19 July 2015

Σώστε μας από τα Μνημόνια!

του Αντρέα Πετρουλάκη, protagon.gr, 18/7/2015

Κύριε Λαφαζάνη, μετά από πέντε χρόνια συνεπών και ασυνθηκολόγητων αντιμνημονιακών αγώνων, για πρώτη φορά κρατάτε στα χέρια σας σημαντικά όπλα που μπορούν να καταργήσουν τα Μνημόνια. Για πρώτη φορά μπορείτε πραγματικά να επηρεάσετε τις πολιτικές εξελίξεις και να αλλάξετε τη μοίρα του λαού που τώρα είναι καταδικασμένος να συνεχίσει να ζει την κόλαση της λιτότητας. Είναι απλό, κύριε υπουργέ, είναι αυτονόητο.


Συγκαλέστε την Κεντρική Επιτροπή την οποία ελέγχετε μαζί με τους υπόλοιπους αντιμνημονιακούς συντρόφους σας (109 σε σύνολο 200 υπέγραψαν αντιμνημονιακό ψήφισμα), και βγάλτε απόφαση εναντίον της συμφωνίας. Όπως είναι φυσικό ο Πρωθυπουργός είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει την άποψη της πλειοψηφίας, καθώς συμβαίνει σε όλα τα συνεπή αριστερά κόμματα. Αν, παρ' ελπίδα, παρακούσει και συνεχίσει απτόητος στον καταστροφικό αντιλαϊκό δρόμο που τώρα ακολουθεί, φυσικά πρέπει να περάσει από το Πειθαρχικό του κόμματος για μη συμμόρφωση στις αποφάσεις της πλειοψηφίας, και να διαγραφεί μαζί με τους υπόλοιπους απείθαρχους.

Στη συνέχεια καταγγείλτε τον ως Πρωθυπουργό μειοψηφίας και άρετε την εμπιστοσύνη και στήριξη στη Κυβέρνηση. Όλοι μας καταλαβαίνουμε το ανυπέρβλητο πρόβλημα που θα παρουσιαστεί στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της Κυβέρνησης, η οποία θα απαρτίζεται από στελέχη χωρίς κόμμα και χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Είναι σίγουρο ότι οι πολιτικές εξελίξεις θα υπονομεύσουν ουσιαστικά την ψήφιση των υπόλοιπων προαπαιτουμένων και την ομαλή διαδικασία μέχρι την υπογραφή της συμφωνίας, αφού όπως γνωρίζετε τόσο τα χρονικά όσο και τα πολιτικά περιθώρια που έχει στη διάθεσή του ο Αλέξης Τσίπρας είναι πολύ στενά. Σε αυτό είναι απολύτως σίγουρο ότι θα έχετε και την αμέριστη συνδρομή του κ. Σόιμπλε, ο οποίος θα εκμεταλλευτεί το πολιτικό παράδοξο και την πρωτοφανή αστάθεια που θα δημιουργηθεί και θα επαναφέρει την προοπτική του Grexit.

Όμως όλα αυτά που φαντάζουν απολύτως φυσιολογικά δεν τα κάνετε, κ. Υπουργέ. Γιατί άραγε; Γιατί διατρανώνετε τη στήριξή σας σε μια μνημονιακή Κυβέρνηση, που μάλιστα μας έφερε ένα Μνημόνιο χειρότερο από τα προηγούμενα; Γιατί συναινείτε στη διατήρησή της στην εξουσία και μάλιστα σε ανίερη συνεργασία με τους Τσολάκογλου της πενταετίας; Γιατί καταγγέλλετε μόνο τους Τσολάκογλου ως συνενόχους πραξικοπηματιών και όχι και την Κυβέρνηση που στηρίζουν, η οποία υλοποιεί τα σχέδια του πραξικοπήματος; Γιατί δεν προσπαθείτε να αποτρέψετε αυτά τα σχέδια αλλά την αφήνετε ανενόχλητη να τα υπηρετεί; Γιατί απλώς βγάζετε ένα ανίσχυρο ψήφισμα εντυπώσεως στην Κ.Ε. του κόμματός σας, μόνο για να καταγραφεί η θέση της πλειοψηφίας να υπάρχει για την ιστορία, και δεν προχωρείτε σε ισχυρή εκτελεστή απόφαση που θα εφαρμοστεί τώρα; Να σας πω εγώ γιατί.

Γιατί είστε ένας τυπικός αριστερός κομφορμιστής. Αιωνίως καταγγέλλων, αιωνίως ναρκοθετών, αιωνίως υπονομεύων τις πολιτικές των κυβερνήσεων (και σε πολλά ασφαλώς δίκιο είχατε), αλλά ουδέποτε προτείνων, ουδέποτε συνεισφέρων, ουδέποτε δημιουργών. Και το κυριότερο, ουδέποτε αμφισβητών το αυστηρό πλαίσιο του ρόλου σας. Του θεσμικού πολιτικού και ηθικού τιμητή. Από κομματικές θέσεις, από βουλευτικά έδρανα, από κυβερνητικές καρέκλες τώρα. Για πρώτη φορά ο θεσμικός τιμητής μπορούσε να γίνει πραγματικός παίκτης, μπορούσε να προκαλέσει πολιτική πλημμυρίδα και όχι τις συνήθεις μικροζημιές, μπορούσε να τραντάξει τα θεμέλια του συστήματος αντί να σπάει πορσελάνες. Αλλά αυτό είχε ρίσκο-έπρεπε να αμφισβητήσετε όχι το πολιτικό σύστημα, όχι το κόμμα σας, πρώτα τον εαυτό σας και τον πραγματικό ρόλο του. Και να κινδυνεύετε να χάσετε πολλά, τώρα περισσότερα από παλιά. Το κυβερνητικό έδρανο καταρχάς, την εξουσία δηλαδή, την κομματική σας ισχύ μετά, που θα δοκιμασθεί για πρώτη φορά σε συνθήκες εκτός εργαστηρίου, την ασφάλεια του αμέτοχου, που ποτέ δεν θα κληθεί να αναμετρηθεί με τις επιπτώσεις της πολιτικής του, και φυσικά το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς που συνοδεύει αυτοδικαίως όλους τους αδιάβροχους, άπραγους, αδρανείς και άφθαρτους φίλους του λαού. Που στέκονται πάντα στο πλάι του καταγγέλλοντας τις κυβερνήσεις και όταν οι ίδιοι γίνουν κυβέρνηση συνεχίζουν να κάνουν το ίδιο, γιατί αυτό ξέρουν και έχουν επιλέξει στο διηνεκές να κάνουν.

