και περιαστικού τοπίου από τη μία και την παράθεση πραγματολογικών στοιχείων από την άλλη, ενεργοποιούν την αφήγηση, η οποία εξελίσσεται σε τέσσερα διακριτά επίπεδα:
·   Τις συναντήσεις της αφηγήτριας με έναν Γερμανό ψυχίατρο.
·   Τις σκέψεις της γύρω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (με έναυσμα την επίσκεψη στο Ράβενσμπρυκ, γυναικείο στρατόπεδο συγκέντρωσης Εβραίων κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο) και το εβραϊκό ολοκαύτωμα (Σοά), τις σχετικές συναντήσεις και μαρτυρίες.
·   Το ζήτημα της εβραϊκότητας των παιδιών της.
·   Τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και, κατά προέκταση, το ζήτημα της μετανάστευσης και της ζωής μιας Ελληνίδας στη Γερμανία και το Βερολίνο σήμερα.
Το σώμα του κείμενου διαιρείται στο κυρίως μέρος που τιτλοφορείται «Μπερλίν» και το επιλογικό «Το νησί των Παγωνιών». Στο κυρίως μέρος, η συνοχή εξασφαλίζεται μέσα από τη διαπλοκή και τη διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων, η οποία επενδύεται από την προσωπική έρευνα της αφηγήτριας στο διαδίκτυο και από βιβλιογραφικές πηγές που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. Βλέπουμε, για παράδειγμα, σε μία και μόνο σελίδα, την αναζήτηση πληροφοριών για το προάστιο Γκρούνεβαλντ (που λειτουργούσε ως σταθμός μετεπιβίβασης από το Βερολίνο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης), την περιγραφή μιας διαδρομής στο Βερολίνο (με αναφορές στο Μόνος στο Βερολίνο του Χανς Φάλαντα και το «Ich bin ein Berliner» του Κένεντι), αλλά και το στοιχείο της έκπληξης: «Και ξαφνικά είδα μία επιγραφή, μία μεγάλη άσπρη επιγραφή», στοιχείο το οποίο επαναλαμβάνεται και σε άλλα σημεία, με αποτέλεσμα να αλλάζει η εστίαση και το ενδιαφέρον της ανάγνωσης να παραμένει αμείωτο.


Το ενδιαφέρον της αφήγησης συντηρείται, επίσης, μέσα από τους τρόπους με τους οποίους παλιοί εβραίοι κάτοικοι του Βερολίνου παρουσιάζονται ως αινίγματα που πρέπει να λυθούν. Και σε αυτό το σημείο το χωρικό στοιχείο είναι έντονο καθώς το πρώτο στίγμα, η ενακτήρια πληροφορία για αυτούς τους ανθρώπους, είναι η διεύθυνσή τους. Με αυτόν τον τρόπο, οι παλιές πολυκατοικίες και τα διαμερίσματα φασματοποιούνται, προσεγγίζονται μέσα από το πρίσμα της ιστορίας, μέσα από τις ζωές των παλαιότερων ενοίκων και μέσα από τις αφηγήσεις των ιστοριών τους: αυτοί οι ένοικοι του παρελθόντος, γίνονται ένοικοι του παρόντος, συναντιούνται μεταξύ τους. Έτσι, από την ιστορία του Λέοπολντ περνάμε στην αινιγματική ιστορία της κόρης του Ίντιθ (ή Έντιτ), και μετά στην Καρόλα Κον που θα μπορούσε ίσως κάτι να γνωρίζει για την Ίντιθ και μετά σε έναν νέο κύκλο αναζητήσεων με αφετηρία μια διεύθυνση στο Βερολίνο, φωτογραφίες από προσόψεις κτηρίων και αναφορές σε βιβλία, και το πέρασμα σε καινούριες μαρτυρίες, όπως αυτή της Έλεν Φρίντζαμ.
Σε σχέση πάντα με την αφήγηση, αξιοσημειώτη είναι η πολυφωνικότητα (μαρτυρίες ειπωμένες από διαφορετικά πρόσωπα, εναλλαγή με την εσωτερική φωνή της αφηγήτριας, εναλλαγή με πιο αντικειμενικές περιγραφές εξωτερικών χώρων) με πιο εξαιρετική ίσως τη στιγμή που στο πλαίσιο μιας συγκέντρωσης για την ετήσια εκδήλωση μνήμης των πρώτων Εβραίων που έφυγαν με τρένο από τον σταθμό του Γκρούνεβαλντ, οι μαθητές ενός γυμνασίου παρουσιάζουν τη ζωή έντεκα εβραιόπουλων μετά από έρευνα αρχείου, μιλώντας στο β’ ενικό (κάτι το οποίο μεταφέρεται αυτούσιο και στην αφήγηση): «Ισαάκ Ρόζενμπεργκ ήσουν καλός μαθητής, ήθελες να ασχοληθείς με τον αθλητισμό, αλλά η καρδιά σου δεν σου το επέτρεψε, μπήκες στο πανεπιστήμιο και αμέσως μετά βρέθηκες στο...».
