22 April 2014

Μια διαφορετική άποψη για τον Νίκο Δήμου

από ένα κληρικό
του π. Βασιλείου Θερμού, Amen.gr, 21/4/14

Εν μέσω Μεγάλης Εβδομάδας δεν πίστευα στα μάτια μου. Προσπαθούσα να διακρίνω αν διάβαζα σωστά. Ο Νίκος Δήμου έκανε μια δήλωση που αμφισβητούσε το Άγιο Φως και κάποιοι μητροπολίτες τού επιτέθηκαν με ύβρεις και κατάρες!

Ο Νίκος Δήμου είναι γνωστός από δεκαετίες στον δημόσιο χώρο. Αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα ορθολογιστή, ενός ανθρώπου που εξυμνεί τον διαφωτισμό και αποκρούει κάθε τι υπερφυσικό, κάθε τι το οποίο δεν υπακούει στη λογική και στην εμπειρία. Ευνόητο είναι ότι απορρίπτει ιερατείο, εικόνες, εκδηλώσεις ευλάβειας και όλα τα συναφή. Αποδέχεται την ηθική αξία του Χριστιανισμού, χωρίς και αυτή να διεκδικεί αποκλειστικότητα.


Αν ζούσε στα αποστολικά χρόνια θα ήταν ένας αγνωστικιστής φιλοσοφών που θα δυσπιστούσε στο κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου στην Αθήνα. Αν ζούσε στο Βυζάντιο θα θεωρούσε ειδωλολατρεία τις εκδηλώσεις των εικονοφίλων. Αν ζούσε στην Τουρκοκρατία θα ήταν ένας δεύτερος Κοραής, ίσως λίγο πιο ριζοσπαστικός. Ζη όμως στον 20ο-21ο αιώνα και όσα ισχυρίζεται δεν ξενίζουν. Για την Ευρώπη συνιστούν κοινοτοπία, για την Ελλάδα όμως φαίνεται πως εξεγείρουν τα πνεύματα.

Για ποιο λόγο η αμφιβολία, ακόμη και η άρνηση του υπερφυσικού, καθιστούν έναν άνθρωπο «εμπαθή και δαιμονιώδη», όπως έγραψε ένας μητροπολίτης; Με ποια λογική μπορεί να ποινικοποιείται τόσο βαριά ο ορθολογισμός ως στάση ζωής; Ακόμη χειρότερα, πώς νομιμοποιείται ο εκκλησιαστικός χώρος να απευθύνει τόσο φρικτές κατηγορίες όταν όλοι γνωρίζουμε ότι στα εκκλησιαστικά παρασκήνια η εμπάθεια κυριαρχεί ασύδοτη;

Άλλος μητροπολίτης τον ονόμασε «ανθρωπάκι». Ξέρουμε όλοι πολλά ανθρωπάκια μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο, μερικά εκ των οποίων δέχθηκαν συνειδητά να χάσουν κάθε αξιοπρέπεια προκειμένου να ανελιχθούν σε υψηλά αξιώματα. Τα ανθρωπάκια αυτά θα εμφανιστούν κατόπιν κορδωμένα, σαν να μην έγινε τίποτε, να ποιμάνουν τον λαό του Θεού! Αλλά αυτοί βρίσκονται στο απυρόβλητο και δέχονται χειροφιλήματα, ενώ όχι σπάνια εμφανίζονται λαλίστατοι τιμητές πάντων!

 Και δεν είναι μόνο ότι “στο σπίτι του κρεμασμένου δεν πρέπει να μιλάνε για σχοινί”. Είναι ότι μέσα στο Μεγαλοβδόμαδο ακούστηκαν αρχιερατικές κατάρες: «να σαπίσει το στόμα του»! Γιατί; Επειδή, λέει, προσέβαλε τον Θεό. Από πού τεκμαίρεται αυτό μέσα από την δήλωσή του; Αλλά και αλήθεια να ήταν, προς τι ο υπερβάλλων ζήλος να παραβιασθή η αποστολική εντολή «ευλογείτε και μη καταράσθε»; Γιατί να επιμένουμε να παριστάνουμε εμείς τις “δώδεκα λεγεώνες αγγέλων” που ο Χριστός αρνήθηκε;

*
Τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν μεμονωμένα συμπτώματα. Πρέπει να αντιμετωπισθούν ως μορφές και παραλλαγές του ίδιου διαχρονικού προβλήματος που ταλανίζει την ελλαδική Εκκλησία, δηλαδή τηςαδυναμίας της να συναντηθή με τη νεωτερικότητα. Μάλλον θα έλεγα, της πεισματικής άρνησής της.

Αρνούμενη να διαλεχθή με τον νεωτερικό άνθρωπο η Εκκλησία μας ουσιαστικά φανερώνει ότι ψυχολογικά ανήκει σε άλλη εποχή, στηνπρονεωτερική, εκεί που ήκμασε επί αιώνες. Αποκαλύπτει ότι θεωρεί εαυτήν συνυφασμένη με την αγροτική κοινωνία (θυμίζω πως οι πρωινές ακολουθίες της ακόμη αρχίζουν την ίδια ώρα με την εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι πήγαιναν για ύπνο μόλις νύχτωνε), καθώς και με τα αυτονόητα της βυζαντινής εποχής. Για μεγάλη μερίδα κληρικών μας ο νοητός χώρος που φιλοξενεί τις φαντασιώσεις τους είναι εκείνος που καθορίζεται από τον βυζαντινό αυτοκράτορα-προστάτη της Εκκλησίας, από το μονοπώλιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην δημόσια διδαχή, από την βοήθεια του “χωροφύλαξ” στην επίλυση προβλημάτων. Σε μια τέτοια φαντασιακή σφαίρα δεν υπάρχει ισότιμος αντίπαλος στον οποίο να πρέπει να αντιπαρατεθείς με επιχειρήματα. Και αν υπάρχει, οφείλει να εξοντωθεί, είτε με μηνύσεις είτε με λοιδορίες και ύβρεις.