Κάνουν λάθος αυτοί που σας θεωρούν πραξικοπηματία της δραχμής. Στα κλειστά δωμάτια σχεδιάζατε οπερέτες, ως συνήθως. Όταν ήρθε η στιγμή που μπορούσατε όντως να δώσετε τη μάχη της δραχμής, δεν αναλάβατε το κόστος της καταστροφικής επιλογής, για τον απλούστατο λόγο ότι θα παύατε να είστε ο εαυτός σας. Αυτό δεν θα πει ότι δεν ανήκετε στο κόμμα της δραχμής, ασφαλώς ανήκετε. Όχι όμως γιατί υπηρετείτε κάποιο σχέδιο - απλώς η ακινησία, που είναι η ιδεολογία σας, οδηγεί σε αυτήν νομοτελειακά.

15 July 2015

Το Plan B της Αριστερής Πλατφόρμας

Καθημερινή, 15/7/2015

Μέρος του Plan B της Αριστερής Πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η χθεσινή αναφορά του κ. Παναγιώτη Λαφαζάνη, σε εκδήλωση της Πλατφόρμας σε κεντρικό ξενοδοχείο, σύμφωνα με την οποία, θα μπορούσε η κυβέρνηση να πάει τη χώρα σε εθνικό νόμισμα «παίρνοντας 22 δισ. ευρώ από την Τράπεζα της Ελλάδος, με τα οποία θα πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις και στο μεσοδιάστημα να χρησιμοποιήσουμε τον χρόνο για να τυπώσουμε δικό μας νόμισμα».

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, ο κ. Λαφαζάνης είχε παρουσιάσει το εναλλακτικό σχέδιο που είχαν επεξεργαστεί τα στελέχη της Αριστερής Πλατφόρμας σε κυβερνητική σύσκεψη. Το σχέδιο προέβλεπε την εισβολή στο Νομισματοκοπείο Χολαργού, όπου φυλάσσεται το χρηματικό απόθεμα της Τράπεζας της Ελλάδος, ουσιαστικά το απόθεμα από το οποίο εφοδιάζονται οι ελληνικές τράπεζες, έπειτα από άδεια που δίδεται από την ΕΚΤ. 

Τα χρήματα που θα υφαρπάζονταν με τον τρόπο αυτό, θα χρησιμοποιούνταν, σύμφωνα με το σχέδιο, αλλά και με βάση τη χθεσινοβραδινή αναφορά του κ. Λαφαζάνη, για την πληρωμή μισθών και συντάξεων μετά την επιβολή των capital controls.

Βεβαίως, μια τέτοια ενέργεια, η κυκλοφορία χαρτονομισμάτων στην αγορά χωρίς την άδεια της ΕΚΤ, θα εθεωρείτο τύπωμα χρήματος χωρίς άδεια και θα συνεπαγόταν την αυτόματη έξοδο της χώρας από το ευρώ. Στο σχέδιο που είχε παρουσιασθεί προβλεπόταν, επίσης, όπως εννοείται, η αποπομπή του κ. Γιάννη Στουρνάρα από τη διοίκηση της ΤτΕ. Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με κυβερνητική πηγή, ο κ. Λαφαζάνης ήταν ο δεύτερος υπέρμαχος της πρότασης που παρουσίασε σε κλειστή σύσκεψη ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Γιάνης Βαρουφάκης, για τη χρήση IOU, όταν ειδοποιήθηκε η κυβέρνηση από την ΕΚΤ ότι θα έπρεπε να προχωρήσει σε επιβολή capital controls.

13 July 2015

Μια υπαρκτή χώρα Μπαταχτσία

του Θάνου Τζήμερου, Athens Voice, 12/7/2015

Ας φανταστούμε ότι η Ελλάδα είναι η ισχυρότερη οικονομία μιας Ένωσης κρατών στην οποία συμμετέχει και το κράτος Μπαταχτσία. Στο ξεκίνημα της συμμετοχής της σ’ αυτή την Ένωση, η Μπαταχτσία πήρε (ως δώρο!) ένα σωρό πακέτα ανάπτυξης τα περισσότερα από τα οποία τα πλήρωσε ο Έλληνας φορολογούμενος. Τα πακέτα είχαν ως στόχο η Μπαταχτσία να γίνει σοβαρό κράτος και να αποκτήσει δομές: από δρόμους και δίκτυα μέχρι κτηματολόγιο. Αλλά οι Μπαταχτσιανοί, πολιτικοί και πολίτες, τα έφαγαν όλα σε ντόλτσε βίτα.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά δανείστηκαν κι άλλα τόσα που κι αυτά τα έφαγαν σε ντόλτσε βίτα και τώρα δεν έχουν να τα πληρώσουν. Διαπιστώνεις ότι τόσα χρόνια κορόιδευαν την Ένωση στέλνοντας ψεύτικα στατιστικά κι ότι πενταπλασίασαν τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων τους διπλασιάζοντας και τον μισθό τους, ενώ ο Έλληνας εργαζόμενος ήταν καθηλωμένος στα ίδια επίπεδα αμοιβών από το 1990! Είσαι λοιπόν ο Υπουργός Οικονομικών της ισχυρής Ελλάδας και λέγεσαι Σοϊμπλίδης. Για να σώσεις την υπόληψη, και φυσικά και τις τράπεζες της Ένωσης (δεν λειτουργεί καμία οικονομία χωρίς τράπεζες!) αποφασίζεις να βάλεις το χέρι βαθειά στην τσέπη: δίνεις καινούργιο δάνειο στη Μπαταχτσία αλλά τους δεσμεύσεις να σταματήσουν την ντόλτσε βίτα και να στρωθούν να δουλέψουν. Οι Μπαταχτσιανοί παίρνουν τα λεφτά και δεν κάνουν τίποτε απ’ όσα δεσμεύτηκαν. Ψηφίζουν τους νόμους που υποσχέθηκαν αλλά δεν εφαρμόζουν κανέναν! Ξαναφτάνουν ένα βήμα πριν την χρεοκοπία!

