01 May 2016

Οπισθοδρόμηση στον εθνολαϊκισμό

Ιδεολογική ασφυξία, αιτία θανάτου

της Μαρίας Κατσουνάκη, Καθημερινή, 29/4/2016

Τέσσερις υπουργοί της κυβέρνησης και ένας υφυπουργός συνυπογράφουν την «αιτιολογική έκθεση» για ένα σχέδιο νόμου του υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο: «Καθιέρωση Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνοφωνίας και Ελληνικού Πολιτισμού». Οι υπουργοί Π. Κουρουμπλής, Ν. Κοτζιάς, Ν. Φίλης, Αρ. Μπαλτάς και ο υφυπουργός Εξωτερικών Ιω. Αμανατίδης συναινούν ώστε την 20ή Μαΐου να εορτάζονται με τις τιμές που τους πρέπουν η γλώσσα και, ευρύτερα, ο πολιτισμός μας. Αν αναρωτηθείτε γιατί η 20ή Μαΐου, υπάρχει η απάντηση: «Ως η ημέρα γέννησης του Σωκράτη». Και επειδή στον συντάκτη της έκθεσης υπήρχε, καθώς φαίνεται, μια μικρή έστω αμφιβολία για την ημερομηνία γέννησης του κορυφαίου φιλοσόφου («πρώτη φορά» αναφέρεται με τόση βεβαιότητα εξάλλου, αλλά ενδεχομένως η κυβέρνηση να γνωρίζει κάτι που αγνοούν ιστορικοί και μελετητές) φρόντισε να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του: «Η 20ή Μαΐου αποτελεί ημερομηνία ενάρξεως της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας, η οποία λειτούργησε κομβικά για την ελληνορθόδοξη παράδοση και τη μεταγενέστερη πολιτιστική επιρροή της ανά τον κόσμο. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η 19η Μαΐου έχει καθιερωθεί ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, ενώ η 21η Μαΐου ως επέτειος της Μάχης της Κρήτης». Συνεπώς, καταλήγει ο συντάκτης με τις υπογραφές πέντε στελεχών της κυβέρνησης, «με την καθιέρωση της 20ής Μαΐου ως Ημέρας Παγκόσμιας Ελληνοφωνίας και Ελληνικού Πολιτισμού, δημιουργείται ένα τρίπτυχο, που συνδέει τη γλώσσα και τον πολιτισμό με το ιστορικό γίγνεσθαι, καθώς και τη διαχρονική και διατοπική παρουσία του Ελληνισμού».

Θα άξιζε τον κόπο να αναφερθεί κανείς και στους λόγους που επικαλείται ο συντάκτης για να οργανώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την «αιτιολογική έκθεση». Και τι δεν προσκομίζει ως στοιχεία ενός «σκεπτικού» (που θα λέγαμε) που απογειώνουν το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες, προασπίζουν τη, διαρκώς απειλούμενη εννοείται, εθνική μας ταυτότητα και την πολιτιστική κληρονομιά μας «σε περιβάλλον παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, όπου διαπιστώνεται η καταφανής τάση συρρίκνωσης και συμπίεσης των “μικρών” γλωσσών». Τι για «συνέχεια του έθνους μας», που «αγωνίζεται να ορθοποδήσει», τι «για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας» που «ταυτίζεται με το μέλλον του Ελληνισμού», τι «για εθνικό χρέος έναντι της ιστορίας μας», για «ανάδειξη του μεγαλείου» (της γλώσσας μας), τι για την «αδιάλειπτη διάδοσή της σε κάθε δυνατή περίσταση»... Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς και τι να αντιπαραβάλει σε αυτό το παραλήρημα ελληνοπρέπειας, τόνωσης και εμψύχωσης του ελληνικού φρονήματος, με τρόπο που θα έκανε τους Συνταγματάρχες να αλλάζουν χρώμα από ζήλια ή υπερηφάνεια (δεν θα μάθουμε ποτέ). Πέντε στελέχη της κυβέρνησης συνυπογράφουν ένα κείμενο φοβικό, γεμάτο προκαταλήψεις, περίκλειστο, αρνητικό στο σύγχρονο, σε ό,τι συνιστά εξέλιξη, που ιδεοληπτικά, από άποψη ή από άγνοια, στρέφεται στο παρελθόν, που αρδεύεται από τον εθνολαϊκισμό για να επαναλάβει επί της ουσίας ένα, το ίδιο, επιχείρημα: «Όταν εμείς κτίζαμε Παρθενώνες...».

Αδιαφορώντας για τις, ατέρμονες αλλά όχι χωρίς σημασία, συζητήσεις που έχουν μεσολαβήσει περί «γλώσσας», σαν να μην έχουν παρακολουθήσει τον διαρκώς ανοικτό διάλογο, μυθοποιούν το παρελθόν για να παραμορφώσουν το παρόν. Λες και η γλωσσική συνείδηση και συμπεριφορά διαμορφώνεται από επετείους και εορτασμούς. Λες και η άμυνα απέναντι στην έκπτωση ή στον εκφυλισμό είναι η υπενθύμιση του «μεγαλείου» ή της «συνέχειας του έθνους». Λες και η γλώσσα και ο πολιτισμός μεταφέρονται από εποχή σε εποχή ταριχευμένα, έτοιμα για προσκύνημα. Κινδυνεύουμε αδιαλείπτως, μας λέει ο συντάκτης, από την «παγκοσμιοποίηση» να συρρικνωθούμε μέχρις εξαφανίσεως. Αδιαφορώντας εάν και η ιδεολογική ασφυξία αποτελεί αιτία θανάτου.

