03 July 2015

Ένα ναρκοθετημένο δημοψήφισμα

Να σώσουμε ότι σώζεται

της Βασιλικής Σιούτηvassilikisiouti.wordpress.com, 3/7/2015
Το δημοψήφισμα της Κυριακής είναι μία διαδικασία ναρκοθετημένη εκ των προτέρων, στην οποία ο ελληνικός λαός καλείται να απαντήσει εάν εγκρίνει κάτι με το οποίο δεν συμφωνεί ή εάν το απορρίπτει για να πάει σε κάτι που δεν γνωρίζει. Είναι ένα δημοψήφισμα στο οποίο οι επιλογές είναι στην πραγματικότητα μη επιλογές και είναι πραγματικά πολύ θλιβερό το πώς φτάσαμε εδώ μετά από μία σειρά οδυνηρών υποχωρήσεων και λαθών χωρίς κανείς να πατήσει εγκαίρως φρένο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε ξεκάθαρη εντολή στις 25 Ιανουαρίου να τερματίσει τα μνημόνια και την πολιτική λιτότητας που τσάκισε τα φτωχότερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Η ηγεσία του κόμματος δεσμεύτηκε προεκλογικά ότι αυτό μπορεί να το καταφέρει εντός της Ευρωζώνης. Τόσο από αριστερά όσο και από δεξιά, παρότι από εντελώς διαφορετική σκοπιά, του έλεγαν ότι δεν μπορεί να τερματίσει τα μνημόνια εντός της Ευρωζώνης, γιατί πολύ απλά αυτά αποτελούσαν τον όρο για την παραμονή της.
Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα από αρκετά νωρίς. Ή θα επιλέγαμε την παραμονή μας στην Ευρωζώνη, αποδεχόμενοι την σκληρή πολιτική λιτότητας με την οποία πάει πακέτο, προσπαθώντας τουλάχιστον να υπάρξει μία κάπως διαφορετική κατανομή των βαρών, ή θα δοκιμάζαμε τις δυνάμεις μας βγαίνοντας από αυτή και αποκτώντας ξανά εθνικό νόμισμα. Αυτό το τελευταίο θεωρητικά μπορούσε να γίνει είτε με ρήξη είτε και με συναίνεση-αφού και ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, Β. Σόιμπλε, που για τους δικούς του λόγους ήθελε την Ελλάδα εκτός, είχε προτείνει τόσο στον Ευ. Βενιζέλο όσο και στον Γ. Βαρουφάκη την έξοδο της χώρας από το ευρώ, ισχυριζόμενος ότι θα την στηρίξει κιόλας για να γίνει σχετικά ομαλά.
Σε κάθε περίπτωση, η παραμονή στην Ευρωζώνη απαιτούσε αποδοχή της λιτότητας και η έξοδος έναν πολύ καλά οργανωμένο σχεδιασμό.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ισχυριζόταν ότι μπορεί να πετύχει την άρση της λιτότητας παραμένοντας στο ευρώ, γιατί θα κατάφερνε να τους πείσει και γιατί νόμιζε ότι θα είχε συμμάχους σε αυτό τον Ντράγκι, τον Γιούνκερ, τον Ρέντσι, τον Ολάντ και τις ΗΠΑ. Πίστευε μάλιστα ότι θα κατάφερνε συμμαχώντας μαζί τους να προκαλέσει ρήγμα -έτσι έλεγαν- στη γερμανική κυριαρχία και να αλλάξουν την Ευρώπη. Στο τέλος έφτασαν να πιστεύουν μέχρι και ότι η καγκελάριος Μέρκελ ήταν καλή και θα στήριζε την Ελλάδα παραμερίζοντας τον κακό Σόιμπλε που ήταν το εμπόδιο.
Αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι όλα αυτά στηρίζονταν σε μια πολιτική αφέλεια, στην απειρία και στην αδυναμία να αντιληφθούν τη σημασία της πολιτικής ισχύος και των συσχετισμών.
Οι υποχωρήσεις από τις προεκλογικές τους θέσεις άρχισαν από τις 26 Ιανουαρίου και κορυφώθηκαν στις 20 Φεβρουαρίου με την περιβόητη συμφωνία που υπέγραψε ο Βαρουφάκης στο Eurogroup. Όποιος παρακολούθησε τι συνέβη εκεί και διάβασε το ντοκουμέντο της συμφωνίας, αντιλήφθηκε ότι η ηγεσία της κυβέρνησης έπεσε στην παγίδα που της είχαν στήσει. Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου η πλήρης ομηρία, στην οποία βρέθηκε και η κυβέρνηση και η χώρα την περασμένη Παρασκευή.
Σε εκείνο το ανακοινωθέν του Eurogroup της 20ης Φλεβάρη αναφερόταν ρητά ότι η Ελλάδα ζήτησε την «παράταση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία διέπεται από μία σειρά δεσμεύσεων». Ζήτησε δηλαδή την παράταση της σύμβασης και του μνημονίου, κάτι που αν και φαινόταν ξεκάθαρα, τόσο από το κείμενο, όσο και από τα συνοδευτικά έγγραφα, στον δημόσιο λόγο τους το αρνούνταν.
Το ίδιο επίμονα αρνούνταν και το ότι δέχθηκαν να ολοκληρώσουν την τελευταία αξιολόγηση, αυτή που δεν κατάφερε να κλείσει ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γκ. Χαρδούβελης, ενώ το κείμενο το ανάφερε ρητά: «Ο σκοπός της επέκτασης είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της υπάρχουσας διευθέτησης (σ.σ συμφωνίας), και με την καλύτερη δυνατή χρήση της υπάρχουσας ευελιξίας (σ.σ ισοδύναμα) που θα επιθεωρηθεί από κοινού με τις ελληνικές αρχές και τους θεσμούς». Επίσης ανέφερε ότι: «Μόνο με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής της παρατεινόμενης συμφωνίας από τους θεσμούς, θα επιτραπεί η εκταμίευση της δόσης».
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Σε εκείνο το Eurogroup ο Γ.Βαρουφάκης υπέγραψε ότι «Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα» καθώς και «να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012».
Η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη όμως περιείχε και τη μοιραία δέσμευση περί μη μονομερών ενεργειών, με την οποία η κυβέρνηση ναρκοθετούσε -αν δεν ακύρωνε, την εντολή των εκλογών για κατάργηση του μνημονίου: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους, στην οικονομική ανάκαμψη ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς».
Και η ανακοίνωση της συμφωνίας του Eurogroup που αποδέχθηκε η ελληνική πλευρά, κατέληγε ως εξής: «Παραμένουμε δεσμευμένοι να παράσχουμε επαρκή υποστήριξη στην Ελλάδα, ωσότου κατακτήσει πλήρη πρόσβαση στην αγορά και εφόσον τιμήσει τις δεσμεύσεις της εντός του συμπεφωνημένου πλαισίου». Δηλαδή η κυβέρνηση θα έπαιρνε λεφτά, μόνο αν εφάρμοζε το μνημόνιο, έκλεινε την αξιολόγηση και έπραττε ότι της επέβαλλαν.
Η συνέχεια γνωστή: οι Ευρωπαίοι θεώρησαν ότι η κυβέρνηση δεν τήρησε αυτή τη συμφωνία και δεν της έδωσαν χρήματα, ενώ η κυβέρνηση υποστήριζε ότι την τήρησε και ότι οι Ευρωπαίοι ήταν ασυνεπείς που δεν της έδωσαν τα λεφτά.
Όποιος διαβάσει όμως προσεκτικά το κείμενο αυτό μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι η συμφωνία αυτή ήταν η τέλεια παγίδα. Οι δανειστές δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτα παραπάνω και ήταν προφανές ότι ο χρόνος θα δούλευε υπέρ τους. Όσο θα πλησιάζαμε στην λήξη της παράτασης, στις 30 Ιουνίου, τόσο πιο πολύ θα πιεζόταν η κυβέρνηση προκειμένου να αποφύγει την χρεοκοπία και την καταστροφή που θα ακολουθούσε αν δεν υπήρχε αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση αντιθέτως, νόμιζε ότι είχε κερδίσει χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα οι δανειστές τον ροκάνιζαν, αφήνοντας την να νομίζει ότι διαπραγματεύεται.
Για τη συμφωνία αυτή έχουν ειπωθεί πολλά και στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο. Έχει ακουστεί εντόνως, χωρίς ωστόσο να επιβεβαιώνεται, ότι ο Γ.Βαρουφάκης αρνούνταν να την υπογράψει και το έκανε μόνο όταν πήρε εντολή από το Μαξίμου να το κάνει. Κανείς δεν ξέρει αν αυτή είναι η αλήθεια. Πριν από λίγο καιρό, σε τηλεοπτική συνέντευξή του ο Αλέξης Τσίπρας, παραδέχθηκε ότι «παραπλανήθηκαν». Μέχρι τότε όμως, επέμεναν ότι η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη ήταν επιτυχία και αρνούνταν να παραδεχθούν ότι είχε το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ήταν εντυπωσιακό ότι δεν δόθηκε καμία δημοσιότητα στη συμφωνία αυτή που δέσμευε το μέλλον της χώρας και τα ΜΜΕ σχεδόν την απέκρυψαν, καθώς τότε προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν τον πρωθυπουργό να ολοκληρώσει τη «στροφή στο ρεαλισμό».
Ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε πράγματι και ήταν διατεθειμένος εξαρχής να κάνει συμβιβασμούς και να τα βρει με τους δανειστές. Αλλά με έναν τρόπο που θα του άφηνε κάποια περιθώρια αυτά να περάσουν από το κόμμα του. Οι δανειστές δεν του άφησαν κανένα. Αυτό ήταν προφανές από πολύ νωρίς, άλλωστε οι «θεσμοί» δεν το έκρυβαν, αλλά στο Μαξίμου μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευαν ότι οι δανειστές μπλοφάρουν.
Όλο αυτό το διάστημα υπήρξαν πολλές φωνές καλόπιστης κριτικής, αλλά και προειδοποιήσεις προς την ηγεσία, ακόμα και από το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, τις οποίες η ηγεσία αγνόησε. Με τον ίδιο τρόπο είχε αγνοήσει και όλες τις παροτρύνσεις για να ετοιμάσει εγκαίρως εναλλακτικά σχέδια και προτάσεις για την περίπτωση που το σχέδιο «θα πείσουμε τους δανειστές» δεν πετύχαινε. Αρνιόταν όμως πεισματικά και ισχυριζόταν ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μην πείσει τους δανειστές. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ναυάγιο των διαπραγματεύσεων χωρίς σωσίβια λέμβο, γιατί ο καπετάνιος επέμενε ότι δεν χρειάζεται.
Όλο αυτό το διάστημα ο Αλέξης Τσίπρας, ως κλασικός κεντριστής, προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ συμβιβασμού και ρήξης, ώστε να κρατάει ικανοποιημένους και τους μετριοπαθείς τους κόμματός του και τους ριζοσπάστες. Οι πρώτοι θεωρούσαν βέβαιο το συμβιβασμό και οι δεύτεροι -σίγουροι καθώς ήταν ότι οι δανειστές δεν θα υποχωρούσαν καθόλου- ήλπιζαν ότι θα ερχόταν η ώρα της ρήξης.
Από τον Απρίλιο και μετά -καθώς τα χρονικά περιθώρια στένευαν και οι κόκκινες γραμμές ξεθώριαζαν-, όλοι είχαν πειστεί ότι ο Τσίπρας θα υπέγραφε μνημόνιο. Έφτασε μάλιστα να παρουσιάσει σχέδιο 47 σελίδων με μέτρα που έφεραν την υπογραφή του, προκαλώντας έντονες εσωκομματικές αντιδράσεις. Εκείνες τις μέρες πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και στενοί του συνεργάτες, όχι μόνο προεξοφλούσαν τη συμφωνία, αλλά απεύθυναν και απειλές προς όποιον δεν «συμμορφωνόταν», επικαλούμενοι την κομματική πειθαρχία.
