14 January 2007

Συμφωνική μουσική και παγκοσμιοποίηση

...
Στην παρουσίαση της κλασικής περιόδου της συμφωνικής μουσικής έγινε αναφορά στον Beethoven ως πολιτισμικό φαινόμενο, του οποίου το έργο προκάλεσε ήδη στο 19ο, αλλά κυρίως στον 20ο αιώνα μια παγκόσμια διάδοση της συμφωνικής μουσικής και την υιοθέτησή της από λαούς με διαφορετική και ισχυρή μουσική και γενικότερη πολιτισμική παράδοση, Ιάπωνες, Κινέζους, Κορεάτες κλπ. - μια παγκοσμιοποίηση πολιτιστικού προϊόντος πολύ πριν εμφανιστεί και χρησιμοποιηθεί αυτός ο όρος για οικονομικές και πολιτικές διεργασίες.

Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό, όπως ισχυρίζονται οι αγοραφοβικοί και ανεπαρκείς και όπως διαδίδουν οι διάφοροι μηχανισμοί, των οποίων η ύπαρξη και μακροημέρευση σε βάρος της κοινωνίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της οπισθοδρομικότητας. Το δείγμα εκτέλεσης που ακολουθεί επιβεβαιώνει εντυπωσιακά αυτό το φαινόμενο: ένα κοριτσάκι από χώρα της Άπω Ανατολής παίζει, πριν ακόμα μπορέσει να πατήσει σωστά τα πεντάλ του πιάνου, με απίστευτη δεξιοτεχνία το πρώτο μέρος του Κοντσέρτου αρ. 26 για πιάνο και ορχήστρα του W.A. Mozart, το ονομαζόμενο «2ο κοντσέρτο της στέψης» (επειδή παίχτηκε στη στέψη κάποιου αυτοκράτορα στη Φραγκφούρτη).

Είναι πολύ πιθανόν κάποιοι ιδιοτελείς αντι-παγκοσμιοποιητές στη χώρα αυτής της μικρής να βομβαρδίζουν την κοινωνία τους με πύρινους λόγους για την απώλεια της ιδιοπροσωπίας και των παραδόσεων του λαού, της φυλής, του ανθρώπινου γένους και ποιος ξέρει τί άλλα ρατσιστικά έχουν επινοήσει - ίσως πιο προωθημένα από αυτά των δικών μας ιδιοτελών οπισθοδρομικών που επιβιώνουν με στήριγμα τους ανασφαλείς και αμόρφωτους συμπολίτες!

  • «Κινδυνεύουμε» από κατακλυσμό ευρωπαϊκών και αμερικάνικων εμπορικών και πολιτισμικών προϊόντων; Μα τα έχουμε ήδη υιοθετήσει, φοράμε μπλου τζην, καπνίζουμε (όσοι το κάνουν) αμερικανο- αγγλικά ή γαλλικά τσιγάρα, παρακολουθούμε την ιταλικά μόδα, πίνουμε αμερικάνικο ή γαλλικό καφέ, τα περισσότερα βιβλία στην ελληνική αγορά είναι μεταφράσεις ξένων και βλέπουμε αμερικάνικες ταινίες, άσε που έχουμε μάθει τα παραδοσιακά σπορ της ελληνικής επαρχίας, το σκι, το τένις και το γκολφ!
  • «Κινδυνεύουμε» από κατακλυσμό κινέζικων, ιαπωνικών, κορεάτικων και ινδικών εμπορικών και πολιτισμικών προϊόντων; Ας φροντίσουμε να γίνουμε καλύτεροι, πρωτότυποι και ανταγωνιστικοί και είναι σίγουρο ότι κάπου θα διακριθούμε, ως άτομα ή ως λαός. Όπως έγινε κάποτε καλύτερος ο Ωνάσης ή όπως έγιναν καλοί και ανταγωνιστικοί οι εφοπλιστές του Λονδίνου ή ο Κύπριος ιδιοκτήτης της Easy Jet, όπως διακρίνονται καθημερινά και χωρίς κανένα αίσθημα μειονεξίας, οι επιστήμονές μας, ο Νανόπουλος, ο Παπαδημητρίου κ.ά., οι ποιητές μας, ο Σεφέρης, ο Ελύτης κ.ά.

Ας διακριθούμε επιτέλους, όπως διακρίθηκαν παλιά οι Έλληνες, στην κλασική και στην ελληνιστική εποχή όταν, αντί να κλειστούν για να περισώσουν τις «παραδόσεις» τους, ανοίχτηκαν στις κοινωνίες της περιφέρειάς τους, όταν, αντί να ομφαλοσκοπούν περί την «ιδιοπροσωπία» τους, έκαναν αυτό που ήξεραν καλύτερα, επηρέασαν και εξελλήνισαν σε μεγάλο βαθμό τους κατακτητές Ρωμαίους, όταν από διωκόμενοι του χριστιανισμού έγιναν -και έμειναν μέχρι των ημερών μας- αποδέκτες ικεσιών για τη συγκρότηση «ελληνο χριστιανικού» συνασπισμού. Οι φοβικοί και ανεπαρκείς σε παγκόσμια κλίμακα έτσι κι αλλιώς μόνο ως ουραγοί των εξελίξεων θα δουν τους εαυτούς τους, ας φροντίσουν τουλάχιστον να κατανοήσουν τα φαινόμενα που ήδη μας επηρεάζουν!

Και για να επιστρέψουμε στο βίντεο που ήταν αφορμή γι' αυτό το κείμενο: πριν από την είσοδο του πιάνου, εκτελεί η ορχήστρα ένα πολύ εντυπωσιακό εισαγωγικό εμβατήριο (), το οποίο οι τυχόν μελλόνυμφοι bloggers θα μπορούσαν να ζητήσουν να εκτελεστεί στο γάμο τους, κατά την προσέλευση της νύφης στο Δημαρχείο.