28 April 2016

Η φιλία και το έλεος, αγάπη

Η απομυθοποίηση της χριστιανικής αγάπης
του Κορνήλιου Καστοριάδηrespublica.gr, 28/4/2016
Οι αρχαιοελληνικές έννοιες και η διαστρέβλωσή τους από την υποκριτική χριστιανική ηθική
Θα έβλεπα δύο πολύ σημαντικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις στην Ελλάδα και εκφράζονται με τις λέξεις φιλία και έλεος. Ας αρχίσουμε από την πρώτη. Ο Αριστοτέλης, ο οποίος είναι παραδόξως ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της κλασικής πόλης, θα τη συζητήσει δια μακρών. Έχουμε συνηθίσει, μετά από τους Ρωμαίους, να μεταφράζουμε αυτή τη λέξη ως «amitié» («φιλική σχέση»), καθόλου δόκιμη απόδοση. Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ. Όχι αγαπώ ερωτικά, αν και αυτό το νόημα είναι επίσης δυνατό. Η φιλία είναι το γένος, που σαν επιμέρους είδη του έχει τις διάφορες μορφές συναισθημάτων, που μπορούν να συνδέσουν τα άτομα. Και στην ελληνική πόλη, η φιλία έχει πολύ σημαντικές θεσμικές πτυχές. Βεβαίως, πρόκειται κυρίως για τη φιλική σχέση μεταξύ ανδρών, συχνά βάσει άτυπων πολιτικών συνδέσμων που ονομάζονται εταιρείαι, ενώ ο Πλάτων, όπως και ο Αριστοτέλης, θα πουν δικαίως, ότι η φιλία είναι κατ’ εξοχήν ο τύπος σχέσης, που μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί σε μια ελεύθερη κοινότητα και ότι μια τέτοια κοινότητα την προϋποθέτει.
Κατά κανόνα, η τυραννία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φιλίαν (Πλάτων, «Πολιτεία», Ι, 576a, Αριστοτέλης, «Ηθικά Νικομάχεια», Θ, 1161a 30-35, 1161b 1-10). O τύραννος έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει την, ανεξάρτητα από αυτό τον ίδιο, δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τον αγώνα εναντίον της εξουσίας του και, εν πάση περιπτώσει, τη σύσταση μέσα στην κοινωνία ενός κέντρου αναφοράς που διαφεύγει του ελέγχου του. Μπορούμε να δούμε το πράγμα από μια μακιαβέλεια σκοπιά -δεν λέω μακιαβελική-, θέτοντας το ερώτημα του πώς πρέπει να ενεργήσει ο τύραννος για να κυβερνήσει. Απάντηση: πρέπει να καταστρέψει τις φιλικές σχέσεις. Ας μεταθέσουμε το ερώτημα στην εποχή μας: τι χρειάζεται ένα ολοκληρωτικό καθεστώς για να εξασφαλίσει τη θέση του; Να διαρρήξει με κάθε τρόπο όλες τις ανεξάρτητες από αυτό σχέσεις μέσα στην κοινωνία, να καταφέρει να κονιορτοποιήσει το λαό και να καταστήσει μοναδικό κέντρο αναφοράς και ενοποίησης τους την ίδια την εξουσία.
Δεν είναι εξ’ άλλου τυχαίο το γεγονός ότι, πολύ συχνά, οι αφηγήσεις των τυραννοκτόνων φέρνουν στο προσκήνιο φίλους, όπως στο περίφημο παράδειγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονος στην Αθήνα, οι οποίοι σκότωσαν τον Ίππαρχο, γιο του τυράννου Πεισίστρατου. Θα βρούμε και άλλους στη νότια Ιταλία… Επομένως, η πρώτη διαπροσωπική σχέση, που μετρά στην πολιτική ζωή της κοινότητας είναι η φιλία, θα επανέλθω.
Το δεύτερο στοιχείο, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Αριστοτέλη στον ορισμό της τραγωδίας, είναι ο έλεος -θα μπορούσαμε να πούμε επίσης η συμπάθεια-, δεν πρόκειται για οίκτο ή για κάπως δακρύβρεχτη συμπόνια, αλλά για το γεγονός ότι ο ένας μπαίνει στη θέση του άλλου και συμπάσχει, δηλαδή μεταφορικά, υφίσταται αυτό που κάνει τον άλλο να πάσχει, δεν μένει απαθής απέναντι στη δυστυχία του. Βρίσκουμε έτσι σε ένα λόγο του Δημοσθένη («Κατά Τιμοκράτους», 171,1) το απόσπασμα, όπου λέει, ότι κατά γενική ομολογία, πρέπει τους ασθενείς ελεείν, να επιδεικνύεται έλεος απέναντι στους αδύναμους, να λαμβάνεται υπόψη αυτό που τους συμβαίνει…
Η ιδέα, φυσικά, βρίσκεται ήδη στην Ιλιάδα. Σας θυμίζω τη σκηνή, στο τέλος του έπους, μεταξύ Αχιλλέως και Πριάμου. Βρίσκουμε εκεί όλο τον έλεον του κόσμου, ο καθένας μπαίνει στη θέση του άλλου, και μάλιστα με διάφορους τρόπους. Μπορούμε λοιπόν να συγκρατήσουμε από τη μια τη φιλίαν, και από την άλλη τον έλεον, ως τυπικά συναισθήματα, που αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ατόμων. Το επαναλαμβάνω, έχουμε να κάνουμε εδώ, φυσικά, με μια άτυπη θέσμιση, κάτι σαν έθιμο, αλλά με την ισχυρή έννοια του όρου, δηλαδή αυτού, που κατά τα ειωθότα εφαρμόζεται στην πόλη.
Εδώ είναι αναγκαία μια παρέκβαση. Όταν μιλάμε για συναισθήματα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα θεμελιώδες γεγονός, που αποτελεί επίσης κοινοτυπία – και τις κοινοτυπίες δεν τις πολυσκεφτόμαστε∙ τα συναισθήματα δεν λειτουργούν κατά παραγγελία. Μπορούμε, μέχρι ενός σημείου, να κατευθύνουμε την εξωτερική μας συμπεριφορά και να κυριαρχήσουμε στα συναισθήματα μας. Δεν είναι όμως δυνατό να τα αλλάξουμε επιβάλλοντας τη θέληση μας ή από απλό ηθικό καθήκον. Το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα διαμορφώσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όπως λέει ο Αριστοτέλης στην αρχή του δεύτερου βιβλίου των «Ηθικών Νικομαχείων»: «Ουτ’ άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίνονται αι αρεταί, αλλά πεφυκόσι μεν ημίν δέξασβαι αυτάς, τελειουμένοις δε δια του εθους». [Oι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως – ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας; η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους (1103a 25).]
Και ιδού ένα πολύ ωραίο ανέκδοτο: κάποιοι φίλοι του Σωκράτη γνώρισαν ένα διάσημο φυσιογνωμιστή, του έδειξαν από μακριά τον Σωκράτη και του ζήτησαν να περιγράφει το χαρακτήρα του. Εκείνος, αφού τον κοίταξε καλά, απάντησε, ότι είναι ευέξαπτος και ανίκανος για αυτοέλεγχο, φιλήδονος, ψεύτης κ.λπ.. Κατάπληξη και γέλια των φίλων, που τα μετέφεραν όλα στον Σωκράτη. Έτσι ακριβώς ήμουν, τους απαντά· έκτοτε άλλαξα τον εαυτό μου, τα ελαττώματα όμως αυτά παρέμειναν χαραγμένα στο πρόσωπο μου (Κικέρων, Τusculanes, IV, 37).
Δεν πρέπει να ξεχάσουμε, ότι στην ελληνική αντίληψη -και ο Αριστοτέλης το αναφέρει ρητά- φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει. Αυτό είναι εξάλλου που την ανάγει στο κατεξοχήν δημοκρατικό συναίσθημα, θα ήταν γελοίο, λέει, να φανταστούμε ότι δεσμοί φιλίας μπορούν να συνδέσουν ένα θνητό με τον Δία. Από την άλλη, το συναίσθημα αυτό απευθύνεται σε ό,τι αξιολογούμε θετικά στον άλλο. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο, αλλά μην ξεχνάτε ότι η χριστιανική θέση είναι εντελώς διαφορετική – θα επανέλθω επ’ αυτού. Βλέπετε λοιπόν, ότι η φιλία εξαρτάται, κατά μία έννοια, από την πολιτική θέσμιση της πόλης, δεδομένου ότι η ίδια η πόλη θέτει τα άτομα ως ίσα, δημιουργώντας ως εκ τούτου τις συνθήκες για αυτό τον τύπο δεσμών. Και ταυτόχρονα η πόλη βεβαίως δίνει σε καθένα από τα μέλη της τη δυνατότητα να εξυψωθεί ώστε να γίνει άξιο φιλίας.
Στην ελληνική αντίληψη φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει.
Υποθέστε τώρα, ότι η θεμελιώδης ηθική προτροπή σε μια κοινότητα είναι η αγάπη, όχι η ανοχή ή η λύπηση, αλλά η αγάπη των πάντων ανεξάρτητα από το τι είναι ο καθένας, επιπλέον δε, ότι πρέπει η αγάπη αυτή να επιδεικνύεται ακόμη περισσότερο, όταν το άτομο δεν αξίζει ηθικά. Σε αυτό ακριβώς έγκειται, όπως ξέρουμε, το περιεχόμενο της χριστιανικής προτροπής σε ό,τι αφορά τις ατομικές σχέσεις. Ο πραγματικός χριστιανικός ήρωας είναι αυτός, που μπορεί να φιλήσει τις πληγές των λεπρών ή ο Χριστός της παραβολής του Dostoevsky, ο οποίος φιλά στο στόμα τον Μέγα Ιεροεξεταστή, που μόλις του εξήγησε τις ορθολογικές φρικαλεότητες, που γνωρίζετε.
Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στον ελληνικό κόσμο. Η φιλία απευθύνεται στον άλλο στο βαθμό που ενσαρκώνει μια αξία, στο μέτρο που είναι καλός καγαθός, δηλαδή ένα ον «καλό και ωραίο». Όσο για τον έλεον, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν πρόκειται για αγάπη. Είναι το γεγονός, ότι ο άλλος λαμβάνεται υπ’ όψη, η δυστυχία του μετρά και υπαγορεύει την ανάλογη δράση. Μπορεί να δείξει κανείς έλεον σε ένα λεπρό και να τον βοηθήσει χωρίς να τον αγαπά ούτε να αισθάνεται υποχρεωμένος να φιλήσει τις πληγές του.
Είναι αλήθεια, ότι βρίσκουμε στον ελληνικό πνευματικό κόσμο κάτι που σηματοδοτεί ταυτόχρονα ένα όριο και μια αλλαγή, και για το οποίο ελέχθη -κακώς- ότι προανήγγειλε το χριστιανισμό. Πρόκειται βεβαίως για τη θέση, που αποδίδει ο Πλάτων στον Σωκράτη, που προέρχεται πιθανότατα από τον Σωκράτη ως ιστορικό πρόσωπο και συνίσταται στην προτροπή του να μην απαντάς στο κακό με το κακό. Είναι προτιμότερο να υφίστασαι την αδικία παρά να τη διαπράττεις. Είναι όμως διαφορετικό να πεις: μην απαντάς στο κακό με το κακό, πράγμα που αφορά στη συμπεριφορά μας και εξαρτάται από εμάς, είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, «εφ’ ημίν». Και είναι άλλο να λες: να αγαπάς αυτόν που σου κάνει κακό. Αυτή η προτροπή δεν αφορά στη συμπεριφορά, αλλά στο συναίσθημα και είναι καθ’ αυτή παράλογη, διότι κανείς δεν μπορεί να κυριαρχήσει τα συναισθήματα του. Δεν συζητώ καν για το αν πρέπει ή όχι να αγαπάμε αυτούς που κάνουν κακό. Αν θεωρήσουμε όμως τι συνεπάγεται αυτό, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι όσο περισσότερο ο τάδε έχει βασανίσει στο Άουσβιτς, τόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαπηθεί! Πρόταση απολύτως απορριπτέα.
Εδώ έγκειται η διπλοπροσωπία ή η θεμελιώδης υποκρισία του χριστιανισμού. Υποκρισία όχι με την τρέχουσα, αλλά με την οντολογική έννοια. Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ένα είδος ψευδούς απολύτου, δεδομένου ότι πρόκειται για απόλυτο απολύτως μη πραγματοποιήσιμο και επομένως ανύπαρκτο. Και ζούμε κάτω ακριβώς από την τερατώδη κυριαρχία αυτής της αδύνατης ηθικής εδώ και σχεδόν δεκαεπτά αιώνες, πράγμα που φέρνει, φυσικά, καταστροφικά αποτελέσματα, όπως ο ουσιώδης διχασμός στον εσωτερικό κόσμο των ατόμων, που ο Ηegel είχε πολύ καθαρά δει. Όταν μιλά για τη δυστυχή συνείδηση, αναφέρεται κατά μία έννοια στο χριστιανισμό, που επιβάλλει στο άτομο έναν κανόνα, στον οποίο δεν μπορεί ποτέ να υπακούσει.