Ο πρωθυπουργός έδειξε υπερβολικά καλή πίστη στους δανειστές. Έφτασε μάλιστα να αδειάσει όλα τα αποθεματικά από τα δημόσια ταμεία για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών, κατόπιν υποδείξεών τους. Μόνο κατά τη δική του θητεία ξόδεψε περίπου 8 δισεκατομμύρια για αυτό, όταν εκείνοι όλο αυτό το διάστημα δεν εκταμίευσαν ούτε ένα ευρώ.
Η στρατηγική τους ήταν ολοφάνερη. Τον έφεραν με μαεστρία μέχρι την περασμένη Παρασκευή, αφήνοντας του περιθώριο μόνο 48 ωρών, πριν ανοίξουν οι αγορές τη Δευτέρα, προκειμένου είτε να ψηφίσει στη Βουλή, είτε να περάσει με ΠΝΠ την επώδυνη συμφωνία. Αλλιώς, χωρίς νέα συμφωνία, θα βρισκόταν μπροστά στον κίνδυνο της οικονομικής κατάρρευσης, αφού η παράταση έληγε στις 30 Ιουνίου.
Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για την τελευταία πράξη, ο Αλέξης Τσίπρας κατάλαβε την τελευταία στιγμή την παγίδα που του είχαν στήσει και ότι μαζί με τη συμφωνία ήταν πιθανό ότι θα υπέγραφε και το πολιτικό του τέλος. Αν δεν έκανε τη συμφωνία, οι δανειστές θα σταματούσαν τον ELA, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να πάει σε capital control και να κλείσει τις τράπεζες, με ότι αυτό θα σήμαινε για τη συνέχεια. Αν την έκανε, κινδύνευε να τελειώσει πολιτικά, με ορατό τον κίνδυνο της διάσπασης του κόμματος, καθώς η συμφωνία αυτή δεν θα περνούσε.
Έτσι επέλεξε ως διέξοδο το δημοψήφισμα, ως μοναδική οδό σωτηρίας της κυβέρνησης του, που θα διατηρούσε την ενότητα του κόμματος και θα πετούσε τη μπάλα στους πολίτες. Αν οι πολίτες ψήφιζαν ναι στα επώδυνα μέτρα, η ευθύνη θα ήταν του λαού. Αν οι πολίτες ψήφιζαν όχι στα επώδυνα μέτρα, θα αναλάμβαναν τις ευθύνες για αυτό που θα ακολουθούσε.
Η πρόταση των δανειστών, στην οποία κατέληξαν μετά από πέντε μήνες διαπραγμάτευσης, είναι μία πρόταση με αντιαναπτυξιακά μέτρα και άγρια φορολόγηση, που θίγει όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Κανείς στην Ελλάδα, ούτε καν οι επιχειρηματίες, δεν είναι δυνατόν να επιθυμούν την έγκρισή της, πόσο δε τα φτωχότερα στρώματα που έχουν σηκώσει πολύ μεγαλύτερο βάρος από όσο μπορούσαν να σηκώσουν ως τώρα.
Η υπερψήφιση του ΝΑΙ λοιπόν σε αυτό το ναρκοθετημένο δημοψήφισμα οδηγεί ξεκάθαρα στη συνέχιση της λιτότητας, αλλά και στη λαϊκή νομιμοποίηση της και αυτό είναι ένα τεράστιο δώρο για τους δανειστές. Η υπερψήφιση του ΟΧΙ ωστόσο, οδηγεί στο άγνωστο, καθώς η κυβέρνηση αρνείται να αποκαλύψει το παραμικρό για το πού θα οδηγηθεί η χώρα την επόμενη μέρα και αυτή δεν είναι μία πολιτικά έντιμη στάση.
Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει να επιδείξει κανένα αποτέλεσμα σε κάποιον από τους βασικούς στόχους της (ακύρωση του μνημονίου, τέλος της διαπλοκής, κυνήγι της φοροδιαφυγής, φορολόγηση των πλουσίων κτλ) ούτε σε κάποια από τις προβλέψεις της έχει πέσει μέσα (οι δανειστές θα υποχωρήσουν, οι ΗΠΑ θα βοηθήσουν, θα βρεθούν χρήματα από τρίτες χώρες, οι τράπεζες δεν θα κλείσουν κτλ) δεν εμπνέει πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη.
Στελέχη της κυβέρνησης διαβεβαιώνουν ότι οι τράπεζες την Τρίτη θα λειτουργήσουν κανονικά, ενώ γνωρίζουν καλά ότι αυτό θα πάρει πολύ καιρό να συμβεί. Διαβεβαιώνουν δημοσίως ότι σύντομα θα αποκατασταθεί η ρευστότητα, ενώ ξέρουν ότι αυτό μπορεί πλέον να γίνει μόνο, είτε αν τα βρουν με τους δανειστές, είτε εάν τυπώσουν εθνικό νόμισμα, πράγμα που πάλι δεν γίνεται τώρα, αφού καμία σχετική προετοιμασία δεν έχει γίνει και τα λεφτά που υπάρχουν τελειώνουν.
Αρνούνται κατηγορηματικά ότι υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα να βγούμε εκτός Ευρωζώνης ή να τεθούμε σε κάποιο ειδικό καθεστώς, όταν δεν υπάρχει κανείς στον πλανήτη που να μην υποστηρίζει ότι η πιθανότητα αυτή είναι υπαρκτή. Ακόμα και ο αμερικανός νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, που στηρίζει την κυβέρνηση στο ΟΧΙ, δηλώνει καθαρά ότι όχι μόνο είναι πιθανή η έξοδος , αλλά και ότι ένα μέρος της δουλειάς για αυτό έχει ήδη γίνει με το κάπιταλ κοντρόλ.
Το πρόβλημα με το θέμα της εξόδου από την Ευρωζώνη είναι ότι για να είχε πιθανότητες επιτυχίας, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ο έγκαιρος και πολύ καλός σχεδιασμός της. Χρειαζόταν δηλαδή ένα πολύ σοβαρό και επεξεργασμένο σε κάθε του λεπτομέρεια σχέδιο, που θα είχε προετοιμάσει τα πάντα. Και φυσικά μία πολύ ικανή και έμπειρη κυβερνητική ομάδα για να το υλοποιήσει, καθώς και τη λαϊκή έγκριση, αφού θα χρειαζόταν οπωσδήποτε την υποστήριξη του λαού.
Τώρα δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά και δεν μπορεί κανένας υπεύθυνος πολιτικός να αγνοήσει ότι στις σημερινές συνθήκες είναι ορατό το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε συνθήκες χάους, που θα ευνοούσαν αποκλειστικά και μόνο τα κοράκια και τους κερδοσκόπους. Και αν κάποιοι ενοχλούνται με την αυτονόητη επισήμανση, θα έπρεπε αντί για αυτό να φροντίσουν να μην συμβεί και να αντιληφθούν ότι η αριστερά έχει ηθική υποχρέωση να είναι και πολιτικά έντιμη και ειλικρινής απέναντι στο λαό.
Καλείται λοιπόν ο λαός να αποφασίσει τί; Και για ποια ρήξη μιλάμε όταν ο πρωθυπουργός έχει βάλει την υπογραφή του σε ένα μνημόνιο 47 σελίδων και σε μία παραλλαγή του σχεδίου Γιούνκερ με μικρές διαφορές; Όταν η κυβέρνηση λέει ότι αμέσως μετά από ένα ΟΧΙ θα επιδιώξει άμεσα μια συμφωνία; Δηλαδή γιατί ακριβώς θα ψηφίσουμε; Αν θέλουμε να έχει 5 ή 6 καζάνια η «κόλαση»; Και η νέα συμφωνία που θα υπογράψει ο Τσίπρας από πού θα αντλήσει λαϊκή νομιμοποίηση, αν δεν έχει σημαντικές διαφορές από αυτήν που θα καταψηφιστεί; Θα τη φέρει κι αυτή σε δημοψήφισμα;
Οι αντιφάσεις είναι πολλές. Γιατί την ίδια ώρα που η κυβέρνηση μας καλεί να καταψηφίσουμε την πρόταση των δανειστών, μας λέει ότι θα επιδιώξει αμέσως μία άλλη που δεν θα διαφέρει και τόσο, ενώ οι δανειστές έχουν περίπου προεξοφλήσει ότι δεν θεωρούν κάτι τέτοιο πιθανό σε περίπτωση που υπερισχύσει το όχι. Και κάπως έτσι οι μισοί ψηφοφόροι του ΟΧΙ θα νομίζουν ότι πάνε σε συμφωνία και οι άλλοι μισοί σε ρήξη και ενδεχομένως σε έξοδο.
Η παράνοια όμως δεν σταματάει εδώ.
Είναι παραπάνω από προφανές ότι αν γινόταν ένα δημοψήφισμα στο οποίο δεν θα κρινόταν τίποτα άλλο, απλώς και μόνο για να ρωτηθούν οι πολίτες της Ελλάδας αν συμφωνούν με τα σκληρά μέτρα των δανειστών (σαν λέμε δηλαδή αν θέλουν να τους μαστιγώσουν) ούτε το 1% δεν θα απαντούσε θετικά. Επειδή όμως αυτή τη στιγμή κανείς δεν προτείνει μία άλλη συγκεκριμένη λύση πριν μίας αβέβαιης προοπτικής που δεν ξέρουν που οδηγεί, πολλοί μπροστά στο φόβο του αγνώστου και διαπιστώνοντας ότι η κυβέρνηση δεν έχει άλλο σχέδιο (όπως έχει παραδεχθεί) θα προτιμήσουν να ψηφίσουν κι αυτοί ΝΑΙ, χωρίς να συμφωνούν με τα μέτρα.
Το πεδίο λοιπόν είναι ναρκοθετημένο και το δημοψήφισμα ήρθε πολύ αργά και με άδεια ταμεία, αφού η κυβέρνηση έχει εκ των πραγμάτων σε μεγάλο βαθμό υπονομεύσει την πιθανότητα μιας ρήξης με προοπτική. Ποιας ρήξης λοιπόν με μισόλογα και με ποιο σχέδιο; Και με ποια πρόβλεψη για να προστατευθούν οι φτωχότεροι και οι πιο αδύναμοι; Τα θύματα της κρίσης και των μνημονίων δεν έχουν ούτε λεφτά στο εξωτερικό, ούτε στα «στρώματα» και στις θυρίδες.
Η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας αυτές τις κρίσιμες ώρες είναι τεράστια. Και πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η προστασία αυτών των ανθρώπων. Ποιες είναι οι εγγυήσεις για αυτό; Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, δυστυχώς οι προοπτικές είναι θετικές μόνο για τον Σόιμπλε και στο ναι και στο όχι.
Αν υπερψηφιστεί το ναι, θα είναι από εξαναγκασμό και όχι από ελεύθερη βούληση του λαού και για πρώτη φορά θα έχουμε λαϊκή νομιμοποίηση ενός πολύ σκληρού μνημονίου. Ούτε στα πιο τρελά όνειρά του Σόιμπλε δηλαδή.
Στην περίπτωση που υπερψηφιστεί το όχι, περνάμε στο άγνωστο κι ανοίγει ταυτόχρονα κι ο δρόμος για την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, χωρίς να χρειαστεί να βάψει τα χέρια του με αίμα ο Σόιμπλε , αναλαμβάνοντας απλά τον εύκολο ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Είναι γνωστό ότι αυτές είναι οι δύο επιλογές που εκείνος ήθελε. Ή να φύγουμε από την Ευρωζώνη, στην οποία θεωρεί ότι δημιουργούμε προβλήματα, ή αν μείνουμε, να μείνουμε αποδεχόμενοι τη λιτότητα όχι μόνο ως πολιτική επιλογή, αλλά και ως τιμωρία με τη θέλησή μας.
Οι ρομαντικοί που παραβλέπουν το ναρκοθετημένο πεδίο, πιστεύουν ότι το ΟΧΙ μπορεί να ανοίξει το δρόμο της απελευθέρωσης του ελληνικού λαού από τα μνημόνια. Αυτή όμως θα ήταν μια μεγάλη μάχη και όπως όλες οι μάχες θα χρειαζόταν στρατηγική, σχέδιο και πολιτικά στελέχη ατσαλένιας πυγμής που θα αναλάμβαναν να ηγηθούν. Και φυσικά σε αυτές τις περιπτώσεις, όσοι σε ακολουθούν πρέπει να ξέρουν ότι τους πηγαίνεις σε μάχη για να πολεμήσουν και να έχουν συμφωνήσει σε αυτό. Διαφορετικά η έκβαση είναι προδιαγεγραμμένη.
Δεν πιστεύω ότι αξίζουν σε κανένα λαό αυτά που περνάνε οι Έλληνες να τελευταία πέντε χρόνια, τουλάχιστον να σώσουμε ότι σώζεται.
Β.Σ


