24 October 2014

Fr. Nietzsche: «Χριστιανισμός, η μεγαλύτερη συμφορά της ανθρωπότητας»

Για το φιλοσοφικό έργο «Ο Αντίχριστος»  του Φρ. Νίτσε (εκδόσεις Gutenberg)

του Γιώργου Λαμπράκου, συγγραφέα 
και μεταφραστή, 23/10/2014

«Ανάθεμα: 1α) ως κατάρα, για να εκφράσουμε την έντονη αγανάκτησή μας για κάτι που μας έχει συμβεί ή για κάποιον που είναι ο αίτιος της δυστυχίας μας, 1β) η ποινή της αποβολής από την εκκλησιαστική κοινωνία, ο αφορισμός». (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ΙΝΣ). 
Για πάνω από μιάμιση χιλιετία, το δικαίωμα και την εξουσία του αναθέματος κατείχε και εφάρμοζε η χριστιανική Εκκλησία. Ώσπου, από τους Νέους Χρόνους και εξής, διάφοροι φιλόσοφοι, λόγιοι και καλλιτέχνες άρχισαν με δειλά βήματα (που εκείνη την εποχή ήταν κάθε άλλο από «δειλά»), να αντιδρούν. Τον 18ο αιώνα, την περίοδο του Διαφωτισμού, ολοένα περισσότεροι στοχαστές, κυρίως Γάλλοι υλιστές και φυσιοκράτες, ανέλαβαν το δύσκολο έργο της υπονόμευσης των χριστιανικών θεμελίων και το έφεραν εις πέρας με επιτυχία, πληρώνοντας συχνά ένα τεράστιο προσωπικό τίμημα. Από τις αρχές του επόμενου αιώνα, το ίδιο έργο ανέλαβαν και εκπλήρωσαν με ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία αρκετοί Γερμανοί φιλόσοφοι, με πρωτεργάτες τους Σοπενχάουερ, Φόιερμπαχ, Μαρξ, Μπάουερ, Στίρνερ κ.ά., ενώ και το επιστημονικό έργο του Δαρβίνου επέφερε σοβαρά πλήγματα στη χριστιανική κοσμοεικόνα.
Κανείς, ωστόσο, δεν εξαπέλυσε ένα τόσο διάτορο ανάθεμα κατά του ίδιου του αναθέματος και των άλλων χριστιανικών πρακτικών, όσο ο Φρίντριχ Νίτσε. Το 1888, έναν μόλις χρόνο προτού ο νους του περάσει οριστικά το κατώφλι της άνοιας εξαιτίας της σύφιλης από την οποία είχε προσβληθεί νέος, ο Νίτσε γράφει το πασίγνωστο πια βιβλίο του Ο Αντίχριστος: ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού. Στη νέα μετάφραση του Βαγγέλη Δουβαλέρη, με φιλολογική επιμέλεια του Ήρκου Ρ. Αποστολίδη, που συνοδεύεται από εξονυχιστικές υποσημειώσεις, ένα παράρτημα με κατάλοιπα της ίδιας περιόδου και συναφή νιτσεϊκά κείμενα, και την οποία θα χαρακτηρίζαμε οριστική (μολονότι ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι παρακινδυνευμένος όταν μιλάμε για το νιτσεϊκό έργο), μπορούμε να απολαύσουμε εκ νέου αυτό το πόνημα, αλλά και να σκεφτούμε πιο προσεκτικά τις αδυναμίες του.
Ήδη το κατακόκκινο εξώφυλλο και η κατάμαυρη πίσω πλευρά του μας προϊδεάζουν για το φλογερό περιεχόμενο του έργου, καθώς και για την επερχόμενη κατάρρευση του συγγραφέα του, αντίστοιχα. Ο Νίτσε έχει αποφασίσει (αρκετά χρόνια προτού το γράψει) ποιος είναι ο βασικός εχθρός του, έχει φορέσει τη διανοητική πανοπλία του και έχει αρχίσει να εξαπολύει την ανηλεή επίθεσή του. Μετά το πέρας της ανάγνωσης του Αντίχριστου, κανείς δεν θα βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με πριν. Αυτό δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας θα πείσει τους πάντες (άλλωστε, από την πρώτη κιόλας πρόταση: «Αυτό το βιβλίο είναι για τους ολίγιστους» έχει αποφασίσει πως δεν τον νοιάζει κάτι τέτοιο)· σημαίνει όμως πως θα έχει οπωσδήποτε φυτέψει στο μυαλό του ανοιχτόμυαλου αναγνώστη ορισμένες νάρκες που μπορεί σε κάποια μελλοντική στιγμή, ανάλογα με την ηλικία, την προδιάθεση και την ανατροφή του (όσο μικρότερος, τόσο καλύτερα...), να αποβούν καθοριστικές.
Ο φιλόσοφος των αξιών Νίτσε, ιδιαζόντως κανονιστικός σε αυτό το έργο, ορίζει εξαρχής τι είναι καλό και κακό. Καλό είναι ό,τι «κορυφώνει το αίσθημα της δύναμης, τη βούληση για δύναμη», ενώ κακό είναι ό,τι «προέρχεται από την αδυναμία». Με βάση αυτό τον δυισμό, θα ορίσει ως αξίες τη φύση, την αλήθεια, την επιστήμη, την ελευθεροφροσύνη, την ομορφιά, την τέχνη, τις αισθήσεις, τη διανοητική εντιμότητα, τον υγιή σκεπτικισμό, τη ζωντάνια, την ιεραρχία, την υπερηφάνεια. Αυτές είναι οι βασικές «ευγενείς αξίες» τις οποίες αποδίδει στον αγαπημένο του τύπο ανθρώπου (και φυσικά στον εαυτό του). Απεναντίας, θα ορίσει ως απαξίες την ταπεινότητα, την παρακμή, την απαισιοδοξία, τη συμπόνια, τον οικουμενικό Λόγο, την ισότητα, τη μνησικακία, την ελπίδα του επέκεινα, το «μη ερεύνα», τη «μοραλίνη», απαξίες τις οποίες αποδίδει στον αντίπαλο τύπο του χριστιανού και τις οποίες χαρακτηρίζει «μηδενιστικές».
Οι ευγενείς αξίες ανατράπηκαν, σύμφωνα με τον Νίτσε, καταρχάς με τους Εβραίους και στη συνέχεια με τους χριστιανούς που μαθήτευσαν στον ηθικισμό των πρώτων. Με στόχο να προσποριστούν ισχύ και εξουσία, οι ίδιοι οι ιερείς, κατόπιν και οι θεολόγοι, όρισαν τι είναι καλό και τι κακό, τι αμαρτία και τι σωτηρία, και απαρνήθηκαν κάθε φυσικό ένστικτο της ζωής εντεύθεν αυτού του κόσμου, για χάρη μιας δήθεν παραδείσιας ζωής εκείθεν. «Απ' τη στιγμή που η έννοια "Φύση" καθιερώθηκε ως αντίθετη του "θεού", το "φυσιολογικός" έγινε αναγκαστικά συνώνυμο του "απορριπτέος"», υποστηρίζει καίρια ο Νίτσε, ενώ σε άλλο σημείο θα τονίσει ορθά: «ίδιον χριστιανικό το μίσος κατά των αισθήσεων, κατά της χαράς των αισθήσεων, κατά της χαράς αυτής καθεαυτής...» Ο Νίτσε, ως ούτως ειπείν γιατρός του πολιτισμού, αναλαμβάνει στον Αντίχριστο, και φυσικά στα άλλα έργα του, να επαναξιολογήσει τις αξίες της χριστιανικής Δύσης, ενώ όσα λέει ισχύουν ασφαλώς και για τη χριστιανική Ανατολή.