Εν ολίγοις, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια ηθική, που λέει, ότι αυτός που κάνει το κακό (αυτό που θεωρώ, αυτό που θεωρούμε κακό) πρέπει παρά ταύτα να αντιμετωπίζεται ως άτομο, που δεν υποβιβάζεται εντελώς στο κακό που διαπράττει, ως άτομο, που μπορεί να αναπτύξει και άλλες δυνατότητες -αυτή η προτροπή έχει περιεχόμενο, δυνατότητα εφαρμογής, και αφορά σε μια συμπεριφορά, όχι σε συναισθήματα- και μια άλλη που λέει, ότι αυτόν που κάνει το κακό πρέπει να τον αγαπάς εξ’ ίσου, και μάλιστα περισσότερο από τους άλλους – πράγμα που καταλήγει σε μια ηθική η οποία, κυριολεκτικά, θα μας προέτρεπε να αγαπάμε τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Σχηματοποιώ φυσικά, αλλά αυτή η εναλλακτική λύση είναι σαφώς παρούσα.
Η χριστιανική ηθική καταλήγει να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία.
Η δεύτερη ηθική, η χριστιανική, της οποίας εξ’ άλλου θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τους προδρόμους στην Παλαιά Διαθήκη -η Καινή είναι από αυτή την άποψη λιγότερο ανακαινιστική απ’ όσο θα ήθελε-, καταλήγει επομένως να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία, σχετικοποιώντας, ως μη όφειλε, τα πράγματα.
Όσο για το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, ο χριστιανισμός ξεκινά αγνοώντας το αναφανδόν: δεν μας αφορά, λένε τα ευαγγέλια, πάσα εξουσία εκ θεού, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (είναι η Προς Ρωμαίους Επιστολή) κ.λπ.. Έτσι καταλήγουμε αναγκαστικά σε μια σχάση, σε μια διάσπαση. Από τη μια ένας δημόσιος χώρος, θεσμισμένος, όπου ο Καίσαρ κάνει ό,τι έχει να κάνει και όπου, παρ’ όλες τις συζητήσεις περί αυτού, δεν βλέπουμε με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι κανόνες της ηθικής: ο εξομολογητής του βασιλιά μπορεί βεβαίως να του επιβάλλει μια μετάνοια επειδή διέταξε τη σφαγή μερικών χιλιάδων υπηκόων του, όμως αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη νομιμότητα του βασιλιά. Από την άλλη, ένας ιδιωτικός χώρος, όπου ισχύει αυτή η μη πραγματοποιήσιμη προτροπή του να αγαπάς τον πλησίον σου, όποιος κι αν είναι αυτός, περισσότερο από τον εαυτό σου. Ασφαλώς, μετά τη θέσμισή του, ο χριστιανισμός απέκτησε εξαιρετική πνευματική ευρύτητα, οικειοποιούμενος μεγάλο τμήμα της αρχαίας φιλοσοφίας και των μεθόδων της, οπότε τα προβλήματα εμφανίζονται πιο επεξεργασμένα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών και ενεργοποιείται μια ολόκληρη σοφιστεία.
Όλα αυτά τα βρίσκουμε, από κάποια στιγμή και μετά, στους Πατέρες της Εκκλησίας και στη συνέχεια στους θεολόγους του Μεσαίωνα. Και τα επιχειρήματα εξακοντίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις: για να καταδικάσουν το φόνο του βασιλιά ή για να τον δικαιολογήσουν ή και τα δύο… επειδή έχει επανεισαχθεί στον δημόσιο χώρο κάτι σαν θείο φυσικό δίκαιο, που ο μονάρχης είναι παρά ταύτα υποχρεωμένος να σεβαστεί. Δεν επιτυγχάνεται όμως ποτέ μια συμφωνία, ένα μονοσήμαντο δόγμα. Παραμένει σε τελευταία ανάλυση αυτή η διπλοπροσωπία της θέσμισης, ανάμεσα σε μια πολιτική, που προέρχεται από την απλή πραγματικότητα και σε μια ηθική, που περιορίζεται στον ιδιωτικό βίο των ανθρώπων.
Το κείμενο του άρθρου αποτελεί απόσπασμα σεμιναρίου (1983) του Κορνήλιου Καστοριάδη, το οποίο έχει συμπεριληφθεί στην “Ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Β΄, Η Πόλις και οι νόμοι” (εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2008, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη.)
Όμως, το σημαντικό -αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος, που επέμεινα σε αυτή την παρέκβαση- είναι, ότι δεν υπάρχουν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η διπλοπροσωπία, το ενσωματωμένο ψέμα στην πραγματική λειτουργία της κοινωνίας και στην παράσταση, που φτιάχνει η ίδια για τον εαυτό της και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται από το Μεσαίωνα μέχρι τον σύγχρονο κόσμο μας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, ότι απουσιάζει από όλες τις ιστορικές κοινωνίες, με εξαίρεση τις μονοθεϊστικές. Οι ασιάτες δεσπότες δεν θα πουν κάτι και θα κάνουν κάτι άλλο. Στην Ελλάδα, στη Ρώμη, δεν θα πουν, ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ίσα για να επικυρώσουν στη συνέχεια τις υπάρχουσες ιεραρχίες. Δεν θα ισχυριστούν, ότι η δικαιοσύνη οφείλει, να προέχει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, θα πουν ότι αυτό που υπερισχύει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, αν δεν είναι ίσες, είναι η βία. Δεν θα βρούμε όμως αυτές τις εξωφρενικές καταστάσεις, στις οποίες έχουμε από τη μια μεριά ένα διεθνές δίκαιο, που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη στις σχέσεις μεταξύ Κρατών και από την άλλη παρεμβάσεις στη Νικαράγουα, στα νησιά Φόκλαντ, στο Αφγανιστάν κ.α., καταστάσεις στις οποίες το δίκαιο δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο. Εφιστώ την προσοχή σας σε αυτό το κεφαλαιώδες γεγονός: μία από τις συνθήκες ύπαρξης αυτού, που αποκαλούμε ιδεολογία -με την πραγματική έννοια του όρου και όχι με την έννοια που κολλά παντού, όπως στους αλθουσερικούς ή σε άλλους, που μιλάνε για ιδεολογία των Ελλήνων ή των Παπούα- είναι ακριβώς αυτός ο διχασμός ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.
Μια τέτοια απόσταση ανάμεσα σε απατηλό λόγο και πραγματικότητα της κοινωνικής δράσης έχει σημαντικές προεκτάσεις. Μια πραγματική ηθική μόνο στα εφ’ ημίν, σε ό,τι εξαρτάται από εμάς, μπορεί να αναφέρεται. Και είναι ουσιώδες να αναγνωρίσουμε αυτόν ακριβώς το χώρο της ψυχικής ζωής, που ο άνθρωπος δεν ελέγχει – εξ’ άλλου δεν μπορούμε να δούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση τί θα σήμαινε ο έλεγχος. Μπορούμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά, που προέρχεται από τα συναισθήματα, όχι όμως τα ίδια τα συναισθήματα. Κατά συνέπεια, κάθε ηθική προτροπή απευθυνόμενη στα συναισθήματα είναι παράλογη. Ακόμη μεγαλύτερος παραλογισμός είναι η προσπάθεια επιβολής αδύνατων ή αντιφατικών συναισθημάτων.
Όποιος αγαπά όλο τον κόσμο φυσικά δεν αγαπά κανένα. Και όποιος αγαπά αυτό που μισεί δεν μισεί τίποτα – αλλά όποιος δεν μισεί τίποτα δεν επενδύει τίποτα συναισθηματικά. Πράγμα, που οριακά είναι δυνατό, αλλά αποτελεί εξ ορισμού αποκλειστικότητα ορισμένων ατόμων, χριστιανών αναχωρητών στην έρημο ή οπαδών του βουδισμού. Και η ύπαρξη αυτών των περιθωριακών ατόμων, ερημιτών ή αγίων επιτρέπει ταυτόχρονα στην κοινωνία να δικαιολογείται και να ενοχοποιείται δίνοντας στον εαυτό της την απατηλή απόδειξη της δυνατότητας να πραγματωθεί το διακηρυσσόμενο ιδεώδες. Ο άγιος τάδε το καταφέρνει, άρα η ηθική μας δεν είναι παράλογη· εμείς όμως δεν έχουμε το απαιτούμενο ανάστημα, πρέπει επομένως να εξιλασθούμε, να γονυπετήσουμε, να συνεισφέρουμε στους εράνους για την ανοικοδόμηση του ιερού ναού κ.λπ. – και ταυτόχρονα, αναμφίβολα, να μάθουμε να εξαπατάμε.
“Ο άγιος τάδε το καταφέρνει, άρα η ηθική μας δεν είναι παράλογη· εμείς όμως δεν έχουμε το απαιτούμενο ανάστημα, πρέπει επομένως να εξιλασθούμε, να γονυπετήσουμε, να συνεισφέρουμε στους εράνους για την ανοικοδόμηση του ιερού ναού κ.λπ. – και ταυτόχρονα, αναμφίβολα, να μάθουμε να εξαπατάμε”.
Ίσως υπήρξε κάποια στιγμή στην ιστορία του χριστιανισμού, που αυτή η διπλοπροσωπία δεν είχε ακόμη εμφανιστεί: Αναφέρομαι στους δύο πρώτους αιώνες της εξάπλωσής του (τον 2ο και τον 3ο μ.Χ. αιώνα) περίοδο, για την οποία έχει κανείς την εντύπωση σε μεγάλο βαθμό, ότι αυτοί οι χριστιανοί είχαν πράγματι παραιτηθεί από την εγκόσμια ζωή και περίμεναν ανά πάσα στιγμή τη Δευτέρα Παρουσία, την επιστροφή του Χριστού επί της γης. Ως εκ τούτου, η επίγεια ζωή -συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της ζωής των πολιτικών θεσμών- έχανε κάθε σημασία, αφού ο Μεσσίας θα εμφανιζόταν από τη μια στιγμή στην άλλη.
Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν τα άτομα ζουν μια ζωή, που μόνο κατ’ όνομα είναι, ζωή, σε απόλυτη ετοιμότητα και με τις αποσκευές ανά χείρας για το ταξίδι στον άλλο κόσμο, είναι δυνατό να φανταστούμε εφαρμογή της χριστιανικής ηθικής που να μην αποτελεί διαρκή διπλοπροσωπία. Από τη στιγμή όμως που οι χριστιανοί εγκαθίστανται μόνιμα στη ζωή της κοινωνίας, και επομένως από τη στιγμή, όπου ο χριστιανισμός αναγνωρίζεται (το 313 μ.Χ., επί Κωνσταντίνου) και στη συνέχεια γίνεται η υποχρεωτική θρησκεία για όλους τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας επί ποινή διώξεων (384, ψήφισμα του Θεοδόσιου), η διπλοπροσωπία βρίσκεται στην καρδιά της χριστιανικής θέσμισης της κοινωνίας και η κατάσταση αυτή προεκτείνεται μέχρι τις μέρες μας με τη διάσταση ανάμεσα σε ένα δικαιολογητικό λόγο και στην πραγματικότητα.
Συμπεραίνοντας, ας επανέλθουμε σε δύο στοιχεία της άτυπης θέσμισης της κοινωνίας στην αρχαία Ελλάδα, δηλαδή τον έλεον και τη φιλίαν. Διαβάστε σχετικά ή ξαναδιαβάστε αυτό το υπέροχο χωρίο των «Ηθικών Νικομαχείων» (Η, 1155a 23-29), όπου ο Αριστοτέλης λέει, ότι πρόκειται για τη σημαντικότερη αρετή, σημαντικότερη ακόμη και από τη δικαιοσύνη, σε βαθμό που οι νομοθέτες δικαίως ασχολούνται περισσότερο με τη φιλία, παρά με τη δικαιοσύνη. Φράση πολύ περίεργη, που θα έπρεπε να αναλυθεί σε βάθος, τόσο σε σχέση με το ιστορικό ανάφορο, το οποίο έχει κατά νου ο Αριστοτέλης, όσο και για την κατανόηση της σημασίας της.
Όπως και να ‘χει το πράγμα, αντιμετωπίζει αρνητικά το γεγονός, ότι οι τύραννοι δεν συμβιβάζονται με τη φιλία μεταξύ πολιτών και προσθέτει, ότι αν η φιλία βασίλευε παντού στην πόλη, δεν θα υπήρχε ανάγκη δικαιοσύνης, διότι, όπως λέει η παροιμία, «τα πάντα είναι κοινά μεταξύ φίλων» («Ηθικά Νικομάχεια», Η, 1159 b 30). Χαράσσει έτσι ένα είδος προοπτικής – ορίου, ένα ιδεώδες, στο πλαίσιο του οποίου, ιδιαίτερα, το μεγάλο ερώτημα της διανεμητικής δικαιοσύνης (τι πρέπει να δοθεί σε ποιον;) δεν θα ετίθετο καν, δεδομένου, ότι δεν θα υπήρχε κανείς, που θα ήθελε να προστατεύσει τα αγαθά του ούτε θα είχε βλέψεις για τα αγαθά του άλλου, και όπου ακόμη και οι όροι «δικό μου» και «δικό σου» θα είχαν περιπέσει σε αχρησία.