01 July 2015

Ας μη φτάσει ποτέ η ώρα που θα λέμε πως...

«η στιγμή της ελευθερίας μας ήταν χθες»


του Κων/νουΤσουκαλά, Πρώτο Θέμα, 1/7/2015


«Αλληλένδετες οι τύχες Ελλάδας και Ευρώπης» — Προειδοποιεί ότι «σε μια μόνο στιγμή κρίνονται το μέλλον της Ελλάδας, η αξιοπιστία της κυβερνώσης Αριστεράς και οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της Ευρώπης» — Ο καθηγητής, επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ, κάνει έκκληση στην κυβέρνηση για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων

«Έκκληση» συνέχειας διαπραγματεύσεων από τον επικεφαλής του Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ Κωνσταντίνο Τσουκαλά, με σημερινό του άρθρο. Ο κύριος Τσουκαλάς απευθύνεται στην κυβέρνηση και ζητεί «πρωτοβουλίες τώρα, εδώ και αμέσως».

«Δεν μας επιτρέπεται να παράσχουμε πρόσθετα επιχειρήματα και άλλοθι σε εκείνους που δεν ζητάν τίποτε καλύτερο από το να επιρρίψουν στην Ελλάδα την αποκλειστική "ευθύνη" για τη διακοπή των συζητήσεων», επισημαίνει ο καθηγητής κοινωνιολογίας, που ήταν στην πρώτη θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ κατά τις πρόσφατες εκλογές. 

Δεν μπορούμε να αφήσουμε καμία στιγμή ανεκμετάλλευτη γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως «η στιγμή της ελευθερίας μας ήταν χθες», τονίζει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς.

