19 April 2014

Το "Άγιο Φως" και η Ιδέα ενός Τουριστικού Πράκτορα

του Πέτρου Κατσάκουvice.com, 19/4/2014

Ως το 1988, το «Άγιο Φως» ερχόταν στην Ελλάδα από το Ισραήλ δια της θαλάσσιας οδού μετά από ένα πολυήμερο ταξίδι και φυσικά κατόπιν εορτής. Το Άγιο Φως ξεκινούσε από τα Ιεροσόλυμα το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου έμπαινε σε ένα καράβι στο λιμάνι της Χάιφα και έφτανε στον Πειραιά τουλάχιστον μια εβδομάδα μετά την Ανάσταση χωρίς ουσιαστικά να το μάθει κανείς. Ήταν η εποχή που ο ερχομός του «Αγίου Φωτός» στην Ελλάδα ήταν μια καθαρά εκκλησιαστική υπόθεση. Μέχρι που εκείνη τη χρονιά ένας δαιμόνιος ταξιδιωτικός πράκτορας με ειδικότητα τον θρησκευτικό τουρισμό καθώς το γραφείο του οργάνωνε εκδρομές στους Αγίους Τόπους είχε την φαεινή ιδέα της αεροπορικής μεταφοράς του Φωτός στην Αθήνα. Η ιδέα ανήκε στον Ιάκωβο Οικονομίδη, ιδιοκτήτη τουριστικού πρακτορείου στην οδό Νίκης του Συντάγματος που κατάφερε να πείσει τον τότε Έξαρχο του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα και μετέπειτα Πατριάρχη κ. Ειρηναίο να συνδράμει στην υλοποίηση της «ιερής πτήσης». 
Η τότε κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου δεν χρειάστηκε και ιδιαίτερες πιέσεις από την εκκλησία ώστε να διαθέσει ένα Boeing της Ολυμπιακής για την μεταφορά του Φωτός από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα. Και ενώ η αρχική ιδέα του τουριστικού πράκτορα αφορούσε στην έγκαιρη άφιξη του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα πριν από τον εορτασμό της Ανάστασης ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε μια ακόμη πιο «φωτεινή» ιδέα. Ο Χρήστος Σαρτζετάκης είναι ο ανάδοχος της επισημοποίησης της φλόγας από τα Ιεροσόλυμα σε «αρχηγό κράτους». Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, γνωστός και για την υπερβολική τυπολατρία, ήταν ο εμπνευστής των κόκκινων χαλιών στο αεροδρόμιο, των στρατιωτικών αγημάτων και της μπάντας να παιανίζει μπροστά σε ένα ένα μικρό φαναράκι. Χαρακτηριστική της υπερβολής ήταν και η δήλωση ενός πρώην υπουργού την πρώτη χρονιά λειτουργίας του αεροδρομίου Ελευθέριος Βενιζέλος που είχε πει πως «ο πρώτος αρχηγός κράτους που θα υποδεχτούμε στο νέο αεροδρόμιο είναι το Άγιο Φως». 
Τα επόμενα χρόνια η «ιερή πτήση» από τα Ιεροσόλυμα είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία μιας πολύπλοκης όσο και πολυδάπανης εκστρατείας μεταφοράς του Αγίου Φωτός από το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας σε κάθε γωνιά της χώρας με deadline τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Αεροπλάνα, ελικόπτερα, σκάφη του λιμενικού και περιπολικά επιστρατεύτηκαν στην «επιχείρηση Άγιο Φως» ώστε οι αναστάσιμες λαμπάδες να ανάβουν με την άρτι αφιχθείσα φλόγα.
Από το 2002 το Υπουργείο Εξωτερικών ανέλαβε την οργάνωση αλλά και το οικονομικό κόστος της αεροπορικής μεταφοράς του «Αγίου φωτός» με ειδική πτήση στην Αθήνα και τις ειδικές πτήσεις της πολιτικής και πολεμικής αεροπορίας σε διάφορες Μητροπόλεις ανά την Ελλάδα με ακόμα μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση. 
Έτσι και φέτος δεκάδες πτήσεις θα προσαρμόσουν τις ώρες αναχώρησής τους από την Αθήνα ώστε το Άγιο Φως να φτάσει εγκαίρως σε Ιωάννινα, Κέρκυρα, Κεφαλλονιά, Ζάκυνθο, Μύκονο, Σάμο, Κω, Μυτιλήνη, Ηράκλειο, Χίο, Σαντορίνη, Καβάλα, Θεσσαλονίκη και Ρόδο. Για τα υπόλοιπα αναλαμβάνει στη συνέχεια η Αστυνομία και το Λιμενικό που διαθέτουν οχήματα και ταχύπλοα ώστε το Φως να μεταφερθεί σε πόλεις και μικρότερα νησιά ενώ δεν λείπουν και οι «χορηγοί» όπως στην περίπτωση γνωστού εφοπλιστή που κάθε χρόνο ναυλώνει ιδιωτικό αεροπλάνο και με δικά του έξοδα μεταφέρει την φλόγα στην Σκιάθο. Και ενώ όλη αυτή η κινηματογραφική επιχείρηση δεν μετρά παρά δυο δεκαετίες ζωής έχει πάρει καταχρηστικά τον ορισμό της «παράδοσης». Μια «παράδοση» που στήθηκε πάνω στην ιδέα ενός τουριστικού γραφείου και πήρε την μορφή της πολιτικοθρησκευτικής υπερπαραγωγής.
Αξίζει πάντως να σκεφτεί κανείς πως η αυθεντικότητα της ιδέας παραμένει αυστηρά ελληνική καθώς κανένα άλλο ορθόδοξο κράτος στον κόσμο δε ναυλώνει αεροσκάφος για να μεταφέρει το Φως, ούτε φυσικά το υποδέχεται ως αρχηγό κράτους. Μοναδική εξαίρεση η Κύπρος που από το 2013 αποφάσισε να ακολουθήσει το ελληνικό παράδειγμα της αερομεταφοράς του Αγίου Φωτός χωρίς όμως υποδοχή αρχηγού κράτους. Η ελληνική πρωτοτυπία εκτός από την «Ένωση Άθεων» που χρόνια τώρα ζητά να σταματήσει να πληρώνουν οι φορολογούμενοι το κόστος της μεταφοράς δεν έχει αποφύγει την κριτική ακόμη και ανθρώπων της ίδιας της Εκκλησίας όπως του Μητροπολίτης Ναυπάκτου, Ιερόθεου που έχει σταθεί επικριτικός για το τελετουργικό αυτό, το οποίο είχε χαρακτηρίσει σαν πρόκληση, υποστηρίζοντας πως «δεν μπορούμε να θέσουμε το Άγιον Φως στην ίδια θέση με τον αρχηγό Κράτους, διότι δεν αποτελεί μια εξουσία τεταγμένη για να εξυπηρετεί μεταπτωτικές καταστάσεις».
Εδώ και λίγα εικοσιτετράωρα με αφορμή ένα άρθρο του Νίκου Δήμου, ο «Φωτεινός Αρχηγός Κράτους» έβαλε φωτιά στο πολιτικό σκηνικό με βουλευτές, πολιτευτές, υποψήφιους και δημοσιογράφους να χτυπιούνται στα τηλεοπτικά παράθυρα για την ιερή πτήση, το κόστος και την υπερβολή των τιμών αρχηγού κράτους. Οι καυγάδες μάλιστα δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν το παραδοσιακό ξύλο που πέφτει κάθε Μεγάλο Σάββατο στον Ναό της Αναστάσεως ανάμεσα σε Ορθόδοξους και Κόπτες για το ποιος θα πάρει πρώτος το Φως από το κερί του Πατριάρχη Ιεροσολύμων την ώρα που βγαίνει το θαύμα από τον Πανάγιο Τάφο.