Ξαναβάζεις το χέρι στην τσέπη χαρίζοντας 120 δισ. από τα χρέη της Μπαταχτσίας υποχρεώνοντας τον Έλληνα φορολογούμενο και τους φορολογούμενους των άλλων κρατών να φάνε τη χασούρα. Κι από πάνω, να δώσουν καινούργιο δάνειο στη Μπαταχτσία. Πολλά κράτη διαμαρτύρονται - και διότι τα ίδια είναι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, και διότι δανείζουν την Μπαταχτσία με επιτόκιο μικρότερο από αυτό που δανείζονται, αλλά κυρίως γιατί δεν βλέπουν καμία διάθεση από τους πολίτες και το πολιτικό σύστημα της Μπαταχτσίας να φτιάξουν το κράτος και την οικονομία τους. Τους πείθεις ότι όλα θα στρώσουν με αυστηρότερες δεσμεύσεις και επιτήρηση για την εφαρμογή.

Όμως διαπιστώνεις ότι στην Μπαταχτσία όχι μόνο συνεχίζουν το βιολί τους αλλά ανεβάζουν στην κυβέρνηση κάποιους που υπόσχονται να σε διώξουν, να διαγράψουν τα χρέη και να σκίσουν όλες τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν. Λες, τι να κάνουμε, αν θέλουν να καταστραφούν, δεν μπορώ να τους εμποδίσω.

Περιέργως, τους βλέπεις μετά τις εκλογές να έρχονται! Θέλουν λεφτά, αυτά που δεν ήθελαν πριν. Κι από πάνω, σε δουλεύουν κατάμουτρα. Ο Υπουργός τους να σου λέει πόσο σε εκτιμάει και την ίδια στιγμή η εφημερίδα τους να σε παρουσιάζει ως εγκληματία. Στην Ελλάδα, μπροστά στις κάμερες, να λέει καλά λόγια και στην Μπαταχτσία να σε αποκαλεί τρομοκράτη. Ο πρωθυπουργός τους να λέει ότι θέλει η Μπαταχτσία να μείνει στην Ένωση, και την ίδια στιγμή να σε καταγγέλλει ως εκβιαστή επειδή δεν δίνεις κι άλλα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων για να συνεχίσουν την ντόλτσε βίτα οι φίλοι του, τους οποίους θέλει να προσλάβει όλους στο Δημόσιο. Τους λες ότι μπορείς να τους σώσεις, αλλά αυτή τη φορά πρώτα θα εφαρμόσουν τις δεσεύσεις και μετά θα πάρουν τα λεφτά. Επί 5 μήνες πηγαινοέρχονται προσπαθώντας να σε εκβιάσουν με την απειλή: αν βουλιάξει η Μπαταχτσία θα βουλιάξουμε και την Ελλάδα!

Όλοι οι Έλληνες αλλά και οι άλλοι δανειστές είναι έξαλλοι με τους Μπαταχτσιανούς. Τα υπόλοιπα κράτη λένε: άσ’ τους να φύγουν να πουν το ψωμί ψωμάκι. Προσπαθείς ακόμα μια φορά να τους συνετίσεις προτείνοντας τους ένα σχέδιο που θα τους σώσει από την χρεοκοπία, αλλά θα τους αναγκάσει να ξοδεύουν μόνο όσα βγάζουν. Μαθαίνεις ότι γίνονται έξαλλοι! Πάνε και τραβούν όλα τους τα λεφτά από τις Τράπεζες της Μπαταχτσίας και σε βρίζουν γιατί δεν συνεχίζεις να στέλνεις καραβιές λεφτά για να γεμίσουν τα ΑΤΜ τους. Σου λένε ότι θα συνεχίσουν να πληρώνουν και μερικές μέρες μετά χρεοκοπούν. Την ίδια στιγμή, η Βουλή τους ανακηρύσσει το χρέος τους απεχθές και λέει ότι δεν θα το πληρώσουν. Δεν ξέρεις ποιος κυβερνάει την Μπαταχτσία. Κι ενώ ο χρόνος τρέχει και οι Τράπεζές τους είναι κλειστές, προκηρύσσουν δημοψήφισμα όπου σε παρουσιάζουν σαν αιμοσταγές βαμπίρ που επί πέντε χρόνια τούς πίνει το αίμα. Ρωτάνε: “θα τον αφήσουμε να συνεχίσει να το κάνει;” και προτρέπουν τον λαό να ψηφίσει ΟΧΙ.

Προειδοποιείς τους Μπαταχτσιανούς: αν ψηφίσετε ΟΧΙ, αυτό σημαίνει ότι θέλετε να φύγετε από την Ένωση. Το λες, το ξαναλές, το λένε κι άλλοι της Ένωσης, περιμένοντας ότι οι Μπαταχτσιανοί θα καταλάβουν. Δεν καταλαβαίνουν. Μαθαίνεις ότι ψήφισαν με 62% ΟΧΙ. Αισθάνεσαι μια ανακούφιση. Σκέφτεσαι πως ό,τι έχασες έχασες, τουλάχιστον θα σταματήσει αυτή η γάγγραινα.

Μαθαίνεις όμως ότι το ΟΧΙ δεν ήταν ακριβώς ΟΧΙ. Ήταν ΝΑΙ σε όλα αυτά που σου ζητούσαν πέντε μήνες: να τους δώσεις λεφτά, αλλα να μην αναλάβουν καμία υποχρέωση και να μην υπογράψουν κανένα συμφωνητικό! Τους λες “παιδιά σοβαρευτείτε αυτά δεν γίνονται ούτε στο Χόλιγουντ!" Οι φορολογούμενοί σου είναι στα κάγκελα: διώξτε την Μπαταχτσία, τώρα!

Την τελευταία στιγμή, η χώρα του… Χόλιγουντ αφήνει τις προτροπές, επεμβαίνει και τους τρίζει γερά τα δόντια. Οπότε, ο πρωθυπουργός της Μπαταχτσίας, που προεκλογικά έλεγε: “Go back Soimplides!” “Την Κυριακή ψηφίζουμε, την Δευτέρα φεύγουν» κάνει μια εντυπωσιακή κωλοτούμπα 180 μοιρών, γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τις προεκλογικές του εξαγγελίες και την νωπή εντολή του 62% και, προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία με κάθε τρόπο, σού στέλνει ένα σχέδιο βαρύτερο για τους Μπαταχτσιανούς από αυτό που τους πρότεινε να απορρίψουν!