Ολόκληρο το άρθρο του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσουκαλά στην «Εφημερίδα των Συντακτών», με τον τίτλο «Έκκληση»:
Αυτή την ύστατη στιγμή κάνω έκκληση στην κυβέρνηση για την αναγκαιότητα συνέχισης των διαπραγματεύσεων. Ακόμα και αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι εκείνη στην οποία όλοι ελπίζαμε και προσβλέπαμε, οι ιστορικές τύχες της Ελλάδας και της Ευρώπης εξακολουθούν να είναι αλληλένδετες.
Πιστεύω λοιπόν ότι η νόμιμη κυβέρνηση της Αριστεράς που εκπροσωπεί τη χώρα μας δεν έχει άλλη επιλογή από το να πάρει πρωτοβουλίες τώρα, εδώ και αμέσως. Και οι πρωτοβουλίες αυτές δεν μπορεί να είναι άλλες από τη συνέχιση της διαβούλευσης εις πείσμα των εκβιαστικών όρων που μας επιβάλλονται.
Δεν μας επιτρέπεται να παράσχουμε πρόσθετα επιχειρήματα και άλλοθι σε εκείνους που δεν ζητάν τίποτε καλύτερο από το να επιρρίψουν στην Ελλάδα την αποκλειστική «ευθύνη» για τη διακοπή των συζητήσεων. Και δεν δικαιούμαστε να απεμπολήσουμε τα πανίσχυρα όπλα μας, που δεν είναι άλλα από το δίκαιο και τον ορθό λόγο.
Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η δραματική κατολίσθηση των όρων διαβίωσης ενός ολόκληρου λαού συνιστά απόλυτη ηθική δικαίωση των αξιακά αδιαπραγμάτευτων ελληνικών θέσεων. Οπως και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η πλήρης αποτυχία της πολιτικής της λιτότητας συνιστά ακαταμάχητο επιχείρημα εναντίον όσων επιμένουν πεισματικά στη συνέχιση των υφεσιακών μέτρων.
Θέλω να ελπίζω πως στην παρούσα φάση η όποια πρωτοβουλία ήθελε προκύψει αυτές τις κρίσιμες στιγμές, θα μπορέσει να συμβάλει τουλάχιστον στην αναστολή του διαφαινόμενου αδιέξοδου.
Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή. Σε μια μόνο στιγμή κρίνονται το μέλλον της Ελλάδας, η αξιοπιστία της κυβερνώσης Αριστεράς και οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της Ευρώπης. Και δεν μπορούμε να αφήσουμε καμία στιγμή και καμία ευκαιρία να κυλήσουν ανεκμετάλλευτες. Ας μη φτάσει ποτέ η ώρα εκείνη που θα λέμε πως «η στιγμή της ελευθερίας μας ήταν χθες».

29 June 2015

Να μην γίνει η Ελλάδα… Ζιμπάμπουε

ysterografa.gr, 29/6/2015

Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Χρυσόγονος, έδωσε στη δημοσιότητα την επιστολή που είχε στείλει από τις 19 Μαρτίου στον Αλέξη Τσίπρα, για την οποία ακόμα δεν έχει πάρει απάντηση.

Αναλυτικά το δελτίο Τύπου του κου Χρυσόγουνου:

Βρυξέλλες – 29/06/2015

Με μεγάλη μου λύπη υποχρεώνομαι να δώσω σήμερα στη δημοσιότητα την από 19 Μαρτίου 2015 επιστολή μου προς τον Πρωθυπουργό, στην οποία δεν έχω λάβει καμία απάντηση παρά την πάροδο τριών και πλέον μηνών. Στην επιστολή εκείνη προέβλεπα τις σημερινές ολέθριες εξελίξεις, τονίζοντας ότι «..Έχει ήδη διαφανεί ότι η προεκλογική μας ρητορική, περιλαμβανομένου και του “προγράμματος της Θεσσαλονίκης”, βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τη δυσάρεστη πραγματικότητα, την οποία υποχρεωνόμαστε τώρα να αντιμετωπίσουμε…», ότι «…Η “λύση” της παύσης πληρωμών και ενδεχομένως της εξόδου από την ευρωζώνη, για την οποία έχει γίνει τόσος λόγος μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ, κατ΄ουσία δεν υφίσταται…», ότι «…νομισματικό “έμφραγμα” … θα μας επιβάλει αναμφίβολα η ΕΚΤ αν κάνουμε παύση πληρωμών προς την ίδια και/ή το ΔΝΤ…», ότι «…η ρήξη με τους δανειστές είναι μια ανέφικτη επιλογή και αν επιχειρηθεί η κατάληξη θα είναι η χώρα να επιστρέψει στον μνημονιακό εγκλωβισμό υπό χειρότερους όρους (σαν τον κρατούμενο που επιχειρεί απόδραση και αφού αποτύχει καταλήγει στην απομόνωση της φυλακής). Οφείλουμε να αγωνισθούμε μέσα στα υπάρχοντα ευρωπαϊκά και διεθνή (=ΔΝΤ) πλαίσια, όπως άλλωστε έχουμε υποσχεθεί στον ελληνικό λαό. Η λαϊκή εντολή προς την κυβέρνηση είναι εντολή για σκληρή διαπραγμάτευση και όχι για χρεοκοπία και έξοδο από την ευρωζώνη και ενδεχομένως και την Ένωση…» και ότι «…Η λεκτική κλιμάκωση είναι μια παγίδα της άλλης πλευράς στην οποία δεν πρέπει να εγκλωβιζόμαστε….».

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της επιστολής:

Κώστας Χρυσόγονος
Ευρωβουλευτής-Μέλος Κ.Ε.
Βρυξέλλες, 19.3.2015
 
Προς-τον Πρωθυπουργό και Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ σ. Α. Τσίπρα-τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου
Σύντροφοι,
η πάροδος σχεδόν δύο μηνών από τη μεγάλη εκλογική νίκη του κόμματος και το σχηματισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιτρέπει μια πρώτη αποτίμηση των πολιτικών εξελίξεων και των προοπτικών για τη χώρα, στο κρίσιμο θέμα της σχέσης της με τους δανειστές της. Θα ήθελα να θέσω υπόψη σας τις παρακάτω σκέψεις μου αναφορικά με τα ζητήματα αυτά:
1. Έχει ήδη διαφανεί ότι η προεκλογική μας ρητορική, περιλαμβανομένου και του “προγράμματος της Θεσσαλονίκης”, βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τη δυσάρεστη πραγματικότητα, την οποία υποχρεωνόμαστε τώρα να αντιμετωπίσουμε. Μέσα στο δίμηνο αυτό υπενθυμίζω ότι βρεθήκαμε αναγκασμένοι να αφήσουμε κατά μέρος τις εξαγγελίες για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους, για “σκίσιμο” των μνημονίων και/ή κατάργησή “με ένα άρθρο” του συνόλου της μνημονιακής νομοθεσίας κλπ. Αντί για αυτά, στα πλαίσια της “συμφωνίας” της 20ης Φεβρουαρίου, γίνεται λόγος για βιωσιμότητα του υφιστάμενου χρέους και για αποφυγή μονομερών ελληνικών ενεργειών, τουλάχιστον εφόσον δεν παρουσιάζονται δημοσιονομικά ισοδύναμα. Από την πλευρά των δανειστών η μόνη ουσιαστική παραχώρηση ήταν η έμμεση και κάπως ασαφής υπόσχεσή τους για μείωση του ύψους του απαιτούμενου πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος για το 2015, αν και στην πραγματικότητα το προβλεπόμενο πλεόνασμα του 3% (του ΑΕΠ) ήταν εξαρχής εμφανές ότι δεν μπορούσε να επιτευχθεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες (ακόμη δηλαδή κι αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι εκλογές του Ιανουαρίου και υλοποιούνταν το mail Χαρδούβελη). Το χειρότερο όμως είναι ότι δεχόμαστε ήδη, τόσο από την πλευρά των δανειστών όσο και από εκείνη των αγορών, μια πολυεπίπεδη πίεση (πολιτική, οικονομική, επικοινωνιακή) για να οδηγηθούμε σε μια, επί της ουσίας, άνευ όρων παράδοση και νέα πρόσδεση για σειρά ετών στο μνημονιακό άρμα.
2. Είναι σαφές ότι το ελληνικό μνημονιακό πρόγραμμα, αν υποθέσουμε ότι (θεωρητικός) στόχος του ήταν η επάνοδος της Ελλάδας στις κεφαλαιαγορές για να αναχρηματοδοτήσει από εκεί το χρέος προς τους δημόσιους πιστωτές, έχει αποτύχει. Στα επόμενα τρία ή τέσσερα χρόνια το ελληνικό δημόσιο πρέπει να καταβάλει ως χρεολύσια στο ΔΝΤ και στην ΕΚΤ ένα ποσό της τάξης των περίπου 60 δις ευρώ. Τα χρήματα αυτά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να βρεθούν από τα φορολογικά και άλλα εκτός δανείων έσοδα. Τα τελευταία μάλιστα δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τους τόκους του δημόσιου χρέους, αφού εκείνοι ανέρχονται σε ένα ποσό περίπου 6 δις ετησίως, δηλαδή η καταβολή τους από ίδιους πόρους προϋποθέτει ετήσια πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα άνω του 3% του ελληνικού ΑΕΠ, πράγμα μάλλον ανέφικτο όχι μόνο για το 2015 αλλά και για τα επόμενα χρόνια. Όσο για τις κεφαλαιαγορές, τα επιτόκια των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου έχουν ήδη ανέλθει σε απαγορευτικά (διψήφια) ποσοστά μετά τις εκλογές, ενώ ακόμα και στην καλύτερο περίοδο, την άνοιξη του 2014, τα ποσά που καταφέραμε να αντλήσουμε με την έκδοση των νέων ομολόγων ήταν μικρά (3 δις περίπου), για περιορισμένα χρονικά διαστήματα (3ετίας-5ετίας) και με υψηλά επιτόκια.
3. Η “λύση” της παύσης πληρωμών και ενδεχομένως της εξόδου από την ευρωζώνη, για την οποία έχει γίνει τόσος λόγος μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ, κατ΄ουσία δεν υφίσταται. Πρέπει πρώτα από όλα να επισημανθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους που οφείλουμε να αποπληρώσουμε, όπως εκτέθηκε, στα αμέσως επόμενα χρόνια είναι προς το ΔΝΤ. Σ’αυτό συμμετέχουν πρακτικά όλα τα κράτη του κόσμου και η άρνηση καταβολής θα μας έφερνε de facto αντιμέτωπους όχι με τη Γερμανία, αλλά με τον πλανήτη ολόκληρο. Σημειωτέον ότι, σε αντίθεση με την ευρωζώνη όπου νομικά δεν προβλέπεται διαδικασία (ακούσιας) αποβολής κράτους, τέτοια προβλέπεται στο άρθρο 24 του καταστατικού του ΔΝΤ. Το χειρότερο είναι όμως ότι σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσαν να μας επιβληθούν από τα κράτη κάθε είδους οικονομικά και άλλα αντίποινα, μετατρέποντας την Ελλάδα σε κάτι ελαφρώς χειρότερο από τη Ζιμπάμπουε.
4. Μία έξοδος από την ευρωζώνη θα προϋπέθετε, για να μπορεί ρεαλιστικά να επιτευχθεί (εντελώς διαφορετικό το ζήτημα αν θα αποδεικνυόταν μακροπρόθεσμα επωφελής ή όχι για την εθνική οικονομία), να βρεθεί εξωτερικός χρηματοδότης για να διαθέσει περίπου 20 δις ευρώ για την αποπληρωμή του ΔΝΤ και τουλάχιστον άλλα τόσα για να αποκτήσει η Ελλάδα συναλλαγματικά διαθέσιμα, ώστε να υποστηριχθεί η ισοτιμία της νέας δραχμής. Δεν νοείται και δεν υπάρχει εθνικό νόμισμα χωρίς συναλλαγματικά διαθέσιμα σε “σκληρό” ξένο νόμισμα (σημειωτέον ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1990, πριν από την είσοδό μας στην ευρωζώνη, τα ελληνικά διαθέσιμα σε ξένα νομίσματα ανέρχονταν σε ένα ποσό της τάξης των 25 δις δολλαρίων περίπου). Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση κράτους με “νέο” εθνικό νόμισμα, όπου οι αγορές εύλογα δε θα το αποδέχονται για μια περίοδο πολλών μηνών, εωσότου φανεί πού θα ισορροπήσει η ισοτιμία του νομίσματος αυτού με τα υπόλοιπα. Ποσό της τάξης των 40 (20+20) δις ευρώ και μάλιστα υπό μορφή “χορηγίας” και όχι δανείου (αφού η Ελλάδα θα έχει και επισήμως χρεοκοπήσει στις εξωτερικές της πληρωμές) δεν είναι σε θέση, ούτε καν θεωρητικά, να διαθέσει κανένα κράτος της υφηλίου εκτός από την Κίνα, τις ΗΠΑ, τη Νορβηγία, την Ελβετία και τη…Γερμανία (και πάντως όχι η Ρωσία, η οποία πιέζεται κατά δεινό τρόπο τον τελευταίο ενάμιση περίπου χρόνο και τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα ήδη έπεσαν από τα 530 στα περίπου 380 δις δολλάρια, με περαιτέρω πτωτικές τάσεις λόγω των τιμών του πετρελαίου).
5. Εφόσον θεωρηθεί δεδομένο ότι δεν πρόκειται να βρεθεί κράτος-χρηματοδότης, η εκτύπωση δραχμών (η ίδια η εκτύπωση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα χαρτονομισμάτων θα αποτελούσε βέβαια τεράστιο τεχνικό πρόβλημα, αλλά αυτό ας το υπερβούμε) δεν θα μας ωφελούσε σε τίποτα προς το εξωτερικό. Το νέο νόμισμα δε θα γινόταν αποδεκτό στις διεθνείς συναλλαγές και συνεπώς θα μέναμε για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τη δυνατότητα εισαγωγών, πράγμα που θα παρέλυε την οικονομική ζωή στη χώρα μας. Ακόμη χειρότερα, το νέο νόμισμα, δε θα γινόταν αποδεκτό ούτε στο εσωτερικό της χώρας, επειδή παρά πολλοί Έλληνες έχουν αποθησαυρισμένα χαρτονομίσματα ευρώ σε φυσική μορφή (η νομισματική κυκλοφορία από περίπου 20 δις ευρώ στη μορφή αυτή προ κρίσης τώρα πρέπει να πλησιάζει περίπου τα 50). Έτσι οι συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών θα συνέχιζαν να γίνονται κατά μεγάλο μέρος με τα (απαγορευμένα πια) ευρώ στη “μαύρη αγορά”, δηλαδή στην παραοικονομία η οποία θα έπαιρνε εφιαλτικές διαστάσεις, προκαλώντας και κατάρρευση των δημόσιων εσόδων. Η νέα δραχμή θα απέμενε ουσιαστικά να χρησιμοποιείται μόνο στις συναλλαγές με το κράτος. Κατά συνέπεια δεν έχει νόημα να επιχειρηθεί καν η εκτύπωση δραχμών. Πιο λογικό, και λειτουργικά ισοδύναμο από πρακτική άποψη, θα ήταν να επιχειρήσουμε ένα by-pass στο νομισματικό “έμφραγμα” (το οποίο θα μας επιβάλει αναμφίβολα η ΕΚΤ αν κάνουμε παύση πληρωμών προς την ίδια και/ή το ΔΝΤ) εκδίδοντας κάποιας μορφής αναγκαστικό άτοκο ομόλογο ειδικού σκοπού και πληρώνοντας με αυτό μισθούς και συντάξεις (πχ μισθός 1500 ευρώ να καταβάλλεται κατά τα 2/3 σε μετρητά και κατά το 1/3 με ένα τέτοιο ομόλογο, που θα γινόταν αποδεκτό από το κράτος μετά τη λήξη του, δηλαδή μετά πχ από 1 ή 2 χρόνια, για την πληρωμή φορολογικών, ασφαλιστικών κλπ υποχρεώσεων). Παραδόξως, κάτι παρόμοιο φέρονται να πρότειναν και οι εκπρόσωποι των “θεσμών” στις διαπραγματεύσεις των τεχνικών κλιμακίων στις Βρυξέλλες! Είναι όμως φανερό ότι όποια κυβέρνηση επιχειρήσει τέτοιες ευρεσιτεχνίες θα προκαλέσει τέτοιες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας ώστε η πτώση της να είναι θέμα (λίγου) χρόνου.