Ο θεός, από υποστηρικτής της ανθρώπινης ψυχής στα ατέλειωτα βάσανά της, μετατράπηκε σε τιμωρό και αρνητή της φυσικής ζωής. Οι ιερείς παριστάνουν τους δίκαιους και ταπεινούς, μα είναι εξουσιομανείς, αλαζόνες και προπαντός ψεύτες: «ο ιερέας ζει από τις αμαρτίες, τού είναι αναγκαίο να διαπράττονται αμαρτίες...» γράφει ο Νίτσε με το ψυχολογικό βάθος που τον διακρίνει. Οι φιλόσοφοι παριστάνουν τους οικουμενικούς, μα ουσιαστικά εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα (ο Καντ στο στόχαστρο, ακόμα και ο πάλαι ποτέ λατρεμένος «παιδαγωγός» Σοπενχάουερ). Όσο για τον Χριστό, αυτός ξεσήκωσε «τους τσαντάλα του Ιουδαϊσμού εναντίον της άρχουσας τάξης», οπότε προφανώς «πέθανε για τις δικές του "αμαρτίες"», σημειώνει ο Νίτσε με τον αμείλικτο ειρωνικό τόνο που είναι διάχυτος στο έργο του, το οποίο κατά τα άλλα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «Αντιπαύλος».
«Σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια, κι ούτε ένας καινούργιος θεός!», πέρα από τον «ελεεινό θεό του χριστιανικού μονοτονο-θεϊσμού!», αναφωνεί ο Νίτσε, και θέτει ως στόχο να εξαλείψει μια και καλή τον χριστιανικό Θεό και να βάλει στη θέση του, με σπινοζικό τρόπο, τη Φύση. Και, όπως στη Φύση υπάρχει ιεραρχία, έτσι πρέπει να υπάρχει και στον πολιτισμό, και μάλιστα μια ιεραρχία που, για να διατηρηθεί, χρειάζεται μιαν «υγιή και γερά εδραιωμένη Μετριότητα». Συνεπώς ο Νίτσε, ακολουθώντας εδώ τους περισσότερους αρχαίους Έλληνες στοχαστές, δεν απευθύνει σε όλους τις ευγενείς αξίες του, αφού δεν είναι όλοι ικανοί να τις πραγματώνουν – χωρίς αυτό να σημαίνει (το τονίζει) πως όσοι δεν τις πραγματώνουν είναι δυστυχείς. Η σύγχρονη εποχή έχει ανάγκη μια νέα ιεραρχία μετά την αντιστροφή των αξιών που προκάλεσε ο χριστιανισμός. Πρώτη κίνηση στη δημιουργία της νέας ιεραρχίας: η καταστροφή του θρησκευτικού ενστίκτου που έχει εμποτίσει τον άνθρωπο.
Κάθε απόπειρα να συνοψίσουμε τον νιτσεϊκό πόλεμο κατά του χριστιανισμού είναι καταδικασμένη σε μερική έως ολική αποτυχία. Κι αυτό γιατί το εκρηκτικό αφοριστικό ύφος του, οι απότομες μεταβάσεις του από τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και τη λογοτεχνία (ο Ντοστογιέφσκι έχει την τιμητική του) στην ιστορία, την πολιτική και τη θεολογία, ο μορφικός συγκερασμός των επιχειρημάτων με την ακατασίγαστη οργή του, δημιουργούν έναν γλωσσικό χείμαρρο που παρασύρει ακόμα και τον πιο αποστασιοποιημένο αναγνώστη. Θα χρειαζόμασταν πολλές σελίδες για να αναφερθούμε στο γιατί το Ευαγγέλιο είναι ουσιαστικά «Δυσαγγέλιο», στις διαφορές ανάμεσα σε Παλαιά και Καινή Διαθήκη, στο πώς ο Νίτσε προεικάζει τη φροϋδική θεωρία για τη θρησκεία ως επιδημική νεύρωση (ενότητα 51) και σε τόσα άλλα. Σε κάθε περίπτωση, η νιτσεϊκή πολεμική κατά των δεινών που επέφερε ο χριστιανισμός στην ψυχή και κυρίως στο σώμα των ανθρώπων είναι με το μέρος της αλήθειας, της υγείας και της ευτυχίας.
Από την άλλη, διατυπώνονται κάποιες θέσεις στον Αντίχριστο που είναι αρκετά προβληματικές: μαζί με τα ξερά, ο Νίτσε καίει καμιά φορά και τα χλωρά. Μια ματιά στην παγκόσμια πολιτική, κοινωνική και καλλιτεχνική σκηνή αναιρεί εύκολα τη νιτσεϊκή ιδέα πως η γυναίκα είναι, μεταξύ άλλων, «ο πιο αδύναμος βουλητικά άνθρωπος» (ξέρουμε πως ο Νίτσε υπέφερε από τις γυναίκες της ζωής του, αλλά αυτό δεν δικαιολογεί τη συγκεκριμένη αστοχία του). Συνάμα, όσα εντοπίζει στους βραχμανικούς «νόμους του Μανού» δεν μας προσφέρουν απολύτως τίποτα: πώς είναι δυνατόν να δεχτούμε πως η «ανώτερη κάστα» των Βραχμάνων φέρει εκ γενετής και «ενσαρκώνει την ευτυχία, την ομορφιά, την καλοσύνη επί γης»; Εξίσου αχρείαστες είναι και οι θετικές αναφορές στο Ισλάμ.
Πέραν τούτου, κατακριτέα και παρακμιακά (κατά Νίτσε) συναισθήματα, όπως η αγάπη και η συμπόνια, δεν είναι υποχρεωτικό να τα εκλαμβάνουμε ως αποκλειστικώς χριστιανικά. Απεναντίας, τούτα και παρεμφερή συναισθήματα είναι απολύτως φυσικά και μάλιστα στάθηκαν απαραίτητα, από εξελικτική άποψη, για την επιβίωση του είδους μας, ενώ ασφαλώς τα παρατηρούμε και σε άλλους ανώτερους οργανισμούς – να προσθέσουμε, βέβαια, πως η αιχμές του Νίτσε κατά της υπέρμετρης συμπόνιας, που κινδυνεύει να γίνει μεταδοτική και να καταστρέψει τη ζωή του ανθρώπου που συμπονά, είναι εύστοχες. Τέλος (για να ασκήσουμε μια νιτσεϊκή κριτική στον Νίτσε), έννοιες όπως η αιτιότητα, η αντικειμενικότητα, η αλήθεια, τις οποίες επαναλαμβάνει κατά κόρον στον Αντίχριστο, σε άλλα πιο σκεπτικιστικά κείμενά του τις κατεδαφίζει, θεωρώντας τες μεταφυσικές (αυτή είναι η φιλοσοφία του προοπτικισμού). Στον Αντίχριστο, δηλαδή, γίνεται μια ρητορική κατάχρηση αυτών των εννοιών με στόχο να χτυπηθούν οι κατά τα άλλα εξόφθαλμες αντιφάσεις του χριστιανισμού.