Όμως αυτό σημαίνει καινούργια αφαίμαξη για τον Έλληνα φορολογούμενο (η Ελλάδα, είπαμε, είναι η πιο ισχυρή οικονομία της Ένωσης), καθώς οι Μπαταχτσιανοί ζητάνε καμιά εξηνταριά δισεκατομμύρια καινούργιο δάνειο! Λες είναι εντελώς τρελλοί. Είναι εντελώς αναξιόπιστοι! Ζητάς αυτή την πρόταση να την ψηφίσει η Βουλή τους. Και βλέπεις με έκπληξη το σχέδιο να μην το ψηφίζουν ούτε η Πρόεδρος της Βουλής, ούτε Υπουργοί τους, ούτε βουλευτές τους! Ο Υπουργός που μέχρι προχθές ήθελε να αλλάξει την Ένωση, πηγαίνει ταξιδάκι αναψυχής! Κι από πάνω, ακούς και όσους το ψήφισαν να λένε ότι θα τσεπώσουν τώρα το παραδάκι, αλλά όταν θα έρθει η ώρα των εφαρμοστικών νόμων, θα τους μποϋκοτάρουν! Εν τω μεταξύ το αντιμπαταχτσιακό ρεύμα σε όλες τις χώρες της Ένωσης έχει διογκωθεί και πολλές κυβερνήσεις σού ζητάνε επίμονα την αποπομπή της Μπαταχτσίας.

Αλήθεια, Σοϊμπλίδη, θα έδινες στην Μπαταχτσία κι άλλη ευκαιρία;

06 July 2015

Μαζικό ΟΧΙ

του Γιάννη Κ. Πρετεντέρη, Τα Νέα, 6/7/2015
Χθες πραγματοποιήθηκε ένα δημοψήφισμα πάνω στα ερείπια μιας χώρας.
Η καταμέτρηση των ψήφων έδωσε συντριπτική πλειοψηφία στο Οχι. Ελλείψει ουσιαστικού και συγκεκριμένου ερωτήματος, είναι ένα Οχι σε ό,τι ο καθένας απορρίπτει.
Τη φτώχεια, τη λιτότητα, τη δυσκολία, τη μειονεξία, την καθημερινότητα, τους άλλους, τον καπιταλισμό ή τον γείτονα που τα καταφέρνει καλύτερα.
Ενα μαζικό και δωρεάν Οχι σε μια ζωή που δεν αρέσει.
Σε πολιτικό επίπεδο, ήταν επίσης η άρνηση μιας σημαντικής μερίδας του εκλογικού σώματος να αποδεχτεί ότι στις 25 Ιανουαρίου διάλεξε έναν δρόμο που δεν υπήρχε. Επιμένει να ελπίζει ότι κάτι μπορεί να προκύψει από την περιπέτεια που βιώνει.
Λογικό. Η αποδοχή της διάψευσης χρειάζεται χρόνο και αποδείξεις.
Την ίδια στιγμή, το Ναι δεν έπεισε. Ακέφαλο και ασυντόνιστο, αυθόρμητο αλλά ανοργάνωτο, καλοπροαίρετο και ήπιο, χωρίς κεντρικό πρόσωπο, αντέταξε στη συγκίνηση της απόρριψης μια εύλογη κατάφαση.
Μόνο που στην Ελλάδα η λογική σπανίως υπερτερεί της συγκίνησης, ιδίως σε ταραγμένους καιρούς.
Είναι προφανές επίσης ότι το Ναι ως ευρύτερο πολιτικό ρεύμα δεν κατάφερε (έως τώρα τουλάχιστον...) να συγκροτήσει μια διαφορετική, θελκτική αλλά και ανανεωμένη προοπτική.
Την ίδια στιγμή που αντιμετώπιζε ένα κόμμα, μια κυβέρνηση και έναν Πρωθυπουργό με ισχυρό ακόμη πολιτικό κεφάλαιο.
Ετσι, μπορεί το σύνολο σχεδόν της συντεταγμένης κοινωνίας (συνδικάτα, εργοδοτικές οργανώσεις, αγροτικές ομοσπονδίες, Τοπική Αυτοδιοίκηση, επαγγελματικοί σύλλογοι, επιστημονικά σωματεία) και ό,τι επιφανέστερο διαθέτει η Ελλάδα σε όλους τους τομείς να τάχθηκε με το Ναι. Αλλά τελικά βγήκε μαζικά Οχι.
Αυτά σε ό,τι αφορά το εκλογικό αποτέλεσμα.
Διότι επί της ουσίας το χθεσινό δημοψήφισμα είχε πολλούς ηττημένους. Ενδεχομένως ακόμη και τον νικητή, όσο και αν αυτό ακούγεται παράδοξο.
Χωρίς υπεκφυγές, χωρίς ελαφρυντικά και χωρίς περιθώρια, η κυβέρνηση υποχρεούται πλέον να κλείσει άμεσα μια συμφωνία που γίνεται κάθε μέρα επαχθέστερη και ένα νέο Μνημόνιο που θα διασφαλίζει χρηματοδότηση στη χώρα.
Υποχρεούται κυρίως να ανοίξει τις τράπεζες πριν η βλάβη στην οικονομία καταστεί ανήκεστος.
Και να το επιτύχει μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο με το οποίο οι σχέσεις εμπιστοσύνης έχουν διαρραγεί, από το οποίο δεν μπορεί να περιμένει ούτε εκπτώσεις ούτε φιλικές χειρονομίες και του οποίου οι κλειστές τράπεζες αποτελούν το καινούργιο και ισχυρό μέσο πίεσης.
Πότε θα γίνουν όλα αυτά; Τη Δευτέρα, είπε ο Βαρουφάκης. Μέσα στο 48ωρο, υποσχέθηκε ο Πρωθυπουργός.
Ειλικρινά δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρουν. Με ποιο κόστος και ποιους ελιγμούς. Αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου ζηλεύω όσους έχουν την αισιοδοξία της άγνοιας.

Ή τις εμμονές του φανατισμού.