6. Από νομική άποψη έξοδος από την ευρωζώνη δεν προβλέπεται ούτε με πρωτοβουλία του ενδιαφερόμενου κράτους ούτε με απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν κάποιο κράτος-μέλος της ευρωζώνης επιχειρήσει να εκτυπώσει εθνικό νόμισμα, σε αντικατάσταση του ευρώ ή παράλληλα προς αυτό, τούτο θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 128 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα οδηγούσε σε επιβολή σε βάρος του προστίμου κατά το άρθρο 260 της ίδιας. Κατά τα άλλα όμως, από την οπτική γωνία της Ένωσης, η σχετική εθνική νομοθεσία δε θα ίσχυε και συνεπώς το κράτος θα παρέμενε θεωρητικά μέλος της ευρωζώνης. Εφόσον στη συνέχεια κατέρρεε η κυβέρνηση του κράτους-μέλους, η οποία επιχείρησε την επάνοδο στο εθνικό νόμισμα, το κράτος θα επέστρεφε αναγκαστικά και πρακτικά στην ευρωζώνη. Με βάση τα υπάρχοντα σήμερα νομικά δεδομένα η αποχώρηση από την ευρωζώνη θα προϋπέθετε είτε αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με συμφωνία όλων των υπόλοιπων κρατών-μελών (άρθρο 50 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης) είτε τροποποίηση της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να προβλεφθεί τέτοιο ενδεχόμενο, και πάλι με ομοφωνία των κρατών μελών (άρθρο 48 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Εφόσον όμως η πρόθεση αποχώρησης συνοδευθεί από στάση πληρωμών στο χρέος του συγκεκριμένου κράτους προς τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης, είναι μάλλον απίθανο αυτά να καταλήξουν σε συμφωνία. Έτσι η αποχώρηση θα αποκτούσε νομικό κύρος μόνο αν επρόκειτο για αποχώρηση συνολικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση και παρερχόταν και μια ολόκληρη διετία από την υποβολή της αίτησης για αποχώρηση (άρθρο 50 παρ. 3 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Σε όσο βαθμό ισχύει η διαπίστωση του συντρόφου Λαφαζάνη ότι η ευρωζώνη είναι “γερμανική φυλακή”, όποιος επιχειρήσει να αποδράσει θα αντιληφθεί ότι οι γερμανικές φυλακές είναι σχεδιασμένες και οργανωμένες έτσι ώστε οι αποδράσεις από αυτές να είναι σχεδόν αδύνατες (τουλάχιστον όταν δεν υπάρχει βοήθεια από έξω).
7. Για τους λόγους που επισημάνθηκαν παραπάνω, η ρήξη με τους δανειστές είναι μια ανέφικτη επιλογή και αν επιχειρηθεί η κατάληξη θα είναι η χώρα να επιστρέψει στον μνημονιακό εγκλωβισμό υπό χειρότερους όρους (σαν τον κρατούμενο που επιχειρεί απόδραση και αφού αποτύχει καταλήγει στην απομόνωση της φυλακής). Οφείλουμε να αγωνισθούμε μέσα στα υπάρχοντα ευρωπαϊκά και διεθνή (=ΔΝΤ) πλαίσια, όπως άλλωστε έχουμε υποσχεθεί στον ελληνικό λαό. Η λαϊκή εντολή προς την κυβέρνηση είναι εντολή για σκληρή διαπραγμάτευση και όχι για χρεοκοπία και έξοδο από την ευρωζώνη και ενδεχομένως και την Ένωση.
8. Στη διαπραγμάτευση αυτή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οφείλει να εξαντλήσει όλα τα, πιθανά και μη, εργαλεία. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να δοθεί βάρος και στη νομική πλευρά των ζητημάτων που θέτουν οι δανειστές και ειδικότερα στις ενδεχόμενες παραβιάσεις του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου (οι παραβιάσεις του ελληνικού Συντάγματος ουδόλως τους ενδιαφέρουν, αφού το θεωρούν δικό μας πρόβλημα και όχι δικό τους). Τούτο σημαίνει ότι στα τεχνικά κλιμάκια πρέπει από ελληνικής πλευράς να συμμετέχουν, εκτός από τους οικονομολόγους, και νομικοί εγνωσμένου κύρους με εξειδίκευση στο ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, ώστε να προβάλουν τις σχετικές “ενστάσεις”. Π.χ. η Ελλάδα θεωρητικά και πρακτικά η τρόικα έχει “καταδικασθεί” από την Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη για σειρά παραβιάσεων της διεθνούς αυτής σύμβασης, που έχει συναφθεί στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης, μέσω μνημονιακών μέτρων όπως η μείωση του κατώτατου μισθού και άλλα. Πρέπει να επικαλεσθούμε με έμφαση τις σχετικές αποφάσεις προκειμένου να άρουμε τα μέτρα αυτά και γενικότερα να αντιτάσσουμε σε κάθε ευκαιρία την προστασία των κοινωνικών ιδίως δικαιωμάτων των Ελλήνων, τόσο στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη όσο και στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέναντι στις παράλογες απαιτήσεις των δανειστών.
9. Η ακύρωση της υφιστάμενης μνημονιακής νομοθεσίας ή έστω ουσιώδους μέρους της είναι προφανές ότι προσκρούει και θα συνεχίσει να προσκρούει στη στείρα άρνηση των δανειστών. Εφόσον αποδεικνύεται αδύνατο να τους πείσουμε ότι πολλά από τα μέτρα που έχουν ληφθεί δεν ωφελούν την ελληνική οικονομία, θα έπρεπε τουλάχιστον να απαιτήσουμε την καθιέρωση ενός ανεξάρτητου μηχανισμού εκτίμησης επιπτώσεων (impact assessment mechanism) όλου αυτού του μνημονιακού οικοδομήματος και των επιμέρους στοιχείων του. Αυτός θα μπορούσε να είναι είτε ένας υφιστάμενος διεθνής οργανισμός (ΟΟΣΑ ή Συμβούλιο της Ευρώπης ή ίσως ΟΗΕ) είτε ένας συνδυασμός προσώπων διεθνούς κύρους (πχ νομπελίστες οικονομολόγοι) κοινής αποδοχής (Ελλάδας και δανειστών) μαζί με εκπροσώπους κάποιων τέτοιων, κατά τεκμήριο “ουδέτερων”, οργανισμών. Εάν από την αξιολόγηση προέκυπτε ότι συγκεκριμένα μέτρα αποδείχθηκαν αντιπαραγωγικά, θα ήταν πολύ δύσκολο για τους δανειστές να εμμείνουν στη διατήρησή τους.
10. Επί της ουσίας, το ποσό που πρέπει να καταβληθεί, όπως εκτέθηκε στην παράγραφο 2, για χρεολύσια στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ στα επόμενα χρόνια θα μπορούσε να καλυφθεί χωρίς νέα, τρίτη κατά σειρά, δανειακή σύμβαση (η οποία θα συνοδευόταν αναμφίβολα από επαχθείς όρους και προϋποθέσεις) από έναν συνδυασμό πηγών. Η πρώτη θα μπορούσαν να είναι τα 10,9 δις ευρώ που έμειναν υπόλοιπο στο ΤΧΣ από τα προβλεπόμενα για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών κονδύλια. Το ποσό αυτό επιστράφηκε δυστυχώς με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου στον ESM και προβλέφθηκε ότι θα χρησιμοποιηθεί μόνο για ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, εφόσον αυτή απαιτηθεί στο μέλλον. Κεντρικός στόχος της διαπραγματευτικής προσπάθειας της ελληνικής πλευράς πρέπει να είναι να καταστούν τα χρήματα αυτά διαθέσιμα για την αποπληρωμή οφειλών του δημοσίου στο ΔΝΤ και/ή την ΕΚΤ και μάλιστα στο αμέσως προσεχές χρονικό διάστημα, παράλληλα με την τελευταία δόση της δεύτερης δανειακής σύμβασης (περίπου 7 δις, περιλαμβανομένων των επιστροφών κερδών των κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα) και με κάποια αύξηση του ορίου των εντόκων γραμματίων. Ακόμη και έτσι βέβαια θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα στην επόμενη τετραετία (δηλ. την πρώτη βουλευτική περίοδο) ένα χρηματοδοτικό κενό περίπου 30 ως 40 δις ευρώ. Η κάλυψή του χωρίς νέο καθαρό δανεισμό από δημόσιους πιστωτές είναι εφικτή μόνο αν υπάρξει αξιοποίηση της ελληνικής δημόσιας περιουσίας.
11. Το ελληνικό δημόσιο πιέζεται από τους δανειστές του να προχωρήσει σε άμεση εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων, η οποία λόγω του δυσμενούς μακροοικονομικού περιβάλλοντος και του περιορισμένου αγοραστικού ενδιαφέροντος θα καταλήξει σε λεηλασία του δημόσιου πλούτου. Για να αποφευχθεί αυτό, η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να αντιπροτείνει ένα σύνθετο σχήμα, με άξονα το ΤΑΙΠΕΔ, ως εξής: το Δημόσιο να εισφέρει στο ΤΑΙΠΕΔ ακίνητα αντικειμενικής αξίας και/ή μετοχές δημοσίων επιχειρήσεων λογιστικής αξίας συνολικού ύψους κατά προσέγγιση 50 δισ. ευρώ. Το μετοχικό κεφάλαιο του ΤΑΙΠΕΔ να διαιρεθεί σε 250 εκατ. προνομιούχες μετοχές άνευ ψήφου, αξίας 100 ευρώ η καθεμιά, και μία κοινή μετοχή. Η μοναδική κοινή μετοχή παραμένει στην κατοχή του Δημοσίου, ενώ οι προνομιούχες διατίθενται σε δημόσια εγγραφή με εισαγωγή κεφαλαίων από το εξωτερικό (για να μη θιγεί η ρευστότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος). Το προϊόν της εγγραφής (25 δισ. ευρώ) θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την αγορά ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά με σκοπό να περιορισθεί η προσφορά σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε να γίνει εφικτή η δραστική μείωση των επιτοκίων και έτσι και η έκδοση σταδιακά νέων ομολόγων. Τα περιουσιακά στοιχεία που θα έχουν εισφερθεί από το Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ θα εκποιούνται σταδιακά, όταν επιτυγχάνεται για το καθένα δίκαιη τιμή (κατ’ εκτίμηση της ελεγχόμενης από το ίδιο το Δημόσιο διοίκησης) και δεδομένου ότι στο μεταξύ θα έχει βελτιωθεί το μακροοικονομικό περιβάλλον. Με το τίμημα της εκποίησης θα γίνεται τμηματική επιστροφή κεφαλαίου στους προνομιούχους μετόχους, έως ότου εξοφληθούν για το σύνολο της ονομαστικής αξίας των μετοχών τους, οι οποίες τότε θα ακυρωθούν. Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία (όσα δεν εκποιηθούν) επιστρέφονται στο ελληνικό Δημόσιο. Εναλλακτικά, αν το ελληνικό Δημόσιο προτιμά, θα μπορούσε να εξοφλεί σταδιακά τους μετόχους του ΤΑΙΠΕΔ μέσα από τα φορολογικά ή άλλα έσοδά του σε βάθος χρόνου, χωρίς εκποίηση περιουσιακών στοιχείων. Με ένα παρόμοιο σχήμα θα μπορούσε να επιτευχθεί η γρήγορη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας της χώρας χωρίς λεηλασία της δημόσιας περιουσίας και να αποφευχθεί η αιχμαλωσία μιας τρίτης δανειακής σύμβασης.
12. Για τους προσεχείς δύο ή τρεις μήνες και έως τη σύναψη κάποιας συμφωνίας με τους δανειστές θα ήταν σκόπιμο να κρατηθούν από την πλευρά μας χαμηλοί τόνοι, μεταξύ άλλων και στο θέμα των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η λεκτική κλιμάκωση είναι μια παγίδα της άλλης πλευράς στην οποία δεν πρέπει να εγκλωβιζόμαστε. Από το καλοκαίρι και μετά θα έχουμε κάθε δυνατότητα για επαναφορά όλων των ζητημάτων προς κάθε κατεύθυνση. 
Με συντροφικούς χαιρετισμούς,
Κώστας Χρυσόγονος