W.A.Mozart: Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, Αρ. 26


Για σωστή ακρόαση της μουσικής απαιτούνται καλά μεγάφωνα ή ακουστικά!
.
.

12 January 2007

Χριστιανισμός έναντι του ελληνικού πολιτισμού IV

(Το τρίτο μέρος βρίσκεται εδώ!)

Το επιχείρημα ότι οι περισσότεροι από τους πατέρες του χριστιανισμού είχαν ελληνική παιδεία και γνώριζαν επαρκώς τη φιλοσοφία δεν απαντάει σε κανένα από τα προαναφερόμενα ερωτήματα. Η ιδέα ότι όποιος έχει «μελετήσει» κάτι το εκτιμάει και το στηρίζει επίσης, είναι προφανώς άστοχη. Ίσως δε η βαθιά γνώση της ελληνο-ρωμαϊκής φιλοσοφίας να δημιουργούσε στους διανοούμενους των ανερχόμενων λαών της αυτοκρατορίας και την έντονη αντιπάθεια, λόγω φθόνου ή απελπισίας για έλλειψη αντεπιχειρημάτων. Γνωρίζουμε μέχρι σήμερα ότι τίποτα ουσιαστικό δεν αντιπαρέθεσαν στον κόσμο των ιδεών κατά της ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης, αντίθετα την αντέγραψαν, όπου μπόρεσαν. Να μην παραβλεφθεί επίσης η ύπαρξη αισθημάτων εκδίκησης από τους πρωτεργάτες αυτής της θρησκείας για όσα πραγματικά ή νομιζόμενα δεινά είχαν υποστεί οι λαοί τους γύρω από τον ελληνόφωνο χώρο εξ αιτίας των επιδρομών των Μακεδόνων και των Ρωμαίων.

Ειδικά στις αρχές του 21ου αιώνα αντιμετωπίζουμε το φαινομενικά παράδοξο, άτομα αραβικής ή ινδο-πακιστανικής καταγωγής που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και σπούδασαν σε δυτικό περιβάλλον να «θυσιάζονται» για θρησκευτικούς λόγους, σπέρνοντας το θάνατο και σε δεκάδες άλλους συνανθρώπους τους. Το φαινόμενο δε, ακόμα και Ελλήνων που φοιτούν σε δυτικές χώρες, να επιστρέφουν στην πατρίδα τους και να συκοφαντούν, συχνά με αισθήματα μίσους τη χώρα και το λαό που τους φιλοξένησε στα χρόνια των σπουδών τους, κάθε άλλο παρά σπάνιο είναι. Εκτιμούμε ότι κύριος παράγοντας γι' αυτά τα χάσματα είναι, αφενός οι πολιτισμικές διαφορές, οι οποίες δεν καλύπτονται με κάποια πρόωρη οικονομική άνοδο, αλλά απαιτούν μακρόχρονη εμπέδωση σε κλίμακα γενεών και, αφετέρου, η προσωπική ανασφάλεια που προκύπτει από την ελλιπή παιδεία, τότε λόγω της γενικότερης πολιτισμικής υποβάθμισης και τώρα λόγω απορρίψεώς της από θρησκευτικούς φονταμενταλιστές κάθε προελεύσεως και προσανατολισμού.

Η προτεραιότητα του εθνικού και κοινωνικού στόχου έναντι του θρησκευτικού επιβεβαιώνεται και από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά των διανοουμένων χριστιανών στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας (Λιβύη, Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Συρία, Ανατολία κ.ά.), οι οποίοι έβλεπαν ότι το νέο σχήμα λειτουργίας του κράτους, με ενωτική ιδεολογία το χριστιανισμό, άφηνε τους λαούς τους και πάλι εκτός επιρροής στην κεντρική εξουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι σ' αυτές ακριβώς τις χώρες διαδίδονταν εύκολα οι «αιρέσεις» με συνήθως ασήμαντες διαφοροποιήσεις από τα κεντρικά θρησκευτικά δόγματα. Διάφοροι γνωστικισμοί, μοντανισμός, μανιχαϊσμός, απολλιναρισμός, αρειανισμός, μονο- ή μιοφυσιτισμός, μεσαλιανισμός, νεστοριανισμός, δονατισμός κ.ά. ήταν δοξασίες και αιρέσεις που δημιουργήθηκαν και/ή εξαπλώθηκαν στη Συρία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Ανατολία, τη Μεσοποταμία, την Περσία κ.α. Αποτέλεσμα αυτών των δογματικών διαφοροποιήσεων και, ουσιαστικά, εθνικών αποσχιστικών κινημάτων, ήταν να υφίστανται αυτοί οι λαοί, αρχικά την «πνευματική» εχθρότητα της Ρώμης και της Κων/πολης, στη συνέχεια δε στρατιωτική καταπίεση, διώξεις και σφαγές.

Έτσι, όταν εξασθένησε η επιρροή της κεντρικής εξουσίας στις περιοχές τους και ήρθε στο προσκήνιο ο μωαμεθανισμός, προσχώρησαν οι λαοί της τότε βυζαντινής περιφέρειας με ευκολία στη νέα θρησκεία η οποία, αφενός ήταν προσαρμοσμένη πολύ καλύτερα στις συνθήκες ζωής και ανάγκες αυτών των πληθυσμών και, αφετέρου, δεν απείχε πολύ από τη χριστιανική ή, όπως γράφει ο Runciman: «Η πίστη που κήρυττε ο Μωάμεθ ήταν εγγύτερα στη δική τους (των Μονοφυσιτών) απ' ότι η Ορθοδοξία της Χαλκιδόνας...» («Η Βυζαντινή Θεοκρατία»). Μια νέα θρησκεία αποτέλεσε λοιπόν και σ' αυτή την περίπτωση όχημα για τη μετάβαση στην καινούργια εποχή με μεγαλύτερη δυνατότητα επιρροής των παραμελημένων εθνικών και κοινωνικών ομάδων της αυτοκρατορίας (K. Deschner: «Kriminalgeschichte des Christentums»).