Σε ένα σημείο θα θέλαμε να σταθούμε κάπως περισσότερο: ο Νίτσε κατανοεί τη νοσηρή γοητεία που άσκησε ανά τους αιώνες ο χριστιανισμός. Ωστόσο, θεωρεί πως αυτή η γοητεία θα έπρεπε στη σύγχρονη εποχή να έχει εξαλειφθεί. «Η εποχή μας γνωρίζει καλά... Ό,τι ήταν κάποτε απλώς και μόνο νοσηρό, σήμερα πια είν' ανάρμοστο· είναι ανάρμοστο νάναι κανείς σήμερα χριστιανός. Κ' εδώ ξεκινάει η αηδία μου» [ενν. για τον σύγχρονο άνθρωπο]. Την αηδία του συμμερίζεται εύκολα κάθε άθεος που αδυνατεί να πιστέψει πόση προκατάληψη, πόση δεισιδαιμονία, πόση αυταπάτη εξακολουθούν να κυριαρχούν στον κόσμο των πιστών. Πέραν τούτου, κατακριτέα και παρακμιακά (κατά Νίτσε) συναισθήματα, όπως η αγάπη και η συμπόνια, δεν είναι υποχρεωτικό να τα εκλαμβάνουμε ως αποκλειστικώς χριστιανικά. Απεναντίας, τούτα και παρεμφερή συναισθήματα είναι απολύτως φυσικά και μάλιστα στάθηκαν απαραίτητα, από εξελικτική άποψη, για την επιβίωση του είδους μας, ενώ ασφαλώς τα παρατηρούμε και σε άλλους ανώτερους οργανισμούς – να προσθέσουμε, βέβαια, πως η αιχμές του Νίτσε κατά της υπέρμετρης συμπόνιας, που κινδυνεύει να γίνει μεταδοτική και να καταστρέψει τη ζωή του ανθρώπου που συμπονά, είναι εύστοχες. Τέλος (για να ασκήσουμε μια νιτσεϊκή κριτική στον Νίτσε), έννοιες όπως η αιτιότητα, η αντικειμενικότητα, η αλήθεια, τις οποίες επαναλαμβάνει κατά κόρον στον Αντίχριστο, σε άλλα πιο σκεπτικιστικά κείμενά του τις κατεδαφίζει, θεωρώντας τες μεταφυσικές (αυτή είναι η φιλοσοφία του προοπτικισμού). Στον Αντίχριστο, δηλαδή, γίνεται μια ρητορική κατάχρηση αυτών των εννοιών με στόχο να χτυπηθούν οι κατά τα άλλα εξόφθαλμες αντιφάσεις του χριστιανισμού.
Ωστόσο, είναι αδύνατο να μη δούμε ότι η επιστημονική γνώση και η θρησκευτική πίστη συχνά συνυπάρχουν ακόμα και σε ανθρώπους τους οποίους ποτέ δεν θα θεωρούσαμε προκατειλημμένους ή ηλίθιους. Η πίστη των άθεων υλιστών πως η επιστήμη θα εξαλείψει κάθε ίχνος θρησκευτικότητας και πρόληψης από τον κόσμο και πως με τον ορθολογισμό της θα σαρώσει κάθε ανορθολογική υπερβατικότητα έγινε πράξη σε έναν βαθμό μάλλον μικρό για την τόσο ραγδαίως επιταχυνόμενη εξέλιξή της. Οι περισσότεροι άνθρωποι, έξυπνοι και ανόητοι, δυνατοί και αδύναμοι (διότι μια άλλης μορφής προκατάληψη είναι να θεωρούμε πως μόνο οι ανόητοι και οι αδύναμοι πιστεύουν σε θεούς), εξακολουθούν να στηρίζονται σε εξωκοσμικές δυνάμεις για να αντέξουν την πραγματικότητα. Σε ένα επεισόδιο του «Dr House», ο επικεφαλής γιατρός απαντά στην ερώτηση «αν πιστεύει στον θεό» με τη φράση «ναι, πίστευα, αλλά μετά έβγαλα τρίχες»: φράση αστεία, ειρωνική, που μας βρίσκει σύμφωνους, μα που συνάμα υπονοεί πως κάθε θρήσκος είναι «αμούστακος», ανώριμος, πράγμα που δεν ισχύει.
Συμφωνούμε λοιπόν με τον Νίτσε ότι «ο Χριστιανισμός υπήρξε μέχρι σήμερα η μεγαλύτερη συμφορά της Ανθρωπότητας», όχι μόνο από ψυχολογική άποψη (αυτή δηλαδή που κεντρίζει τον Νίτσε), αλλά και από ιστορική άποψη: στον νου μας έρχονται πρόχειρα τα χριστιανικά αναθέματα κατά των «αιρέσεων» και η βία που τα συνόδευε, η Ιερά Εξέταση με το κυνήγι «μαγισσών» και «απίστων», οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι με τις ευλογίες πατριαρχών και παπών που έσπευδαν να αποκομίσουν τα δικά τους (υλικά) οφέλη κ.α. Ωστόσο, οι εν πολλοίς άθεοι δικτάτορες του 20ού αιώνα δεν αποτέλεσαν μικρότερη συμφορά για την ανθρωπότητα. Ναι μεν η ισχύς πέταξε το ράσο, αλλά από κάτω φορούσε πανοπλία με σβάστικα ή σφυροδρέπανο ή, πιο πρόσφατα, την ετικέτα «πόλεμος για την εξάπλωση της δημοκρατίας».
Πρώτο ερώτημα προς στοχασμό: ποια θα ήταν η στάση του Νίτσε απέναντι στην τεράστια βούληση για δύναμη όπως εκφράστηκε από αυτούς τους δικτάτορες; Εικάζουμε, απορριπτική: Χίτλερ, Στάλιν, Μάο κ.ά. δεν διακρίνονταν για τις «ευγενείς αξίες» τους. Δεύτερο ερώτημα: είναι βέβαιο πως θα άρεσε στον Νίτσε ο κόσμος στον οποίο θα υλοποιούνταν πλήρως οι αξίες του; Ενίοτε ευχόμαστε πράγματα που δεν θα μας άρεσε πραγματικά να συμβούν. Τρίτο (συναφές) ερώτημα: είναι εύλογος ο τρόμος του Νίτσε μπροστά στην εξαφάνιση της μεγαλοφυΐας μες στον κόσμο της εξισωτικής δημοκρατίας; Ναι, είναι πιθανόν εύλογος, αν και το τι εστί «μεγαλοφυΐα» είναι μεγάλο ζήτημα.
Ο Αντίχριστος παραμένει ένα σπουδαίο και επίκαιρο κείμενο για τους παραπάνω λόγους, αλλά και για μερικούς ακόμα. Δεν είναι μόνο η πρόσφατη απαράδεκτη λεκτική επίθεση του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ κατά του Στίβεν Χόκινγκ («Η "πίστη" ως προσταγή είναι το βέτο κατά της Επιστήμης», γράφει ο Νίτσε από το δικό του παρόν για το δικό μας). Δεν είναι μόνο η σύγχρονη αξίωση για εξίσωση των πάντων με τα πάντα (ο «δημοκρατικός μηδενισμός», όπως γράφει κάπου ο Μποντριγιάρ), όπου κάθε έννοια αξίας ισοπεδώνεται (κάθε αξία έχει νόημα μόνο όταν υπάρχει ιεραρχία) και όλοι μας, ωσάν εγωκεντρικά αυτόματα, νιώθουμε ισάξιοι σε όλα και ικανοί για όλα.
Είναι η συνεχιζόμενη προκλητική υποκρισία της πάμπλουτης Εκκλησίας (Ορθόδοξης και Καθολικής) σε σχέση με ζητήματα όπως η ένδεια («Η κατάργηση της ένδειας αντιβαίνει στη βαθύτερη χρησιμότητα της Εκκλησίας: η Εκκλησία έζησε ακριβώς απ' την ένδεια, δημιούργησε καταστάσεις ένδειας για να διαιωνίσει τον εαυτό της...» διαβάζουμε, σε άλλη μια αξιομνημόνευτη φράση του Αντίχριστου). Γενικότερα, η ισχύς των θεών ισοδυναμεί με την εξουσία που έχουν τα επίγεια φερέφωνά τους, οι ιερείς· η δε εξουσία των ιερέων ισοδυναμεί με την εξουσία την οποία τους χαρίζουν οι πιστοί και την οποία οι ιερείς κάνουν ό,τι μπορούν για να την επιβάλλουν και στους άθρησκους. Αυτή η εξουσία παραμένει και στον αιώνα μας. Ανάθεμά τους.