Η κραυγαλέα απουσία διαλόγου με επιχειρηματολογία οφείλεται και σε ανικανότητα και σε άρνηση. Η μία γεννά την άλλη. Εν τω μεταξύ η εν λόγω στάση έρχεται σε ζωηρή αντίθεση με εκείνη των Πατέρων μας οι οποίοι ήξεραν να συναντήσουν τον συνομιλητή τους στο “γήπεδο” που άρμοζε στην περίπτωσή του. Αν και ζούσαν σε προνεωτερική εποχή δεν του αφαιρούσαν το δικαίωμα να λέει τη γνώμη του, αλλά είχαν το θάρρος και την εντιμότητα να αναπτύσσουν επιχειρηματολογία ομόλογη του αντιπάλου, χωρίς λοιδορίες και ύβρεις. Έτσι μίλησε ο Παύλος στους Αθηναίους, έτσι διαλέχθηκαν οι Καππαδόκες με τους εθνικούς, έτσι αποστόμωσε ο άγιος Μάξιμος τους μονοθελήτες. Συστηματική, βήμα-βήμα, αναίρεση των θέσεων του αντιπάλου μέσα από το δικό του λεξιλόγιο και τις δικές του παραστάσεις. Και αυτά σε πολιτισμικό περιβάλλον όπου δεν είχε αναπτυχθεί ακόμη το (καθολικό σήμερα) αίτημα για πλουραλισμό και πολυφωνία.

Τι λέω; Ζητάμε πολλά. Εδώ υπάρχει απλώς ένα εκρηκτικό θυμικό καθώς και ένα “κοινό” προς εσωτερική κατανάλωση. Εδώ συναντούμε εθελοτυφλία η οποία οργίζεται επειδή ο συνομιλητής αρνείται να ζήσει στην δική μας φαντασιακή εποχή. Εδώ υβρίζεται ο διαφωνών, ενώ αντίθετα ο υβριστής θα διαμαρτυρηθεί έντονα όταν υποστεί τα ίδια σε κάποια άλλη περίπτωση στην οποία νομίζει πως αδικείται. Ενδιαφέρον –όσο και εξοργιστικό- είναι ότι πολλοί εκκλησιαστικοί φωνασκούν για καταπάτηση δημοκρατικών αρχών (!) όταν δεν τους αναγνωρίζονται τα αυτονόητά τους. “Μονά-ζυγά δικά τους” δηλαδή. Η δυσανεξία προς τη νεωτερικότητα εξηγεί και γιατί πολλοί χριστιανοί έχουν κακές σχέσεις με την δημοκρατία ως πολίτευμα και κρυφά ερωτοτροπούν με φασιστικού τύπου καθεστώτα. Γενικά μερίδα κληρικών και λαϊκών θυμούνται τη δημοκρατία μόνο όταν τους συμφέρει. Και φυσικά μόνο προς τους “εκτός”, αφού στο εσωτερικό των εκκλησιαστικών ομάδων ασκούν στυγνή δικτατορία.

Εν ολίγοις, ως Εκκλησία δεν μάθαμε να είμαστε ένας από τους πολλούς. Και πεισματικά αρνιόμαστε να το μάθουμε βρίζοντας όποιον μάς θυμίζει αυτό το καθήκον. Επιπλέον, φαντασιωνόμαστε πως μόνο εμείς εκφράζουμε αυτό που λέγεται Εκκλησία. Αγνοούμε πως υπάρχουν αρκετοί πιστοί (μεταξύ των οποίων και εγώ και πολλοί άλλοι που γνωρίζω) που βρίσκουν γελοίο να υποδεχόμαστε το Άγιο Φως με τιμές αρχηγού κράτους!

*
Είναι περιττό να τονίσω ότι αντιδράσεις σαν και αυτές που επικρίνουμε εδώ απλώς “σπρώχνουν πιο βαθιά το καρφί”. Με άλλα λόγια, το μόνο που καταφέρνουν είναι να δικαιώνουν τους ορθολογιστές στις προκαταλήψεις τους και να παγιώνουν ακόμη περισσότερο την εντύπωσή τους ότι αυτό που ονομάζεται “Ορθόδοξη Εκκλησία” δεν είναι παρά ένας όχλος σκοταδιστών και φανατικών ρασοφόρων και των αφελών οπαδών τους.

Θα έπρεπε να το αποφεύγουμε αυτό. Όχι μόνο επειδή και αυτοί αποτελούν ένα εν δυνάμει ποίμνιό μας το οποίο θα άξιζε κάποτε να προσελκυσθεί. Αλλά και επειδή υπάρχει δυνατότητα για συμμαχίες.

Πριν από μερικά χρόνια βρέθηκα με τον Νίκο Δήμου σε τηλεοπτική εκπομπή. Δεν δυσκολευθήκαμε αμέσως να στοιχηθούμε στην ίδια γραμμή, μια και απέναντί μας είχαμε αστρολόγους. Με τα συνδυασμένα επιχειρήματα του ορθολογισμού και της πίστης καταφέραμε να ανατρέψουμε την εξωφρενική νεοεποχήτικη νοοτροπία περί “αστρικών δυνάμεων” και των επιδράσεών τους στη ζωή μας, την οποία οι συνομιλητές μας προσπάθησαν να περάσουν στο τηλεοπτικό κοινό.