Ανάλογα ήταν τα φαινόμενα κατά την εύκολη εξάπλωση των Τούρκων στη Μικρά Ασία, από τον 11ο αιώνα και μετά. Τα οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα και το αίσθημα της παραμέλησης από το κέντρο αποφάσεων ωθούσαν τους ανθρώπους στις υπότουρκες περιοχές σε μαζικές προσχωρήσεις στη θρησκεία της νέας εξουσίας, δεδομένου ότι οι προσήλυτοι απαλλάσσονταν από τον κεφαλικό φόρο (τζίζιε) που πλήρωναν οι «άπιστοι» και είχαν ελαφρύτερο αγροτικό φόρο. Άλλοι λόγοι ήταν η ευκολία με την οποία αποκτούσαν διοικητικές θέσεις και αγροτικές εκτάσεις (Σπύρου Βρυώνη: «Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού στη Μικρά Ασία ...»).

Πάντως, οι μοναχοί των μοναστηριών στον Άθω δήλωσαν υποταγή στους Οθωμανούς, πριν καν αυτοί εδραιώσουν την κυριαρχία τους στα Βαλκάνια, ήδη από το έτος 1372, με αντάλλαγμα την επικύρωση των τίτλων ιδιοκτησίας των κτημάτων τους (C. Mango: «Βυζάντιο»). Το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας που διαθέτουν ακόμα, αλλά χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, διάφορες επισκοπές και μονές στην Ελλάδα, έχουν προέλευση από εκείνη την εποχή, όπου κάθε αυτοκράτορας, ηγεμόνας ή κατακτητής «δώριζε» σημαντικές εκτάσεις γης, οι οποίες φυσικά δεν του ανήκαν, με μόνο κριτήριο την προσήλωση των ευνοουμένων στην εκάστοτε νέα εξουσία.

Ενδιαφέρον είναι δε ότι, στις δύσκολες περιστάσεις υποχώρησης έναντι νέων πολιτικών και θρησκευτικών εξουσιών, επικαλούνταν οι χριστιανοί στην επιχειρηματολογία τους, αμυνόμενοι έναντι της ισλαμικής προπαγάνδας, τους αρχαίους φιλοσόφους. Σε δημόσιες αντιδικίες που διοργανώνονταν μεταξύ χριστιανών και μωαμεθανών ιερωμένων για να διερευνηθεί ποια ήταν η «αληθινή θρησκεία», οι χριστιανοί προέβαλαν το επιχείρημα ότι «το Κοράνι αποκλίνει από την ουσία του νόμου του θεού και από τα διδάγματα των φιλοσόφων περί αρετής... » Μέσα στην απελπισία της κατάρρευσης και υποχώρησης, πάλι οι Έλληνες και Ρωμαίοι φιλόσοφοι επιστρατεύονται (νεότεροι, π.χ. ο φιλόσοφος Ιωάννης Ιταλός, δεν αφέθηκε να δημιουργήσει ορόσημα στον προβληματισμό περί αρετής), τους οποίους αρχαίους φιλοσόφους όμως η Εκκλησία, στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες εξύβριζε και μέχρι των ημερών μας αποκαλεί (Ακάθιστος Ύμνος) «ασόφους»

Συμπληρωματικά στοιχεία

Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες υπάρχει βέβαια και μικρός αριθμός επιφανών «πατέρων» με ελληνική καταγωγή, οι οποίοι διέθεταν, για την εποχή τους, αξιόλογη παιδεία και συμμετείχαν επίσης στο χορό της συκοφάντησης του Ελληνισμού. Αυτοί οι «πατέρες» συμβάλλουν επίσης με αυθαίρετους ισχυρισμούς στην προσπάθεια μηδενισμού του Ελληνισμού, για παράδειγμα ο Κλήμης Αλεξανδρείας (~150 - ~215), πιθανόν Αθηναίος εκ γενετής. Ο συγκεκριμένος εκρωμαϊσμένος Έλληνας (Titus Flavius Clemens) ισχυρίζεται στην αλλαγή από το 2ο στον 3ο μ.Χ. αιώνα ότι οι Έλληνες έχουν «κλέψει» τα πάντα από ανατολικούς σοφούς, «Έλληνες κλέπται πάσης γραφής!» (Στρωματείς 1,5).

Αν είχε διατηρήσει έστω και ίχνος ελληνικότητας ο Κλήμης, προφανέστατα δεν θα συκοφαντούσε τόσο άκριτα τους συμπατριώτες του και τον εαυτό του, δεδομένου ότι την ίδια στιγμή καπηλεύεται ο ίδιος, συστηματικά αλλά ανομολόγητα, ιδέες της ελληνικής φιλοσοφίας και τις ενσωματώνει στο κήρυγμα και στα γραπτά του. Βέβαια, από τη στιγμή που απέβαλε ο συγκεκριμένος «πατέρας» την όποια ελληνικότητά του και υιοθέτησε για τον εαυτό του ρωμαϊκά ονόματα, είναι αυτονόητο ότι δεν διέθετε πλέον και την απαιτούμενη ελληνική συνείδηση για να εκτιμήσει ένα πατρογονικό πολιτισμό, στου οποίου την κατεδάφιση συνέβαλε ενθέρμως.