23 October 2014

Η ποδοσφαιρική διοργάνωση «Κύπελλο της ανατολικής Μεσογείου»

 και τα επεισόδια στο Παναθηναϊκό στάδιο

Φιλίστωρ, Ελεύθερη Ζώνη, 23/10/2014

Τον Μάιο του 1949 φιλοξενήθηκε στην Αθήνα η διοργάνωση του «Κυπέλλου ανατολικής Μεσογείου» η αλλιώς «κύπελλο φιλίας» με συμμετέχουσες τις εθνικές ομάδες της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Τουρκίας και της Αιγύπτου. Τα αθλητικά γεγονότα εκείνη την μεταπολεμική εποχή είχαν ένα χαρακτήρα εορτασμού για τον λαό που έβγαινε από μια τραυματική περίοδο και τέτοιου είδους γεγονότα αποτελούσαν μιας πρώτης τάξεως φτηνή μαζική διασκέδαση που συγκέντρωνε το ενδιαφέρον του κόσμου. 

Οι θεατές ασχολούνταν περισσότερο με το άθλημα αυτό καθαυτό και λιγότερο ασχολούνταν με την υποστήριξη μιας ομάδας όπως γίνεται σήμερα, για τον λόγω αυτό άλλωστε δεν υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ των φιλάθλων αναλόγως της ομάδας που υποστηρίζουν. Οι συγκεκριμένοι αγώνες παρουσίαζαν το πρόσθετο ενδιαφέρον ότι θα παρουσιαζόταν μπροστά στο φίλαθλο Ελληνικό κοινό η Εθνική ομάδα της Ιταλίας μόλις 9 χρόνια μετά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και την Ιταλική εισβολή.

Η πρώτη Εθνική Ελλάδας μεταπολεμικά
Το Ελληνικό κοινό υποδέχτηκε τους Ιταλούς με εκδηλώσεις αγάπης και σεβασμού, όπως ακριβώς και τις αποστολές των υπολοίπων ομάδων. Αντικειμενικά η Ιταλία ήταν το «φαβορί» των αγώνων, τόσο λόγω υψηλής τεχνικής όσο και φυσικής κατάστασης και οργάνωσης. Στους πρώτους αγώνες κέρδισαν η Ιταλία την Ελλάδα και η Τουρκία την Αίγυπτο, ενώ η υποδοχή που έγινε στους Τούρκους ποδοσφαιριστές από το Ελληνικό κοινό ήταν ζεστή, καθώς χειροκροτήθηκαν οι παίκτες τους, φοιτητές κρατούσαν Ελληνικές και Τουρκικές σημαίες σε ένδειξη φιλίας, ενώ ακολούθησε και δεξίωση προς τιμήν της Τουρκικής αποστολής με συμμετοχή Ελλήνων ιθυνόντων.  

Το σκηνικό άλλαξε άρδην όμως, όταν στις 20 Μαΐου 1949 έγινε ο κορυφαίος αγώνας Τουρκίας-Ιταλίας στο Παναθηναϊκό στάδιο που θα έκρινε και την ομάδα που θα κατακτούσε το τρόπαιο. Ο αγώνας ήταν ιδιαίτερα αμφίρροπος καθώς οι Τούρκοι αν και κατώτεροι σε τεχνική, έπαιξαν με σκληρότητα έναντι των αντιπάλων τους και διεκδίκησαν μέχρι τέλους την νίκη.

Τελικά η Ιταλία επικράτησε με 3-2, αλλά ο αγώνας ήταν ιδιαίτερα επεισοδιακός καθώς οι Ιταλοί διαμαρτύρονταν συνεχώς για τα σκληρά μαρκαρίσματα των αντιπάλων τους και αρκετά συχνά συμπλέκονταν με αυτούς. Όταν οι Ιταλοί πέτυχαν το τρίτο γκολ και αγκάλιασαν την νίκη, οι Τούρκοι παίχτες αποφάσισαν να αποχωρήσουν από το γήπεδο ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την αδικία του Έλληνα διαιτητή εις βάρος τους. 

Είναι σίγουρο ότι η Ελληνική διαιτησία ήταν κακή, αλλά μάλλον όχι μονόπλευρη, καθώς σε κάποιες φάσεις αδικήθηκαν και οι Ιταλοί οι οποίοι δεν προστατεύθηκαν από το σκληρό παιχνίδι των Τούρκων. Οι Έλληνες φίλαθλοι που είχαν κατακλείσει τις κερκίδες του γηπέδου δεν εκτίμησαν ιδιαίτερα την αθλητική συμπεριφορά των Τούρκων αθλητών, τους οποίους αποδοκίμασαν έντονα και κατά τη διάρκεια, αλλά και στο τέλος του αγώνα. Δεν φαίνεται να σημειώθηκαν άλλα επεισόδια εις βάρος των Τούρκων, ούτε κάποιος να χειροδίκησε εναντίον τους, αλλά η εν γένει συμπεριφορά του κόσμου είχε αλλάξει σημαντικά από την φιλική ατμόσφαιρα της πρεμιέρας.

Οι αντιδράσεις στην Τουρκία

Τα γεγονότα των Αθηνών αναμφίβολα είχαν την σημασία τους, αλλά μεγενθύνθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τους Τούρκους. Τόσο ο Τουρκικός τύπος, όσο και άλλοι Τούρκοι ιθύνοντες, έδωσαν μια άλλη διάσταση στο γεγονός δημιουργώντας μια πολεμική ατμόσφαιρα στην Τουρκία εναντίον της Ελλάδας και ειδικά στην Κωνσταντινούπολη. Ο πρόεδρος της Τουρκικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας μίλησε για επεισόδια εις βάρος των Τούρκων αθλητών που καθοδηγήθηκαν από τις Ελληνικές Αρχές, Τουρκικές εφημερίδες έγραφαν ότι η Ελληνοτουρκική φιλία έπαψε πλέον να υφίσταται μετά τα έκτροπα των Αθηνών, η εφημερίδα Τζουμχουριέτ έγραψε ότι κακώς δεν μετετράπη το γήπεδο σε πεδίο μάχης καθώς έτσι οι Έλληνες θα ετρέποντο σε φυγή υπονοώντας την διάσπαση του μετώπου το 1922, η Χουριέτ έφτασε μέχρι και να ζητήσει αλλαγή των ελληνοτουρκικών συνόρων από την στιγμή που δεν ισχύει πλέον η Ελληνοτουρκική φιλία, ενώ άλλα έντυπα πρότειναν να σταματήσουν οι εξαγωγές τροφίμων προς την Ελλάδα για να πεινάσουν οι Έλληνες.

Στις 24 Μαΐου ο φοιτητικός σύλλογος της Κωνσταντινούπολης διεξήγαγε συλλαλητήριο για το ζήτημα στο οποίο συμμετείχαν οι περισσότεροι αθλητές που είχαν εν τω μεταξύ γυρίσει από την Αθήνα, οι οποίοι διαβεβαίωσαν το πλήθος για την αντιτουρκική ατμόσφαιρα που αντιμετώπισαν στην Αθήνα. Υπήρχαν φοιτητές με πλακάτ που έγραφαν ότι οι «Έλληνες είναι φίδια», Τούρκοι παλαιστές πήραν τον λόγο διαβεβαιώνοντας ότι στους επερχόμενους διεθνείς αγώνες που θα  γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη θα «περιποιούνταν καταλλήλως» τους Έλληνες αντιπάλους τους, αντιπροσωπείες κατέθεσαν στεφάνια στο ηρώο των πεσόντων των Ελληνοτουρκικών πολέμων, ενώ το πλήθος φωνασκούσε ότι δεν θα ανεχόταν ποτέ η Κύπρος να γίνει Ελληνική. Τέλος, αντιπροσωπεία των φοιτητών ζήτησε ακρόαση από τον Πατριάρχη για να τον ρωτήσει ποια ήταν η γνώμη του για τα γεγονότα των Αθηνών, αλλά αυτός δεν τους εδέχθη προφασιζόμενος ότι προσευχόταν την στιγμή που το πλήθος κύκλωσε το Πατριαρχείο και δεν μπορούσε να διακόψει.