Το παράδειγμα αυτό είναι καίριο. Μέσα στη μετανεωτερική σύγχυση που βιώνουμε, η συμμαχία των δυνάμεων της ορθολογιστικής νεωτερικότητας και της Θεολογίας μας έχει την ικανότητα να αρθρώσει ισχυρό αντίλογο στην αντίληψη περί σχετικότητας των πάντων και να συνδράμει το μεταμοντέρνο υποκείμενο που είναι θραυσματοποιημένο και ανορθολογικό. Πολλοί εκκλησιαστικοί δεν έχουν συλλάβει αυτή την πολιτισμική εξέλιξη και συνεχίζουν να απευθύνονται προς τους ορθολογιστές με όρους παρωχημένης απολογητικής, αγνοώντας ότι πλέον υπάρχει πεδίο κοινού αγώνα για να διασωθεί η ακεραιότητα του ανθρωπίνου προσώπου.

*
Αδελφοί ορθολογιστές, σε πείσμα των αμφιβολιών σας ή και των βεβαιοτήτων σας, μάθετε ότι ο Χριστός Ανέστη!
Αδελφοί συντηρητικοί-προνεωτερικοί χριστιανοί, ας μη λησμονούμε ότι «ημείς κηρύττομεν Χριστόν εσταυρωμένον», ο Οποίος δεν βρίζει και δεν καταριέται. Μόνο διαλέγεται και αγαπά. 

Με τη δική μου υπενθύμιση: Κι αν καμιά φορά αναστηθεί κάποιος, πάλι στην επιστήμη θα το οφείλει και όχι σε μάγους από την έρημο της Παλαιστίνης ή σε ανύπαρκτους φίλους κάπου στο σύμπαν - γιατί στον προσιτό ουρανό δεν βλέπω να κατοικεί οποιοσδήποτε...