Κι επειδή δυσκολεύονται πάρα πολύ όλοι αυτοί να αποκρύψουν την προέλευση των κεντρικών ιδεών στα γραπτά τους ή να εξαφανίσουν από τις συζητήσεις και το πνεύμα της εποχής τις ελληνικές επιρροές, εφευρίσκουν το ιδεολόγημα της «προτύπωσης»: ισχυρίζονται δηλαδή ότι η ελληνική φιλοσοφία έχει ενταχθεί από τη «θεία πρόνοια» στην προετοιμασία για υποδοχή του χριστιανισμού! Ο Ωριγένης, επιφανής «εκκλησιαστικός πατέρας» του 3ου αιώνα με ελληνική καταγωγή, καταλήγει στο «Κατά Κέλσου» σύγγραμμά του: «... φιλαληθώς περί τινων μαρτυρούμεν Ελλήνων φιλοσόφων, ότι επέγνωσαν τον θεόν, επεί ο θεός αυτοίς εφανέρωσεν...» Αυτό το επιχείρημα αντιστράφηκε όμως σύντομα εναντίον των χριστιανών, όταν η νεότερη μωαμεθανική θρησκεία επικαλέσθηκε επίσης την προτύπωση για να εξηγήσει διάφορα σημεία «αντιγραφής» της από τον ιουδαϊσμό, το χριστιανισμό και κάποιες τοπικές θρησκείες της Αραβίας!

Άλλη μια όμοια αντιστροφή επιχειρημάτων και μεθοδεύσεων προέκυψε στο θέμα της οικειοποίησης και χρήσης λατρευτικών χώρων. Περί το έτος 600 έλεγε ο επίσκοπος Ρώμης Γρηγόριος Α', ο Μέγας και άγιος της ορθόδοξης Εκκλησίας: «Πρέπει να προσέξουμε πρώτα από όλα να μην εξοργίσουμε τους ειδωλολάτρες και να μην καταστρέφουμε τους ναούς τους. Πρέπει να καταστρέφουμε μόνο τα είδωλα και έπειτα να ραντίζουμε το μέρος με αγιασμό και να τοποθετούμε μέσα του άγια λείψανα. Αν οι ναοί αυτοί είναι καλοκτισμένοι, μάς συμφέρει να τους μετατρέπουμε απλώς από χώρο λατρείας των δαιμόνων σε χώρο λατρείας του αληθινού Θεού».

Περίπου μια χιλιετία αργότερα γράφει ο Οθωμανός ιστορικός Σαν αλ-Ντιν, σε μια περιγραφή που συνέταξε κατά το 16ο αιώνα, για την κατάκτηση της Κων/πολης: «...Οι (χριστιανικοί) ναοί της Πόλης καθαρίστηκαν από τα ποταπά είδωλα και τις βρώμικες ειδωλολατρικές ακαθαρσίες, σβήστηκαν οι εικόνες τους και στήθηκαν μωαμεθανικοί βωμοί και άμβωνες ... οι ναοί των απίστων μετατράπηκαν σε τζαμιά των πιστών και οι ακτίνες του φωτός του Ισλάμ έδιωξαν τις στρατιές του σκότους, όπου μέχρι τότε ζούσαν οι αισχροί άπιστοι ...» (P. Sherrad: Constantinople, Iconography of a Sacred City, Λονδίνο 1965.) Οι «εξαγνισμοί» που είχαν μεθοδεύσει οι χριστιανοί εναντίον των εθνικών ιερών, επαναλαμβάνονταν από τον 11ο αιώνα στη Μικρά Ασία και από το 15ο και στα Βαλκάνια, σε βάρος τους εκ μέρους των μωαμεθανών. Ανταγωνισμός πολιτισμών ως σύγκρουση μεταξύ «αληθινών» θρησκειών ... (Stelios Frangopoulos, Στέλιος Φραγκόπουλος)


(συνεχίζεται>>>, εντωμεταξύ γίνονται δεκτά τα πάντα - υποδείξεις, διορθώσεις, αφορισμοί ή έπαινοι!)

11 January 2007

Το κίνημα του «όχι σε όλα»

...

Χθες η «Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού των ΑΕΙ» (η μετεξέλιξη του παλιού κινήματος των «βοηθών») περικύκλωσε τη Βουλή, απαιτώντας να μην αναθεωρηθεί το «άρθρο 16». Λογική η κινητοποίηση, ειδικά για εκείνους που σιτίζονται από το τέλμα της Ανώτατης Παιδείας, αλλά όλοι συμφωνούν ότι το πράγμα σ’ αυτόν τον τομέα έχει φτάσει στο μη περαιτέρω. Ολοι γνωρίζουν ότι τα Πανεπιστήμια παράγουν χαρτιά χωρίς καμιά ακαδημαϊκή αξία, και αποφοίτους χωρίς μόρφωση. Ολοι βλέπουν το κατάντημα των ΑΕΙ και ξέρουν ότι αυτό οφείλεται αφενός στη χαμηλή τους χρηματοδότηση και αφετέρου στην αδιαφορία των ίδιων που σήμερα διαδηλώνουν για να μην αλλάξει το άρθρο 16.

Το αστείο είναι πως το ξέρει και η ΠΟΣΔΕΠ. Ή έτσι τουλάχιστον διακηρύσσει. Ισχυρίζεται ότι τα μέλη ΔΕΠ αγωνίζονται για «την αναβάθμιση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, για ένα καλό και ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο».

Κανείς δεν διαφωνεί στα ρητορικά σχήματα περί «αναβάθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου προς όφελος των φοιτητών και της κοινωνίας», όπως κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει στο αίτημα «να είναι όλοι οι άνθρωποι υγιείς, όμορφοι και πλούσιοι». Εκεί που μοιάζει να διαφωνούν είναι στα μέσα. Και το ζήτημα είναι ότι σε όποια μέσα κι αν προτάθηκαν η ΠΟΣΔΕΠ λέει πάντα όχι.