Για την ιστορία του «θαύματος» οι πρώτες αναφορές για την τελετή ανάγονται στον 2ο αιώνα μ.Χ. και μιλούν για μια απλή συμβολική αναπαράσταση και τίποτε άλλο. Αυτή η ιστορία κράτησε χρόνια. Μέχρι που έφτασαν στους Άγιους Τόπους οι Σταυροφόροι. Έτσι, η απλή τελετή με το συμβολισμό της έδωσε τη θέση της στο «θαύμα» της «χρυσοτόκου τελετής», όπως τη χαρακτηρίζει ο ιστορικός Κυριάκος Σιμόπουλος και από το 1118 μ.Χ πέρασε σε ελληνικά χέρια.

16 April 2014

Γαλέρα και αφεντικά

της Λώρης Κέζα, ΒΗΜΑ, 16/4/2014


Ενα πολύ ωραίο κείμενο γράφτηκε για τη Ρένα Δούρου σε ανεξάρτητη δημοσιογραφική ιστοσελίδα. Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ανάρτησε το κείμενο στο facebook με το εξής σχόλιο: «Eίναι φορές που διαβάζεις κάτι που γράφτηκε για σένα και σου δίνει χαρά. Ακόμη μεγαλύτερη όταν είναι σε ένα περιοδικό νεανικό, εναλλακτικό χωρίς αφεντικά». Ανοίγει λοιπόν ένα θέμα για συζήτηση, για την ανεξάρτητη, απλήρωτη  δημοσιογραφία. Αυθόρμητα έγραψα το εξής σχόλιο: «ωραίο αυτό το "χωρίς αφεντικά" Ρένα. Για ρώτα, μήπως είναι και χωρίς ένσημα; Το "κάναμε τη δουλειά μας χόμπι" είναι ακραίος φιλελευθερισμός».