27 April 2016

Γιατί «Φανερός Δείπνος»;

της Τατιάνας Ραπακούλια, "Αόρατη Μελάνη", 27/4/2017

Με αφορμή ένα ερώτημα που τέθηκε στο facebook, θέλω να γράψω εδώ την απάντηση με μορφή ποστ, ώστε να μπορεί καθένας να τη δει και να σχολιάσει.

Πριν 6 χρόνια, ήμουν τότε πρόεδρος της Ένωσης Αθέων, πολλά άτομα εξέφρασαν την επιθυμία να μαζευτούμε Μεγάλη Παρασκευή να φάμε σουβλάκια. Εμένα δεν μου έκανε αίσθηση αυτό, μου φάνηκε μάλλον ανόητο, να πω την αλήθεια. Προσπάθησα μάλιστα να το αποφύγω, είδα όμως ότι πολλά άτομα το ήθελαν, και ότι πολλά από αυτά ήταν άτομα αξιόλογα, μορφωμένα, συγκροτημένα, ψαγμένα, άτομα που εκτιμούσα! Δεν ήταν τίποτε επιπόλαιοι, αντιδραστικοί ή κάφροι, δεν ήθελαν να προκαλέσουν ούτε να ενοχλήσουν, ήθελαν όμως να σπάσουν τη νηστεία. 