Είπε:

  • Όχι στην αλλαγές του νόμου-πλαισίου για τα ΑΕΙ διότι «συρρικνώνουν τη δημοκρατική και ακαδημαϊκή λειτουργία μέσα στο Πανεπιστήμιο και θα επιβάλουν δομές και σχέσεις αυταρχικές, μια κοινωνική και πολιτισμική οπισθοδρόμηση».
  • Όχι στη «βάση του 10» διότι είναι ταξικό μέτρο.
  • Όχι στο «Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης», διότι «είναι ο μηχανισμός για την αναγνώριση των τίτλων σπουδών κάθε προέλευσης, που θα λειτουργήσει ισοπεδωτικά για το πανεπιστημιακό μας σύστημα».
  • Όχι στα μέτρα «Διασφάλισης της ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης» διότι θα «ακολουθήσουν η αγοραία ?πιστοποίηση? και το ?σήμα ποιότητας? μέσω της ?αξιολόγησης?».
  • Όχι στη «Διά Βίου Εκπαίδευση» διότι «δημιουργεί δομές, στο εσωτερικό των ΑΕΙ, οι οποίες θα λειτουργούν χωρίς αποτελεσματικό έλεγχο από τα όργανα των Πανεπιστημίων». Φυσικά είπαν
  • Όχι στην παρακράτηση ημερομισθίων μελών ΔΕΠ που απήργησαν («επαναστάτες με τα λεφτά των άλλων», δηλαδή) και όχι στο ευρωπαϊκό σύστημα αξιολόγησης διότι «στοχεύει στην ένταξη του πανεπιστημίου στον ευρωπαϊκό χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης που καθορίζει για τη μαζική εκπαίδευση ως σκοπό την παραγωγή ?απασχολήσιμων? και γρήγορα ?αναλώσιμων? αποφοίτων».

Εντάξει! η ευρωπαϊκή αξιολόγηση είναι «κακός νεοφιλελευθερισμός!». Αλλά όταν, πριν από λίγο καιρό ξεκίνησε μια διαδικασία στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας εσωτερικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών τους λειτουργιών, η ΠΟΣΔΕΠ πάλι αντέδρασε: «Η ΕΓ της ΠΟΣΔΕΠ καταδικάζει την πρωτοβουλία των πρυτανικών αρχών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, οι οποίες επιχειρούν να δρομολογήσουν διαδικασίες ?εσωτερικής αξιολόγησης?... καλεί τις πρυτανικές αρχές του Πανεπιστημίου Μακεδονίας να σταματήσουν αμέσως κάθε διαδικασία προώθησης και επιβολής της ?εσωτερικής αξιολόγησης?, να σεβαστούν τις αποφάσεις του πανεπιστημιακού κινήματος και να υπερασπιστούν το δημόσιο, δωρεάν και κοινωνικό χαρακτήρα του Πανεπιστημίου».

Η ΠΟΣΔΕΠ λοιπόν, λέει «όχι» και στην εσωτερική αξιολόγηση. Και για να μην τους αδικήσουμε, πρέπει να επισημάνουμε ότι λένε κι ένα «ναι»: στην «αύξηση του βασικού μισθού κατά 20% και την ενσωμάτωση των επιδομάτων στο βασικό μισθό».

Αυτό λοιπόν το «κίνημα του όχι σε όλα» κλείνει σήμερα το κέντρο της Αθήνας, ζητώντας να παραμείνει το τέλμα ανέγγιχτο. Αλλά μεταξύ μας: κι εσείς αν βρίσκατε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα δεν θα δίνατε λυσσαλέα μάχη για να μην αλλάξει τίποτε; Να προστατεύσετε τα κεκτημένα από οποιοδήποτε ανταγωνισμό;


(του Πασχου Mανδραβελη, Καθημερινή, 10/1/2006)

08 January 2007

Τα θετικά στοιχεία του βιβλίου της Στ' Δημοτικού...

είναι ακριβώς εκείνα για τα οποία κατηγορείται

«Η πατρίς μας είναι ασυγκρίτως γλυκυτέρα και από τα πουγκία σου [...] ματαίως κοπιάζεις, επειδή η ελευθερία μας δεν πωλείται, ούτ' αγοράζεται σχεδόν με όλους τους θησαυρούς της γης, παρά με το αίμα και θάνατον έως του τελευταίου Σουλιώτου». Το κείμενο αυτό περιέχεται στο νέο βιβλίο της Στ' Δημοτικού Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια, το οποίο έχει ξεσηκώσει πολλές αντιδράσεις με βασικό επιχείρημα ότι «αποεθνικοποιεί» τη σχολική ιστορία διδάσκοντας στα παιδιά μια «ουδέτερη και απονευρωμένη» ιστορία. Διακινείται μάλιστα και κείμενο που ζητεί την απόσυρση του εν λόγω εγχειριδίου, το οποίο υπογράφεται από πλοιάρχους και κτηνοτρόφους, νοικοκυρές και στρατιωτικούς, από μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΛΑΟΣ και τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας Χρ. Σαρτζετάκη. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι μεταξύ των υπογραφών σπανίζουν εκείνες των ιστορικών, εφόσον είναι προφανές από το ίδιο το κείμενο ότι δεν είναι δυνατόν η «housewife» (sic) ή ο εργάτης από τη Γερμανία, που εμφανίζονται να υπογράφουν, να έχουν διαβάσει το βιβλίο και να έχουν διαμορφώσει άποψη περί της επιστημονικής και παιδαγωγικής του εγκυρότητας.