Ας δούμε λοιπόν κατά πόσο είναι ανεξάρτητη και χωρίς αφεντικά μια εναλλακτική ιστοσελίδα. Πάμε απευθείας στη χρηματοδότηση. Υπάρχει διαφήμιση: αεροπορική εταιρεία, κινητή τηλεφωνία, ιδιωτικό σχολείο, μπαρ, στοιχήματα. Οπερ σημαίνει ότι υπάρχουν εισροές-μικρές ή μεγάλες δεν έχουν σημασία. Η είσπραξη σημαίνει ότι πρόκειται για επιχείρηση, όπως ήταν επιχείρηση η εφημερίδα «Εποχή» που πωλείται στο περίπτερο δίπλα στις εφημερίδες των μεγάλων εκδοτών.

Τα μικρά οικονομικά μεγέθη προφανώς επιτρέπουν την χρηματική ανταμοιβή ολίγων, πιθανώς των τεχνικών ή εκείνων που έχουν ρόλο συντονισμού. Οι υπόλοιποι εργαζόμενοι παρέχουν υπηρεσίες δωρεάν. Αυτό πλέον αποτελεί ιδεολόγημα, δηλαδή το «δουλεύω τσάμπα» μετατρέπεται σε πανηγυρικό «είμαι ανεξάρτητος, δεν έχω αφεντικό». Αντιγράφουμε ενδεικτικά τι γράφουν οι νεαροί συνάδελφοι: 

«Σε μια εποχή που είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε το επάγγελμά μας χόμπι, αποφασίσαμε τουλάχιστον να το διασκεδάσουμε και να γράψουμε χωρίς πλαίσια και περιορισμούς για ό,τι πραγματικά θέλουμε».

«Ηθελα να δω πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει κανείς κάνοντας αυτό που αγαπάει χωρίς κάποιο αντάλλαγμα». 
    
«Ολοι γουστάρουμε να γράφουμε και φυσικά δεν υπάρχει το κέρδος στη μέση».

 Το επάγγελμα λοιπόν γίνεται χόμπι, ο μισθός και τα ένσημα παρουσιάζονται με απαξία ως «αντάλλαγμα» ή «κέρδος».

Πολλοί θα σπεύσουν να χαιρετίσουν την ανεξαρτησία των νέων δημοσιογράφων, πολλοί θα υποστηρίξουν τη Ρένα Δούρου για τον ενθουσιασμό της. Εν πολλοίς επειδή τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης έχουν απογοητεύσει τους αναγνώστες. Σκιές, κρυφές συνεργασίες, προνομιακή μεταχείριση πολιτικών, ευνοϊκός δανεισμός συνδέουν τις εφημερίδες και τα κανάλια με αυτό που αποκαλείται «διαπλοκή». Σε αυτό το πλαίσιο οι έμμισθοι δημοσιογράφοι παρουσιάζονται ως τσιράκια του αφεντικού και οι αποδοχές τους εκλαμβάνονται ως μέρισμα μιας απάτης.    

Πέρα από τη συγκυρία και τα πρόσωπα οφείλουμε να ανατρέχουμε σε μια βασική αρχή. Η δημοσιογραφία είναι επάγγελμα βιοπορισμού και όποιος το ασκεί οφείλει να το κάνει αποκλειστικά. Δεν νοούνται άλλες πηγές είσπραξης. Δεν αμφισβητούμε ότι οι φοιτητές της ιστοσελίδας την οποία παινεύει η Ρένα Δούρου έχουν την απαιτούμενη εντιμότητα όμως προκύπτει ηθικό πρόβλημα αν ζουν από χαρτζιλίκι ή άλλα έσοδα που δεν σχετίζονται με την εργασία τους.

Αν παρά ταύτα συμφωνούμε με την δωρεάν παροχή δημοσιογραφικών υπηρεσιών, ας την εφαρμόσουμε και σε άλλα μέσα. Ποιες υποψίες θα βάρυναν έναν επαγγελματία που θα βολευόταν σε μεγάλη εφημερίδα άνευ μισθού; Να τον φανταστούμε να κάνει κανονική δουλειά, με ωράριο, με καθημερινή παραγωγή, με υποχρεώσεις. Τι είναι προτιμητέο, να τον πληρώνει ο εργοδότης του, το ορατό αφεντικό ή μήπως κάποιος άγνωστος και ανώνυμος χρηματοδότης; Αν δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο, οραματιζόμαστε μια δημοσιογραφία των ραντιέρηδων.

Να φύγουμε όμως από τον κλάδο της ενημέρωσης και να εφαρμόσουμε την ιδέα σε άλλη ειδικότητα. Ας υποθέσουμε ότι δημοσιογράφος με πτυχίο φιλοσοφικής  αποφασίζει να κάνει χόμπι τη διδασκαλία. Στην ελεύθερη αγορά οιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να ανοίξει ένα φροντιστήριο όπου οι καθηγητές θα δουλεύουν δωρεάν και οι μαθητές θα πληρώνουν ελάχιστα, τόσα ώστε να συντηρείται η επιχείρηση. Είναι δυνατόν να στηριχτεί ιδεολογικά μια τέτοια πρωτοβουλία; Ναι, είναι δυνατόν αλλά όχι από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ.