03 July 2015

Ένα ναρκοθετημένο δημοψήφισμα

Να σώσουμε ότι σώζεται

της Βασιλικής Σιούτη, vassilikisiouti.wordpress.com, 3/7/2015
Το δημοψήφισμα της Κυριακής είναι μία διαδικασία ναρκοθετημένη εκ των προτέρων, στην οποία ο ελληνικός λαός καλείται να απαντήσει εάν εγκρίνει κάτι με το οποίο δεν συμφωνεί ή εάν το απορρίπτει για να πάει σε κάτι που δεν γνωρίζει. Είναι ένα δημοψήφισμα στο οποίο οι επιλογές είναι στην πραγματικότητα μη επιλογές και είναι πραγματικά πολύ θλιβερό το πώς φτάσαμε εδώ μετά από μία σειρά οδυνηρών υποχωρήσεων και λαθών χωρίς κανείς να πατήσει εγκαίρως φρένο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε ξεκάθαρη εντολή στις 25 Ιανουαρίου να τερματίσει τα μνημόνια και την πολιτική λιτότητας που τσάκισε τα φτωχότερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Η ηγεσία του κόμματος δεσμεύτηκε προεκλογικά ότι αυτό μπορεί να το καταφέρει εντός της Ευρωζώνης. Τόσο από αριστερά όσο και από δεξιά, παρότι από εντελώς διαφορετική σκοπιά, του έλεγαν ότι δεν μπορεί να τερματίσει τα μνημόνια εντός της Ευρωζώνης, γιατί πολύ απλά αυτά αποτελούσαν τον όρο για την παραμονή της.
Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα από αρκετά νωρίς. Ή θα επιλέγαμε την παραμονή μας στην Ευρωζώνη, αποδεχόμενοι την σκληρή πολιτική λιτότητας με την οποία πάει πακέτο, προσπαθώντας τουλάχιστον να υπάρξει μία κάπως διαφορετική κατανομή των βαρών, ή θα δοκιμάζαμε τις δυνάμεις μας βγαίνοντας από αυτή και αποκτώντας ξανά εθνικό νόμισμα. Αυτό το τελευταίο θεωρητικά μπορούσε να γίνει είτε με ρήξη είτε και με συναίνεση-αφού και ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, Β. Σόιμπλε, που για τους δικούς του λόγους ήθελε την Ελλάδα εκτός, είχε προτείνει τόσο στον Ευ. Βενιζέλο όσο και στον Γ. Βαρουφάκη την έξοδο της χώρας από το ευρώ, ισχυριζόμενος ότι θα την στηρίξει κιόλας για να γίνει σχετικά ομαλά.
Σε κάθε περίπτωση, η παραμονή στην Ευρωζώνη απαιτούσε αποδοχή της λιτότητας και η έξοδος έναν πολύ καλά οργανωμένο σχεδιασμό.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ισχυριζόταν ότι μπορεί να πετύχει την άρση της λιτότητας παραμένοντας στο ευρώ, γιατί θα κατάφερνε να τους πείσει και γιατί νόμιζε ότι θα είχε συμμάχους σε αυτό τον Ντράγκι, τον Γιούνκερ, τον Ρέντσι, τον Ολάντ και τις ΗΠΑ. Πίστευε μάλιστα ότι θα κατάφερνε συμμαχώντας μαζί τους να προκαλέσει ρήγμα -έτσι έλεγαν- στη γερμανική κυριαρχία και να αλλάξουν την Ευρώπη. Στο τέλος έφτασαν να πιστεύουν μέχρι και ότι η καγκελάριος Μέρκελ ήταν καλή και θα στήριζε την Ελλάδα παραμερίζοντας τον κακό Σόιμπλε που ήταν το εμπόδιο.
Αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι όλα αυτά στηρίζονταν σε μια πολιτική αφέλεια, στην απειρία και στην αδυναμία να αντιληφθούν τη σημασία της πολιτικής ισχύος και των συσχετισμών.
Οι υποχωρήσεις από τις προεκλογικές τους θέσεις άρχισαν από τις 26 Ιανουαρίου και κορυφώθηκαν στις 20 Φεβρουαρίου με την περιβόητη συμφωνία που υπέγραψε ο Βαρουφάκης στο Eurogroup. Όποιος παρακολούθησε τι συνέβη εκεί και διάβασε το ντοκουμέντο της συμφωνίας, αντιλήφθηκε ότι η ηγεσία της κυβέρνησης έπεσε στην παγίδα που της είχαν στήσει. Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου η πλήρης ομηρία, στην οποία βρέθηκε και η κυβέρνηση και η χώρα την περασμένη Παρασκευή.
Σε εκείνο το ανακοινωθέν του Eurogroup της 20ης Φλεβάρη αναφερόταν ρητά ότι η Ελλάδα ζήτησε την «παράταση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία διέπεται από μία σειρά δεσμεύσεων». Ζήτησε δηλαδή την παράταση της σύμβασης και του μνημονίου, κάτι που αν και φαινόταν ξεκάθαρα, τόσο από το κείμενο, όσο και από τα συνοδευτικά έγγραφα, στον δημόσιο λόγο τους το αρνούνταν.
Το ίδιο επίμονα αρνούνταν και το ότι δέχθηκαν να ολοκληρώσουν την τελευταία αξιολόγηση, αυτή που δεν κατάφερε να κλείσει ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γκ. Χαρδούβελης, ενώ το κείμενο το ανάφερε ρητά: «Ο σκοπός της επέκτασης είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της υπάρχουσας διευθέτησης (σ.σ συμφωνίας), και με την καλύτερη δυνατή χρήση της υπάρχουσας ευελιξίας (σ.σ ισοδύναμα) που θα επιθεωρηθεί από κοινού με τις ελληνικές αρχές και τους θεσμούς». Επίσης ανέφερε ότι: «Μόνο με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής της παρατεινόμενης συμφωνίας από τους θεσμούς, θα επιτραπεί η εκταμίευση της δόσης».
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Σε εκείνο το Eurogroup ο Γ.Βαρουφάκης υπέγραψε ότι «Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα» καθώς και «να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012».