Σκέφτηκα λοιπόν ότι, για να το θέλουν τόσοι άνθρωποι, και αξιόλογοι άνθρωποι, και μια που δεν βλάπτει κανέναν, εγώ ως πρόεδρος οφείλω όχι μόνο να το σεβαστό αλλά και να το στηρίξω, ασχέτως αν δεν συμμερίζομαι την ανάγκη τους.

Έτσι οργάνωσα τον πρώτο Φανερό Δείπνο, και του έδωσα αυτό το όνομα γιατί μου φάνηκε διασκεδαστικό το λογοπαίγνιο με τον Μυστικό Δείπνο και δηλωτικό του σκοπού της εκδήλωσης: να κάνουμε ακριβώς αυτό που οι Χριστιανοί δεν κάνουν, και να το κάνουμε φανερά, όχι κρυφά.


Αυτό το φανερά κι όχι κρυφά νομίζω ότι τελικά έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ως γνωστόν ελάχιστοι από όσους δηλώνουν Χριστιανοί νηστεύουν τη μεγάλη εβδομάδα, κανείς όμως δεν το κάνει θέμα, δεν βγαίνουν στις ειδήσεις ούτε θεωρείται αυτό προκλητικό. Η πρόκληση εδώ ήταν μάλλον ακριβώς το φανερό του θέματος, ότι βγήκαμε και το είπαμε, ότι δώσαμε και τίτλο στην εκδήλωσή μας που να δείχνει τι ακριβώς κάνουμε. Ότι απέχουμε από τη νηστεία λόγω θέσης και άποψης, όχι από απλή αδιαφορία. 

Για ποιον λόγο όμως να το κάνουμε αυτό; 

Όπως είπα, εγώ δεν ένιωθα την ανάγκη να το κάνω. Προσπάθησα όμως να αφουγκραστώ την ανάγκη των άλλων, να την κατανοήσω, να καταλάβω γιατί ήθελαν τόσο πολύ να το κάνουν αυτό. Το σκέφτηκα πολύ και κατέληξα σε κάποια συμπεράσματα, τα οποία πιστεύω ότι δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. 

Πιστεύω ότι πολλοί Έλληνες έχουν ανατραφεί ως Χριστιανοί ορθόδοξοι και έχουν εξαναγκαστεί να τηρούν τα έθιμα, είτε τους άρεσε αυτό είτε όχι, κυρίως σε παιδική κι εφηβική ηλικία, αλλά πολύ συχνά και ως ενήλικες, λόγω της κοινωνικής πίεσης, άλλοτε εντονότερης κι άλλοτε ηπιότερης αλλά πάντα υπαρκτής. Το γεγονός αυτό νομίζω ότι έχει δημιουργήσει μέσα τους μια αντίδραση, περισσότερο ή λιγότερο έντονη, μια ενόχληση που συσσωρεύεται και με τα χρόνια γίνεται έως και αγανάκτηση, μια ανάγκη εκτόνωσης. Πιστεύω επίσης ότι πολλοί Έλληνες που έπαψαν να είναι Χριστιανοί, ζώντας σε μια χώρα όπου ο χριστιανισμός είναι πανταχού παρών, αισθάνονται μονίμως περιθωριοποιημένοι, αγνοημένοι, πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Το γεγονός αυτό γίνεται φανερό σε μικρά πράγματα, όπως αν θελήσεις να φας ένα σουβλάκι την Μεγάλη Παρασκευή: τα περισσότερα σουβλατζίδικα είναι κλειστά. 

Σαφώς δεν είναι κάτι πολύ σημαντικό, υπάρχουν άλλα πράγματα πολύ σημαντικότερα - όπως οι εικόνες στα δικαστήρια, τα θρησκευτικά στα σχολεία, ο αγιασμός και η προσευχή, η καταγραφή του θρησκεύματος στο ληξιαρχείο και τόσα άλλα πράγματα ουσίας που διεκδικούμε να αλλάξουν - ενώ αυτό είναι κάτι πολύ μικρό αλλά και πολύ φανερό, που έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις, στη μέρα της αργίας σου, όπου βλέπεις καθαρά πώς η βούληση των πολλών καθορίζει και τη δική σου ζωή. 

Για όλους αυτούς τους λόγους, κατάλαβα ότι αυτή η τόσο μικρή και τόσο απλή πράξη, όπως το να φας κάτι μη νηστίσιμο σε μια μέρα μεγάλης νηστείας, ήταν για τους ανθρώπους αυτούς μια πράξη απελευθέρωσης. Με μηδενικό κόστος και βλάβη, ένα μικρό αλλά σημαντικό για εκείνους κέρδος. Έτσι λοιπόν οργανώθηκε ο πρώτος Φανερός Δείπνος. Λένε πολλοί ότι δεν είναι αθεϊστικό, είναι αντιχριστιανικό. Πράγματι είναι, αλλά όχι όπως το εννοούν αυτοί. Δεν στρέφεται κατά των Χριστιανών, αλλά κατά της επιβολής του Χριστιανισμού. Είναι μια δήλωση αντίθεσης στο Χριστιανικό εθιμοτυπικό, μια δήλωση άρνησης συμμετοχής, μια δήλωση αποστασίας. Απλή, μικρή και ανώδυνη, αλλά αρκετά ισχυρή μέσα στον απλό συμβολισμό της. Αυτό λοιπόν είναι ο Φανερός Δείπνος: ούτε λίγο ούτε πολύ, μια δήλωση αποστασίας.

Και ένας ευχάριστος τρόπος να περάσουμε με καλή παρέα τη μέρα της αργίας μας.


Σημείωση:
Αναφέρθηκε επίσης ότι ο Φανερός Δείπνος προωθεί την κρεοφαγία, πράγμα που δεν ισχύει. Το μόνο πράγμα που προωθεί είναι η αποχή από τη νηστεία. Από εκεί και πέρα καθένας μπορεί να φάει ό,τι θέλει - κρέας, ψάρι, μπρόκολα και κουνουπίδια και φακές αλάδωτες αν του κάνει κέφι. Αρκεί να του κάνει κέφι και να μην το τρώει καταναγκαστικά, επειδή αν δεν το κάνει "ο Χριστούλης θα κλαίει" και όλοι θα τον κοιτάνε σαν ένοχο εσχάτης προδοσίας.

31 March 2016

Το συνταγματικό και διεθνές νομικό πλαίσιο της διδασκαλίας των θρησκευτικών...

... και το δικαίωμα εξαίρεσης από αυτή.


του Ευάγγ. Βενιζέλου, Θεολογικά Δρώμενα, 30/3/2016


Ο καθηγητής Π. Βασιλειάδης, παλιός συνάδελφος και φίλος, με πολλή ευγένεια και επιμονή, μου ζήτησε να έρθω να σας παρουσιάσω μερικές σκέψεις, όχι κομματικού, αλλά σίγουρα πολιτικού χαρακτήρα. Θα ήθελα όμως να σας πω μερικά πράγματα υπό την ιδιότητα μου την επιστημονική ως Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και από την εμπειρία μου από το Συμβούλιο της Ευρώπης τα χρόνια της κυβερνητικής μου θητείας τώρα δε από την υποεπιτροπή της Κοινοβουλευτικής του Συνέλευσης που είναι αρμόδια για την εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της οποίας είμαι μέλος.

Όπως ξέρετε, η συζήτηση για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών είναι μακρότατη και στη χώρα μας[1] και παγκοσμίως[2]. Αρκεί να σας πω ότι τα τελευταία 30 χρόνια, η διδασκαλία των Θρησκευτικών αποτελεί ένα από τα μόνιμα πεδία συζήτησης της Διεθνούς Ένωσης Συνταγματικού Δικαίου. Στη συζήτηση αυτή έχουν ειπωθεί τα πάντα και έχει διαμορφωθεί μια τυπολογία μορφών διδασκαλίας των Θρησκευτικών από μια νομική οπτική γωνία και όχι απλώς μέσα από μία παιδαγωγική προσέγγιση με την οποία είστε εξοικειωμένοι.

Ως εκ τούτου, μπορούμε να πάμε κατευθείαν στο κρίσιμο ερώτημα: εάν είναι ανεκτό κατά το Σύνταγμα, κατά το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο και κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία ένα μάθημα Θρησκευτικών το οποίο έχει ομολογιακό/κατηχητικό χαρακτήρα, με διασφαλισμένο πλήρως το δικαίωμα εξαίρεσης του μαθητή, ή αν αυτό είναι συνταγματικά απαγορευμένο και πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε ένα πολιτειοκρατικού χαρακτήρα μάθημα, το οποίο άρα θα έχει έντονα θρησκειολογικό περιεχόμενο και υπό το δεδομένο αυτό, αν μπορούμε πράγματι να φτάσουμε σε ένα μοντέλο μαθήματος που θα είναι παντελώς υποχρεωτικό, με απαγορευμένη ή πολύ δύσκολη την εξαίρεση.

Είδα και τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών, το curriculum όπως έχει δημοσιευτεί από τον Ιανουάριο του 2015, και για τη διδασκαλία στο Λύκειο αλλά και για τη διδασκαλία στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, δηλαδή τα χρόνια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Από την απλή ανάγνωση του curriculum που προτείνεται, αλλά και από αυτά που είπε ο εισηγητής της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου, φαίνεται να διαγράφεται ένα μοντέλο ανοικτού μαθήματος των θρησκευτικών, το οποίο έχει έντονη θρησκειολογική διάσταση, η οποία κλιμακώνεται από τις μικρότερες τάξεις προς τις μεγαλύτερες, αλλά που εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποβάλει ούτε τον χριστιανικό ούτε τον ορθόδοξο χαρακτήρα του. Διδάσκεται από καθηγητές της Θεολογίας που έχουν σπουδάσει σε μία Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή και βεβαίως απευθύνεται σε μία κοινωνία, η οποία κατά συνταγματικό τεκμήριο ανήκει, στη μεγάλη της πλειονότητα, στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία[3].

Άρα πρόκειται για τη διδασκαλία Θρησκευτικών σε μία κοινωνία «πλειοψηφικής ορθοδοξίας», που είναι μία εμπειρία τελείως διαφορετική από την εμπειρία που ζει η ελληνική διασπορά ως εκφραστής μίας «μειοψηφικής ορθοδοξίας» σε πάρα πολλά μέρη στον κόσμο. Μέρη στα οποία υπάρχει ουδετερόθρησκο κράτος, υπάρχει κράτος λαϊκό, με την έννοια του secular, του laic, ακόμα και κράτος το οποίο μπορεί να έχει αντικληρικαλικές τάσεις και παράδοση ή μπορεί να υπάρχει και κράτος με επίσημη κρατική θρησκεία, αλλά με θρησκευτικό φιλελευθερισμό, όπως είναι η περίπτωση των ευαγγελικών Σκανδιναβικών κρατών.