Αξίζει όμως να σχολιάσουμε α) ότι για το διδακτικό και επιστημονικό περιεχόμενο του εγχειριδίου έχουν γνώμη οι πάντες ανεξαρτήτως ιδιότητας, θεωρώντας προφανώς - στη χώρα όπου όλοι έχουν γνώμη για όλα - ότι ένα σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας μπορεί να υποστεί κριτικό έλεγχο και από μη ειδικούς, β) ότι ενώ το βιβλίο κατηγορείται για «αποσιώπηση, παραποίηση, απόκρυψη της αλήθειας», είναι ακριβώς οι κατήγοροί του που χρησιμοποιούν επιλεκτικά στοιχεία αποκρύπτοντας σκόπιμα την αλήθεια και διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενό του και τις ηθικές αξίες που καλλιεργεί, γ) ότι ένα βιβλίο 136 σελίδων για παιδιά 11-12 ετών, το οποίο καλύπτει πέντε αιώνες ιστορίας, θεωρείται ότι πρέπει να περιέχει μια πλήρη ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης με όλες τις μάχες και όλους τους πρωταγωνιστές. Ας σημειώσουμε πάντως ότι η έκταση των σχετικών κεφαλαίων είναι αρκετά μεγάλη (Τουρκοκρατία 20 σελίδες και Ελληνική Επανάσταση 30 σελίδες), δ) ότι παρ' όλο που η ύλη της ιστορίας επαναλαμβάνεται δύο φορές στην υποχρεωτική εκπαίδευση, θεωρείται ότι κάθε εγχειρίδιο πρέπει να περιέχει ακέραιη ολόκληρη τη σχετική ύλη - επομένως η Στ' Δημοτικού και η Γ' Γυμνασίου πρέπει να έχουν προφανώς τα ίδια ακριβώς περιεχόμενα και ε) ότι το σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας θεωρείται ότι πρέπει να είναι ένας εξαντλητικός κατάλογος των πάντων εφόσον, ως μοναδικό, έχει την «ιερότητα» του αλάνθαστου και πλήρους.

Στην πραγματικότητα, τα θετικά στοιχεία του βιβλίου είναι ακριβώς εκείνα για τα οποία κατηγορείται: προσφέρει μια ποικιλία πληροφοριών από διαφορετικές πηγές που φωτίζουν τη ζωή του παρελθόντος σε όλες τις πτυχές της. Επιτέλους, δεν επαναλαμβάνει τις γνωστές προσωπογραφίες του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη αλλά μας μαθαίνει ότι υπήρξαν κι άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί, πρωταγωνιστές, οι οποίοι επίσης θυσίασαν τις περιουσίες και τη ζωή τους για την πατρίδα. Ενόχλησε κάποιους ότι προβάλλει μια άγνωστη (σε εκείνους) γυναίκα από τη Θράκη, τη Δόμνα Βισβίζη, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι ακριβώς αυτό ανατρέπει τις κατασκευές της «παλαιοελλαδίτικης» ιστορίας εναντίον της οποίας οι ίδιοι ξιφουλκούν. Η ενσωμάτωση των «σιωπηλών πρωταγωνιστών» της ιστορίας στην αφήγηση αποτελεί μία από τις μεγάλες αρετές του βιβλίου και επιτρέπει στα παιδιά του δημοτικού να ταυτιστούν με πρόσωπα του παρελθόντος περισσότερο οικεία στη δική τους εμπειρία (όπως π.χ. το κεφάλαιο για την παιδική εργασία). Στοιχεία δημογραφικά, για την καθημερινή ζωή, την κοινωνία, την οικονομία και τον πολιτισμό σε όλες τις ιστορικές περιόδους που καλύπτει το βιβλίο, αποτυπώνουν με εύληπτη δομή την πολυπλοκότητα της ιστορικής πραγματικότητας, η οποία προφανώς - και ευτυχώς - δεν συρρικνώνεται σε μάχες, πολέμους, σφαγές και ήρωες πολεμιστές.

Εν τούτοις, η κύρια αιτία για το ότι τα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας τοποθετούνται, κάθε φορά που ξαναγράφονται, στο στόχαστρο μιας δημόσιας κριτικής είναι η μοναδικότητά τους και η παραγωγή και διανομή τους από το κράτος. Το γεγονός ότι υπάρχει ένα και μοναδικό εγχειρίδιο το κάνει εξαιρετικά ευάλωτο στην κριτική, εφόσον οι προσδοκίες είναι αυξημένες και αντιμετωπίζεται ως ένα είδος αυθεντίας. Εξ αυτού του λόγου, τα εγχειρίδια ανανεώνονται με πολύ αργούς ρυθμούς: η αδράνεια είναι ασφαλέστερη της καινοτομίας. Από την άλλη πλευρά, το κρατικό μονοπώλιο οδηγεί την κάθε κυβέρνηση και ειδικά τον υπουργό Παιδείας να λογοδοτεί για το περιεχόμενό τους, στοιχείο παράλογο σε μια δημοκρατική πολιτεία που κατοχυρώνει στο Σύνταγμά της την ελευθερία της διδασκαλίας, της επιστήμης και της έρευνας (στο περίφημο άρθρο 16). Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι το σύστημα του κρατικού μονοπωλίου των σχολικών εγχειριδίων αποτελεί δημιούργημα της δικτατορίας του Ι. Μεταξά, οπόταν και ιδρύθηκε, το 1937, ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων.

Είναι καιρός να απελευθερώσουμε τα σχολικά βιβλία από τον δυσβάστακτο ρόλο της επιτομής κάθε επιστημονικής γνώσης και της ιστορικής «αλήθειας» και να ανακουφίσουμε το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα από τις ψευδαισθήσεις του. Η σύγχρονη ιστορική εκπαίδευση οφείλει να μεταδίδει δημοκρατικές αξίες και όχι να εκτρέφεται από κάθε μορφής φανατισμούς.