28 June 2015

Το δημοψήφισμα της χρεοκοπίας

του Διονύση Γουσέτη, protagon.gr, 28/6/2015

Από τις 23 Απριλίου του 2010 που η Ελλάδα προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης των εταίρων μας για να αποφύγουμε την πτώχευση, κανένας από όσους μας κυβέρνησαν δεν θεώρησε ότι το πρόβλημα ήταν δικό μας. Της ελληνικής κοινωνίας. Κανένας δεν ασχολήθηκε με το ίδιο το πρόβλημα και τη λύση του. Κανένας δεν εκπόνησε σχέδιο μεταρρυθμίσεων για την ανάκαμψη της χώρας. Όλες ανεξαιρέτως οι (πολλές) κυβερνήσεις ασχολήθηκαν και ασχολούνται με διαπραγματεύσεις με τους ξένους εταίρους μας που ήρθαν να το λύσουν για λογαριασμό μας.

Και μέριμνα όλων των κυβερνήσεων και όλων σχεδόν των πολιτικών (με λίγες εξαιρέσεις) ήταν η αποποίηση των ευθυνών τους και η διατήρησή τους στην εξουσία με χρήση λαϊκίστικων διακηρύξεων.

Η σημερινή κυβέρνηση αναδείχτηκε πρωταθλήτρια αυτού του σπορ. Χωρίς να ασχοληθεί καθόλου με πώς θα μπορέσουμε να σταθεί η οικονομία στα πόδια της έψαξε για χρηματοδότηση ή δανεικά στη Ρωσία, στην Κίνα, στα Εμιράτα, στη Βενεζουέλα και ποιος ξέρει πού ακόμα. Παράλληλα σερνόταν σε συνομιλίες «δημιουργικής ασάφειας» με τους εταίρους μας, τις οποίες αποκαλούσε «διαπραγματεύσεις». Στις 20 Φεβρουαρίου θριαμβολόγησε για μια συμφωνία που υπέγραψε μαζί τους, μόνο για να την χαρακτηρίσει αργότερα «λάθος». Στη συνέχεια μετέδιδε πλαστή αισιοδοξία στους πολίτες. Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης δήλωσαν:
  • την πρώτη φορά, ότι η συμφωνία μέχρι το Πάσχα θα κλείσει.
  • κατόπιν μετέθεσαν την προθεσμία στην Κυριακή τον Θωμά.
  • από κει στην Πρωτομαγιά
  • κατόπιν στη γιορτή Κωνσταντίνου και Ελένης. Λέγοντας κάθε φορά πόσο έχουν πλησιάσει οι απόψεις των δύο πλευρών.
  • στις 27 Μαΐου -ένα μήνα ακριβώς πριν την εξαγγελία δημοψηφίσματος- ο κ. Τσίπρας μας συμβούλευε: «Μην ακούτε τις Κασσάνδρες». Κασσάνδρες ήταν οι εταίροι και δανειστές μας.
  • στις 3 Ιουνίου μας ανακοίνωσαν πρόταση 47 σελίδων που υπέβαλαν στους εταίρους μας το οποίο συγκλίνει σε συμφωνία.
  • στις 15 Ιουνίου, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Γιάννης Δραγασάκης, που μετέχει στην αντιπροσωπεία της κυβέρνησης, δήλωσε ότι «η ελληνική αντιπροσωπεία, που βρίσκεται στις Βρυξέλλες από το Σάββατο, παρέδωσε σήμερα στους θεσμούς συμπληρωματικές προτάσεις …Προτάσεις που ανοίγουν το δρόμο για την τελική συμφωνία». Την ίδια μέρα ο βρετανικός Γκάρντιαν τον διαψεύδει: «στην πραγματικότητα υπέστησαν μια αντιστροφή, με τους Έλληνες να προσπαθούν να ανοίξουν εκ νέου ζητήματα τα οποία οι δύο πλευρές είχαν ήδη συμφωνήσει. Οι πιστωτές είχαν λάβει υποσχέσεις για νέες ελληνικές προτάσεις από την ομάδα που έσπευσε στις Βρυξέλλες το Σάββατο το πρωί. Σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, δεν κατάφεραν να παρουσιάσουν ένα έγγραφο».

Στο μεταξύ, μας διοχέτευε ένα σωρό συκοφαντίες για τους εταίρους μας. Ο πρωθυπουργός τους κατηγόρησε δημόσια ότι οι προτάσεις τους κρύβουν πολιτικές σκοπιμότητες. Η πρόεδρος της Βουλής δηλώνει ότι ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Γιούνκερ, «αξιώνει την υποταγή του ελληνικού λαού». Ο Υπουργός Οικονομικών μίλησε με χαρτοπαικτικούς όρους: «Ελπίζω να μπλοφάρουν οι Ευρωπαίοι». Η Κομισιόν και ο Πρόεδρός της αναγκάστηκαν να διαψεύσουν ανοιχτά μια κυβέρνηση κράτους-μέλους, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στα χρονικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα ήρθε η μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας δεν ενδιαφέρεται για οτιδήποτε εκτός από τον εαυτό του. Όλη η μεθόδευση της παράξενης αυτής διαπραγμάτευσης με τους εταίρους μας -με την πρωτοφανή διάρκεια των πέντε μηνών- αλλά και το περιεχόμενο των διαφόρων προτάσεών του, δείχνουν ότι στόχος του δεν είναι η ανακούφιση των πολιτών από τα βάρη της κρίσης, ούτε η ανάπτυξη της χώρας και η αποκατάσταση της αξιοπρέπειάς της. Είναι η απαλλαγή του ίδιου από τις ευθύνες του αδιεξόδου στο οποίο μας οδήγησε.

Την ώρα που αντελήφθη ότι οποιαδήποτε λύση στη διαπραγμάτευση θα οδηγούσε σε προσωπικό πολιτικό κόστος, επέλεξε ένα παράνομο δημοψήφισμα για να μεταθέσει στον ελληνικό λαό τις ευθύνες της τραγωδίας στην οποία μας οδήγησε. Ένα δημοψήφισμα που επισημοποιεί τη ρήξη με τους εταίρους μας και τη χρεοκοπία της χώρας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θεματοφύλακας της τήρησης του Συντάγματος και των νόμων, οφείλει να μην επιτρέψει αυτή τη συνταγματική εκτροπή. Αν όμως επικρατήσει η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος σε ένα πολύπλοκο και ακαταλαβίστικο ερώτημα, που στην ουσία αφορά την ίδια την παραμονή μας στην Ευρώπη, δεν προτείνω αποχή, όπως ίσως θα έπρεπε, διότι δεν επιτρέπεται να ρισκάρουμε την υπόσταση της πατρίδας μας. Προτείνω ένα σύσσωμο ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ. Ας το προπαγανδίσουμε με όσα μέσα διαθέτουμε.

25 June 2015

Η πτώση του Τείχους … της Αθήνας

του Βασίλη Καραγιάννη, Athens Voice, 24/6/2015

Είναι γενικά παραδεκτό ότι η είδηση της επικείμενης συμφωνίας με τους Ευρωπαίους εταίρους δημιούργησε αισθήματα ανακούφισης στη μεγάλη φιλοευρωπαϊκή πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας.

Οι πρώτες ανακοινώσεις δείχνουν ότι θα έχουμε μία κακή συμφωνία. Σε κάθε περίπτωση όμως, μία κακή συμφωνία αποτελεί καλύτερη εξέλιξη, συγκριτικά με την καταστροφική επιλογή της ρήξης και της εξόδου της Ελλάδος από την ευρωζώνη. Κι αυτό γιατί εάν η Ελλάδα βρεθεί εκτός μνημονίου και χρηματοδότησης μετά την 30η Ιουνίου, αυτό παραπέμπει σε εθνική καταστροφή.


Αλλά είναι σίγουρο ότι άπαντες πάγωσαν στο άκουσμα της πρότασης της ελληνικής κυβέρνηση για επιβολή επιπρόσθετης φορολογίας ύψους 8 δις ευρώ, μέσα σε 1,5 χρόνο. Εκτιμώ ότι η ανακοίνωση της συμφωνίας θα προκαλέσει πολιτικές εξελίξεις στον κυβερνητικό συνασπισμό κι ενδεχομένως και βουλευτικές εκλογές.

Η συμφωνία εάν επιτευχθεί, θα επιβεβαιώσει τέσσερεις προβλέψεις

1. οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου έφεραν στην εξουσία μία κυβέρνηση, με θολή κατεύθυνση, η οποία όχι μόνο δεν διαπραγματεύτηκε αλλά κατά το διάστημα που κυβέρνησε, επανάφερε την οικονομία σε ύφεση και κατάστρεψε την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας. Κι όλα αυτά, για πετύχει μία κακή συμφωνία.