Η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη όμως περιείχε και τη μοιραία δέσμευση περί μη μονομερών ενεργειών, με την οποία η κυβέρνηση ναρκοθετούσε -αν δεν ακύρωνε, την εντολή των εκλογών για κατάργηση του μνημονίου: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους, στην οικονομική ανάκαμψη ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς».
Και η ανακοίνωση της συμφωνίας του Eurogroup που αποδέχθηκε η ελληνική πλευρά, κατέληγε ως εξής: «Παραμένουμε δεσμευμένοι να παράσχουμε επαρκή υποστήριξη στην Ελλάδα, ωσότου κατακτήσει πλήρη πρόσβαση στην αγορά και εφόσον τιμήσει τις δεσμεύσεις της εντός του συμπεφωνημένου πλαισίου». Δηλαδή η κυβέρνηση θα έπαιρνε λεφτά, μόνο αν εφάρμοζε το μνημόνιο, έκλεινε την αξιολόγηση και έπραττε ότι της επέβαλλαν.
Η συνέχεια γνωστή: οι Ευρωπαίοι θεώρησαν ότι η κυβέρνηση δεν τήρησε αυτή τη συμφωνία και δεν της έδωσαν χρήματα, ενώ η κυβέρνηση υποστήριζε ότι την τήρησε και ότι οι Ευρωπαίοι ήταν ασυνεπείς που δεν της έδωσαν τα λεφτά.
Όποιος διαβάσει όμως προσεκτικά το κείμενο αυτό μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι η συμφωνία αυτή ήταν η τέλεια παγίδα. Οι δανειστές δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτα παραπάνω και ήταν προφανές ότι ο χρόνος θα δούλευε υπέρ τους. Όσο θα πλησιάζαμε στην λήξη της παράτασης, στις 30 Ιουνίου, τόσο πιο πολύ θα πιεζόταν η κυβέρνηση προκειμένου να αποφύγει την χρεοκοπία και την καταστροφή που θα ακολουθούσε αν δεν υπήρχε αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση αντιθέτως, νόμιζε ότι είχε κερδίσει χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα οι δανειστές τον ροκάνιζαν, αφήνοντας την να νομίζει ότι διαπραγματεύεται.
Για τη συμφωνία αυτή έχουν ειπωθεί πολλά και στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο. Έχει ακουστεί εντόνως, χωρίς ωστόσο να επιβεβαιώνεται, ότι ο Γ.Βαρουφάκης αρνούνταν να την υπογράψει και το έκανε μόνο όταν πήρε εντολή από το Μαξίμου να το κάνει. Κανείς δεν ξέρει αν αυτή είναι η αλήθεια. Πριν από λίγο καιρό, σε τηλεοπτική συνέντευξή του ο Αλέξης Τσίπρας, παραδέχθηκε ότι «παραπλανήθηκαν». Μέχρι τότε όμως, επέμεναν ότι η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη ήταν επιτυχία και αρνούνταν να παραδεχθούν ότι είχε το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ήταν εντυπωσιακό ότι δεν δόθηκε καμία δημοσιότητα στη συμφωνία αυτή που δέσμευε το μέλλον της χώρας και τα ΜΜΕ σχεδόν την απέκρυψαν, καθώς τότε προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν τον πρωθυπουργό να ολοκληρώσει τη «στροφή στο ρεαλισμό».
Ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε πράγματι και ήταν διατεθειμένος εξαρχής να κάνει συμβιβασμούς και να τα βρει με τους δανειστές. Αλλά με έναν τρόπο που θα του άφηνε κάποια περιθώρια αυτά να περάσουν από το κόμμα του. Οι δανειστές δεν του άφησαν κανένα. Αυτό ήταν προφανές από πολύ νωρίς, άλλωστε οι «θεσμοί» δεν το έκρυβαν, αλλά στο Μαξίμου μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευαν ότι οι δανειστές μπλοφάρουν.
Όλο αυτό το διάστημα υπήρξαν πολλές φωνές καλόπιστης κριτικής, αλλά και προειδοποιήσεις προς την ηγεσία, ακόμα και από το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, τις οποίες η ηγεσία αγνόησε. Με τον ίδιο τρόπο είχε αγνοήσει και όλες τις παροτρύνσεις για να ετοιμάσει εγκαίρως εναλλακτικά σχέδια και προτάσεις για την περίπτωση που το σχέδιο «θα πείσουμε τους δανειστές» δεν πετύχαινε. Αρνιόταν όμως πεισματικά και ισχυριζόταν ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μην πείσει τους δανειστές. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ναυάγιο των διαπραγματεύσεων χωρίς σωσίβια λέμβο, γιατί ο καπετάνιος επέμενε ότι δεν χρειάζεται.
Όλο αυτό το διάστημα ο Αλέξης Τσίπρας, ως κλασικός κεντριστής, προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ συμβιβασμού και ρήξης, ώστε να κρατάει ικανοποιημένους και τους μετριοπαθείς τους κόμματός του και τους ριζοσπάστες. Οι πρώτοι θεωρούσαν βέβαιο το συμβιβασμό και οι δεύτεροι -σίγουροι καθώς ήταν ότι οι δανειστές δεν θα υποχωρούσαν καθόλου- ήλπιζαν ότι θα ερχόταν η ώρα της ρήξης.
Από τον Απρίλιο και μετά -καθώς τα χρονικά περιθώρια στένευαν και οι κόκκινες γραμμές ξεθώριαζαν-, όλοι είχαν πειστεί ότι ο Τσίπρας θα υπέγραφε μνημόνιο. Έφτασε μάλιστα να παρουσιάσει σχέδιο 47 σελίδων με μέτρα που έφεραν την υπογραφή του, προκαλώντας έντονες εσωκομματικές αντιδράσεις. Εκείνες τις μέρες πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και στενοί του συνεργάτες, όχι μόνο προεξοφλούσαν τη συμφωνία, αλλά απεύθυναν και απειλές προς όποιον δεν «συμμορφωνόταν», επικαλούμενοι την κομματική πειθαρχία.