Το επιλογικό μέρος («Το νησί των παγωνιών») έρχεται να αποκαταστήσει μια ισορροπία (χωρίς όμως να εντάσσεται και στο ανάλαφρο σχήμα του happy end). Γιατί, αν στο κυρίως μέρος («Μπερλίν») κυριαρχούν το βάρος της πραγματικότητας και της μνήμης που μοιάζουν να προκαλούν ασφυξία στην αφηγήτρια (με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως τη μέρα που θα συναντούσε τη φίλη της Γκαμπριέλε μετά την καθιερωμένη καλοκαιρινή συνέντευξη της Μέρκελ: «αλλά η πόλη ήταν τόσο όμορφη κι εγώ ήμουν χαρούμενη, ναι, θυμάμαι πολύ καλά πόσο χαρούμενη ήμουν, σχεδόν πετούσα και κατέβαζα χίλιες ιδέες για άρθρα και ρεπορτάζ και δουλειές και ήμουν απρόσμενα αισιόδοξη»), στο επιλογικό, η αμφιθυμία έχει θετική χροιά, καθώς δεσπόζουν η φιλία, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η γαλήνη που αποπνέουν το τοπίο και η φύση σε συνδυασμό με την επίγνωση ότι ο αστερισμός όλων αυτών, δεν μπορεί να έχει μία μόνιμη θέση στην καθημερινότητα: «θα κρατώ την ανάμνηση αυτή στα χέρια μου προσεκτικά σαν να ήταν ένα κύπελλο ξέχειλο από φρέσκο γάλα».
Γενικότερα, αυτό που θα ξεχωρίζα ως τη μεγαλύτερη αρετή του Μπερλίν είναι το γεγονός ότι αναμετράται επιτυχώς με θεματικές οι οποίες αφενός έχουν ένα πολύ μεγάλο βάρος, αφετέρου έχουν αποτελέσει ήδη αντικείμενο πραγμάτευσης με τρόπους που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και εξαντλητικοί από κάποιες απόψεις. Συγκεκριμένα, το Μπερλίν αναμετράται με την πόλη του Βερολίνου, το εβραϊκό ολοκαύτωμα, την εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τα κρίσιμα και ζωτικά ερωτήματα της μνήμης, της μαρτυρίας, της εκπαίδευσης καθώς και της διαμεσολάβησης αυτών των ερωτημάτων από την αρχιτεκτονική, το μουσείο, την τέχνη, τον πολιτισμό γενικότερα. Και πράγματι, δίπλα στους Κέρτες και Ζέμπαλντ (και τους Πάουλ Βεράχεν, Ντάνιελ Μέντελσον και Ανέτ Βιβιορκά στους οποίους παραπέμπει η ίδια η συγγραφέας) θα συναντήσει επίσης κάποιος τον Κενζαμπούρο Όε, τη Χέρτα Μύλερ, αλλά και τους πιο κλασικούς, όπως Πρίμο Λέβι, Πάουλ Τσέλαν, Ζαν Αμερί, Ρομπέρ Αντέλμ, Άαρον Άπεφελντ, συγγραφείς δηλαδή που έχουν στο επίκεντρο της πραγμάτευσής τους, ένα ή περισσότερα από τα θέματα που αναφέρω πιο πάνω.