Οι διαμαρτυρίες των Τούρκων δεν έμειναν μόνο σε φιλολογικό επίπεδο, καθώς κατατέθηκε επερώτηση στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση για το ζήτημα και στην σχετική συζήτηση πολλοί Τούρκοι βουλευτές εξέφρασαν άκρως ανθελληνικές απόψεις, ιδιαίτερα υποτιμητικές για τους Έλληνες. Ο πρέσβης της Τουρκίας στην Αθήνα συναντήθηκε με τον Έλληνα υπουργό εξωτερικών Κωνσταντίνο Τσαλδάρη και του επέδωσε διαμαρτυρία για την κακομεταχείριση των Τούρκων ποδοσφαιριστών. Ο Τσαλδάρης ανταπέδωσε τα πυρά, αρνούμενος ότι υπήρξαν ακρότητες από την μεριά των Ελλήνων, ενώ διαμαρτυρήθηκε έντονα για τον ανθελληνισμό του Τουρκικού τύπου και των Τούρκων βουλευτών όπως αυτός είχε εκφραστεί εκείνες τις ημέρες που υπονόμευε τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Οι Ελληνικές αντιδράσεις

Αρχικώς οι Ελληνικές επίσημες αντιδράσεις ήταν ιδιαίτερα ανεκτικές και χλιαρές, πιθανότατα γιατί αστυφύλακες που είχαν επιστρατευθεί για την ασφάλεια του αγώνα πρέπει να εξύβρισαν τους Τούρκους ποδοσφαιριστές. Επίσης η περίοδος λίγες μόλις ημέρες μετά την λήξη του εμφυλίου, ήταν πολύ κρίσιμη για την δοκιμαζόμενη Ελλάδα που δεν είχε την πολυτέλεια να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο προς ανατολάς όταν είχε τόσα προβλήματα με τους Βόρειους γείτονες της. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σοφοκλής Βενιζέλος προσπάθησε με δηλώσεις του την επομένη των γεγονότων να υποβαθμίσει το γεγονός χαρακτηρίζοντας «ολέθρια» την πιθανότητα να υπονομευτεί η ελληνοτουρκική φιλία που είχε οικοδομήσει ο πατέρας του δύο δεκαετίες πριν. Επίσης η κυβέρνηση δεν έδωσε άδεια σε Ελληνικό φοιτητικό σύλλογο για διεξαγωγή συλλαλητηρίου στην Αθήνα ως απάντηση στο αντίστοιχο Τουρκικό.

Η υπερβολική αντίδραση των Τούρκων όμως, εξερέθισε την Ελληνική κοινή γνώμη και σύντομα έκαναν την εμφάνιση τους στον Ελληνικό Τύπο άρθρα κατά της Τουρκίας, στα οποία υπενθυμιζόταν ότι κατά την περίοδο του μεγάλου Ελληνικού λιμού της Κατοχής οι Τούρκοι έστελναν χαλασμένα τρόφιμα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις Ελλήνων που προσπαθούσαν να διαφύγουν στην Μέση Ανατολή, οι επίσημες αρχές της Τουρκίας ζητούσαν λύτρα ανεπίσημα από την εξόριστη Ελληνική κυβέρνηση και τους Άγγλους για να τους απελευθερώσουν. Λίγες μέρες μετά, στις 6 Ιουνίου έγινε σχετική συζήτηση στην Ελληνική βουλή όπου οι περισσότεροι ομιλητές επιτέθηκαν κατά των Τούρκων συναδέλφων τους και ιδιαίτερα του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Σαντάκ που υποστήριξε την επίθεση κατά της Ελλάδας. Μάλιστα ο υπουργός Δημοσίας τάξης Ναπολέων Ζέρβας έφτασε στο σημείο ακόμη και να απειλήσει την Τουρκία ότι θα μετανιώσει για την συμπεριφορά της έναντι της Ελλάδας.

Επίλογος - συμπέρασμα

Φαίνεται πάντως ότι τα γεγονότα μεγεθύνθηκαν εσκεμμένα από τους Τούρκους καθώς λίγες μέρες μετά οι ίδιες οι Τουρκικές εφημερίδες παραδέχονταν ότι κάποιοι ποδοσφαιριστές υπερέβαλαν για την έκταση των επεισοδίων, ενώ άλλοι δημοσιογράφοι έκαναν έκκληση να μην διαρραγεί το μέτωπο στην Ανατολική Μεσόγειο κατά του κομμουνισμού. Κάποιοι τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία μίλησαν για προβοκάτσια των κομμουνιστών που είχαν παρεισφρύσει στο πλήθος, άποψη που υποστήριξαν δημόσια και Τούρκοι ποδοσφαιριστές στο συλλαλητήριο. Αυτό που είναι πιο σημαντικό είναι ότι με αφορμή ένα ασήμαντο αθλητικό γεγονός φανερώθηκε η απλή αλήθεια ότι η ελληνοτουρκική φιλία που είχε εγκαινιαστεί την τετραετία 1928-1932 από τον Βενιζέλο και τους Κεμάλ και Ινονού, είχε μεν επιτευχθεί σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο, αλλά χωρίς αυτό να έχει επίδραση στους δύο λαούς των οποίων οι πραγματικές σχέσεις στο ενδιάμεσο διάστημα μέχρι το 1949, πρέπει να χαρακτηριστούν αν όχι εχθρικές τουλάχιστον εύθραυστες.

Επίσης σημαντικό είναι το γεγονός ότι έχουμε την δυναμική εμφάνιση στο προσκήνιο Τουρκικών εθνικιστικών οργανώσεων που θα πρωταγωνιστήσουν τις επόμενες δεκαετίες στον δημόσιο λόγο της Τουρκίας και θα πυροδοτήσουν επεισόδια εις βάρος όλων των εναπομεινάντων μειονοτήτων με κορυφαία τα "Σεπτεμβριανά" το 1956 στην Κωνσταντινούπολη, όταν εν μια νυκτί ένα μαινόμενο Τουρκικό πλήθος κατέστρεψε τις ιδιωτικές περιουσίες των Ελλήνων. Το σοβαρό αυτό γεγονός που κατέστρεψε οριστικά τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, δεν ήταν ούτε αυθόρμητο, ούτε ξαφνικό, αλλά είχε κυοφορηθεί στους κόλπους της Τουρκικής κοινωνίας επί μια δεκαετία τουλάχιστον.

22 October 2014

Στην αρχή ήταν η Μεγάλη Έκρηξη – ή μήπως όχι;

του καθηγ. Χάρη Βάρβογλη, epicuros.net, 15/10/2014
Η κρατούσα θεωρία για τη δημιουργία του Σύμπαντος είναι αυτή της Μεγάλης Έκρηξης που λίγο-πολύ όλοι έχουμε ακούσει. Το Σύμπαν, ως χώρος και χρόνος μαζί και με το περιεχόμενό του, εμφανίστηκε ξαφνικά πριν από περίπου 14 δισεκατομμύρια χρόνια. Η ιδέα αυτή αντιμετωπίζεται συνήθως με δυσπιστία από τον μέσο αναγνώστη επειδή φαίνεται εντελώς παράλογη - και όχι χωρίς λόγο, αφού το ίδιο «άβολα» νιώθουν γι' αυτήν και οι ειδικοί επιστήμονες.
Ο λόγος είναι ότι, πέρα από τις όποιες φιλοσοφικές αντιρρήσεις που σχετίζονται με την εμφάνιση του χώρου και του χρόνου από το τίποτα, υπάρχουν και μερικές «τεχνικές» λεπτομέρειες που δεν έχουν απαντηθεί ικανοποιητικά ως σήμερα. Μερικές από αυτές είναι προφανείς και σε έναν μη ειδικό, για παράδειγμα το πώς και το γιατί δημιουργήθηκε η Μεγάλη Έκρηξη.