2. Η συμφωνία θα είναι μία ολιγόμηνη παράταση του υφιστάμενου προγράμματος

3. Δεν θα υπάρχει καμία συζήτηση για το χρέος ή επιπλέον χρηματοδότηση πριν την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του υφιστάμενου προγράμματος

4. Δεν θα δοθούν επιπρόσθετα κεφάλαια εκτός αυτών που αφορούν το υφιστάμενο πρόγραμμα, το υπόλοιπο του ΤΧΣ και τα κέρδη από τα ομόλογα.

Το πακέτο θα συμπεριλαμβάνει αυξήσεις φόρων στην επιχειρηματικότητα, αυξήσεις των εισφορών σε επιχειρήσεις, εργαζομένους και συνταξιούχους, και αυξήσεις των έμμεσων φόρων. Με λίγα λόγια, η κυβέρνηση επιχειρεί να καλύψει το δημοσιονομικό κενό 2015-6 (κυρίως λόγω της αύξησης των δαπανών στο ασφαλιστικό) όχι μέσω της μείωσης των κρατικών δαπανών αλλά μέσω της επιβολής επιπρόσθετης φορολογίας. 
Και μόνο η δήλωση του πρωθυπουργού ότι με την επιβολή των φόρων για «Πρώτη φορά τα βάρη δεν πάνε σε μισθωτούς και συνταξιούχους» και ότι «Προστατεύουμε τη λαϊκή οικογένεια» δείχνει ότι η κυβέρνηση δεν κατανοεί πως λειτουργεί η οικονομία.

Κι αυτό γιατί α) η αύξηση των φόρων στην υγιή επιχειρηματικότητα θα αυξήσει την ανεργία (κι αυτό γιατί η μαύρη οικονομία θα συνεχίσει να φοροδιαφεύγει) και β) η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων καθώς και η αύξηση των έμμεσων φόρων, θα μειώσει εμμέσως τους μισθούς και τις συντάξεις και θα επιβαρύνει κυρίως τους μισθωτούς και συνταξιούχους των κατώτερων εισοδηματικών στρωμάτων.

Υπάρχουν πέντε ζητήματα τα οποία θα πρέπει να δούμε

1. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει πίσω και να μην ολοκληρώσει τη συμφωνία. Όχι μόνο γιατί όλα τα μέτρα αποτελούν δικές της προτάσεις, αλλά και γιατί στην αντίθετη περίπτωση θα οδηγήσει τη χώρα στη χρεοκοπία και στην καταστροφή. Το επικίνδυνο είναι ότι η κυβέρνηση συνεχίζει τις επικοινωνιακού τύπου τακτικές. Εμμένοντας στη δήθεν «κόκκινη γραμμή» της μη μείωσης των ονομαστικών μισθών και συντάξεων, προωθεί τις έμμεσες μειώσεις τους. Επίσης επιβάλλοντας αυξήσεις στην φορολογία της επιχειρηματικότητας (εύκολο θύμα για το αριστερό υπόδειγμα), θα εντείνει το πρόβλημα της ανεργίας και της απο-επένδυσης.

2. Η συμφωνία έρχεται μετά από 5 μήνες σκληρής υφεσιακής πολιτικής και αύξησης της πολιτικής αβεβαιότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να μειωθεί η αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας και να φύγουν από τις τράπεζες άνω των 45 δις τραπεζικών καταθέσεων. Επίσης η επιβράδυνση της οικονομίας σε συνδυασμό με τη γενική εμπέδωση της κουλτούρας του «Δεν πληρώνω», αύξησαν τις οφειλές του δημοσίου προς τους ιδιώτες από τα 3 στα 5 δις, τα κόκκινα δάνεια στο 40% του συνόλου (από 35%), τις οφειλές των πολιτών προς το δημόσιο από τα 73 στα 78 δις και τις οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία στα 22 δις ευρώ.

3. Τα μέτρα της αύξησης της φορολογίας έρχονται μετά από 5 μήνες πλήρους κυβερνητικής αποτυχίας/απραξίας στο μέτωπο της αύξησης της εισπραξιμότητας των εσόδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ο υπουργός Οικονομικών διαπραγματευόταν χρηματοδότηση προτείνοντας μέτρα αύξησης της εισπραξιμότητας ή πάταξης του λαθρεμπορίου, τα αποτελέσματα στο μέτωπο των εσόδων δείχνει υστέρηση που προσεγγίζει το 1 δις ευρώ.

4. Είναι βέβαιο ότι αυτά τα μέτρα, θα εντείνουν τη συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας και θα αυξήσουν την ανεργία. Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση επιλέγει να μην πειράξει την εκλογική πελατεία των υψηλών συντάξεων, των πενηντάρηδων συνταξιούχων (και υποψηφίων συνταξιούχων), των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων ΔΕΚΟ. Κι όλα αυτά εις βάρος του ιδιωτικού τομέα και των χαμηλών εισοδημάτων. Η επιλογή αυτή έχει καθαρά προεκλογικό χρώμα κι αυτό αυξάνει την πιθανότητα των πρόωρων εκλογών.

5. Το ρίσκο της ελληνικής οικονομίας όπως αυτό καταγράφεται από την απόδοση του 2ετους ομολόγου μειώθηκε από την περιοχή του 30% (αρχές Ιουνίου) στο επίπεδο του 21% (την Τρίτη 23/6) . Αυτό δείχνει κάποια αποκλιμάκωση αλλά τα επιτόκια είναι ακόμα εξαιρετικά υψηλότερα από τις άλλες χώρες της ευρωπεριφέρειας των οποίων τα ομόλογα (γι’ αυτή τη διάρκεια), κινούνται κοντά στα μηδενικά επίπεδα. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να κινείται με την αδράνεια των προηγούμενων ετών και την ώθηση που της δίνει η υποτίμηση του ευρώ (-17% σε σχέση με πέρσι) και η πτώση της τιμής του πετρελαίου (-40% σε σχέση με πέρσι). Στο πλαίσιο αυτό στέλνονται πολλά αντικρουόμενα μηνύματα, τα οποία άλλα δείχνουν συρρίκνωση κι άλλα επέκταση της οικονομίας. Κι ενώ υπάρχουν σημαντικά επενδυτικά κεφάλαια με μακρόχρονο επενδυτικό ορίζοντα, τα οποία περιμένουν για να επενδύσουν στην ελληνική οικονομία, η συνέχιση της πολιτικής αβεβαιότητας τα κρατά μακριά.

Η συμφωνία θα πρέπει να επικυρωθεί από τη Βουλή των Ελλήνων μέσα στο Σαββατοκύριακο. Εκεί θα δοκιμαστούν οι κοινοβουλευτικές ομάδες του ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων σε σχέση με την αντιμνημονιακή ατζέντα τους. Θα δοκιμαστούν και οι σχέσεις της κυβέρνησης με την Πρόεδρο της Βουλής, η οποία έχει ήδη αντιδράσει με τη διαδικασία του κατ' επείγοντος ή/και την έγκριση της συμφωνίας από τη Βουλή.
Κατά τις ψηφοφορίες, ενδεχομένως να δούμε την απώλεια της δεδηλωμένης, η οποία θα οδηγήσει είτε στο σχηματισμό οικουμενικής είτε σε εκλογές. Αλλά και στην περίπτωση που δεν θα χαθεί η δεδηλώμενη, είναι εξαιρετικό απίθανο το υφιστάμενο κυβερνητικό σχήμα να μπορέσει να υλοποιήσει τη συμφωνία. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση θα έχουμε νέα κυβέρνηση και η νέα κυβέρνηση, μάλλον θα διαπραγματευτεί την αλλαγή του μίγματος των δημοσιονομικών μέτρων, δίνοντας περισσότερο έμφαση στη μείωση των δαπανών παρά στην αύξηση της φορολογίας. Στο πλαίσιο αυτό εκτιμώ ότι το μίγμα των μέτρων στη συμφωνία δεν θα είναι η τελική.

Σε κάθε περίπτωση, τίθεται θέμα αναξιοπιστίας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ επειδή τα μέτρα βρίσκονται σε αντίθεση με την αντιμνημονιακή ατζέντα του, καθώς και ανεπάρκειας επειδή είναι βαρύτερα λόγω της σοβαρής καθυστέρησης, αλλά και της αλλοπρόσαλλης διαπραγματευτικής στρατηγικής.

Το μόνο θετικό σε όλη την ιστορία είναι ότι ήδη συντελείται το σκάσιμο της φούσκας και της αθωότητας που χαρακτηρίζει το αριστερό υπόδειγμα επί δεκαετίες, καθώς και της αντιμνημονιακής υστερίας των διαφόρων μορφωμάτων. Κι αυτό συμβαίνει με ειρηνικά μέσα και χωρίς αλλαγή πολιτεύματος.

Από αυτή την άποψη, με καθυστέρηση 25 ετών από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, αυτές τις ημέρες συντελείται η πτώση του αντίστοιχου Τείχους της Αθήνας. Η ολοκλήρωση της πτώσης θα βοηθήσει στην ενηλικίωση της Ελληνικής Δημοκρατίας κι αυτό είναι εξαιρετικά θετικό.