Με αφορμή το Μπερλίν, τέλος, αξίζει να επισημανθούν και τρία στοιχεία τα οποία σχετίζονται με την πραγμάτευση της Σοά. Σε ένα πρώτο επίπεδο, θεωρώ ότι η Άντζη Σαλταμπάση καταφέρνει να υποδείξει έναν βασικό κίνδυνο που ενυπάρχει στον πληθωρισμό αφηγήσεων, μαρτυριών, έργων τέχνης, πολιτικών και δράσεων που αποσκοπούν στη διατήρηση της μνήμης καταστροφικών γεγονότων. Και αυτός ο κίνδυνος, συνίσταται, από τη μία, στη μονοτονία και στην ουδετεροποίηση που τελικά μπορεί να προκαλέσει η συνεχής ενασχολήση με ένα τέτοιο ζήτημα (ας θυμηθούμε εδώ τον Πωλ Ρικέρ και τις επισημάνσεις του για τους κινδύνους που μπορούν να προέλθουν όχι μόνο από το πλεόνασμα λήθης, αλλά και από το πλεόνασμα μνήμης), και από την άλλη, στην παραπλανητική εξατομίκευση του κινδύνου και άρα στη δημιουργία ενός προβληματικού πλασίου πρόληψης και αποτροπής (ας θυμηθούμε εδώ τους Τέοντορ Αντόρνο, Εμανουέλ Λεβινάς, Κλωντ Λεφόρντ, Χάνα Άρεντ και τις συνεισφορές τους στην προσέγγιση της ολοκληρωτικής συμπεριφοράς και σκέψης). Αυτό το τελευταίο, αναδεικνύεται εύγλωττα στην εκμυστήρευση ενός Γερμανού προς την αφηγήτρια και αφού είχε προηγηθεί ένα περιστατικό το οποίο είχε προκαλέσει μεγάλη αμηχανία: «Δεν θυμάμαι να έχω μάθει ποτέ τίποτα για άλλα δόγματα ή για άλλες θρησκείες στο σχολείο, είπε, τα μόνα πράγματα που μας μαθαίναν ήταν για τους Εβραίους, οι Εβραίοι οι Εβραίοι οι Εβραίοι, οι Εβραίοι και η καταδίωξή τους, σε όλα τα μαθήματα, στα θρησκευτικά, στα Αγγλικά, στη Γλώσσα, στα Γαλλικά, οι Εβραίοι και το πώς τους σκοτώσαμε, οι Εβραίοι, τα πάντα για τους Εβραίους και τι τους κάναμε».  
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, θεωρώ σημαντική συνεισφορά το γεγονός ότι το ίδιο το Μπερλίν υποδεικνύει ένα τρόπο προσέγγισης του ολοκαυτώματος, αναιρώντας, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, θεωρητικές απόψεις που επιμένουν στο μη αναπαραστήσιμο της Σοά: «Κοιτούσα με τρυφερότητα τις φωτογραφίες των γονιών της και του αδελφού της στη σελίδα του Γιαντ Βασέμ, διάβαζα αποσπάσματα από το βιβλίο της και ένιωθα ότι τους ξέρω, δεν ήταν πια τρία άγνωστα ονόματα σε έναν ατελείωτο κατάλογο νεκρών, δεν ήταν τρεις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με ονοματεπώνυμο, ήταν αληθινοί άνθρωποι, γιατί ήξερα κάποια στοιχεία για τις ζωές τους και εν τέλει αυτός είναι καλύτερος τρόπος να προσεγγίσει κανείς το Ολοκαύτωμα, ναι, ο καλύτερος τρόπος είναι να γνωρίσεις τα θύματα και τους επιζώντες, να περπατήσεις εκεί που είχαν περπατήσει, να περάσεις έξω από το σπίτι τους, να μάθεις ασήμαντες λεπτομέρειες για τις ζωές τους και ύστερα μπορείς να σκέφτεσαι τον κύριο Κον να...»
Με αυτόν τον τρόπο, που προκρίνει η Σαλταμπάση, μπορεί να αρθεί σε μεγάλο βαθμό η ανωνυμία και άρα η κοινοτοπία. Αλλά αυτός ο τρόπος, επίσης, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπαραστατική δυνατότητα και άρα εν δυνάμει ως αναπαραστικό ισοδύναμο της καταστροφής. Ας θυμηθούμε εδώ τη σχετική εργασία καλλιτεχνών όπως ο Κριστιάν Μπολτανσκί ή ο Αλφρέντο Χάαρ που προσεγγίζουν τη φρίκη του εβραϊκού ολοκαυτώματος και της γενοκτονίας στη Ρουάντα, αντίστοιχα, μέσα από την εστίαση στο μεμονωμένο θύμα, στη μοναδικότητά του. Και βέβαια, μπορούμε να ανατρέξουμε στις σχετικές θεωρητικές συνεισφορές των Ζωρζ-Ντιντί Υμπερμάν και Ζακ Ρανσιέρ, οι οποίοι επικρίνουν το πλεόνασμα ηθικής απαίτησης που υπάρχει σε πολλές προσεγγίσεις της Σοά, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την (υπερβολική) θέση περί μη αναπαραστήσιμου. «Ο γιος του Σαούλ» του Λάσλο Νέμες είναι μια ταινία στην οποία ο Ντιντί Υμπερμάν βλέπει, για παράδειγμα, να επαληθεύονται οι θέσεις του περί της δυνατότητας αναπαράστασης της Σοά.