(BHMA, 6/1/2006, της Χριστίνας Κουλούρη, καθηγήτριας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου)

07 January 2007

Χριστιανισμός έναντι του ελληνικού πολιτισμού III

(Το δεύτερο μέρος βρίσκεται εδώ!)...

Μία ερμηνεία

Επιχειρώντας μία ερμηνεία γι' αυτόν τον απίστευτο καταιγισμό ύβρεων και ψευδολογιών κατά του ελληνικού πολιτισμού και των εκπροσώπων του, σημειώνουμε καταρχάς ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι προαναφερόμενοι και άλλοι επιφανείς πατέρες και απολογητές του χριστιανισμού, όπως επίσης οι απόστολοι και ισαπόστολοί του, δεν ήταν Έλληνες και, σχεδόν όλοι, είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει σε εξωελληνικό περιβάλλον. Προέρχονταν ουσιαστικά από τους ανατολικούς λαούς της Μικράς Ασίας, της Συρίας, της Περσίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου και, το σημαντικότερο, ήταν τέκνα του ανατολικού μεταφυσικού μυστικισμού.

Αυτό δεν αναφέρεται για λόγους ανθρώπινης και εθνικής διαβάθμισης αλλά για να επισημανθεί ότι οι λαοί από τους οποίους προέρχονταν αυτοί οι διανοούμενοι και οι οποίοι βρέθηκαν σε πολιτισμική σύγκρουση στο ενιαίο πολυεθνικό, πολυφυλετικό και πολυγλωσσικό ρωμαϊκό κράτος, δεν είχαν παράδοση στήριξης της παιδείας, δεν είχαν παράδοση ανάπτυξης των επιστημών, δεν είχαν παράδοση έξαρσης των τεχνών, δεν είχαν παράδοση αθλητικής άμιλλας, δεν είχαν να επιδείξουν οποιαδήποτε συλλογική δημιουργία, η οποία θα μπορούσε να τους διαφοροποιήσει από το γνωστό πολιτισμικό επίπεδο του συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου.

Σε κλίμακα αιώνων, ο κατακλυσμός του ελληνόφωνου χώρου από προπαγανδιστές και μαχητές της «νέας θρησκείας» μπορεί να εκτιμηθεί ως νέα προσπάθεια και οριστική επίτευξη του παλαιού στόχου για επιβολή της ασιατικής δεσποτείας που είχαν επιχειρήσει η Πέρσες, αρχικά στο Μαραθώνα και αργότερα στις Θερμοπύλες με κατάληξη τη Σαλαμίνα.

Ήταν βέβαια ελληνόφωνοι αυτοί οι διανοούμενοι αλλά ήταν τόσο Έλληνες, όσο είναι σήμερα Εγγλέζοι οι κάτοικοι των Ινδιών και του Πακιστάν ή των νησιών της Καραϊβικής που συνεννοούνται μεταξύ τους αγγλικά ή όσο είναι Ισπανοί οι κάτοικοι των Φιλιππίνων! Οι σημαντικότεροι «πατέρες» που βρίσκονταν στην κορυφή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας είχαν γνωρίσει τον ελληνικό ορθολογικό ανθρωποκεντρισμό, όπως και ο Ρωμανός, ως ξένη ιδεολογία και τον είχαν σπουδάσει στις σχολές της εποχής, στις οποίες διδάσκονταν ο Όμηρος και οι Αθηναίοι φιλόσοφοι. Ενδιαφέρον είναι βέβαια να εκτιμηθεί, ποιοι λόγοι μπορεί να τους οδήγησαν σ' αυτή την εχθρική τοποθέτηση.

Κεντρική θέση μας είναι ότι, η εχθρική στάση αυτών των «πατέρων» απέναντι στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, δεν είχε θρησκευτικά αίτια αλλά σχετιζόταν με πολιτικά κινήματα της εποχής και επιδιώξεις διαφόρων κοινωνικών και εθνικών ομάδων. Καταρχάς, οι Ελληνίζοντες είχαν κατά τη μέση και ύστερη Αρχαιότητα σαφή πολιτισμική υπεροχή και η ευχέρειά τους για παρεμβάσεις και επιρροή στα κέντρα εξουσίας, στο παλάτι και στο στρατό, όπου παίρνονταν οι ουσιαστικές αποφάσεις, ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερες από αυτές άλλων εθνικών και κοινωνικών ομάδων, ανερχόμενων ή μονίμως παραμελημένων. Αυτές οι παρεμβάσεις των Ελληνιζόντων, συγκλητικών και ανεξάρτητων διανοουμένων, είχαν δε απώτερο σταθερό στόχο την αποδυνάμωση της απόλυτης αυτοκρατορικής ισχύος και την προώθηση κάποιων, προφανώς ασαφών, μοντέλων συμμετοχής, σε ανάμνηση της λειτουργίας των ελληνικών πόλεων.


Για να μην επεκταθούμε δε σε γενικότερα πολιτικά και κοινωνικά θέματα της εποχής, ας αρκεστούμε εδώ στο παράδειγμα του συστηματικού διωγμού της κοσμικής, της ονομαζόμενης από τους χριστιανούς «θύραθεν παιδείας» και στο κλείσιμο της «ειδωλολατρικής» Πλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας από τον Ιουστινιανό το έτος 529. Αυτές οι ενέργειες δεν είχαν θρησκευτικό κίνητρο, έστω κι αν έτσι φαίνεται ή αυτό απέμεινε και διαδίδεται σήμερα μέσω της σχολικής εκπαίδευσης. Ο βασικός λόγος ήταν πολιτικός: η αποθάρρυνση και υποβάθμιση μέσω της παιδείας των Ελληνιζόντων που στήριζαν την αποδυνάμωση της απόλυτης αυτοκρατορικής ισχύος, η οποία εύρισκε στήριγμα στο χριστιανικό θεοκρατικό οικοδόμημα.