Ο πρωθυπουργός έδειξε υπερβολικά καλή πίστη στους δανειστές. Έφτασε μάλιστα να αδειάσει όλα τα αποθεματικά από τα δημόσια ταμεία για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών, κατόπιν υποδείξεών τους. Μόνο κατά τη δική του θητεία ξόδεψε περίπου 8 δισεκατομμύρια για αυτό, όταν εκείνοι όλο αυτό το διάστημα δεν εκταμίευσαν ούτε ένα ευρώ.
Η στρατηγική τους ήταν ολοφάνερη. Τον έφεραν με μαεστρία μέχρι την περασμένη Παρασκευή, αφήνοντας του περιθώριο μόνο 48 ωρών, πριν ανοίξουν οι αγορές τη Δευτέρα, προκειμένου είτε να ψηφίσει στη Βουλή, είτε να περάσει με ΠΝΠ την επώδυνη συμφωνία. Αλλιώς, χωρίς νέα συμφωνία, θα βρισκόταν μπροστά στον κίνδυνο της οικονομικής κατάρρευσης, αφού η παράταση έληγε στις 30 Ιουνίου.
Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για την τελευταία πράξη, ο Αλέξης Τσίπρας κατάλαβε την τελευταία στιγμή την παγίδα που του είχαν στήσει και ότι μαζί με τη συμφωνία ήταν πιθανό ότι θα υπέγραφε και το πολιτικό του τέλος. Αν δεν έκανε τη συμφωνία, οι δανειστές θα σταματούσαν τον ELA, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να πάει σε capital control και να κλείσει τις τράπεζες, με ότι αυτό θα σήμαινε για τη συνέχεια. Αν την έκανε, κινδύνευε να τελειώσει πολιτικά, με ορατό τον κίνδυνο της διάσπασης του κόμματος, καθώς η συμφωνία αυτή δεν θα περνούσε.
Έτσι επέλεξε ως διέξοδο το δημοψήφισμα, ως μοναδική οδό σωτηρίας της κυβέρνησης του, που θα διατηρούσε την ενότητα του κόμματος και θα πετούσε τη μπάλα στους πολίτες. Αν οι πολίτες ψήφιζαν ναι στα επώδυνα μέτρα, η ευθύνη θα ήταν του λαού. Αν οι πολίτες ψήφιζαν όχι στα επώδυνα μέτρα, θα αναλάμβαναν τις ευθύνες για αυτό που θα ακολουθούσε.
Η πρόταση των δανειστών, στην οποία κατέληξαν μετά από πέντε μήνες διαπραγμάτευσης, είναι μία πρόταση με αντιαναπτυξιακά μέτρα και άγρια φορολόγηση, που θίγει όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Κανείς στην Ελλάδα, ούτε καν οι επιχειρηματίες, δεν είναι δυνατόν να επιθυμούν την έγκρισή της, πόσο δε τα φτωχότερα στρώματα που έχουν σηκώσει πολύ μεγαλύτερο βάρος από όσο μπορούσαν να σηκώσουν ως τώρα.
Η υπερψήφιση του ΝΑΙ λοιπόν σε αυτό το ναρκοθετημένο δημοψήφισμα οδηγεί ξεκάθαρα στη συνέχιση της λιτότητας, αλλά και στη λαϊκή νομιμοποίηση της και αυτό είναι ένα τεράστιο δώρο για τους δανειστές. Η υπερψήφιση του ΟΧΙ ωστόσο, οδηγεί στο άγνωστο, καθώς η κυβέρνηση αρνείται να αποκαλύψει το παραμικρό για το πού θα οδηγηθεί η χώρα την επόμενη μέρα και αυτή δεν είναι μία πολιτικά έντιμη στάση.
Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει να επιδείξει κανένα αποτέλεσμα σε κάποιον από τους βασικούς στόχους της (ακύρωση του μνημονίου, τέλος της διαπλοκής, κυνήγι της φοροδιαφυγής, φορολόγηση των πλουσίων κτλ) ούτε σε κάποια από τις προβλέψεις της έχει πέσει μέσα (οι δανειστές θα υποχωρήσουν, οι ΗΠΑ θα βοηθήσουν, θα βρεθούν χρήματα από τρίτες χώρες, οι τράπεζες δεν θα κλείσουν κτλ) δεν εμπνέει πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη.
Στελέχη της κυβέρνησης διαβεβαιώνουν ότι οι τράπεζες την Τρίτη θα λειτουργήσουν κανονικά, ενώ γνωρίζουν καλά ότι αυτό θα πάρει πολύ καιρό να συμβεί. Διαβεβαιώνουν δημοσίως ότι σύντομα θα αποκατασταθεί η ρευστότητα, ενώ ξέρουν ότι αυτό μπορεί πλέον να γίνει μόνο, είτε αν τα βρουν με τους δανειστές, είτε εάν τυπώσουν εθνικό νόμισμα, πράγμα που πάλι δεν γίνεται τώρα, αφού καμία σχετική προετοιμασία δεν έχει γίνει και τα λεφτά που υπάρχουν τελειώνουν.
Αρνούνται κατηγορηματικά ότι υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα να βγούμε εκτός Ευρωζώνης ή να τεθούμε σε κάποιο ειδικό καθεστώς, όταν δεν υπάρχει κανείς στον πλανήτη που να μην υποστηρίζει ότι η πιθανότητα αυτή είναι υπαρκτή. Ακόμα και ο αμερικανός νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, που στηρίζει την κυβέρνηση στο ΟΧΙ, δηλώνει καθαρά ότι όχι μόνο είναι πιθανή η έξοδος , αλλά και ότι ένα μέρος της δουλειάς για αυτό έχει ήδη γίνει με το κάπιταλ κοντρόλ.
Το πρόβλημα με το θέμα της εξόδου από την Ευρωζώνη είναι ότι για να είχε πιθανότητες επιτυχίας, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ο έγκαιρος και πολύ καλός σχεδιασμός της. Χρειαζόταν δηλαδή ένα πολύ σοβαρό και επεξεργασμένο σε κάθε του λεπτομέρεια σχέδιο, που θα είχε προετοιμάσει τα πάντα. Και φυσικά μία πολύ ικανή και έμπειρη κυβερνητική ομάδα για να το υλοποιήσει, καθώς και τη λαϊκή έγκριση, αφού θα χρειαζόταν οπωσδήποτε την υποστήριξη του λαού.