Το τρίτο, και τελευταίο, στοιχείο που θα ήθελα να επισημάνω, εκπορεύεται από την αναφορά που κάνει η Σαλταμπάση στον Πάουλ Βεράχεν και το μνημειώδες Omega Minor: «το λάθος να αντιμετωπίζουμε το κακό σαν κάτι "ακατανόητο", σαν μία "ιστορική ανωμαλία"». Με αφορμή λοιπόν αυτή την αναφορά στον Βεράχεν και γενικότερα, με αφορμή την ανάγνωση του Μπερλίν, θέλω να καταθέσω μια πιο προσωπική άποψη: είναι πράγματι λάθος να μετατίθεται το κακό σε μια σφαίρα που δεν μπορεί να την αγγίξει ο άνθρωπος, σε μια σφαίρα που δεν μπορεί να την ελέγξει. Ανάμεσα σε αυτές τις θεωρήσεις και τις αντιδιαμετρικές τους, στις οποίες λανθάνει ή υπάρχει έκδηλα το ουτοπικό και, σε κάποιες άλλες εκδοχές, το μεσσιανικό στοιχείο, υπάρχει ένας δρόμος ο οποίος είναι πιο μετριοπαθής, και ωστόσο πολύ πιο δύσκολος. Σε αυτόν τον δρόμο δεν υπάρχει η μετάθεση της ευθύνης, το ακατανόητο, αλλά ούτε η μηδενιστική αμφισβήτηση μιας σειράς κεκτημένων και δυνατοτήτων που έχει να επιδείξει ο δυτικός πολιτισμός. Σε αυτόν τον δρόμο υπάρχει το αίτημα της καθημερινής προσπάθειας, της καθημερινής επιβίωσης, της επιδίωξης μιας καλύτερης ζωής (μας τα παρουσιάζει όλα αυτά το Μπερλίν) μέσα από τον αναστοχασμό του παρελθόντος και της διαρκούς υπενθύμισης ότι αυτοί οι ανθρώποι που υπήρξαν θύματα καταστροφών όπως η Σοά, πρέπει να βρουν τη θέση τους μέσα μας και ανάμεσά μας, αλλά την ίδια στιγμή, τη διαρκή και επιτακτική υπενθύμιση ότι και αυτοί οι άνθρωποι που υπήρξαν θύτες, συνεχίζουν να βρίσκονται εν δυνάμει ανάμεσά μας, και ας είμαστε ειλικρινείς, εν δυνάμει μέσα μας. 


29 May 2017

Γραβάτα τέλος, πάμε για… κελεμπία!

της Σοφίας Βούλτεψηelzoni.gr, 29/5/2017
Αφού δεν μπόρεσε να φορέσει γραβάτα, είπε να φορέσει… κελεμπία!
Για τον κ. Τσίπρα ο λόγος, ο οποίος κατά την επίσκεψή του, στις 24 Μαΐου, στο «αρμόδιο» υπουργείο, διακήρυξε ότι «η ενέργεια είναι αιχμή του δόρατος της αναπτυξιακής μας πολιτικής», υπερηφανευόμενος μάλιστα για την υπογραφή τριών συμβολαίων με εταιρίες και ανακοινώνοντας ότι προχωρούν οι διαγωνιστικές διαδικασίες.
Όλα αυτά για καθαρούς προπαγανδιστικούς σκοπούς και ενώ είναι γνωστό ότι εξαιτίας του ΣΥΡΙΖΑ οι διαδικασίες καθυστέρησαν σχεδόν τρία χρόνια.
Όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση λοιδορούσαν την κυβέρνηση, μιλούσαν περί… «δημοκρατικού ενεργειακού σχεδιασμού» (τις προάλλες ο κ. Σταθάκης προτίμησε να αντικαταστήσει τον όρο με εκείνον της «ενεργειακής δημοκρατίας»). Και όταν βρέθηκαν στην κυβέρνηση, ανέθεσαν τον κρίσιμο αυτόν τομέα στον κ. Λαφαζάνη, που κωλυσιεργούσε παραδίδοντας… μαθήματα ενεργειακής πολιτικής στην Ευρώπη. Μετά, ούτε καν τις προσφορές είχαν προλάβει να ανοίξουν εν μέσω επαναστατικής γυμναστικής μετά δημοψηφίσματος. Και τελικά, ο διάδοχος του κ. Λαφαζάνη, ο κ. Σκουρλέτης, εδέησε να υπογράψει την απόφαση για την παραχώρηση των δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων για την θαλάσσια "Περιοχή 2 (Block 2)" στο Ιόνιο, μόλις τον Οκτώβριο του 2016.