19 April 2014

Το "Άγιο Φως" και η Ιδέα ενός Τουριστικού Πράκτορα

του Πέτρου Κατσάκουvice.com, 19/4/2014

Ως το 1988, το «Άγιο Φως» ερχόταν στην Ελλάδα από το Ισραήλ δια της θαλάσσιας οδού μετά από ένα πολυήμερο ταξίδι και φυσικά κατόπιν εορτής. Το Άγιο Φως ξεκινούσε από τα Ιεροσόλυμα το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου έμπαινε σε ένα καράβι στο λιμάνι της Χάιφα και έφτανε στον Πειραιά τουλάχιστον μια εβδομάδα μετά την Ανάσταση χωρίς ουσιαστικά να το μάθει κανείς. Ήταν η εποχή που ο ερχομός του «Αγίου Φωτός» στην Ελλάδα ήταν μια καθαρά εκκλησιαστική υπόθεση. Μέχρι που εκείνη τη χρονιά ένας δαιμόνιος ταξιδιωτικός πράκτορας με ειδικότητα τον θρησκευτικό τουρισμό καθώς το γραφείο του οργάνωνε εκδρομές στους Αγίους Τόπους είχε την φαεινή ιδέα της αεροπορικής μεταφοράς του Φωτός στην Αθήνα. Η ιδέα ανήκε στον Ιάκωβο Οικονομίδη, ιδιοκτήτη τουριστικού πρακτορείου στην οδό Νίκης του Συντάγματος που κατάφερε να πείσει τον τότε Έξαρχο του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα και μετέπειτα Πατριάρχη κ. Ειρηναίο να συνδράμει στην υλοποίηση της «ιερής πτήσης». 
Η τότε κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου δεν χρειάστηκε και ιδιαίτερες πιέσεις από την εκκλησία ώστε να διαθέσει ένα Boeing της Ολυμπιακής για την μεταφορά του Φωτός από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα. Και ενώ η αρχική ιδέα του τουριστικού πράκτορα αφορούσε στην έγκαιρη άφιξη του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα πριν από τον εορτασμό της Ανάστασης ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε μια ακόμη πιο «φωτεινή» ιδέα. Ο Χρήστος Σαρτζετάκης είναι ο ανάδοχος της επισημοποίησης της φλόγας από τα Ιεροσόλυμα σε «αρχηγό κράτους». Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, γνωστός και για την υπερβολική τυπολατρία, ήταν ο εμπνευστής των κόκκινων χαλιών στο αεροδρόμιο, των στρατιωτικών αγημάτων και της μπάντας να παιανίζει μπροστά σε ένα ένα μικρό φαναράκι. Χαρακτηριστική της υπερβολής ήταν και η δήλωση ενός πρώην υπουργού την πρώτη χρονιά λειτουργίας του αεροδρομίου Ελευθέριος Βενιζέλος που είχε πει πως «ο πρώτος αρχηγός κράτους που θα υποδεχτούμε στο νέο αεροδρόμιο είναι το Άγιο Φως». 
Τα επόμενα χρόνια η «ιερή πτήση» από τα Ιεροσόλυμα είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία μιας πολύπλοκης όσο και πολυδάπανης εκστρατείας μεταφοράς του Αγίου Φωτός από το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας σε κάθε γωνιά της χώρας με deadline τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Αεροπλάνα, ελικόπτερα, σκάφη του λιμενικού και περιπολικά επιστρατεύτηκαν στην «επιχείρηση Άγιο Φως» ώστε οι αναστάσιμες λαμπάδες να ανάβουν με την άρτι αφιχθείσα φλόγα.
Από το 2002 το Υπουργείο Εξωτερικών ανέλαβε την οργάνωση αλλά και το οικονομικό κόστος της αεροπορικής μεταφοράς του «Αγίου φωτός» με ειδική πτήση στην Αθήνα και τις ειδικές πτήσεις της πολιτικής και πολεμικής αεροπορίας σε διάφορες Μητροπόλεις ανά την Ελλάδα με ακόμα μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση. 
Έτσι και φέτος δεκάδες πτήσεις θα προσαρμόσουν τις ώρες αναχώρησής τους από την Αθήνα ώστε το Άγιο Φως να φτάσει εγκαίρως σε Ιωάννινα, Κέρκυρα, Κεφαλλονιά, Ζάκυνθο, Μύκονο, Σάμο, Κω, Μυτιλήνη, Ηράκλειο, Χίο, Σαντορίνη, Καβάλα, Θεσσαλονίκη και Ρόδο. Για τα υπόλοιπα αναλαμβάνει στη συνέχεια η Αστυνομία και το Λιμενικό που διαθέτουν οχήματα και ταχύπλοα ώστε το Φως να μεταφερθεί σε πόλεις και μικρότερα νησιά ενώ δεν λείπουν και οι «χορηγοί» όπως στην περίπτωση γνωστού εφοπλιστή που κάθε χρόνο ναυλώνει ιδιωτικό αεροπλάνο και με δικά του έξοδα μεταφέρει την φλόγα στην Σκιάθο. Και ενώ όλη αυτή η κινηματογραφική επιχείρηση δεν μετρά παρά δυο δεκαετίες ζωής έχει πάρει καταχρηστικά τον ορισμό της «παράδοσης». Μια «παράδοση» που στήθηκε πάνω στην ιδέα ενός τουριστικού γραφείου και πήρε την μορφή της πολιτικοθρησκευτικής υπερπαραγωγής.
Αξίζει πάντως να σκεφτεί κανείς πως η αυθεντικότητα της ιδέας παραμένει αυστηρά ελληνική καθώς κανένα άλλο ορθόδοξο κράτος στον κόσμο δε ναυλώνει αεροσκάφος για να μεταφέρει το Φως, ούτε φυσικά το υποδέχεται ως αρχηγό κράτους. Μοναδική εξαίρεση η Κύπρος που από το 2013 αποφάσισε να ακολουθήσει το ελληνικό παράδειγμα της αερομεταφοράς του Αγίου Φωτός χωρίς όμως υποδοχή αρχηγού κράτους. Η ελληνική πρωτοτυπία εκτός από την «Ένωση Άθεων» που χρόνια τώρα ζητά να σταματήσει να πληρώνουν οι φορολογούμενοι το κόστος της μεταφοράς δεν έχει αποφύγει την κριτική ακόμη και ανθρώπων της ίδιας της Εκκλησίας όπως του Μητροπολίτης Ναυπάκτου, Ιερόθεου που έχει σταθεί επικριτικός για το τελετουργικό αυτό, το οποίο είχε χαρακτηρίσει σαν πρόκληση, υποστηρίζοντας πως «δεν μπορούμε να θέσουμε το Άγιον Φως στην ίδια θέση με τον αρχηγό Κράτους, διότι δεν αποτελεί μια εξουσία τεταγμένη για να εξυπηρετεί μεταπτωτικές καταστάσεις».
Εδώ και λίγα εικοσιτετράωρα με αφορμή ένα άρθρο του Νίκου Δήμου, ο «Φωτεινός Αρχηγός Κράτους» έβαλε φωτιά στο πολιτικό σκηνικό με βουλευτές, πολιτευτές, υποψήφιους και δημοσιογράφους να χτυπιούνται στα τηλεοπτικά παράθυρα για την ιερή πτήση, το κόστος και την υπερβολή των τιμών αρχηγού κράτους. Οι καυγάδες μάλιστα δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν το παραδοσιακό ξύλο που πέφτει κάθε Μεγάλο Σάββατο στον Ναό της Αναστάσεως ανάμεσα σε Ορθόδοξους και Κόπτες για το ποιος θα πάρει πρώτος το Φως από το κερί του Πατριάρχη Ιεροσολύμων την ώρα που βγαίνει το θαύμα από τον Πανάγιο Τάφο.


Για την ιστορία του «θαύματος» οι πρώτες αναφορές για την τελετή ανάγονται στον 2ο αιώνα μ.Χ. και μιλούν για μια απλή συμβολική αναπαράσταση και τίποτε άλλο. Αυτή η ιστορία κράτησε χρόνια. Μέχρι που έφτασαν στους Άγιους Τόπους οι Σταυροφόροι. Έτσι, η απλή τελετή με το συμβολισμό της έδωσε τη θέση της στο «θαύμα» της «χρυσοτόκου τελετής», όπως τη χαρακτηρίζει ο ιστορικός Κυριάκος Σιμόπουλος και από το 1118 μ.Χ πέρασε σε ελληνικά χέρια.

16 April 2014

Γαλέρα και αφεντικά

της Λώρης Κέζα, ΒΗΜΑ, 16/4/2014


Ενα πολύ ωραίο κείμενο γράφτηκε για τη Ρένα Δούρου σε ανεξάρτητη δημοσιογραφική ιστοσελίδα. Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ανάρτησε το κείμενο στο facebook με το εξής σχόλιο: «Eίναι φορές που διαβάζεις κάτι που γράφτηκε για σένα και σου δίνει χαρά. Ακόμη μεγαλύτερη όταν είναι σε ένα περιοδικό νεανικό, εναλλακτικό χωρίς αφεντικά». Ανοίγει λοιπόν ένα θέμα για συζήτηση, για την ανεξάρτητη, απλήρωτη  δημοσιογραφία. Αυθόρμητα έγραψα το εξής σχόλιο: «ωραίο αυτό το "χωρίς αφεντικά" Ρένα. Για ρώτα, μήπως είναι και χωρίς ένσημα; Το "κάναμε τη δουλειά μας χόμπι" είναι ακραίος φιλελευθερισμός».