Η μελέτη της νομολογίας  μόνο των ελληνικών δικαστηρίων δε μας οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Το ΣτΕ[4] ήδη από τη δεκαετία του ’80 έχει προστατεύσει το μάθημα των Θρησκευτικών θεμελιώνοντάς το στο άρθρο 16, παράγραφος 2 του Συντάγματος, το οποίο ήδη από τότε, ήδη από τη δεκαετία του ’90, το ερμηνεύει με έναν καταβάση σωστό συστηματικά τρόπο. Ναι μεν η παιδεία, που είναι βασική αποστολή του κράτους, έχει μεταξύ των συνταγματικών σκοπών της την καλλιέργεια της θρησκευτικής και εθνικής συνείδησης, αλλά είναι προφανές ότι αυτή η θρησκευτική συνείδηση είναι η ελεύθερη κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος συνείδηση. Αυτό το λέει ρητά και το προοίμιο της Υπουργικής Απόφασης για το πρόγραμμα διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Λύκειο. Τα πάντα ανάγονται σε τελική ανάλυση στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Όμως δεν μπορούμε να επιχειρήσουμε  καμία ερμηνεία του Συντάγματος, η οποία είναι αδιάφορη για το τι συμβαίνει στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο επίπεδο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για να το πω απλά, είμαστε υποχρεωμένοι να υιοθετήσουμε το σχήμα της σύμφωνης με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της σύμφωνης με το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή με τις αξίες και αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ερμηνείας του Συντάγματος.

Όσες φορές ο εθνικός δικαστής δεν ερμήνευσε το Σύνταγμα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο οδηγήθηκε σε λάθη και ταπεινώθηκε νομολογιακά, γιατί εξέθεσε τη χώρα σε παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ή του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, που καταλογίστηκαν δικαστικά. Το πιο επίκαιρο παράδειγμα είναι η ερμηνεία του άρθρου 14 παράγραφος 9 του Συντάγματος για τον πλουραλισμό στα μέσα ενημέρωσης και για τον λεγόμενο βασικό μέτοχο.

Όταν καταρτίστηκε αυτή η διάταξη, είχα πει σε όλους τους τόνους στη Βουλή ως εισηγητής της αναθεώρησης του 2001, ότι προσέξτε, αυτά όλα θα ερμηνευτούν σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο και σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έτσι και έγινε τελικά.

Το Σύνταγμά μας δεν κατοχυρώνει μεν ρητά ένα δικαίωμα όπως αυτό του άρθρου 2 του προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του άρθρου 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αλλά πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνεται στο Σύνταγμα, απορρέει από το άρθρο 13 και από το άρθρο 5 παράγραφος 1. Και βεβαίως από το άρθρο 28 παράγραφος 1 που συνιστά το συνταγματικό θεμέλιο της σχετικά αυξημένης ισχύος των διεθνών συμβάσεων που έχουν κυρωθεί με τυπικό νόμο, αλλά και των παραγράφων 2 και 3 του ίδιου άρθρου σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 28 που συνθέτουν το θεμέλιο της συμμετοχής της χώρας μας στην ευρωπαϊκή ενωσιακή έννομη τάξη και τη δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Άρα ναι μεν η παιδεία και η καλλιέργεια της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης είναι αποστολή του κράτους (άρθρο 16 παρ. 2), αλλά δικαίωμα των γονέων και κηδεμόνων είναι να καθορίζουν την εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις, όπου πεποίθηση βέβαια είναι ένα σύστημα αντιλήψεων με συνεκτικό, συστηματικό και σταθερό χαρακτήρα, αλλά μη ελεγχόμενο ως προς την ειλικρίνεια και τη σοβαρότητα της σχετικής δήλωσης, αφής στιγμής αυτή γίνει. Δεν μπορεί να ελεγχθεί η εσωτερική συνέπεια και σταθερότητα των πεποιθήσεων. Δηλαδή, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, δεν μπορεί να ελεγχθεί συνταγματικά και γενικότερα νομικά το ζήτημα του a la carte πιστού, αγνωστικιστή, άθρησκου, άθεου κοκ που δηλώνει επιθυμία εξαίρεσης του παιδιού του από το μάθημα των θρηςκευτικών στη Β´ τάξη του λυκείου ενώ δεν το είχε κάνει στην Α’ τάξη ή στο γυμνάσιο. Το ίδιο ισχύει και ως προς τις φιλοσοφικές πεποιθήσεις.

Η a la carte ορθοδοξία, για παράδειγμα, μας δίνει το φαινόμενο ενός ζευγαριού που επιλέγει να μην παντρευτεί, αλλά να κάνει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης και μετά να βαπτίσει τα παιδιά του και μετά ή ταυτοχρόνως με τη βάπτιση να τελέσει και θρησκευτικό γάμο ή ενός πιστού ο οποίος ενεργοποιεί την πίστη του τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή ή ανάβει ένα κερί στην Ανάσταση. Επιθυμεί εκκλησιαστική εξόδιο ακολουθία και αποτέφρωση κοκ. Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να ενοχλεί την Εκκλησία, μπορεί να είναι ένα πνευματικό ζήτημα το οποίο θα το αντιμετωπίσει ο πνευματικός και εν τέλει ο επιχώριος επίσκοπος, αλλά δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει η Πολιτεία. Για την Πολιτεία, το φαινόμενο του a la carte πιστού ή του ατόμου που μεταβάλλει τις απόψεις του και το σύστημα πεποιθήςεων του είναι κι αυτό ένα από τα ενδεχόμενα τα οποία προκύπτουν μέσα σε μία σύγχρονη πλουραλιστική κοινωνία με τις αντιφάσεις της που εκδηλώνονται άλλωστε πρωτίστως εκλογικά και γενικότερα πολιτικά.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[5] – η οποία είναι και η πιο κρίσιμη – νομίζω ότι είναι πάρα πολύ σαφής ως προς τα θέματα αυτά και φοβούμαι ότι το 2012  παρερμηνεύθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Χανίων. Η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, προήλθε από μία οικονομία δίκης, που δεν περιελάμβανε ως διαδίκους αυτούς που έχουν το δικαίωμα που θεμελιώνεται στο άρθρο 2 του προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δηλαδή τους γονείς και κηδεμόνες. Έκρινε μία αίτηση ακύρωσης που υπέβαλαν θεολόγοι καθηγητές κατά του Περιφερειακού Διευθυντού Εκπαίδευσης (κατά του Υπουργού Παιδείας δηλαδή) για την παράλειψη του να ρυθμίσει κανονιστικά με ολοκληρωμένο τρόπο την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών. Η οικονομία της δίκης δεν επέτρεπε συνεπώς να αναπτυχθούν τα κρίσιμα επιχειρήματα. Είδα όμως στο εκτενές σκεπτικό της απόφασης να περιλαμβάνεται παρανάγνωση του γράμματος και του πνεύματος της νομολογίας του Στρασβούργου. Ας πάρουμε τη νορβηγική απόφαση του 2007, τη Folgero κατά Νορβηγίας[6], που είχε προεικονισθεί – για να χρησιμοποιήσω μία θεολογική έκφραση – στην ελληνική υπόθεση Βαλσάμης κατά Ελλάδος[7] και επανελήφθη  στις αλεβίτικες τουρκικές υποθέσεις, δηλαδή στη Zengin κατά Τουρκίας[8] και στην πιο πρόσφατη Yalcin κατά Τουρκίας[9] που δημοσιεύθηκε πριν από μερικούς μήνες, το Φεβρουάριο του 2015. Αυτή η απόφαση λοιπόν στις κρίσιμες σκέψεις (98 και 99)  λέει ότι και από ένα μάθημα το οποίο είναι εντονότατα θρησκειολογικό, ένα μάθημα που είναι θρησκειολογικό με στοιχεία κοινωνιολογίας και ηθικής, ένα μικτό μάθημα, ανθρωπιστικό, δεν αποκλείεται το δικαίωμα εξαίρεσης. Το οποίο πώς ασκείται; Το δικαίωμα εξαίρεσης ορισμένοι νομίζουν ότι ασκείται όπως ασκείται το δικαίωμα του αντιρρησία συνείδησης να αρνηθεί να αναλάβει όπλα.

Εδώ όμως δεν πρόκειται για μία εξαίρεση από μια συνταγματική υποχρέωση π.χ. συμβολής στην άμυνα του κράτους των δυναμένων να φέρουν όπλα. Αυτό που κάνει ο γονιός (ή ο ενήλικας μαθητής) δεν είναι εξαίρεση από συνταγματική υποχρέωση, αλλά άσκηση ρητού δικαιώματος συνταγματικής και διεθνούς περιωπής να καθορίζει την εκπαίδευσή του  παιδιού του (ή του εαυτού του ο ενήλικας) με βάση τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις του. Δεν μπορείς λοιπόν να τον καλέσεις να αποδείξει ότι δεν είναι χριστιανός, ότι δεν είναι ορθόδοξος και έτσι εξαιρείται.  Όχι, εξαιρείται άμα τη δηλώσει του. Αυτό με πολύ σαφή τρόπο το είπε και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε δύο αποφάσεις της, μία  ήδη από το 2002[10], την οποία επανέλαβε πολύ πρόσφατα το 2015[11]. Η Αρχή έχει πει ότι, η δήλωση πως «θέλω να απαλλαγώ λόγω πεποιθήσεων», δεν παραβιάζει την προστασία των προσωπικών δεδομένων, αλλά αυτή η δήλωση. Όχι η εξειδίκευσή της, όχι η δήλωση «δεν είμαι χριστιανός, δεν είμαι ορθόδοξος», ούτε ο έλεγχός της, διότι αυτό θα συνιστούσε  πράγματι προσβολή ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου.

Να σας δώσω ένα παράδειγμα, προκειμένου να φανεί τί σημαίνει αυτό. Φανταστείτε μία σχετικά μικρή κοινωνία, ή μία κοινωνία η οποία ζει στο ρυθμό κάποιων αντιλήψεων της τοπικής Εκκλησίας, που ζητά από το σχολείο να πάρει τα ονόματα των εξαιρεθέντων μαθητών και αποκλείει τους γονείς τους και αυτούς  από δραστηριότητες λατρευτικές, διότι θεωρεί ότι δεν είναι πιστοί, δεν είναι πιστοί ολοκληρωμένοι, με μία πίστη η οποία είναι ολιστική. Αυτό είναι μία discrimination, μία προσβολή της προσωπικότητας η οποία είναι προφανής. Δεν μπορεί συνεπώς ο διευθυντής του σχολείου ή ο καθηγητής να δώσει τα ονόματα αυτά  και δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ούτε ο ιερέας της ενορίας, ούτε ο επιχώριος επίσκοπος, διότι παραβιάζει  προσωπικά δεδομένα  και διότι κάποιοι από τους εξαιρεθέντες μπορεί να έχουν μία άλλη αντίληψη, δηλαδή να έχουν την αντίληψη ότι είναι μέλη της Εκκλησίας. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα κριθεί ενδοεκκλησιαστικά, δεν αφορά την Πολιτεία και εδώ μιλάμε για το σχολείο ως μία πολιτειακή λειτουργία, μιλάμε για μία δραστηριότητα του κράτους, δε μιλάμε για μία δραστηριότητα της Εκκλησίας, ακόμα και αν ο καθηγητής ή ο διευθυντής είναι κληρικός και μπορεί να βρεθεί προ σοβαρού διλήμματος, προ συγκρούσεως καθηκόντων. Τοποθετούμεθα συνεπώς στο πλαίσιο ενός κράτους δικαίου που σέβεται και προστατεύει τα δικαιώματα και στο πλαίσιο μίας πλουραλιστικής αντίληψης η οποία είναι συνταγματικώς και διεθνώς κατοχυρωμένη και εκτός πάσης συζήτησης.