Εκείνος που εισήγαγε την ιδέα της παροχής υπηρεσιών χωρίς ένσημα ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου, στην προεκλογική εκστρατεία του 2009. Το είχε αναφέρει στην ομιλία του στο Λαύριο και είχε ξεσηκώσει την Αριστερά. Κατόπιν πήρε σειρά ο Πέτρος Δούκας, υφυπουργός Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας. Εκείνος είχε προτείνει στεγνά την δωρεάν εργασία, για τη χαρά της δημιουργίας και για την απόκτηση εμπειριών. Είναι άποψη που συνάδει με τον ακραίο φιλελευθερισμό του. Ελεγε λοιπόν: «είναι σημαντικό οι άνεργοι με την εθελοντική εργασία να ξετριφτούν, να μπούνε σε κάποια δράση, έστω και ταπεινή. Να έρθουν σε επαφή με τους αυριανούς εργοδότες».

Στο δια ταύτα: καλά κάνει η Ρένα Δούρου και εκφράζει τον ενθουσιασμό της για το δημοσίευμα μιας νέας δημοσιογράφου όμως το να θριαμβολογεί για μια δημοσιογραφία της γαλέρας την εξομοιώνει με τους ιδεολογικούς αντιπάλους της.


12 April 2014

Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί;

του Θοδωρή Γεωργακόπουλου, Καθημερινή, 11/4/2014


Τους τελευταίους τέσσερις μήνες επισκέφθηκα εκατό κτίρια της Αθήνας οι ταράτσες των οποίων έχουν θέα στην Ακρόπολη και έβγαλα φωτογραφίες στο πλαίσιο ενός project που λέγεται «100 ταράτσες». Η ιδέα ήταν να αποτυπώσω μια διαφορετική εικόνα του κέντρου της πόλης από πολλές οπτικές γωνίες και να δείξω την αντίθεση του αρχαίου μνημείου με τη σύγχρονη πόλη που έχουμε χτίσει εμείς από κάτω.



Στην πορεία, ωστόσο, συνειδητοποίησα διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα για την πόλη και τους πολίτες της. Για παράδειγμα: Δεν έχω ιδέα πώς καταφέρνουμε τόσοι άνθρωποι και επιβιώνουμε εδώ μαζί. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται. Μάλλον κατά τύχη. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι σίγουρα το κάνουμε με το ζόρι.


Επισκέφθηκα συνολικά 37 πολυκατοικίες (οι υπόλοιπες ταράτσες ήταν σε κτίρια γραφείων, ξενοδοχεία, μουσεία και άλλα) και κατάλαβα από τα λεγόμενα των ανθρώπων που με κάλεσαν στα σπίτια τους και άλλων που συνάντησα και με τους οποίους μίλησα στην περιήγησή μου ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στη συγκατοίκησή τους με τους υπόλοιπους. Σε καμία πολυκατοικία οι γείτονες δεν τα βρίσκουν. Παντού υπάρχουν «περίεργοι» που «δημιουργούν προβλήματα». Αμέτρητα κτίρια με κεντρική θέρμανση περνούν τους χειμώνες χωρίς πετρέλαιο επειδή οι ένοικοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Αλλού αφήνουν τους κοινόχρηστους χώρους να μαραζώσουν και να καταστραφούν επειδή οι ένοικοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν πώς θα πληρώνεται η καθαρίστρια. Πριν από αυτό το project, δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσες είναι οι βρώμικες, εγκαταλειμμένες ταράτσες της Αθήνας, αλλά τώρα τις είδα με τα μάτια μου, ταράτσες σε καταπληκτικές τοποθεσίες με θαυμάσια θέα στην Ακρόπολη, γεμάτες μπάζα.

Το μόριο της κοινωνίας, η πολυκατοικία, είναι άρρωστο. Οι άνθρωποι από ό,τι φαίνεται δεν μπορούν να ζήσουν μαζί ούτε καν σε μικρές ομάδες των τριάντα ατόμων. Η ιστορία του προβλήματος γράφεται στα passive-aggressive χαρτάκια που κολλούν οι διαχειριστές στα ασανσέρ. Το πρόβλημα δεν είναι φυσικά κάτι καινούργιο ή άγνωστο – το βλέπουμε κάθε μέρα στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες συμπεριφέρονται στους κοινόχρηστους χώρους της πόλης, στα πάρκα, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες. Οι Αθηναίοι δίνουν μεγάλη έμφαση στην ιδιωτικότητα, στα δικαιώματα και τις ανάγκες του εαυτού και ελάχιστη σημασία στις ανάγκες και τα δικαιώματα του συνόλου, ακόμα και όταν το «σύνολο» συνίσταται μόνο από λίγους ανθρώπους που ζουν στο ίδιο κτίριο.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Δεν νομίζω ότι οι Ελληνες είναι κακοί άνθρωποι ή έστω χειρότεροι από ξένους που συνυπάρχουν πιο αρμονικά και σέβονται τον κοινό τους χώρο περισσότερο. Το κλειδί της ερμηνείας, όπως τείνω να πιστέψω ύστερα από αυτά που είδα, βρίσκεται στην αποδοχή της διαφορετικότητας. Δεν είμαστε από γεννησιμιού μας εχθρικοί προς την ιδέα της συνύπαρξης με τους άλλους, αλλά έχουμε μια διογκωμένη ιδέα για τον εαυτό μας και την ταυτότητά του, την οποία περιχαρακώνουμε και διαφυλάττουμε πολύ προσεκτικά.