Ας δούμε λοιπόν κατά πόσο είναι ανεξάρτητη και χωρίς αφεντικά μια εναλλακτική ιστοσελίδα. Πάμε απευθείας στη χρηματοδότηση. Υπάρχει διαφήμιση: αεροπορική εταιρεία, κινητή τηλεφωνία, ιδιωτικό σχολείο, μπαρ, στοιχήματα. Οπερ σημαίνει ότι υπάρχουν εισροές-μικρές ή μεγάλες δεν έχουν σημασία. Η είσπραξη σημαίνει ότι πρόκειται για επιχείρηση, όπως ήταν επιχείρηση η εφημερίδα «Εποχή» που πωλείται στο περίπτερο δίπλα στις εφημερίδες των μεγάλων εκδοτών.

Τα μικρά οικονομικά μεγέθη προφανώς επιτρέπουν την χρηματική ανταμοιβή ολίγων, πιθανώς των τεχνικών ή εκείνων που έχουν ρόλο συντονισμού. Οι υπόλοιποι εργαζόμενοι παρέχουν υπηρεσίες δωρεάν. Αυτό πλέον αποτελεί ιδεολόγημα, δηλαδή το «δουλεύω τσάμπα» μετατρέπεται σε πανηγυρικό «είμαι ανεξάρτητος, δεν έχω αφεντικό». Αντιγράφουμε ενδεικτικά τι γράφουν οι νεαροί συνάδελφοι: 

«Σε μια εποχή που είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε το επάγγελμά μας χόμπι, αποφασίσαμε τουλάχιστον να το διασκεδάσουμε και να γράψουμε χωρίς πλαίσια και περιορισμούς για ό,τι πραγματικά θέλουμε».

«Ηθελα να δω πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει κανείς κάνοντας αυτό που αγαπάει χωρίς κάποιο αντάλλαγμα». 
    
«Ολοι γουστάρουμε να γράφουμε και φυσικά δεν υπάρχει το κέρδος στη μέση».

 Το επάγγελμα λοιπόν γίνεται χόμπι, ο μισθός και τα ένσημα παρουσιάζονται με απαξία ως «αντάλλαγμα» ή «κέρδος».

Πολλοί θα σπεύσουν να χαιρετίσουν την ανεξαρτησία των νέων δημοσιογράφων, πολλοί θα υποστηρίξουν τη Ρένα Δούρου για τον ενθουσιασμό της. Εν πολλοίς επειδή τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης έχουν απογοητεύσει τους αναγνώστες. Σκιές, κρυφές συνεργασίες, προνομιακή μεταχείριση πολιτικών, ευνοϊκός δανεισμός συνδέουν τις εφημερίδες και τα κανάλια με αυτό που αποκαλείται «διαπλοκή». Σε αυτό το πλαίσιο οι έμμισθοι δημοσιογράφοι παρουσιάζονται ως τσιράκια του αφεντικού και οι αποδοχές τους εκλαμβάνονται ως μέρισμα μιας απάτης.    

Πέρα από τη συγκυρία και τα πρόσωπα οφείλουμε να ανατρέχουμε σε μια βασική αρχή. Η δημοσιογραφία είναι επάγγελμα βιοπορισμού και όποιος το ασκεί οφείλει να το κάνει αποκλειστικά. Δεν νοούνται άλλες πηγές είσπραξης. Δεν αμφισβητούμε ότι οι φοιτητές της ιστοσελίδας την οποία παινεύει η Ρένα Δούρου έχουν την απαιτούμενη εντιμότητα όμως προκύπτει ηθικό πρόβλημα αν ζουν από χαρτζιλίκι ή άλλα έσοδα που δεν σχετίζονται με την εργασία τους.

Αν παρά ταύτα συμφωνούμε με την δωρεάν παροχή δημοσιογραφικών υπηρεσιών, ας την εφαρμόσουμε και σε άλλα μέσα. Ποιες υποψίες θα βάρυναν έναν επαγγελματία που θα βολευόταν σε μεγάλη εφημερίδα άνευ μισθού; Να τον φανταστούμε να κάνει κανονική δουλειά, με ωράριο, με καθημερινή παραγωγή, με υποχρεώσεις. Τι είναι προτιμητέο, να τον πληρώνει ο εργοδότης του, το ορατό αφεντικό ή μήπως κάποιος άγνωστος και ανώνυμος χρηματοδότης; Αν δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο, οραματιζόμαστε μια δημοσιογραφία των ραντιέρηδων.

Να φύγουμε όμως από τον κλάδο της ενημέρωσης και να εφαρμόσουμε την ιδέα σε άλλη ειδικότητα. Ας υποθέσουμε ότι δημοσιογράφος με πτυχίο φιλοσοφικής  αποφασίζει να κάνει χόμπι τη διδασκαλία. Στην ελεύθερη αγορά οιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να ανοίξει ένα φροντιστήριο όπου οι καθηγητές θα δουλεύουν δωρεάν και οι μαθητές θα πληρώνουν ελάχιστα, τόσα ώστε να συντηρείται η επιχείρηση. Είναι δυνατόν να στηριχτεί ιδεολογικά μια τέτοια πρωτοβουλία; Ναι, είναι δυνατόν αλλά όχι από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ.