Άλλες προκύπτουν από αστρονομικές παρατηρήσεις που δείχνουν ότι το Σύμπαν έχει μερικές απροσδόκητες ιδιότητες, όπως π.χ. η ομογένεια, η ισοτροπία και η επιταχυνόμενη διαστολή, που εξηγούνται μόνο με την επίκληση άγνωστων στην καθημερινή Φυσική δυνάμεων.
Πρόσφατα μια διεθνής ομάδα κοσμολόγων πρότεινε μια θεωρία για το Σύμπαν που παρακάμπτει όλες αυτές τις δυσκολίες και η οποία απέσπασε εύφημη μνεία τα δύο τελευταία χρόνια στην ετήσια αξιολόγηση δημοσιεύσεων κοσμολογικού περιεχομένου. Πέρα από το όποιο επιστημονικό ενδιαφέρον της, η θεωρία είναι άξια προσοχής επειδή της διεθνούς ομάδας κοσμολόγων ηγείται ένας Έλληνας. 
Το μυστήριο του κοσμικού πληθωρισμού
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 υπήρχαν δύο αντιμαχόμενες θεωρίες για τη δημιουργία του Σύμπαντος: η θεωρία της Σταθερής Κατάστασης, που πρέσβευε ότι το Σύμπαν υπήρχε από πάντα, και η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης, που πρέσβευε ότι το Σύμπαν είχε δημιουργηθεί κάποια στιγμή στο παρελθόν. Η παρατήρηση το 1965 της μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου, η οποία προβλέπεται από τη Μεγάλη Έκρηξη αλλά όχι από τη Σταθερή Κατάσταση, έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης.
Μεταγενέστερες παρατηρήσεις όμως φανέρωσαν ιδιότητες του Σύμπαντος που δεν μπορούσε να εξηγήσει η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης στο πλαίσιο της γνωστής Φυσικής. Έτσι ανέκυψε η ανάγκη εισαγωγής νέων θεωριών, για τις οποίες δεν υπήρχε κανενός είδους πειραματική επιβεβαίωση ή έστω ένδειξη.
Για παράδειγμα, η αξιοσημείωτη ομογένεια του Σύμπαντος σε μεγάλες κλίμακες, δηλαδή το γεγονός ότι το Σύμπαν φαίνεται από όλα τα σημεία του το ίδιο, και η αξιοσημείωτη ισοτροπία του, δηλαδή το γεγονός ότι το Σύμπαν φαίνεται το ίδιο προς όλες τις κατευθύνσεις, οδήγησαν στην εισαγωγή της θεωρίας του πληθωριστικού Σύμπαντος. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, μόλις 10-35 δευτερόλεπτα μετά τη Μεγάλη Έκρηξη (δηλαδή, ένα δισεκατομμυριοστό του τρισεκατομμυριοστού του τρισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου) το Σύμπαν άρχισε να διαστέλλεται επιταχυνόμενο εξαιτίας μια δύναμης πέρα από τις τέσσερις γνωστές δυνάμεις της φύσης στις οποίες βασίζεται η Φυσική που διδάσκουμε. 
Σήμερα δεν είναι πλήρως κατανοητό ούτε γιατί ξεκίνησε αυτή η επιταχυνόμενη διαστολή ούτε πότε και πώς σταμάτησε. Είναι όμως σίγουρο ότι διήρκεσε ένα μικρό κλάσμα του δευτερολέπτου κατά τη διάρκεια του οποίου το μέγεθος του Σύμπαντος αυξήθηκε κατά 1025 (δηλαδή, δέκα τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων) φορές.
Η ασύλληπτα γρήγορη και ισχυρή διαστολή εξάλειψε όλες τις πιθανές ανομοιογένειες και ανισοτροπίες έτσι ώστε το Σύμπαν να παρουσιάζει την εικόνα της ομογένειας και ισοτροπίας που παρατηρούμε σήμερα. Αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να ερμηνευθεί ικανοποιητικά ούτε ο χρόνος έναρξης και διάρκειας του φαινομένου ούτε και η έντασή του, πέρα φυσικά από την αιτία που το προκάλεσε, που είναι και αυτή ένα μυστήριο. 
Οι αριθμοί 
      14 δισεκατομμύρια χρόνια πριν δεχόμαστε ότι γεννήθηκε το Σύμπαν, μαζί ο χώρος και ο χρόνος, 
      10-35 δευτερόλεπτα μετά τη Μεγάλη Έκρηξη πιστεύουμε ότι άρχισε να διαστέλλεται επιταχυνόμενο το νεαρό Σύμπαν,
      2 νέες δυνάμεις χρειάστηκε να προσθέσουμε αυθαίρετα στη Φύση για να ερμηνεύσουμε αυτό το μοντέλο.

Γιατί συνεχίζεται η επιταχυνόμενη διαστολή; 
Η προ δεκαετίας παρατήρηση ότι το Σύμπαν διαστέλλεται και σήμερα με επιταχυνόμενο ρυθμό δημιούργησε ένα άλλο πρόβλημα. Από τις τέσσερις γνωστές και γενικά αποδεκτές δυνάμεις της φύσης μόνο η βαρύτητα ενεργεί σε μεγάλες αποστάσεις και είναι ελκτική. Έτσι όλοι οι γαλαξίες έλκονται μεταξύ τους, σαν να είναι συνδεδεμένοι με ιδιότυπα ελατήρια, πράγμα που σημαίνει ότι η διαστολή του Σύμπαντος θα έπρεπε να επιβραδύνεται.
Η παρατήρηση της επιταχυνόμενης διαστολής μάς οδήγησε στην υπόθεση της ύπαρξης μιας πέμπτης απωστικής δύναμης, η οποία δρα μόνο σε μεγάλες αποστάσεις και η οποία οφείλεται στην ύπαρξη μιας νέας μορφής ενέργειας που ονομάστηκε σκοτεινή ενέργεια. Τη δύναμη αυτή εισήγαγε πρώτος ο Αϊνστάιν στις εξισώσεις της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας με τη μορφή ενός σταθερού όρου σε αυτές ο οποίος ονομάστηκε κοσμολογική σταθερά.
Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι για να δεχθούμε το μοντέλο της Μεγάλης Έκρηξης πρέπει να εισαγάγουμε δύο νέες δυνάμεις στη φύση (μία για τις πρώτες στιγμές του και μία για σήμερα), χωρίς να έχουμε καμία άλλη πειραματική ή θεωρητική ένδειξη για την ύπαρξή τους.
Σε κάποιον που έχει ασχοληθεί με την εξέλιξη των ιδεών στη Φυσική, η κατάσταση αυτή θυμίζει τη θεωρία του γεωκεντρικού πλανητικού συστήματος του Πτολεμαίου στην οποία, για να ερμηνεύσουμε τις παρατηρήσεις της θέσης των πλανητών υποθέτοντας ότι κινούνται σε κυκλικές τροχιές γύρω από τη Γη, έπρεπε να υποθέσουμε ολοένα και πιο πολύπλοκους νόμους κίνησης - ώσπου ο Κέπλερ διατύπωσε τη θεωρία ότι οι πλανήτες κινούνται σε ελλειπτικές τροχιές γύρω από τον Ήλιο, οπότε όλες οι παρατηρήσεις ερμηνεύθηκαν διαμιάς ως διά μαγείας. 
Η θεωρία του αέναου Σύμπαντος
Είναι δυνατόν άραγε όλα τα προβλήματα που εμφανίζονται στο «κλασικό» σενάριο της Μεγάλης Έκρηξης να λυθούν με μία μόνο υπόθεση; Αυτή τη γραμμή σκέψης ακολούθησε η τριεθνής ερευνητική ομάδα που αποτελείται από τους Σπύρο Βασιλάκο (Ελλάδα), Jose Ademir Sales Lima (Βραζιλία) και Joan Sola (Ισπανία).
Σύμφωνα με τη θεωρία της ομάδας, όλες οι παρατηρούμενες ιδιότητες του Σύμπαντος μπορούν να ερμηνευθούν αν υποθέσουμε ότι η λεγόμενη κοσμολογική σταθερά του Αϊνστάιν δεν είναι σταθερά αλλά μεταβάλλεται, είναι δηλαδή αυτό που λένε οι μαθηματικοί, συνάρτηση του χρόνου. Η εισαγωγή της κατάλληλης συνάρτησης στις εξισώσεις του Αϊνστάιν μάς οδηγεί σε μια λύση στην οποία το Σύμπαν ξεκινάει από μια αέναη κατάσταση, οπότε αποφεύγεται το πρόβλημα της εμφάνισης της Μεγάλης Έκρηξης, είναι όσο ομογενές και ισότροπο χρειάζεται -οπότε αποφεύγεται το πρόβλημα του χρόνου έναρξης και λήξης της πληθωριστικής φάσης του Σύμπαντος-, και διαστέλλεται με αυξανόμενη ταχύτητα πέρα από μια ορισμένη χρονική στιγμή -οπότε αποφεύγεται το πρόβλημα της εισαγωγής της σκοτεινής ενέργειας.
Η νέα θεωρία εξηγεί με συνεπή και ολοκληρωμένο τρόπο την κοσμική ιστορία του Σύμπαντος. Θα γίνει άραγε αποδεκτή από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα; Είναι νωρίς να το πούμε, αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι η ερευνητική ομάδα έλαβε ήδη δύο τιμητικές διακρίσεις (Honorable Mention) τα έτη 2013 και 2014 στον διεθνή διαγωνισμό βαρύτητας Essay Competition of Gravity Research που γίνεται στις ΗΠΑ. 