Το κλειδί βρίσκεται στην αποδοχή του «περίεργου».

Οι «περίεργοι γείτονες» με τους οποίους δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε καθόλου είναι τόσο πολλοί για έναν απλό λόγο: Ολοι είμαστε περίεργοι. Ολοι οι άνθρωποι είναι «περίεργοι». Επτά δισεκατομμύρια: όλοι τρελοί, ιδιότροποι, ιδιόρρυθμοι, αλλόκοτοι, εκκεντρικοί, αλαφροΐσκιωτοι, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο Αλέν ντε Μποτόν έγραψε πρόσφατα στο Twitter το εξής: «Οι μόνοι άνθρωποι που θεωρούμε φυσιολογικούς είναι αυτοί που δεν έχουμε γνωρίσει ακόμη πολύ καλά». Το είχε πει λίγο αλλιώτικα ο Πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσόα: «Δεν υπάρχουν κανόνες. Ολοι οι άνθρωποι είναι εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που δεν ισχύει». Εμείς εδώ έχουμε πρόβλημα με τους αλλιώτικους άλλους. Δεν είμαστε μισάνθρωποι (όχι όλοι) -απόδειξη ότι μια χαρά δημιουργούμε πυρήνες αρμονικής συνύπαρξης στον κλειστό κύκλο της οικογένειας και των στενών φίλων- έχουμε όμως πρόβλημα με την αποδοχή των διαφορετικών ανθρώπων, με τους «περίεργους», και καθώς όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και περίεργοι, δε μπορούμε να συνυπάρξουμε με τους άλλους χωρίς τριβές και γκρίνιες.

Νομίζω ότι το αντίδοτο σ’ αυτό το φαινόμενο δεν θα ήταν αυστηρότεροι νόμοι ή περισσότερες θεωρητικές διδασκαλίες περί αλτρουισμού στο σχολείο, αλλά μια γενναία αναπροσαρμογή της ιδέας του εαυτού. Πράγμα πιο δύσκολο, γιατί είναι αλλαγή πιο θεμελιώδης. Πρέπει με κάποιον τρόπο να διδαχτούμε όλοι ότι είμαστε λίγο λιγότερο σπουδαίοι και αυτάρκεις και αλάνθαστοι από ό,τι νομίζουμε, κι ότι στον κόσμο χωράνε και άνθρωποι αλλιώτικοι, που, ακόμα κι αν δεν τους συμπαθούμε και δεν μας χωνεύουν και δεν έχουμε τα ίδια γούστα και σχεδόν δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα, έχουν κι αυτοί ισάξιο δικαίωμα στα ίδια πεζοδρόμια και στις ίδιες πλατείες και, ναι, στις ίδιες ταράτσες με θέα την Ακρόπολη.