Εκείνος που εισήγαγε την ιδέα της παροχής υπηρεσιών χωρίς ένσημα ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου, στην προεκλογική εκστρατεία του 2009. Το είχε αναφέρει στην ομιλία του στο Λαύριο και είχε ξεσηκώσει την Αριστερά. Κατόπιν πήρε σειρά ο Πέτρος Δούκας, υφυπουργός Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας. Εκείνος είχε προτείνει στεγνά την δωρεάν εργασία, για τη χαρά της δημιουργίας και για την απόκτηση εμπειριών. Είναι άποψη που συνάδει με τον ακραίο φιλελευθερισμό του. Ελεγε λοιπόν: «είναι σημαντικό οι άνεργοι με την εθελοντική εργασία να ξετριφτούν, να μπούνε σε κάποια δράση, έστω και ταπεινή. Να έρθουν σε επαφή με τους αυριανούς εργοδότες».

Στο δια ταύτα: καλά κάνει η Ρένα Δούρου και εκφράζει τον ενθουσιασμό της για το δημοσίευμα μιας νέας δημοσιογράφου όμως το να θριαμβολογεί για μια δημοσιογραφία της γαλέρας την εξομοιώνει με τους ιδεολογικούς αντιπάλους της.


12 April 2014

Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί;

του Θοδωρή Γεωργακόπουλου, Καθημερινή, 11/4/2014


Τους τελευταίους τέσσερις μήνες επισκέφθηκα εκατό κτίρια της Αθήνας οι ταράτσες των οποίων έχουν θέα στην Ακρόπολη και έβγαλα φωτογραφίες στο πλαίσιο ενός project που λέγεται «100 ταράτσες». Η ιδέα ήταν να αποτυπώσω μια διαφορετική εικόνα του κέντρου της πόλης από πολλές οπτικές γωνίες και να δείξω την αντίθεση του αρχαίου μνημείου με τη σύγχρονη πόλη που έχουμε χτίσει εμείς από κάτω.



Στην πορεία, ωστόσο, συνειδητοποίησα διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα για την πόλη και τους πολίτες της. Για παράδειγμα: Δεν έχω ιδέα πώς καταφέρνουμε τόσοι άνθρωποι και επιβιώνουμε εδώ μαζί. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται. Μάλλον κατά τύχη. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι σίγουρα το κάνουμε με το ζόρι.


Επισκέφθηκα συνολικά 37 πολυκατοικίες (οι υπόλοιπες ταράτσες ήταν σε κτίρια γραφείων, ξενοδοχεία, μουσεία και άλλα) και κατάλαβα από τα λεγόμενα των ανθρώπων που με κάλεσαν στα σπίτια τους και άλλων που συνάντησα και με τους οποίους μίλησα στην περιήγησή μου ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στη συγκατοίκησή τους με τους υπόλοιπους. Σε καμία πολυκατοικία οι γείτονες δεν τα βρίσκουν. Παντού υπάρχουν «περίεργοι» που «δημιουργούν προβλήματα». Αμέτρητα κτίρια με κεντρική θέρμανση περνούν τους χειμώνες χωρίς πετρέλαιο επειδή οι ένοικοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Αλλού αφήνουν τους κοινόχρηστους χώρους να μαραζώσουν και να καταστραφούν επειδή οι ένοικοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν πώς θα πληρώνεται η καθαρίστρια. Πριν από αυτό το project, δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσες είναι οι βρώμικες, εγκαταλειμμένες ταράτσες της Αθήνας, αλλά τώρα τις είδα με τα μάτια μου, ταράτσες σε καταπληκτικές τοποθεσίες με θαυμάσια θέα στην Ακρόπολη, γεμάτες μπάζα.

Το μόριο της κοινωνίας, η πολυκατοικία, είναι άρρωστο. Οι άνθρωποι από ό,τι φαίνεται δεν μπορούν να ζήσουν μαζί ούτε καν σε μικρές ομάδες των τριάντα ατόμων. Η ιστορία του προβλήματος γράφεται στα passive-aggressive χαρτάκια που κολλούν οι διαχειριστές στα ασανσέρ. Το πρόβλημα δεν είναι φυσικά κάτι καινούργιο ή άγνωστο – το βλέπουμε κάθε μέρα στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες συμπεριφέρονται στους κοινόχρηστους χώρους της πόλης, στα πάρκα, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες. Οι Αθηναίοι δίνουν μεγάλη έμφαση στην ιδιωτικότητα, στα δικαιώματα και τις ανάγκες του εαυτού και ελάχιστη σημασία στις ανάγκες και τα δικαιώματα του συνόλου, ακόμα και όταν το «σύνολο» συνίσταται μόνο από λίγους ανθρώπους που ζουν στο ίδιο κτίριο.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Δεν νομίζω ότι οι Ελληνες είναι κακοί άνθρωποι ή έστω χειρότεροι από ξένους που συνυπάρχουν πιο αρμονικά και σέβονται τον κοινό τους χώρο περισσότερο. Το κλειδί της ερμηνείας, όπως τείνω να πιστέψω ύστερα από αυτά που είδα, βρίσκεται στην αποδοχή της διαφορετικότητας. Δεν είμαστε από γεννησιμιού μας εχθρικοί προς την ιδέα της συνύπαρξης με τους άλλους, αλλά έχουμε μια διογκωμένη ιδέα για τον εαυτό μας και την ταυτότητά του, την οποία περιχαρακώνουμε και διαφυλάττουμε πολύ προσεκτικά.

Το κλειδί βρίσκεται στην αποδοχή του «περίεργου».