Απ' την άλλη πλευρά, η χριστιανική ιδεολογία ευνοούσε τον αυτοκρατορικό θεσμό και την απολυταρχία, αφού αποτελούσε «ελέω θεού βασιλεία», ήταν δηλαδή προδιαγεγραμμένη και ευλογημένη από τον ίδιο το θεό! Ο Παλαιστίνιος Ευσέβιος Καισαρείας, διαπρεπής καιροσκόπος και αυτοκρατορικός αυλοκόλακας, είχε καταγράψει απολογούμενος ήδη από τον 4ο αιώνα στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του ότι, «οι εθνικοί υποχώρησαν, όχι από τις διώξεις και τις καταστροφές των χριστιανών, αλλά γιατί είχαν πολυθεΐα και πολυαρχία. Ένας μόνον Θεός πρέπει να υπάρχει στους ουρανούς και, κατ' επέκτασιν, μοναρχία στην κοινωνία των ανθρώπων». Η σκέψη ότι έγινε η επιλογή του μονοθεϊσμού ως θρησκευτικής αρχής από τους Ρωμαίους στρατηγούς για να θεμελιωθεί η απόλυτη εξουσία του αυτοκράτορα, δεν είναι μακριά...

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ήδη από το 2ο αιώνα π.Χ. είχε μεθοδευτεί άγριος διωγμός της ελληνόφωνης ιθύνουσας τάξης στην Αλεξάνδρεια από τον Πτολεμαίο Ζ' Ευεργέτη, με τον οποίο διωγμό υπέστη καίριο πλήγμα η ελληνιστική επιστήμη. Αυτή η επιλογή του Πτολεμαίου έγινε εξ αιτίας της εχθρότητας των γηγενών προς τους Έλληνες, οι οποίοι συγκροτούσαν κατ' αποκλειστικότητα την επιστημονική τάξη στον τότε γνωστό κόσμο. Αυτή η «ανθελληνική παράδοση» συνεχίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, πέρασε στους χριστιανούς «πατέρες» και διατηρήθηκε, μέχρι που αποδεσμεύτηκαν οι λαοί της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής από την ελληνική και ρωμαϊκή πολιτική και πολιτισμική εξάρτηση με την αραβική επέκταση και τον ισλαμισμό.

Σε μια μελέτη του έτους 1994 για το θέμα της καταστροφής έργων πολιτισμού από χριστιανούς αναφέρεται ότι: «(Στη Συρία - Φοινίκη - Παλαιστίνη) δεν έχουμε μια αμιγή περίπτωση θρησκευτικού φανατισμού, αλλά ένα ξέσπασμα κοινωνικού και φυλετικού μίσους, ένα υποσυνείδητο εθνικό κίνημα με αμφίεση βέβαια, θρησκευτική» (Π. Αθανασιάδη: «Το λυκόφως των θεών στην Ανατολική Μεσόγειο», Περιοδικό «Ελληνικά», τ. 44, Θεσσαλονίκη 1994).

Σήμερα, δεν είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε, κρίνοντας αναδρομικά, ότι οι λαοί γύρω από τον ελληνόφωνο χώρο της Αρχαιότητας χειραγωγούνταν πολιτισμικά και για πολλούς αιώνες από τους ελληνικούς πληθυσμούς, με τους οποίους όμως δεν μοιράζονταν συνείδηση κοινής ιστορίας. Αργότερα επεβλήθησαν σ' αυτούς τους λαούς βιαίως οι αντιλήψεις και πρακτικές των Ελλήνων, αρχικά στη μακεδονική και αργότερα στη ρωμαϊκή εκδοχή τους, με τις διαστρεβλώσεις και τους πολλαπλούς εκφυλισμούς που είχαν εντωμεταξύ υποστεί αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές. Η επιβαρημένη συλλογική ιστορική μνήμη αξιοποιήθηκε από τους διανοούμενους αυτών των λαών κατά των Ελληνιζόντων και των έργων του ελληνικού πολιτισμού, όταν στις δεκαετίες της ύστερης Αρχαιότητας δόθηκε η πολιτική ευκαιρία με την εμπέδωση της απολυταρχικής «ελέω θεού» εξουσίας.

Ως όχημα για την εθνική και προσωπική ανέλιξη των αντιπάλων του Ελληνισμού, αφού για φιλοσοφική και επιστημονική ανάδειξη δεν υπήρχε το απαραίτητο κοινωνικό υπόβαθρο και πιθανόν δεν ήταν διαθέσιμα και τα απαιτούμενα εφόδια, αξιοποιήθηκε μία επίσης ξενόφερτη ιδεολογία, η νέα θρησκεία με ιουδαϊκή καταγωγή και με εργαλείο επιβολής την ισχύ των ρωμαϊκών όπλων. Αυτή η, από τη μονοθεϊστική φύση της, ολοκληρωτική ιδεολογία, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ρωμαϊκής εξουσίας για διατήρηση της συνοχής του κράτους και μακροημέρευση του εκάστοτε αυτοκράτορα στην κορυφή του, οδήγησε σε αγαστή συνεργασία κράτους και εκκλησίας, τη λεγόμενη «συναλληλία».
(Stelios Frangopoulos, Στέλιος Φραγκόπουλος)
(συνεχίζεται>>>, εντωμεταξύ γίνονται δεκτά τα πάντα - υποδείξεις, διορθώσεις, αφορισμοί ή έπαινοι!)