Τώρα δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά και δεν μπορεί κανένας υπεύθυνος πολιτικός να αγνοήσει ότι στις σημερινές συνθήκες είναι ορατό το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε συνθήκες χάους, που θα ευνοούσαν αποκλειστικά και μόνο τα κοράκια και τους κερδοσκόπους. Και αν κάποιοι ενοχλούνται με την αυτονόητη επισήμανση, θα έπρεπε αντί για αυτό να φροντίσουν να μην συμβεί και να αντιληφθούν ότι η αριστερά έχει ηθική υποχρέωση να είναι και πολιτικά έντιμη και ειλικρινής απέναντι στο λαό.
Καλείται λοιπόν ο λαός να αποφασίσει τί; Και για ποια ρήξη μιλάμε όταν ο πρωθυπουργός έχει βάλει την υπογραφή του σε ένα μνημόνιο 47 σελίδων και σε μία παραλλαγή του σχεδίου Γιούνκερ με μικρές διαφορές; Όταν η κυβέρνηση λέει ότι αμέσως μετά από ένα ΟΧΙ θα επιδιώξει άμεσα μια συμφωνία; Δηλαδή γιατί ακριβώς θα ψηφίσουμε; Αν θέλουμε να έχει 5 ή 6 καζάνια η «κόλαση»; Και η νέα συμφωνία που θα υπογράψει ο Τσίπρας από πού θα αντλήσει λαϊκή νομιμοποίηση, αν δεν έχει σημαντικές διαφορές από αυτήν που θα καταψηφιστεί; Θα τη φέρει κι αυτή σε δημοψήφισμα;
Οι αντιφάσεις είναι πολλές. Γιατί την ίδια ώρα που η κυβέρνηση μας καλεί να καταψηφίσουμε την πρόταση των δανειστών, μας λέει ότι θα επιδιώξει αμέσως μία άλλη που δεν θα διαφέρει και τόσο, ενώ οι δανειστές έχουν περίπου προεξοφλήσει ότι δεν θεωρούν κάτι τέτοιο πιθανό σε περίπτωση που υπερισχύσει το όχι. Και κάπως έτσι οι μισοί ψηφοφόροι του ΟΧΙ θα νομίζουν ότι πάνε σε συμφωνία και οι άλλοι μισοί σε ρήξη και ενδεχομένως σε έξοδο.
Η παράνοια όμως δεν σταματάει εδώ.
Είναι παραπάνω από προφανές ότι αν γινόταν ένα δημοψήφισμα στο οποίο δεν θα κρινόταν τίποτα άλλο, απλώς και μόνο για να ρωτηθούν οι πολίτες της Ελλάδας αν συμφωνούν με τα σκληρά μέτρα των δανειστών (σαν λέμε δηλαδή αν θέλουν να τους μαστιγώσουν) ούτε το 1% δεν θα απαντούσε θετικά. Επειδή όμως αυτή τη στιγμή κανείς δεν προτείνει μία άλλη συγκεκριμένη λύση πριν μίας αβέβαιης προοπτικής που δεν ξέρουν που οδηγεί, πολλοί μπροστά στο φόβο του αγνώστου και διαπιστώνοντας ότι η κυβέρνηση δεν έχει άλλο σχέδιο (όπως έχει παραδεχθεί) θα προτιμήσουν να ψηφίσουν κι αυτοί ΝΑΙ, χωρίς να συμφωνούν με τα μέτρα.
Το πεδίο λοιπόν είναι ναρκοθετημένο και το δημοψήφισμα ήρθε πολύ αργά και με άδεια ταμεία, αφού η κυβέρνηση έχει εκ των πραγμάτων σε μεγάλο βαθμό υπονομεύσει την πιθανότητα μιας ρήξης με προοπτική. Ποιας ρήξης λοιπόν με μισόλογα και με ποιο σχέδιο; Και με ποια πρόβλεψη για να προστατευθούν οι φτωχότεροι και οι πιο αδύναμοι; Τα θύματα της κρίσης και των μνημονίων δεν έχουν ούτε λεφτά στο εξωτερικό, ούτε στα «στρώματα» και στις θυρίδες.
Η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας αυτές τις κρίσιμες ώρες είναι τεράστια. Και πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η προστασία αυτών των ανθρώπων. Ποιες είναι οι εγγυήσεις για αυτό; Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, δυστυχώς οι προοπτικές είναι θετικές μόνο για τον Σόιμπλε και στο ναι και στο όχι.
Αν υπερψηφιστεί το ναι, θα είναι από εξαναγκασμό και όχι από ελεύθερη βούληση του λαού και για πρώτη φορά θα έχουμε λαϊκή νομιμοποίηση ενός πολύ σκληρού μνημονίου. Ούτε στα πιο τρελά όνειρά του Σόιμπλε δηλαδή.
Στην περίπτωση που υπερψηφιστεί το όχι, περνάμε στο άγνωστο κι ανοίγει ταυτόχρονα κι ο δρόμος για την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, χωρίς να χρειαστεί να βάψει τα χέρια του με αίμα ο Σόιμπλε , αναλαμβάνοντας απλά τον εύκολο ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Είναι γνωστό ότι αυτές είναι οι δύο επιλογές που εκείνος ήθελε. Ή να φύγουμε από την Ευρωζώνη, στην οποία θεωρεί ότι δημιουργούμε προβλήματα, ή αν μείνουμε, να μείνουμε αποδεχόμενοι τη λιτότητα όχι μόνο ως πολιτική επιλογή, αλλά και ως τιμωρία με τη θέλησή μας.
Οι ρομαντικοί που παραβλέπουν το ναρκοθετημένο πεδίο, πιστεύουν ότι το ΟΧΙ μπορεί να ανοίξει το δρόμο της απελευθέρωσης του ελληνικού λαού από τα μνημόνια. Αυτή όμως θα ήταν μια μεγάλη μάχη και όπως όλες οι μάχες θα χρειαζόταν στρατηγική, σχέδιο και πολιτικά στελέχη ατσαλένιας πυγμής που θα αναλάμβαναν να ηγηθούν. Και φυσικά σε αυτές τις περιπτώσεις, όσοι σε ακολουθούν πρέπει να ξέρουν ότι τους πηγαίνεις σε μάχη για να πολεμήσουν και να έχουν συμφωνήσει σε αυτό. Διαφορετικά η έκβαση είναι προδιαγεγραμμένη.
Δεν πιστεύω ότι αξίζουν σε κανένα λαό αυτά που περνάνε οι Έλληνες να τελευταία πέντε χρόνια, τουλάχιστον να σώσουμε ότι σώζεται.
Β.Σ