19 October 2014

Λύθηκε το «αίνιγμα» της σκοτεινής ύλης;

naftemporiki.gr, 18/10/2014

Ανακάλυψη του βρετανικού πανεπιστήμιου του Λέστερ υποδεικνύει πως η σκοτεινή ύλη αποτελείται από αξιόνια, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την πληρέστερη κατανόηση του σύμπαντος. Ένα «αφύσικο» σήμα από το ευρωπαϊκό διαστημικό τηλεσκόπιο XMM-Newton φαίνεται να αποτελεί την πρώτη άμεση ανίχνευση σκοτεινής ύλης και να εξηγεί από ποια σωματίδια αυτή αποτελείται, υποστηρίζουν αστρονόμοι από το βρετανικό πανεπιστήμιο του Λέστερ.
Τα ευρήματα των επιστημόνων, τα οποία περιγράφονται σε άρθρο τους στην επόμενη έκδοση του περιοδικού «Monthly Notices» της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας, είναι πιθανό να χρειασθούν χρόνια για να επιβεβαιωθούν. Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρόκειται για μια ιστορική ανακάλυψη, που θα δώσει τη δυνατότητα να κατανοηθεί το σύμπαν πολύ πληρέστερα απ’ ό,τι σήμερα.


Η σκοτεινή ύλη είναι αόρατη, καθώς δεν εκπέμπει ούτε ανακλά ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Παρ’ όλα αυτά παίζει καταλυτικό ρόλο στη δομή του σύμπαντος, αφού η ύπαρξή της αποτελεί τη μοναδική εξήγηση για την περιστροφική κίνηση των αστέρων που βρίσκονται στις παρυφές των γαλαξιών. Έτσι, αν και μέχρι σήμερα δεν έχει ανιχνευθεί άμεσα, υπολογίζεται πως αναλογεί στο 23% του σύμπαντος, συγκριτικά με το 4% που αντιστοιχεί στη συμβατική «ορατή» ύλη.
Το σήμα εντοπίσθηκε από τους αστρονόμους του πανεπιστημίου του Λέστερ κατά την ανάλυση των δεδομένων από το διαστημικό τηλεσκόπιο XMM-Newton της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας, το οποίο καταγράφει την ακτινοβολία Χ. Πιο συγκεκριμένα, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι μετρήσεις παρουσίαζαν 10% αύξηση όταν το τηλεσκόπιο «σάρωνε» τα όρια του γήινου μαγνητικού πεδίου που βρίσκονται απέναντι από τον Ήλιο.
Η παρατήρηση αυτή ήταν αναπάντεχη, αφού αφαιρώντας την ακτινοβολία Χ από τις πιο ισχυρές πηγές, όπως τους αστέρες και τους γαλαξίες, κανονικά οι μετρήσεις θα έπρεπε να είναι παρόμοιες σε όλες τις περιοχές. Επειδή κανένα συμβατικό μοντέλο δεν μπορούσε να εξηγήσει την ανωμαλία, οι επιστήμονες στράφηκαν σε εναλλακτικές θεωρίες, διαπιστώνοντας πως μόνο ένας συγκεκριμένος μηχανισμός θα μπορούσε να την εξηγήσει.
Ο μηχανισμός αυτός προβλέπει την ύπαρξη των αξιονίων, θεωρητικών σωματιδίων τα οποία έχουν προταθεί εδώ και χρόνια για συστατικά της σκοτεινής ύλης. Τα αξιόνια εκπέμπονται από τον Ήλιο, προτείνουν οι επιστήμονες, αφού πρώτα παραχθούν στον πυρήνα του. «Ταξιδεύοντας» στο διάστημα, όσα σωματίδια φτάνουν στις παρυφές του γήινου μαγνητικού πεδίου εκπέμπουν ακτινοβολία Χ, κάτι που θα δικαιολογούσε την αύξησή της που παρατηρείται τοπικά.
Όπως είναι φυσικό, για να αποκλειστεί οποιαδήποτε άλλη πιθανή εξήγηση, η θεωρία θα πρέπει να επαληθευτεί από επόμενα ανεξάρτητα πειράματα. «Πάντως, η ανακάλυψη θέτει σοβαρή υποψηφιότητα να επιδράσει με καταλυτικό τρόπο όχι μόνο στην καλύτερη κατανόηση των πηγών ακτινοβολίας Χ στο σύμπαν, αλλά και στον προσδιορισμό της φύσης της σκοτεινής ύλης», σημειώνει στο site του βρετανικού πανεπιστημίου ο καθηγητής και επικεφαλής της έρευνας Άντι Ριντ.
Την ίδια άποψη συμμερίζεται ο Μάρτιν Μπάρστοου, πρόεδρος της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας και επίσης καθηγητής στο Λέστερ. «Πρόκειται για ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα. Αν επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για την πρώτη φορά που εντοπίσθηκαν άμεσα και ταυτοποιήθηκαν τα σωματίδια σκοτεινής ύλης, με τεράστιες συνέπειες για τις θεωρίες μας για το σύμπαν».

18 October 2014

Μήπως ζούμε από σύμπτωση;

του Κώστα Δεληγιάννη, Καθημερινή, 18/10/2014
Περιγράφει τη θεωρητική φυσική ως τον κλάδο που προσπαθεί να απαντήσει στις απορίες που είχαμε όλοι όταν ήμασταν παιδιά, αλλά τις οποίες ξεχάσαμε οι περισσότεροι όταν μεγαλώσαμε – όπως πώς δημιουργήθηκε ο «κόσμος» που μας περιβάλλει, από πού ερχόμαστε και γιατί υπάρχουμε. Καθηγητής στο φημισμένο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ από το 1980 και διακεκριμένος θεωρητικός φυσικός, ο Σάββας Δημόπουλος έχει διατυπώσει με συναδέλφους του δύο από τις επικρατέστερες θεωρίες, οι οποίες θα μπορούσαν να συμπληρώσουν την εικόνα που έχουν ήδη οι επιστήμονες για τα δομικά στοιχεία και τους νόμους του σύμπαντος, δηλαδή το καθιερωμένο πρότυπο. 

Γι’ αυτά τα θεωρητικά μοντέλα μάλιστα, το «υπερσυμμετρικό καθιερωμένο πρότυπο» και τις «μεγάλες επιπλέον διαστάσεις», απέσπασε το 2006 το βραβείο Sakurai. Σήμερα, ωστόσο, λέει πως δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση λειτουργίας του Μεγάλου Επιταχυντή Αδρονίων (LHC) στο CERN, χωρίς να υπάρξει η παραμικρή ένδειξη για κάποια νέα φυσική θεωρία. «Αν και συνεχίζουμε να αισιοδοξούμε πως θα βρεθεί κάτι στη δεύτερη φάση των πειραμάτων, τα οποία θα αρχίσουν σε λίγους μήνες και θα γίνουν σε ακόμη μεγαλύτερες ενέργειες, η αλήθεια είναι πως οι ελπίδες μας έχουν περιορισθεί», αναφέρει χαρακτηριστικά στην «Κ».