Βεβαίως έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και για κάθε κοινωνία, γιατί αποκαθιστά την πλήρη εικόνα της πολιτισμικής μας ταυτότητας, της ιστορίας μας. Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι αποκαθιστά το corpus της ελληνικής γλώσσας. Δεν μπορείς να έχεις πλήρη αίσθηση της ελληνικής γλώσσας, που είναι το σώμα του πολιτισμού μας, εάν δεν διαβάσεις πχ τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο μισός λεξικολογικός πλούτος των μεσαιωνικών ελληνικών περιλαμβάνεται στις ακολουθίες της Μεγάλης Πέμπτης, του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής. Προφανώς, έχετε συζητήσει πάμπολλες φορές για το τι ήθελε να κάνει ο Ζακ Λαγκ με την εισήγηση που ανέθεσε στο Ρεζί Ντεμπρέ στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος μιας χώρας με κοσμικό χαρακτήρα όπως η Γαλλία. Προφανώς δεν μπορείς να καταλάβεις πλήρως τις εξελίξεις από την αρχιτεκτονική μέχρι τη γλώσσα, δεν μπορείς να συγκροτήσεις την ταυτότητά σου, δεν μπορείς να συνειδητοποιήσεις την ιδιοσυστασία σου χωρίς αναφορά στη θρησκεία και την Εκκλησία. Όμως αυτό στο σχολείο, που είναι κρατική ευθύνη, πρέπει να γίνει σύμφωνα με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.

Άρα, ανοικτό, σύγχρονο και ελκυστικό μάθημα θρησκευτικών, μάθημα που τραβά την προσοχή του μαθητή, που αναπτύσσει την προσωπικότητά του και την κριτική του σκέψη, μάθημα με έντονα θρησκειολογικά στοιχεία αλλά που δεν μπορεί να μην έχει  χριστιανικό και ορθόδοξο περιεχόμενο, γιατί διαφορετικά θα ψεύδεται. Είναι όμως προτιμότερο να λέει την αλήθεια παρά να ψεύδεται και να εμφανίζεται ως δήθεν ουδέτερο και «αντικειμενικά» θρησκειολογικό  ενώ θα υφέρπει η σύνδεση του  με τον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία. Θρησκειολογία δεν είναι άλλωστε ο πρόχειρος συγκρητισμός ή ένας άτεχνος δεϊσμός. Το μάθημα των θρησκευτικών δεν μπορεί βεβαίως να είναι κατηχητικό μάθημα, ούτε μπορεί να ορίζεται ως ομολογιακό με την θεολογική  έννοια του όρου. Το σχολείο είναι κρατική δραστηριότητα και όχι εκκλησιαστική. Το μάθημα των θρησκευτικών έχει τα χαρακτηριστικά που προσδιορίζει όχι η εκκλησία της επικρατούσας θρησκείας, αλλά ο κρατικός νόμος στο πλαίσιο μιας συνταγματικής αντίληψης περί επικρατούσας θρησκείας που, όπως ξέρετε, είναι η θρησκεία της πλειοψηφίας, για την ακρίβεια  η εκκλησία της θρησκείας της  πλειοψηφίας και όχι η επίσημη κρατική θρησκεία ή η πολιτειοκρατικά επιβεβλημένη και υποχρεωτική θρησκεία. Ο σκοπός του άρθρου 3 του Συντάγματος – το τονίζω εν παρόδω – δεν είναι να περιορίσει τη θρησκευτική ελευθερία, ο σκοπός ο ιστορικός και κανονιστικός, του άρθρου 3, είναι να κατοχυρώσει τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μόνο για το λόγο αυτό υπάρχει το άρθρο 3 ιστορικά στα Ελληνικά Συντάγματα. Για να κατοχυρωθεί στην αρχή ο τόμος του 1850 και στη συνέχεια και η συνοδική πράξη του 1928 και ο τρόπος συγκρότησης της Ιεράς Συνόδου και τα πολλαπλά εκκλησιαστικά καθεστώτα που υπάρχουν στην ελληνική επικράτεια.

Το τι σημαίνει μάθημα θρησκευτικών ανοικτό, σύγχρονο, θα το ορίσετε εσείς  που έχετε τα τεκμήρια της επιστημονικής και παιδαγωγικής γνώσης. Οι ειδικοί επιστήμονες και παιδαγωγοί αντιλαμβάνονται τι σημασία έχει να αναδειχθεί η ορθόδοξη παράδοση και η σύγχρονη χριστιανική μαρτυρία σε ένα κόσμο πολύπλοκο και απειλητικό που πρέπει να βρει δρόμους προς την καταλλαγή και την ειρηνική συνύπαρξη των θρησκειών και των θρησκευτικών κοινοτήτων, με στόχο την αποτροπή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού που λειτουργεί ως αφετηρία για την διατύπωση ρατσιστικού και ξενοφοβικού λόγου και για την ενθάρρυνση πράξεων βίας.

Άλλωστε η καταδίκη του λόγου μίσους, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας κάθε είδους συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής πρέπει να είναι αντικείμενο ενός μαθήματος δημοκρατικής παιδείας που εξοικειώνει τους μαθητές με τις αρχές και τις πρακτικές του δημοκρατικού πολιτεύματος, του κράτους δικαίου, της πολυφωνίας, της ανεκτικότητας. Η δε ενημέρωση του μαθητή για τα αίτια των πολεμικών συρράξεων όχι μόνο στην Αφρική ή την Ασία αλλά και στην Ευρώπη, στα οποία δυστυχώς συμπεριλαμβάνεται ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, πρέπει να είναι αντικείμενο ενός μαθήματος εισαγωγής στις διεθνείς σχέσεις και την οργάνωση και λειτουργία της διεθνούς κοινωνίας.

Ως νομικός πρέπει να τονίσω ότι σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα εξαίρεσης από το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να μπορεί να ασκείται με απλό και εύκολο τρόπο. Άλλωστε θα ήταν μάταιο να γίνει οτιδήποτε άλλο. Αν μπείτε στη βάση δεδομένων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και βρείτε τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκα, ας πούμε την απόφαση  Folgero  και διαβάσετε προσεκτικά τις σκέψεις 98 και 99, θα δείτε πώς τίθεται το ζήτημα  αυτό ακριβώς. Στη Νορβηγία – το επαναλαμβάνω – επρόκειτο για ένα εξόχως θρησκειολογικό μάθημα που συνδυάζονταν με αρχές φιλοσοφίας και  ηθικής. Όμως και από ένα μάθημα ηθικής υπάρχει δικαίωμα εξαίρεσης, και από ένα μάθημα καθαρά φιλοσοφικού περιεχομένου υπάρχει δικαίωμα εξαίρεσης γιατί κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 του προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το δικαίωμα του γονιού και του κηδεμόνα και επί των φιλοσοφικών πεποιθήσεων του παιδιού. Συνεπώς δεν μπορείς να τον δελεάσεις με την «απειλή» της υποκατάστασης, να πεις ότι όχι, θα πας εσύ τώρα και θα παρακολουθείς, την ίδια ώρα, ένα μάθημα ηθικής που θα σου διδάσκει ο φιλόλογος, διότι μπορεί να σου πει ότι εγώ διαφωνώ και με τις αντιλήψεις αυτές.

Είδα την προσπάθεια που κάνει το πρόγραμμα σπουδών να συγκροτήσει ένα μάθημα θρησκειολογικό τουλάχιστον στο λύκειο. Όταν όμως το πρόγραμμα σπουδών ξεκινά με την έννοια της αγιότητας ή με την έννοια της αμαρτίας και εκεί θεμελιώνεται μία ολόκληρη αντίληψη, πόσο θρησκειολογικό μπορείς να πεις ότι είναι το μάθημα αυτό; Εγώ σας λέω 100%. Και 100% να είναι, πάλι  μπορεί να σου πει κάποιος  ότι εγώ ανήκω στην περίπτωση του ανεκδότου, με το οποίο θα κλείσω. Σταματά μία ένοπλη περίπολος  πριν από χρόνια κάποιον στη Βόρεια Ιρλανδία και του λέει, «ψηλά τα χέρια, τί είσαι, καθολικός ή προτεστάντης;» Και λέει αυτός, μέσα στην αγωνία του, «παιδιά, προσοχή είμαι αγνωστικιστής». Και του λένε αυτοί, «εντάξει, αγνωστικιστής, αλλά τί αγνωστικιστής, καθολικός ή προτεστάντης;» Από το μάθημα των θρησκευτικών, ακόμη και το καθαρά θρησκειολογικό, θα μπορούσε να ζητήσει κάποιος  εξαίρεση, με βάση το άρθρο 2 του (πρώτου) προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όπως και όποτε και  αν ορίζει την ταυτότητα του.




[1] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Θρησκεία και εκπαίδευση, Αντ. Ν. Σάκκουλας,  1993, Ν-Κ. Χλέπα/Π. Δημητρόπουλου, Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας στο χώρο της εκπαίδευσης, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1993, Κ. Χρυσόγονο, Εκπαίδευση και επικρατούσα θρησκεία, ΕΝΟΒΕ, 2000, Αν. Μαρίνο, Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών κατά το Σύνταγμα σε: Θρησκευτική παιδεία και σύγχρονη κοινωνία. Θέσεις και αντιθέσεις, Εν Πλω, 2006, σελ. 107-126. Π. Μαντζούφα, Θρησκεία και εκπαίδευση. Το ιστορικό και συνταγματικό πλαίσιο της θρησκευτικής εκπαίδευσης, Book’s Journal, 7/2001. Γενικότερα για την θρησκευτική ελευθερία υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ,  Γ. Κτιστάκις, Θρησκευτική ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Αντ. Ν. Σάκκουλας.
[2] Βλ. ενδεικτικά J. L. Martínez López-Muñiz, J. De Groof, G. Lauwers (Eds.), Religious Education in Public Schools: Study of Comparative Law, Yearbook of the European Association for Education Law and Policy, Volume II, Springer, 2005. Επίσης International Association for Religious Freedom (IARF), Religious Education in Schools: School Education in Relation with Freedom of Religion and Belief, Tolerance and non-discrimination, 2002.
[3] Για λόγους οικονομίας της παρουσίασης δεν αναφέρομαι εδώ στη θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ούτε στις προβλέψεις της νομοθεσίας (π.χ. άρθρ. 14 παρ. 17 ν. 1566/1985) για τη διδασκαλία των θρησκευτικών σε σχολεία με επαρκή αριθμό μαθητών που ανήκουν στο ρωμαιοκαθολικό δόγμα (π.χ. στα νησιά των Κυκλάδων). Όλες αυτές οι περιπτώσεις προφανώς αναφέρονται σ΄ ένα μάθημα θρησκευτικών με ομολογιακό χαρακτήρα.
[4] Βλ. κυρίως ΣτΕ (Γ΄ Τμ.) 3356/1995 (που αναφέρεται στη δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών και από την υποχρέωση συμμετοχής στη σχολική προσευχή ακόμη και αν αναγράφεται η ιδιότητα του Ορθόδοξου Χριστιανού στο απολυτήριο γυμνασίου ενός μαθητή που ζητά εξαίρεση από τα θρησκευτικά στο λύκειο) και ΣτΕ (Γ΄Τμ.) 2176/1998 (για τις ελάχιστες ώρες διδασκαλίας θρησκευτικών στο αναλυτικό πρόγραμμα).
[5] Βλ. αντί πολλών European Court of Human Rights/Research Division, overview of the Court’s case- law on freedom of religion (επικαιροποίηση 31.10.2013).
[6] Affaire Folgerø et autres c. Norvège, απόφαση της 29 Ιουνίου 2007.
[7] Affaire Valsamis c. Grèce, απόφαση της 18 Δεκεμβρίου 1996.
[8] Affaire Hasan et Eylem Zengin c. Turquie, απόφαση οριστική της 9 Ιανουαρίου 2008.
[9] Αffaire Mansur Yalçın et autres c. Turquie, απόφαση οριστική της 16 Φεβρουαρίου 2015.
[10] ΑΠΔΠΧ 77 Α/2002.
[11] ΑΠΔΠΧ 94/2015.