11 April 2014

Στη μνήμη του Karl-Heinz Deschner

Στις 8/4/2014 πέθανε ο Karl-Heinz Deschner, γνωστότατος διανοητής και επικριτικός συγγραφέας εναντίον όλων των θρησκειών, εχθρός κάθε αδικίας και ένθερμος φίλος των ζώων. Δεκάδες είναι τα βιβλία και οι ανακοινώσεις που συνέγραψε και δημοσίευσε, κυριότερο έμελλε να είναι όμως η δεκάτομη «Εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού», η οποία ολοκληρώθηκε με το 10ο τόμο μόλις πρόσφατα.
Με τον τίτλο «Εγκληματική Ιστορία» δεν υπονοείται ότι όλη η ιστορία του χριστιανισμού είναι εγκληματική, αλλά μόνο ότι η συγκεκριμένη εκτεταμένη και λεπτομερής έρευνα εστιάζει στις εγκληματικές ενέργειες που οδήγησαν στην επιβολή, τη σταθεροποίηση και την ανάδειξη αυτής της θρησκείας σε «ένα μήνυμα χαράς με πολεμική εξάρτηση», όπως γράφει ο ίδιος ο Ντέσνερ. Άλλοι συγγραφείς με άλλους στόχους επιλέγουν και δημοσιεύουν διαφορετικές πτυχές αυτής της θρησκείας, συχνά επινοημένες ή υιοθετημένες από άλλες θρησκείες· ο Ντέσνερ επέλεξε την πτυχή της διαχρονικής εγκληματικότητας που χαρακτηρίζει αυτή τη θρησκεία, η οποία εγκληματικότητα μόνο περιπτωσιακά και φειδωλά είχε φωτιστεί μέχρι που κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος της σειράς.
Ο τρόπος ανάδειξης των ιστορικών γεγονότων από τον Ντέσνερ σε όλο το έργο του γίνεται προφανής διαβάζοντας ένα, οποιοδήποτε, κεφάλαιο της συγγραφής του — αναφέρουμε εδώ παραδειγματικά ένα θέμα του 10ου τόμου: Στο «Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο» (1700-1721) υπερασπίστηκε ο Σουηδός βασιλιάς Κάρολος ΙΒ' τη χώρα του ενάντια στις προσπάθειες της Ρωσίας να περιορίσει τη σουηδική ηγεμονία που είχε επιβληθεί στην περιοχή της Βαλτικής. Για το σκοπό αυτό οργάνωσε ο Κάρολος διάφορους επιθετικούς πολέμους, χωρίς επιτυχία και ορατό αποτέλεσμα όμως.
Ο Ντέσνερ περιγράφει αυτές τις εξελίξεις προβάλλοντας κυρίως την αντίφαση στο πρόσωπο του Καρόλου: ήταν βαθιά θρησκευόμενος και πιστός στη λουθηριανή εκκλησία της χώρας του, επίσης αγαπούσε και στήριζε συγγενείς και φίλους, όμως ως στρατηλάτης δεν γνώριζε ανθρωπισμό, τόσο στην εξολόθρευση στρατιωτών του εχθρού, επίσης χριστιανούς, όσο και στη διαχείριση των δικών του στρατιωτών. Ανθρώπινες απώλειες, σε όποια πλευρά και για όποιο λόγο προέκυπταν, δεν φαίνεται να τον απασχολούσαν, οι άνθρωποι ήταν αναλώσιμο υλικό γι’ αυτόν, ενάντια σε κάθε φιλολογία περί αγάπης.
Χωρίς καμία αναστολή έβαζε ο βασιλιάς τους κρατικοποιημένους και μισθοδοτούμενους κληρικούς να νουθετήσουν τους στρατιώτες του, ώστε να πολεμήσουν λυσσαλέα για την πατρίδα, για το βασιλιά, για το θεό, αδιαφορώντας ο ίδιος και οι επιτελείς του για το γεγονός ότι επρόκειτο για εκ προοιμίου χαμένες μάχες και ότι οι στρατιώτες οδηγούνταν σε βέβαιη σφαγή. Ο Κάρολος αντιλαμβανόταν τον εαυτό του κάτι σαν τους βασιλιάδες της Παλαιάς Διαθήκης που «χειρίζονταν» το ξίφος του θεού. Τραυματίες, ασθενείς, ανάπηροι και άλλοι αναξιοπαθούντες από το στρατό του τον άφηναν αδιάφορο, τους εγκατέλειπε στη μοίρα τους. Εκτιμάται ότι οι πόλεμοι που οργάνωσε αυτός ο ευσεβέστατος βασιλιάς οδήγησαν στο θάνατο περί τους 370.000 στρατιώτες, χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα…