Οι «περίεργοι γείτονες» με τους οποίους δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε καθόλου είναι τόσο πολλοί για έναν απλό λόγο: Ολοι είμαστε περίεργοι. Ολοι οι άνθρωποι είναι «περίεργοι». Επτά δισεκατομμύρια: όλοι τρελοί, ιδιότροποι, ιδιόρρυθμοι, αλλόκοτοι, εκκεντρικοί, αλαφροΐσκιωτοι, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο Αλέν ντε Μποτόν έγραψε πρόσφατα στο Twitter το εξής: «Οι μόνοι άνθρωποι που θεωρούμε φυσιολογικούς είναι αυτοί που δεν έχουμε γνωρίσει ακόμη πολύ καλά». Το είχε πει λίγο αλλιώτικα ο Πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσόα: «Δεν υπάρχουν κανόνες. Ολοι οι άνθρωποι είναι εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που δεν ισχύει». Εμείς εδώ έχουμε πρόβλημα με τους αλλιώτικους άλλους. Δεν είμαστε μισάνθρωποι (όχι όλοι) -απόδειξη ότι μια χαρά δημιουργούμε πυρήνες αρμονικής συνύπαρξης στον κλειστό κύκλο της οικογένειας και των στενών φίλων- έχουμε όμως πρόβλημα με την αποδοχή των διαφορετικών ανθρώπων, με τους «περίεργους», και καθώς όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και περίεργοι, δε μπορούμε να συνυπάρξουμε με τους άλλους χωρίς τριβές και γκρίνιες.

Νομίζω ότι το αντίδοτο σ’ αυτό το φαινόμενο δεν θα ήταν αυστηρότεροι νόμοι ή περισσότερες θεωρητικές διδασκαλίες περί αλτρουισμού στο σχολείο, αλλά μια γενναία αναπροσαρμογή της ιδέας του εαυτού. Πράγμα πιο δύσκολο, γιατί είναι αλλαγή πιο θεμελιώδης. Πρέπει με κάποιον τρόπο να διδαχτούμε όλοι ότι είμαστε λίγο λιγότερο σπουδαίοι και αυτάρκεις και αλάνθαστοι από ό,τι νομίζουμε, κι ότι στον κόσμο χωράνε και άνθρωποι αλλιώτικοι, που, ακόμα κι αν δεν τους συμπαθούμε και δεν μας χωνεύουν και δεν έχουμε τα ίδια γούστα και σχεδόν δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα, έχουν κι αυτοί ισάξιο δικαίωμα στα ίδια πεζοδρόμια και στις ίδιες πλατείες και, ναι, στις ίδιες ταράτσες με θέα την Ακρόπολη.