26 March 2016

Η ελληνική επανάσταση του 1821

Συνέντευξη του καθηγ. Βασίλη Κρεμμυδά 
με τον Θ. Αντωνόπουλο, lifo.gr, 23/3/2016


Αντίθετα με ό,τι διδασκόμασταν στο σχολείο, η Ιστορία δεν είναι κάτι στατικό και μονολιθικό, ούτε «θέσφατο». Αλλάζει, εξελίσσεται, αναθεωρείται και προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα που αποκαλύπτει η επιστημονική έρευνα. Γι' αυτό κι έχουν πάντα ενδιαφέρον οι ιστορικές εκδόσεις, γι' αυτό δεν βαριέσαι ποτέ να μελετάς εποχές κι ανθρώπους, ακόμα κι αν έχεις διαβάσει ήδη τόσα και τόσα σχετικά. Τώρα, αν μαθαίνεις και κάτι... παίζεται, που λένε, αφού η «Ιστορία δεν διδάσκει», τουλάχιστον όμως διευρύνει την αντίληψή μας, καθώς εκτιμά ο συνομιλητής μου, με τον οποίο βρέθηκα παραμονές της εθνικής μας επετείου με αφορμή το νέο του πόνημα «Η Ελληνική Επανάσταση του '21 – Τεκμήρια, αναψηλαφήσεις, ερμηνείες» (εκδ. Gutenberg).
Συνταξιούχος πλέον, ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός δεν έχει σταματήσει ούτε το ερευνητικό ούτε και το συγγραφικό του έργο, το οποίο μάλιστα έχει εμπλουτίσει με ιστορικού περιεχομένου παιδικά παραμύθια. Μιλήσαμε για τις ιστορίες που γράφονται σαν παραμύθια και αντιστρόφως, για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά αίτια της Επανάστασης υπό το φως σύγχρονων μαρτυριών, τον εγχώριο και διεθνή της αντίκτυπο, την παράλληλη με αυτήν διαπάλη συντήρησης και νεωτερικότητας, τις εμφύλιες συγκρούσεις, τον ρόλο των δανείων –εσωτερικών κι εξωτερικών–, τις αυθαίρετες ερμηνείες που μεταγενέστερα, λέει, της δόθηκαν, είτε από δεξιά είτε από αριστερά, και... ε, δεν θα σας τα πω όλα, ανοίξτε και κάνα βιβλίο!  
— Τι παραπάνω προσθέτει το βιβλίο σας στην ιστοριογραφία για το '21;
Ως ιστορικός της Τουρκοκρατίας, συνεχίζω να αναζητώ εδώ τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που οδήγησαν στην Επανάσταση και να εμβαθύνω στις αιτίες που την προκάλεσαν. Χάρη στους Ναπολεόντειους Πόλεμους και τις ανάγκες ανεφοδιασμού των εμπόλεμων ευρωπαϊκών χωρών από «ουδέτερα» πλοία, η ναυτιλία, το εμπόριο και τα συναφή επαγγέλματα γνώρισαν πρωτοφανή ανάπτυξη, δημιουργώντας νέα δεδομένα στην παραγωγή.
Στα χέρια των υπόδουλων Ελλήνων βρέθηκε ξαφνικά πολύ χρήμα – είναι χαρακτηριστική π.χ. η περίπτωση του ζάπλουτου Πελοποννήσιου τραπεζίτη και τοκογλύφου Νικολή Ταμπακόπουλου από τη Βυτίνα που μέσα σε πέντε χρόνια, παραμονές του '21, ήταν σε θέση να δανείσει περί τα 2 εκατ. γρόσια, ποσό ασύλληπτο ακόμα και για τα τωρινά δεδομένα, αφού αρκούσε για να ναυλώσει δεκατρία καράβια! Μπορούσε, μάλιστα, να συντηρεί μέχρι εκατό πολεμιστές, έναν μικρό στρατό δηλαδή.
Πολλά ήταν τα πλούτη που είχαν αποκομίσει οι εφοπλιστές αλλά και οι Έλληνες έμποροι των παροικιών. «Λεφτά υπήρχαν» που θα λέγαμε σήμερα, και μάλιστα άφθονα! Αυτή είναι η πρώτη «αποκάλυψη» του βιβλίου. Η άλλη είναι ότι στη διάρκεια της Επανάστασης διεξαγόταν μια συνεχής, αδυσώπητη πάλη ανάμεσα στην παράδοση και στη νεωτερικότητα, σύγκρουση που υπέβοσκε ήδη από πριν κι εκδηλώθηκε τόσο με τους πρώτους εμφυλίους του 1824-25 όσο και επί Καποδίστρια, οπότε η νεωτερικότητα κινδύνεψε περισσότερο. 
— Γιατί το λέτε αυτό; Δεν ήταν ο Καποδίστριας εκσυγχρονιστής;
Ήταν ένας συντηρητικός πολιτικός, οπαδός της «πεφωτισμένης δεσποτείας». Ήθελε να κυβερνά μόνος, δεν δεχόταν συμβουλές και υποδείξεις, ούτε καν από τους έμπιστούς του. Αποξενώθηκε έτσι τόσο από τον λαό όσο και από την ηγεσία της Επανάστασης. Το πολίτευμα που θα ταίριαζε σε ένα νέο και μοντέρνο, δηλαδή εθνικό, ανεξάρτητο κράτος, όπως η Ελλάδα, ήταν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, με Σύνταγμα, Βουλή, εκλογές κ.λπ., πράγματα που απεχθανόταν ο Καποδίστριας. Πρέσβευε, μάλλον, απολυταρχικά ιδεώδη, σε αντίθεση με τα νεωτερικά που εκπροσωπούσε η αστική τάξη της εποχής (κυρίως οι νησιώτες) αλλά και η μετεπαναστατική ελληνική κοινωνία συνολικά, οπότε η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.
— Ήταν τόσο απόλυτοι αυτοί οι διαχωρισμοί ανάμεσα σε νεωτερικότητα και συντήρηση;
Όχι, βέβαια. Π.χ. ο Μακρυγιάννης, πριν από το '21, ασχολούνταν για μια επταετία με το εμπόριο, δίχως αυτό να τον κάνει νεωτεριστή – απεναντίας. Ήταν λίγο θολά τα όρια, μπορούμε ωστόσο να πούμε γενικά ότι η νεωτερικότητα είχε «κατακτήσει» τη διανόηση, την αστική τάξη και τη ναυτιλία.
— Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η Τουρκοκρατία δεν ήταν πάντα τόσο δεσποτική και καταπιεστική, ότι υπήρχαν ελευθερίες, προνόμια κ.λπ.
Υπήρχαν, πράγματι, κάποιες προνομιούχες κοινότητες, η μόρφωση ήταν ελεύθερη, οι εμπορικές δραστηριότητες, η πίστη επίσης. Οι Οθωμανοί κατακτητές απαιτούσαν πολύ συγκεκριμένα πράγματα: να γεμίζουν τα κρατικά ταμεία με χρήμα. Τα άλλα δεν τους ένοιαζαν. Αναμφίβολα, όμως, ήταν ένα πολύ σκληρό καθεστώς για τους υπόδουλους. Δικαιώματα δεν είχαν, η φορολογία ήταν βαριά, οι αυθαιρεσίες και οι βαρβαρότητες της εξουσίας ήταν συχνές. Η ελληνική ήταν ουσιαστικά μια ευρωπαϊκή επανάσταση, άλλαξε το status quo στην Ανατολική Μεσόγειο, την ως τότε πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας και το δόγμα περί ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
— «Κρυφά σχολειά» δεν υπήρξαν πάντως, αυτό έχει πια καταρριφθεί ιστορικά. Ακριβώς.
Εκείνο που υπήρξε σε κάποια μοναστήρια ήταν «σπουδαστήρια», όπου οι εγγράμματοι μοναχοί δίδασκαν γραφή κι ανάγνωση στους νεότερους, μαζί με τη Βίβλο. Δεν επρόκειτο, βέβαια, για κάποια κρυφή ή παράνομη δραστηριότητα, χρησιμοποιήθηκε όμως κατά κόρον ο μύθος αυτός μέχρι και τις μέρες μας – φαντασθείτε ότι το θεωρούμενο «κρυφό σχολειό» στη Μονή Πεντέλης κατασκευάστηκε το '60 και αναπαλαιώθηκε καταλλήλως, μουτζούρωσαν τους τοίχους για να φαίνεται καπνισμένο από τα κεριά κ.λπ.!  
— Και δεν είναι, βέβαια, ο μόνος μύθος της Επανάστασης αυτός... Εσείς ποιον θεωρείτε τον μεγαλύτερο;
Θα έλεγα αυτόν με τη δήθεν ύψωση του λάβαρου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στη Μονή της Αγίας Λαύρας την 25η Μαρτίου του 1821, όπου τάχα ορκίστηκαν οι αγωνιστές. Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο δεν ξεκίνησε καν την ημερομηνία εκείνη, αλλά λίγο νωρίτερα. Ο ίδιος ο Γερμανός, άλλωστε, στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι την ημέρα εκείνη βρισκόταν σε άλλο χωριό. Το λάβαρο το ύψωσε, πράγματι, αλλά αυτό έγινε λίγες μέρες αργότερα, στην Πάτρα. Ο θρύλος της Λαύρας εντασσόταν στις μεταγενέστερες προσπάθειες να συνδεθεί η θρησκευτική με τη νεοαναδυόμενη εθνική ταυτότητα.   
— Μια άλλη «αιρετική» άποψη λέει πως αν οι Έλληνες δεν «βιάζονταν» να επαναστατήσουν, θα κατακτούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία οικονομικά, χάρη στον ιδιαίτερο δυναμισμό τους σε αυτό τον τομέα.
Υπερβολές. Υπήρξε, πράγματι, προεπαναστατικά μια μεγάλη οικονομική άνθηση, η οποία όμως ανακόπηκε με τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων. Τα ευρωπαϊκά πλοία επέστρεψαν στις θάλασσες, εκτοπίζοντας τα ελληνικά, εμπόριο και συναλλαγές έπεσαν κατακόρυφα, επήλθε ανεργία, ύφεση και κρίση όχι μόνο στον ναυτιλιακό/εμπορικό τομέα αλλά και σε όλα τα εξαρτώμενα από αυτόν επαγγέλματα, από τον ναυπηγό, τον ξυλουργό και τον βιοτέχνη μέχρι τον βυρσοδέψη, τον μπακάλη και τον χαμάλη του λιμανιού. Οι νέες κοινωνικές τάξεις που είχαν δημιουργήσει οι εξελίξεις έμεναν «ξεκρέμαστες», αφού δεν προστατεύονταν από το κράτος. Υπήρχαν, επιπλέον, μεγάλα χρηματικά κεφάλαια που παρέμεναν ανενεργά – κοντά στα άλλα, η Επανάσταση φάνταζε ιδεώδης λύση τόσο για τις επενδύσεις όσο και για την ανεργία!
— Οπότε, τα αίτια του ξεσηκωμού ήταν σε μεγάλο βαθμό οικονομικά;
Καταρχάς, όχι. Η οικονομική κρίση της εποχής ήταν απλώς ο καταλύτης που τον επέσπευσε. Ούτε η διαφορετική πίστη ήταν η κύρια αιτία του – άλλωστε το Πατριαρχείο τον είχε καταδικάσει. Η νεοσύστατη έννοια του έθνους ήταν που διαφοροποιούσε βασικά τον υπόδουλο από τον κατακτητή. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν, επίσης, η παιδεία και η οικονομική άνεση (ιδίως στις παροικίες) μια τάξης εύρωστης και ανοιχτής στα μηνύματα του Διαφωτισμού. Η Φιλική Εταιρεία εργαζόταν ήδη στην κατεύθυνση της ίδρυσης ενός ανεξάρτητου αστικού ελληνικού κράτους.
— Είχε, τελικά, ταξικό χαρακτήρα το '21, όπως πρότειναν κάποιοι ιστορικοί;
Με την έννοια ενός προλεταριάτου που εξεγείρεται, σίγουρα όχι. Δεν προκύπτει από πουθενά αυτό, ήταν μυθεύματα του ΚΚΕ και συγγραφέων όπως ο Γιάννης Κορδάτος. Τον πιστέψαμε πολύ τον Κορδάτο στα νιάτα μας, τραφήκαμε με αυτόν, αλλά δεν ήταν καν ιστορικός ο άνθρωπος, δεν είχε κάνει καμία σοβαρή έρευνα. Μέχρι ανύπαρκτες κοινωνικές τάξεις εφηύρε για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αφήστε, ειδικά από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά συνθλιβήκαμε οι ιστορικοί από τα δύο μεγάλα λιθάρια των μύθων, το ένα της Δεξιάς και της συντήρησης, το άλλο της Αριστεράς...
— Τα λεγόμενα θαλασσοδάνεια της Αγγλίας τι ρόλο έπαιξαν;
Περισσότερο συμβολικό, παρά ουσιαστικό. Ουσιαστικά, τα «προκάλεσε» η εξωτερική πολιτική των επαναστατημένων που έσπευσαν να ζητήσουν δάνεια απ' όλες τις τότε Μεγάλες Δυνάμεις, ώστε να αποσπάσουν μια έμμεση, έστω, αναγνώριση και να διεθνοποιηθεί το ελληνικό ζήτημα. Ήδη, η Αγγλία το 1823 είχε αναγνωρίσει τα ελληνικά πλοία που έπλεαν στο Ιόνιο, το οποίο τότε διαφέντευε, ως πλοία εμπόλεμου έθνους, ενέργεια που, μαζί με τη σύναψη του πρώτου δανείου έναν χρόνο αργότερα, νομιμοποιούσε de facto την εξέγερση.
Η Ρωσία, ως ανταγωνίστρια δύναμη, πρότεινε την ίδια εποχή τη δημιουργία τριών αυτόνομων, φόρου υποτελών ελληνικών κρατιδίων στον Σουλτάνο. Ενώ, λοιπόν, ήταν μικρό το οικονομικό όφελος εκείνων των δανείων, αφού κιόλας μεγάλο μέρος τους «φαγώθηκε» στην πορεία, το πολιτικό και διπλωματικό τους αντίκρισμα ήταν μεγάλο. Γαλλική εφημερίδα της εποχής προεξοφλούσε ότι εφόσον οι Άγγλοι δάνεισαν την Ελλάδα, αυτή επρόκειτο σίγουρα να απελευθερωθεί. Ναι, ήταν μιας μορφής εξάρτηση από την Αγγλία, αλλά ήταν οι ίδιοι οι ηγέτες των επαναστατών –ο Κολοκοτρώνης ανάμεσά τους– που το 1825, σε κρίσιμη φάση του αγώνα, με τον Ιμπραήμ να αλωνίζει στην Πελοπόννησο και να πολιορκεί ασφυκτικά το Μεσολόγγι, υπέγραψαν έκκληση να αναλάβει η Αγγλία την Ελλάδα υπό την προστασία της.
— Γράφετε κάπου ότι στη διάρκεια των δύο εμφυλίων της Επανάστασης οι αντίπαλοι δεν επεδίωκαν την εξολόθρευση αλλά τον προσεταιρισμό του αντιπάλου.
Ακριβώς. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για κατ' ευφημισμόν εμφυλίους, αφού αντικείμενο της φιλονικίας ήταν το μοίρασμα της εξουσίας και στόχος η ένταξη του ενός στρατοπέδου στο άλλο – αμφότερες οι πλευρές γνώριζαν ότι δεν τις συνέφερε η αλληλοεξόντωση, αφού άλλος ήταν ο κοινός εχθρός, οπότε προσπάθησαν να την αποφύγουν, δόθηκε γενική αμνηστία στους ηττημένους κ.λπ.
— Είχαν, πράγματι, υποτιμήσει τον ελληνικό ξεσηκωμό οι Οθωμανοί;
Ναι, κι αυτό ήταν το μεγάλο τους λάθος. Υποτίμησαν όχι μόνο τον ξεσηκωμό, που θεώρησαν αρχικά μια ακόμα επαρχιακή εξέγερση, αλλά και το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον γι' αυτόν. Δεν είχαν, επίσης, υπολογίσει τη δύναμη των Ελλήνων στη θάλασσα, μια πλευρά του Αγώνα που δεν έχει προβληθεί όσο της αξίζει.
Έπειτα, μια μεγάλη, μακρινή εκστρατεία όπως εκείνη του Δράμαλη, σε εδάφη δύσβατα και με τον αντίπαλο να αποφεύγει να συγκρουστεί ευθέως αλλά να επιδίδεται σε ανταρτοπόλεμο, είχε πολύ υψηλό οικονομικό κόστος (το ίδιο και οι μετακινήσεις του οθωμανικού στόλου). Όταν η στρατιά του Δράμαλη καταστράφηκε, ο Σουλτάνος δυσκολευόταν να οργανώσει μια άλλη, αντίστοιχου μεγέθους, και τότε προσέφυγε στον Ιμπραήμ.  
— Ήταν όντως προχωρημένα για την εποχή τους τα πρώτα ελληνικά Συντάγματα;
Μπορώ να σας πω ότι ήταν πιο φιλελεύθερα και δημοκρατικά και από τα γαλλικά, δίχως να τα αντιγράφουν. Χρειάστηκε, βέβαια, να φτάσουμε στα 1843 ώστε να ικανοποιηθεί το επαναστατικό αίτημα όσον αφορά την καθιέρωση Συντάγματος και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.  
— Ποιες προσωπικότητες του Αγώνα θα ξεχωρίζατε περισσότερο;
Τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη από τους στρατιωτικούς και τον, συχνά παρεξηγημένο, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο από τους πολιτικούς. Ο πρώτος διέθετε σπουδαίες στρατηγικές ικανότητες και ο δεύτερος ένα σοβαρό, εκσυγχρονιστικό πολιτικό όραμα.  
— Πόσο σημαντική ήταν η συμμετοχή των Αρβανιτών στην Επανάσταση;
Πολύ. Αρβανίτες ήταν πολλοί οπλαρχηγοί αλλά και καπεταναίοι των νησιών. Φυσικά, και των Σουλιωτών η συμμετοχή ήταν σημαντική. Όμως, παρά την αλβανική τους καταγωγή, ήταν ενσωματωμένοι από αιώνες, διέθεταν πίστη χριστιανική κι ελληνική εθνική συνείδηση, ακόμα κι αν κάποιοι δεν μιλούσαν καν καλά ελληνικά. 
— Τι ιστορικά διδάγματα μπορούμε να πάρουμε σήμερα από το '21;
Η Ιστορία, δυστυχώς, δεν διδάσκει, αγαπητέ. Μας βοηθά μεν να διευρύνουμε την αντίληψή μας, όμως τα λάθη του παρελθόντος είμαστε καταδικασμένοι να τα επαναλάβουμε γιατί και οι άνθρωποι είμαστε αδιόρθωτοι, που λένε, αλλά και οι καταστάσεις αλλάζουν διαρκώς.  
— Εκτός από τα ιστορικά σας πονήματα, τα τελευταία χρόνια γράφετε και παιδικά παραμύθια...
Ιστορίες είναι, ξέρετε, και τα παραμύθια, προτιμότερα πάντως από τα παραμύθια που παρουσιάζονται σαν πραγματικές ιστορίες! Ξεκίνησα να γράφω περισσότερο ως διασκέδαση. Ήθελα να δείξω στον εγγονό μου πώς φτιάχνονται τα ιστιοφόρα, να τον πάω ένα νοητό ταξίδι... Όταν διάβασε το πρώτο μου παραμύθι ο εκδότης, μου γύρεψε άλλα τέσσερα, του είπα αποκλείεται, εν τέλει όμως συμφώνησα, γιατί είναι κι ένας θαυμάσιος τρόπος να διδάσκεις Ιστορία σε μικρά παιδιά.  
— Νοσταλγείτε καθόλου τα χρόνια που διδάσκατε;
Ναι, συχνά, περισσότερο δε τα χρόνια που δίδασκα στη Μέση Εκπαίδευση, γιατί διαφέρει και η επικοινωνία που έχεις με τους μαθητές. Στο πανεπιστήμιο έχεις πια να κάνεις με ενήλικες. Μάλιστα, πάντα μιλούσα στους φοιτητές μου στον πληθυντικό, γιατί τους θεωρούσα ώριμους και ισότιμους πλέον πολίτες.