Σημειώστε πως όταν έγινε γνωστό ότι δεν είχαν καν αποσφραγίσει τις προσφορές, αποχώρησε ο ενεργειακός κολοσσός ENEL.
Μιλάμε για τον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε το 2014 για την παραχώρηση 20 συνολικά θαλάσσιων περιοχών στο Ιόνιο και το νότιο Κρητικό πέλαγος και την δημοσίευσή του στην επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ.
Σημειώστε επίσης ότι το 2013 έγιναν επίσημες σεισμικές έρευνες με τη νορβηγική εταιρεία PGS στις περιοχές του Ιονίου και Νότια της Κρήτης. Χάρη σε αυτές προκηρύχθηκε ο μεγάλος διαγωνισμός περί υδρογονανθράκων το 2014 με τα 20 θαλάσσια οικόπεδα, ο οποίος εκδόθηκε στην Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Νοέμβριο του 2014.
Τότε άρχισαν να μας προσεγγίζουν και οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες που αγόρασαν τα σεισμικά μας για να είναι επίσημα υποψήφιες στον διαγωνισμό μας.
Μετά ήλθε η λαίλαπα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ!
Επί δύο χρόνια έγινε το παν για να αποτραπούν οι επενδυτικές προσφορές, να συρρικνωθούν, να μην καταστεί ο διαγωνισμός ελκυστικός για μεγάλες και πολλές εταιρίες.
Το μέγεθος των θαλασσίων οικοπέδων που προκηρύχθηκαν σχεδιάστηκε με ομοιόμορφο τρόπο, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι γεωλογικές πληροφορίες και οι ενδεχόμενοι γεωλογικοί κίνδυνοι.
Έτσι, τον Ιούλιο του 2015 για το «οικόπεδο 2» είχαμε μόνο μία προσφορά και μόλις τρεις για τα είκοσι προκηρυχθέντα «οικόπεδα».
Όπως το ίδιο το υπουργείο έχει παραδεχθεί, η προθεσμία υποβολής  προσφορών έληγε αρχικά στις 14/5/2015 και έλαβε παράταση δύο μηνών, για τις 14/7/2015. Αλλά ούτε τον Ιούλιο του 2015 έγινε τίποτε, επειδή η κυβέρνηση ήταν απασχολημένη με δημοψηφίσματα και μνημόνια.
Και ούτε έγινε τίποτε και μετά, διότι προκηρύχθηκαν οι εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015.
Πέρασαν άλλοι δυο μήνες για να οριστεί η επιτροπή που ανέλαβε να αξιολογήσει τις προσφορές για τον διαγωνισμό.
Μετά πέρασαν άλλοι ένδεκα μήνες για να καταλήξει στις αποφάσεις της η επιτροπή. Οπότε η απόφαση υπεγράφη στις 25 Οκτωβρίου 2016.
Ως αξιωματική αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ καταδίκαζε κάθε ενέργεια προς την κατεύθυνση εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων, υποστηρίζοντας πως κάθε συζήτηση επί του θέματος αποτελούσε προπαγάνδα για να «περνάνε τα μνημόνια».
Μάλιστα, τον Φεβρουάριο του 2014, όταν έγινε γνωστό ότι η χώρα μας μπορεί να αποβλέπει σε έσοδα 150 δις ευρώ από τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ξεσπαθώσει, μιλώντας για «νέο αδιέξοδο success story».
Τον Σεπτέμβριο του 2014, καταψήφισαν τις συμβάσεις για έρευνα και εξόρυξη, καταγγέλλοντας και μιλώντας περί εργολάβων, πολυεθνικών, αποικιοκρατικών συμβάσεων, δώρων στις «επτά αδελφές», παράδοσης του ορυκτού πλούτου σε μια χούφτα ομίλους, κάνοντας λόγο για «προϊόντα εγωκεντρικού ψευδοπατριωτικού παραληρήματος και έντονου μικροπολιτικού και αποπροσανατολιστικού λαϊκισμού».