11 April 2014

Στη μνήμη του Karl-Heinz Deschner

Στις 8/4/2014 πέθανε ο Karl-Heinz Deschner, γνωστότατος διανοητής και επικριτικός συγγραφέας εναντίον όλων των θρησκειών, εχθρός κάθε αδικίας και ένθερμος φίλος των ζώων. Δεκάδες είναι τα βιβλία και οι ανακοινώσεις που συνέγραψε και δημοσίευσε, κυριότερο έμελλε να είναι όμως η δεκάτομη «Εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού», η οποία ολοκληρώθηκε με το 10ο τόμο μόλις πρόσφατα.
Με τον τίτλο «Εγκληματική Ιστορία» δεν υπονοείται ότι όλη η ιστορία του χριστιανισμού είναι εγκληματική, αλλά μόνο ότι η συγκεκριμένη εκτεταμένη και λεπτομερής έρευνα εστιάζει στις εγκληματικές ενέργειες που οδήγησαν στην επιβολή, τη σταθεροποίηση και την ανάδειξη αυτής της θρησκείας σε «ένα μήνυμα χαράς με πολεμική εξάρτηση», όπως γράφει ο ίδιος ο Ντέσνερ. Άλλοι συγγραφείς με άλλους στόχους επιλέγουν και δημοσιεύουν διαφορετικές πτυχές αυτής της θρησκείας, συχνά επινοημένες ή υιοθετημένες από άλλες θρησκείες· ο Ντέσνερ επέλεξε την πτυχή της διαχρονικής εγκληματικότητας που χαρακτηρίζει αυτή τη θρησκεία, η οποία εγκληματικότητα μόνο περιπτωσιακά και φειδωλά είχε φωτιστεί μέχρι που κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος της σειράς.
Ο τρόπος ανάδειξης των ιστορικών γεγονότων από τον Ντέσνερ σε όλο το έργο του γίνεται προφανής διαβάζοντας ένα, οποιοδήποτε, κεφάλαιο της συγγραφής του — αναφέρουμε εδώ παραδειγματικά ένα θέμα του 10ου τόμου: Στο «Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο» (1700-1721) υπερασπίστηκε ο Σουηδός βασιλιάς Κάρολος ΙΒ' τη χώρα του ενάντια στις προσπάθειες της Ρωσίας να περιορίσει τη σουηδική ηγεμονία που είχε επιβληθεί στην περιοχή της Βαλτικής. Για το σκοπό αυτό οργάνωσε ο Κάρολος διάφορους επιθετικούς πολέμους, χωρίς επιτυχία και ορατό αποτέλεσμα όμως.
Ο Ντέσνερ περιγράφει αυτές τις εξελίξεις προβάλλοντας κυρίως την αντίφαση στο πρόσωπο του Καρόλου: ήταν βαθιά θρησκευόμενος και πιστός στη λουθηριανή εκκλησία της χώρας του, επίσης αγαπούσε και στήριζε συγγενείς και φίλους, όμως ως στρατηλάτης δεν γνώριζε ανθρωπισμό, τόσο στην εξολόθρευση στρατιωτών του εχθρού, επίσης χριστιανούς, όσο και στη διαχείριση των δικών του στρατιωτών. Ανθρώπινες απώλειες, σε όποια πλευρά και για όποιο λόγο προέκυπταν, δεν φαίνεται να τον απασχολούσαν, οι άνθρωποι ήταν αναλώσιμο υλικό γι’ αυτόν, ενάντια σε κάθε φιλολογία περί αγάπης.
Χωρίς καμία αναστολή έβαζε ο βασιλιάς τους κρατικοποιημένους και μισθοδοτούμενους κληρικούς να νουθετήσουν τους στρατιώτες του, ώστε να πολεμήσουν λυσσαλέα για την πατρίδα, για το βασιλιά, για το θεό, αδιαφορώντας ο ίδιος και οι επιτελείς του για το γεγονός ότι επρόκειτο για εκ προοιμίου χαμένες μάχες και ότι οι στρατιώτες οδηγούνταν σε βέβαιη σφαγή. Ο Κάρολος αντιλαμβανόταν τον εαυτό του κάτι σαν τους βασιλιάδες της Παλαιάς Διαθήκης που «χειρίζονταν» το ξίφος του θεού. Τραυματίες, ασθενείς, ανάπηροι και άλλοι αναξιοπαθούντες από το στρατό του τον άφηναν αδιάφορο, τους εγκατέλειπε στη μοίρα τους. Εκτιμάται ότι οι πόλεμοι που οργάνωσε αυτός ο ευσεβέστατος βασιλιάς οδήγησαν στο θάνατο περί τους 370.000 στρατιώτες, χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα…
Η ενασχόληση του Ντέσνερ με αυτόν τον Κάρολο δεν οφείλεται στο ενδιαφέρον του συγγραφέα για τις στρατιωτικές επιλογές στα πεδία των μαχών, παρά μόνο για να αναδείξει το μόνιμο χαρακτηριστικό των υποκριτών ηγεμόνων ότι είναι μόνο τυπικά χριστιανοί. Ο Κάρολος δεν επηρεάστηκε από τη βαθιά θρησκευτική πίστη του, ώστε να υποχωρήσει από τη διεκδίκηση πολιτικών στόχων, αφού θα θυσίαζε βάναυσα εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Και δεν είναι μόνο ο Κάρολος ΙΒ’ της Σουηδίας τέτοιος υποκριτής χριστιανός. Σε όλους τους τόμους της «Εγκληματικής Ιστορίας» αναδεικνύονται διαρκώς τέτοιες περιπτώσεις, στον τελευταίο τόμο μόνο γίνονται εκτεταμένες αναφορές στον Ιβάν Δ’ της Ρωσίας, τον επονομαζόμενο Τρομερό, τον πρίγκιπα Ευγένιο της Σαβοΐας, τον Φρειδερίκο τον Μέγα κ.ά. Όλοι αυτοί, ευσεβέστατοι χριστιανοί, μαζί με τους επιφανείς ιεράρχες κάθε βαθμίδας της εποχής, ήταν πρωταθλητές στις σφαγές αντιπάλων, στο νεποτισμό, στην οργάνωση και εκτέλεση πολεμικών επιθέσεων, στην καταλήστευση κρατών και λαών κ.ο.κ. Προφανώς, η θεολογική αερολογία περί αγάπης και φιλανθρωπίας των χριστιανών προορίζεται για τα κηρύγματα προς τους ευήθεις οπαδούς.
Το δεκάτομο έργο της «Εγκληματικής Ιστορίας» έχει διατεθεί μέχρι τώρα περίπου σε 350.000 αγοραστές στη Γερμανία, έχει μεταφραστεί δε σε 23 γλώσσες, ανάμεσά τους αγγλικά, γαλλικά και κινέζικα. Άρα είναι διαθέσιμο σε πάνω από 2 δισεκατομμύρια πιθανούς αναγνώστες! Η αποδοχή του εκδότη για ένα τέτοιο πολύτομο έργο έγινε ενάντια στον εκδοτικό κανόνα ότι ένα βιβλίο ιστορίας πρέπει, για να διαβάζεται εύκολα, αφενός να ολοκληρώνεται σε ένα τόμο και αφετέρου να μην περιέχει τις συνήθεις για επιστημονικά βιβλία παραπομπές. Πολλές δεκάδες χιλιάδες είναι οι βιβλιογραφικές και ερμηνευτικές παραπομπές στους 10 τόμους του Ντέσνερ, οι οποίες δεν απέτρεψαν, όπως φαίνεται, τους αναγνώστες να αγοράσουν και διαβάσουν αυτό το μνημειώδες πολύτομο έργο.
Οι αντίπαλοι του Ντέσνερ, επαγγελματίες της Ιστορίας και της Θεολογίας ήταν από την αρχή αντίθετοι με το γεγονός ότι κάποιος από άλλο επιστημονικό χώρο, ένας «ξένος», ένας φιλόλογος, ασχολείται με το «δικό τους» επιστημονικό αντικείμενο. Διοργάνωσαν μάλιστα και Συμπόσιο για να τον κατακεραυνώσουν και απαξιώσουν, χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα, πέρα από το να εκτεθούν οι ίδιοι.
Και, εννοείται, δεν πρόκειται να ευδοκιμήσουν και μετά το θάνατο του μεγάλου διανοητή οι αντιρρήσεις τους, όσο κι αν κακολογούν τον Ντέσνερ για προκατάληψη, εμπάθεια και προκλητικότητα, αφού δεν κατανοούν το βαθύτερο κίνητρό του, το οποίο έχει αποκαλύψει ο ίδιος: «Δεν μπορώ να ανεχτώ την αδικία!»