Αν δεν υπάρξουν καινούργια ευρήματα από τον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων (LHC) την επόμενη τριετία, τότε θα ενισχυθεί η πιθανότητα να ισχύει η θεωρία των πολλαπλών συμπάντων και της ανθρωπικής αρχής. Με βάση τη συγκεκριμένη θεωρία, το σύμπαν μας αποτελεί μία από τις δισεκατομμύρια διαφορετικές παραλλαγές από σύμπαντα, ενώ ορισμένα από τα «μυστήριά» του εξηγούνται από το γεγονός ότι οι παράμετροι των νόμων που το διέπουν απλώς έτυχε να είναι συμβατές με τη δημιουργία ζωής – αφού αλλιώς δεν θα υπήρχαμε για να το παρατηρούμε.
Σύμφωνα όμως με τον 62χρονο επιστήμονα, ακόμη κι αν διαψευσθούν αυτές οι ελπίδες, για τη φυσική ξεκινάει έτσι κι αλλιώς μια συναρπαστική και επαναστατική εποχή. «Ο λόγος είναι πως, αν δεν υπάρξουν καινούργια ευρήματα από τον LHC την επόμενη τριετία, τότε θα ενισχυθεί η πιθανότητα να ισχύει η θεωρία των πολλαπλών συμπάντων και της ανθρωπικής αρχής», προσθέτει. Με βάση τη συγκεκριμένη θεωρία, το σύμπαν μας αποτελεί μία από τις δισεκατομμύρια διαφορετικές παραλλαγές από σύμπαντα, ενώ ορισμένα από τα «μυστήριά» του εξηγούνται από το γεγονός ότι οι παράμετροι των νόμων που το διέπουν απλώς έτυχε να είναι συμβατές με τη δημιουργία ζωής – αφού αλλιώς δεν θα υπήρχαμε για να το παρατηρούμε.

Μέχρι σήμερα, πάντως, ο LHC είναι γνωστός στην κοινή γνώμη για ό,τι έχει ήδη ανακαλύψει, δηλαδή το σωματίδιο Χιγκς. Χάρις σε αυτό, ολοκληρώθηκε το καθιερωμένο πρότυπο, το μοντέλο που περιγράφει τα στοιχειώδη συστατικά της ύλης και τις τρεις από τις τέσσερις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Ωστόσο η βαρύτητα παραμένει «έξω από το κάδρο» του καθιερωμένου προτύπου, αφού αυτό δεν περιλαμβάνει καμία περιγραφή της. «Επομένως, ένα από τα βασικότερα ερωτήματα που αφήνει άλυτο είναι το πρόβλημα της ιεραρχίας, το γεγονός δηλαδή ότι η βαρυτική δύναμη είναι ασθενέστερη από όλες τις υπόλοιπες αλληλεπιδράσεις – κάτι που, για παράδειγμα, επιτρέπει σε έναν μαγνήτη να σηκώσει ένα κομμάτι σίδερο, υπερνικώντας τη βαρύτητα ολόκληρης της Γης», συμπληρώνει ο κ. Δημόπουλος.

Για να το λύσει, ο Ελληνας επιστήμονας ανέπτυξε με τον Howard Georgi το 1981 τη θεωρία του «υπερσυμμετρικού καθιερωμένου προτύπου», η οποία επεκτείνει το καθιερωμένο πρότυπο υποθέτοντας πως για κάθε στοιχειώδες σωμάτιο υπάρχει ένας υπερσυμμετρικός «εταίρος». Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, μαζί με τους Nima Arkani-Hamed και Gia Dvali, διατύπωσε την πρόταση των «μεγάλων επιπλέον διαστάσεων». «Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα μοντέλο που εξηγεί ότι η βαρύτητα είναι μικρής τάξης μεγέθους, επειδή σε αντίθεση με τις υπόλοιπες δυνάμεις, αυτή διαχέεται σε περισσότερες από τις τρεις διαστάσεις, με συνέπεια να εξασθενεί», όπως περιγράφει ο ίδιος.

«Αν κάναμε αυτή τη συνέντευξη πριν από μία πενταετία, θα με ακούγατε πιο ενθουσιασμένο», συμπληρώνει, με δεδομένο ότι οι δύο θεωρίες προβλέπουν καινούργια στοιχειώδη σωματίδια που θα μπορούσαν να έχουν εντοπισθεί στην πρώτη φάση λειτουργίας του LHC. Βέβαια, τίποτε δεν προεξοφλεί πως αυτό δεν θα συμβεί όταν ξεκινήσουν ξανά τα πειράματα. «Ωστόσο και στην περίπτωση που τα επόμενα χρόνια δεν υπάρξει κάποιου είδους πειραματική επιβεβαίωση, ο LHC θα έχει γράψει ιστορία για δεύτερη φορά, με την έννοια πως θα κερδίσει έδαφος η θεωρία των παράλληλων συμπάντων», προσθέτει.

«Τότε, θα αρχίσουμε να αμφισβητούμε το γεγονός πως πίσω από όλους τους “γρίφους” της φύσης υπάρχει ένας κρυμμένος αιτιακός μηχανισμός – εν ολίγοις τον τρόπο σκέψης που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να κατανοήσει τα φυσικά φαινόμενα, όχι μόνο από τη “γέννηση” της σύγχρονης επιστήμης τον 17ο αιώνα, αλλά από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων μαθηματικών και αστρονόμων. Αντίθετα, θα αρχίσουμε να μην αποκλείουμε την περίπτωση ορισμένα “μυστήρια” να εξηγούνται από το ότι οφείλονται απλώς σε συμπτώσεις».

Αναζητώντας την αλήθεια
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1952, ο Σάββας Δημόπουλος πολύ γρήγορα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα, καθώς μέσα στη δεκαετία του ’50 η ελληνική ομογένεια βρέθηκε στο στόχαστρο του τουρκικού καθεστώτος. «Ακούγοντας από παιδί τις γνώμες πολιτικών που αν και ήταν εντελώς αντίθετες μου φαίνονταν εξίσου λογικές, άρχισε να με ενδιαφέρει η έννοια της αντικειμενικής αλήθειας. Ετσι, από 13 χρόνων αποφάσισα να σπουδάσω φυσική, η οποία συνδυάζει την καθολική βεβαιότητα των μαθηματικών με το πείραμα, δηλαδή την επαλήθευση μιας υπόθεσης από την ίδια τη φύση», λέει ο ίδιος. Αυτή η αναζήτηση της αλήθειας τον έκανε να σπουδάσει φυσική στις ΗΠΑ και να ακολουθήσει μια επιστημονική καριέρα που, σε ηλικία μόλις 28 ετών, τον οδήγησε στη θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, όπου διδάσκει από τότε και κάνει τις έρευνές του.

Βρέθηκε στην Ελλάδα πριν από μερικές ημέρες, για να πάρει μέρος σε μία ημερίδα προς τιμήν του Μανώλη Φλωράτου, ειδικού στη φυσική υψηλών ενεργειών και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το οποίο συνταξιοδοτήθηκε πρόσφατα – «είναι από τους λίγους επιστήμονες που ξέρω με τόσο βαθιά γνώση σε τόσο πολλούς τομείς», σχολιάζει ο κ. Δημόπουλος. Εξάλλου, σύμφωνα με τον καθηγητή του Στάνφορντ, είτε εργάζονται στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, όλα αυτά τα χρόνια οι Ελληνες επιστήμονες έχουν συνεισφέρει στη θεωρητική φυσική πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από μια τόσο μικρή χώρα.

Για τον ίδιο, η δουλειά του θεωρητικού φυσικού προϋποθέτει φαντασία, η οποία είναι απαραίτητη για να διατυπώνει συνεχώς νέες υποθέσεις, τις οποίες θα δοκιμάσει στη συνέχεια για τη μαθηματική τους συνέπεια. «Νομίζω πως αυτό που ξεχωρίζει έναν καλό επιστήμονα είναι η ικανότητα που έχει να “θυσιάζει” όσες ιδέες διαισθάνεται πως οδηγούν σε αδιέξοδο ή σε κάποιο τετριμμένο αποτέλεσμα. Εξάλλου, στην καλύτερη περίπτωση, μόλις το 1% από αυτές θα “επιζήσουν” στην πορεία», καταλήγει.