Η ενασχόληση του Ντέσνερ με αυτόν τον Κάρολο δεν οφείλεται στο ενδιαφέρον του συγγραφέα για τις στρατιωτικές επιλογές στα πεδία των μαχών, παρά μόνο για να αναδείξει το μόνιμο χαρακτηριστικό των υποκριτών ηγεμόνων ότι είναι μόνο τυπικά χριστιανοί. Ο Κάρολος δεν επηρεάστηκε από τη βαθιά θρησκευτική πίστη του, ώστε να υποχωρήσει από τη διεκδίκηση πολιτικών στόχων, αφού θα θυσίαζε βάναυσα εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Και δεν είναι μόνο ο Κάρολος ΙΒ’ της Σουηδίας τέτοιος υποκριτής χριστιανός. Σε όλους τους τόμους της «Εγκληματικής Ιστορίας» αναδεικνύονται διαρκώς τέτοιες περιπτώσεις, στον τελευταίο τόμο μόνο γίνονται εκτεταμένες αναφορές στον Ιβάν Δ’ της Ρωσίας, τον επονομαζόμενο Τρομερό, τον πρίγκιπα Ευγένιο της Σαβοΐας, τον Φρειδερίκο τον Μέγα κ.ά. Όλοι αυτοί, ευσεβέστατοι χριστιανοί, μαζί με τους επιφανείς ιεράρχες κάθε βαθμίδας της εποχής, ήταν πρωταθλητές στις σφαγές αντιπάλων, στο νεποτισμό, στην οργάνωση και εκτέλεση πολεμικών επιθέσεων, στην καταλήστευση κρατών και λαών κ.ο.κ. Προφανώς, η θεολογική αερολογία περί αγάπης και φιλανθρωπίας των χριστιανών προορίζεται για τα κηρύγματα προς τους ευήθεις οπαδούς.
Το δεκάτομο έργο της «Εγκληματικής Ιστορίας» έχει διατεθεί μέχρι τώρα περίπου σε 350.000 αγοραστές στη Γερμανία, έχει μεταφραστεί δε σε 23 γλώσσες, ανάμεσά τους αγγλικά, γαλλικά και κινέζικα. Άρα είναι διαθέσιμο σε πάνω από 2 δισεκατομμύρια πιθανούς αναγνώστες! Η αποδοχή του εκδότη για ένα τέτοιο πολύτομο έργο έγινε ενάντια στον εκδοτικό κανόνα ότι ένα βιβλίο ιστορίας πρέπει, για να διαβάζεται εύκολα, αφενός να ολοκληρώνεται σε ένα τόμο και αφετέρου να μην περιέχει τις συνήθεις για επιστημονικά βιβλία παραπομπές. Πολλές δεκάδες χιλιάδες είναι οι βιβλιογραφικές και ερμηνευτικές παραπομπές στους 10 τόμους του Ντέσνερ, οι οποίες δεν απέτρεψαν, όπως φαίνεται, τους αναγνώστες να αγοράσουν και διαβάσουν αυτό το μνημειώδες πολύτομο έργο.
Οι αντίπαλοι του Ντέσνερ, επαγγελματίες της Ιστορίας και της Θεολογίας ήταν από την αρχή αντίθετοι με το γεγονός ότι κάποιος από άλλο επιστημονικό χώρο, ένας «ξένος», ένας φιλόλογος, ασχολείται με το «δικό τους» επιστημονικό αντικείμενο. Διοργάνωσαν μάλιστα και Συμπόσιο για να τον κατακεραυνώσουν και απαξιώσουν, χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα, πέρα από το να εκτεθούν οι ίδιοι.
Και, εννοείται, δεν πρόκειται να ευδοκιμήσουν και μετά το θάνατο του μεγάλου διανοητή οι αντιρρήσεις τους, όσο κι αν κακολογούν τον Ντέσνερ για προκατάληψη, εμπάθεια και προκλητικότητα, αφού δεν κατανοούν το βαθύτερο κίνητρό του, το οποίο έχει αποκαλύψει ο ίδιος: «Δεν μπορώ να ανεχτώ την αδικία!»