Είχαν επίσης καταψηφίσει και τον βασικό νόμο με τον οποίο εκσυγχρονίστηκε η Νομοθεσία και διασφαλίστηκαν τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα στις θαλάσσιες ζώνες και την Α.Ο.Ζ.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 2014, ημέρα ψήφισης στη Βουλή των Συμβάσεων, ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ  και μετέπειτα γενικός γραμματέας του υπουργείου, Απόστολος Αλεξόπουλος είχε χαρακτηρίσει τις συμβάσεις «προϊόντα εξωθεσμικών επιτροπών», που «δεν προάγουν και δεν κατοχυρώνουν τα συμφέροντα του ελληνικού λαού διότι εκχωρούν, με σαφή ετεροβαρή μονομέρεια, τα μεσο- μακροπρόθεσμα οφέλη του Δημοσίου από την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε ιδιώτες μισθωτές».
Είπε συγκεκριμένα απευθυνόμενος στον τότε υπουργό κ. Μανιάτη: «Κάνουμε έκκληση κύριε υπουργέ. Σταματήστε τώρα τον διαγωνισμό για τις νέες παραχωρήσεις. Αξιολογείστε πρώτα τα αποτελέσματα των τριών παραχωρήσεων, την κύρωση που συζητάμε σήμερα και μετά αποφασίζετε τους όρους για τις νέες παραχωρήσεις. Δεν δικαιούστε πλέον ως μια κυβέρνηση μειοψηφίας να δεσμεύσετε με τις πολιτικές σας το μέλλον. Η όποια επιχειρησιακή έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων πρέπει να αφεθεί στην επόμενη ελληνική κυβέρνηση με νωπή λαϊκή εντολή». Ο κ. Αλεξόπουλος κάλεσε μάλιστα τον κ. Μανιάτη να εγκαταλείψει την ιδέα πως οι συμβάσεις αυτές, καθαγιασμένες από μια φαινομενικά διαυγή κοινοβουλευτική διαδικασία, θα τον απαλλάξουν από τις ευθύνες που βαρύνουν τις επιλογές του.
Μάλιστα, όταν στις 26 Φεβρουαρίου 2014 ο κ. Σαμαράς είχε κάνει λόγο για έσοδα 150 δις από τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε σπεύσει, την επομένη, να μιλήσει για «έντονο μικροπολιτικό και αποπροσανατολιστικό λαϊκισμό».
«Η μνημονιακή κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, εγκλωβισμένη στις αρπάγες του μνημονίου και παγιδευμένη στις άφρονες πολιτικές επιλογές της, προσπαθεί να στήσει ξανά νέο αδιέξοδο "success story"».
Όπως είπαν, η πραγματικότητα είναι διαφορετική, γιατί «είναι μακρύς ο δρόμος που πρέπει να ακολουθηθεί, με λεπτομερείς γεωλογικές και γεωχημικές έρευνες, μέχρις ότου έρθει η εποχή να στηθούν τα ερευνητικά γεωτρύπανα».
Στις 14 Μαΐου 2014, όταν υπογράφηκαν οι πρώτες συμβάσεις για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων στις περιοχές Ιωαννίνων, Πατραϊκού Κόλπου και Κατακόλου, ο ΣΥΡΙΖΑ επιδόθηκε σε δυσφήμηση μιας απόφασης που θα φέρει επενδύσεις 700 εκ ευρώ, έσοδα 18 δις ευρώ για 300 εκ. βαρέλια, ενώ για κάθε μία θέση εργασίας που θα δημιουργείται στον τομέα, θα δημιουργούνται 3,2 θέσεις εργασίας στην ευρύτερη οικονομία.
Στο μεταξύ, ήλθε το τρίτο μνημόνιο, με το οποίο τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες εντάχθηκαν στο Υπερταμείο των 99 χρόνων – έσοδα που μέχρι να ενσκήψει η λαίλαπα με νόμο προορίζονταν για το Ταμείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Γενεών.
Δηλαδή, εκεί που θα έφερναν πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, εκεί που θα αναλάμβαναν πότε η Ρωσία και πότε οι ΗΠΑ (ανάλογα με το τι κατέβαινε στο κεφάλι του κ. Καμμένου), εκεί που θα δίναμε μάχη για να μην γίνουμε «προτεκτοράτο» και «μπανανία» και «υπηρέτες των Επτά Αδελφών», κατέληξαν να εντάξουν τους υδρογονάνθρακες στο Υπερταμείο!
Αλλά γι’ αυτό δεν είχε κάτι να πει ο κ. Τσίπρας!