08 April 2014

Κύκνειο άσμα μιας ολόκληρης εποχής

του Στέφανου Κασσιμάτη, Καθημερινή, 8/4/2014

Το εντόπισα σε ένα κυριακάτικο δημοσίευμα σχετικά με τις προθέσεις του Γιώργου Παπανδρέου και το βρήκα πολύ διασκεδαστικό: «Σχεδιάζει βήμα βήμα τις κινήσεις του». Πρόκειται για ένα κλασικό δημοσιογραφικό κλισέ που χρησιμοποιείται όταν κάποιος ετοιμάζει κάτι, αλλά κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι. Συγγνώμη, αλλά εφόσον το υποκείμενο της πρότασης είναι ο Γιώργος (ο Γιώργος που όλοι θαυμάσαμε και αγαπήσαμε...), τότε ζήτω που καήκαμε! Θέλω να πω ότι αν εκείνος που σχεδιάζει είναι ο ίδιος ο Γιώργος (το πιο σκόρπιο μυαλό που θυμάμαι να έχει φθάσει τόσο ψηλά στην πολιτική...), τότε ας είμαστε βέβαιοι ότι δεν σχεδιάζει τίποτα ― ή, εν πάση περιπτώσει, ότι αυτό που σχεδιάζει ισοδυναμεί με το τίποτε. Προσθέστε στην εικόνα κάτι ακόμη, το οποίο ενισχύει την παραπάνω εκτίμησή μου: ότι, όπως διάβασα σε εμβριθές ρεπορτάζ, τον επιτελικό ρόλο στο γραφείο του έχει ο... Σωκράτης Ξυνίδης.
Βεβαίως, ο Γιώργος παραμένει βουλευτής (μας το θύμισε μόλις τις προάλλες καταψηφίζοντας το άρθρο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών...) και, επίσης, υποτίθεται ότι επηρεάζει κάποιους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, όπως π.χ. ο Θ. Μωραΐτης και ο Κ. Τριαντάφυλλος. Υπό το πρίσμα αυτό, συνεπώς, ο Γιώργος μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση ― πολύ περισσότερο επειδή ο μεν Γιώργος είναι αυτό που είναι τέλος πάντων, οι δε ακόλουθοί του δεν είναι και τίποτε αστέρες της πολιτικής. Ως εκεί, λοιπόν, ναι· ο Γιώργος, αφ’ ότου γύρισε από το outer space και έστρεψε το ενδιαφέρον του στα εγχώρια, συνιστά ένα πρόβλημα για τη σταθερότητα της κυβέρνησης. Είναι όμως ένα πρόβλημα με συγκεκριμένες, περιορισμένες διαστάσεις. Ενα πρόβλημα διαχειρίσιμο.
Το ενδεχόμενο να ιδρύσει δικό του κόμμα δεν είναι, νομίζω, τίποτε περισσότερο από μια ανοησία που διαδίδεται, για λόγους προφανούς σκοπιμότητας, από τους ανθρώπους του. Και αν καθόμαστε και τη συζητούμε τώρα, αυτό οφείλεται στην εντυπωσιακή ρηχότητα της μνήμης μας. Αξίζει τον κόπο, ωστόσο, να θυμηθούμε πώς έγινε πρωθυπουργός ο Γιώργος, γιατί η αφήγηση αυτή περιέχει και την απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει κόμμα. Ο Γιώργος βρέθηκε να κυβερνά την Ελλάδα για τον λόγο ότι τότε η Ελλάδα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Η αδυναμία να αντιληφθούμε τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης ήταν διάχυτη, η δε βεβαιότητα ότι δεν μας αφορούσαν όσα συνέβαιναν έξω ήταν συμπαγής και ακλόνητη. Αποκομμένη στον μικρόκοσμό της, η Ελλάδα ήταν ικανοποιημένη στον αυτισμό της «θωρακισμένης» οικονομίας της.
Οπως κάθε πρίγκιπας, έτσι και ο Γιώργος είχε ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα και ήταν άκρως ευάλωτος στη σαγήνη της κολακείας. Μετά την αποτυχία του στις εκλογές του 2007 (στις οποίες έκανε μια προεκλογική εκστρατεία στο δικό του, το αυθεντικό και ανεπανάληπτο ύφος...), ουσιαστικά κατέστη όμηρος του βαθέος ΠΑΣΟΚ. Από το «flower power» πέρασε στο «λεφτά υπάρχουν». Αυτό ήταν που τον έφερε στην πρωθυπουργία, σε συνδυασμό με την πεισματική άρνηση της ελληνικής κοινωνίας να αποδεχθεί την πραγματικότητα. Το έργο «Ο Γιώργος πρωθυπουργός» ήταν το κύκνειο άσμα μιας ολόκληρης εποχής, της οποίας ο ίδιος παραμένει σήμερα ένα θλιβερό υπόλειμμα: μια γραφική μορφή ανάλογη εκείνης του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ στην εξορία του Ντορν.
Πέραν του ότι ανήκει σε άλλη εποχή, ο Γιώργος είναι, επίσης, ένας άνθρωπος με περιορισμένες ικανότητες. Για να το πω ωμά, ο Γιώργος δεν μπορεί -τρόπος του λέγειν- να δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών του, πώς είναι δυνατόν να περιμένουμε ότι θα καταφέρει να δέσει το παπιγιόν του; Αν κατέβαινε με το δικό του κόμμα στις εκλογές ή, μάλλον, αν κατόρθωνε να κατεβεί στις εκλογές με δικό του κόμμα, το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να εξευτελισθεί ακόμη περισσότερο και να βλάψει την πορεία της χώρας προς τη σταθεροποίηση. Ας μην αυταπατώμεθα· μπορεί ο Γιώργος να μην είναι ιδιοφυΐα, ούτε είναι όμως «Ι-5 οριακής νοημοσύνης» (που λέγαμε στον Στρατό) ώστε να καταλήξει βομβιστής αυτοκτονίας.

Ακόμη και πρόσωπα του περιβάλλοντός του, άλλωστε, δεν φαίνεται να συμμερίζονται σκέψεις για επάνοδο του Γιώργου στο προσκήνιο. Σε άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στα «Νέα» στις 31 Μαρτίου (την επομένη της καταψήφισης του άρθρου για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τον Γιώργο), ο Παύλος Γερουλάνος υποστήριξε την προσπάθεια ενότητας του κεντροαριστερού χώρου υπό την υπάρχουσα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ: «Αν ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ [...] αποδείξει ειλικρινή διάθεση για σύνθεση, τότε οφείλουμε όλοι να τον ακολουθήσουμε. Πρωτίστως όσοι απαρτίζουν την εσωκομματική αντιπολίτευση ή έχουν δημιουργήσει “ομάδες σκέψης” για να διαπραγματευθούν την επιστροφή τους», έγραψε.

Καταλήγω, λοιπόν, με την εκτίμηση ότι το μόνο που θέλει ο Γιώργος είναι αυτό που επιδιώκει κάθε εκπεσών βασιλεύς: έναν διακανονισμό για να μην αισθάνεται την ανασφάλεια του βιοπορισμού ― όπως έγινε, δηλαδή, με τους Χοεντσόλερν στη Γερμανία ή, στη δική μας περίπτωση, με τον βασιλικό οίκο της Ελλάδος. Δεν αποκλείω επίσης ο Γιώργος να θέλει συνθήκες γαλήνιας συνύπαρξης που θα του επιτρέψουν να ελπίζει ότι θα σώσει την υστεροφημία του. Γιατί όχι; Θεμιτό είναι ― αν και βλέπω μάλλον απίθανο να τα καταφέρει. «Στοργή και Προδέρμ», επομένως, για τον τελευταίο Κάιζερ της ελληνικής οικογενειοκρατίας, γιατί καλό θα ήταν να θυμόμαστε πότε πότε ότι οι άνθρωποι με την ευφυΐα του Γιώργου πάντα είναι οι περισσότερο επικίνδυνοι...