25 December 2015

Ειδωλολάτρες

Επιστολή του δικηγόρου ΓΡΗΓΟΡΗ ΝΙΚΗΦ. ΚΟΣΣΥΒΑΚΗ 
στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 25/05/2002

Διάβασα με έκπληξη, πρόσφατα στην «Ε» ότι ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος... «άστραψε και βρόντησε» εναντίον του προέδρου του ΣΥΝ κ. Νίκου Κωνσταντόπουλου γιατί, κατά την επίσκεψή του στο Ναύσταθμο, την Κυριακή της Λαμπρής, δήλωσε ότι «στην έννοια του Πάσχα συνεορτάζουμε την άνοιξη και τη δημιουργία».

«Αγανάκτησε» δε ο αρχιεπίσκοπος και δήλωσε ότι: «...Αυτά τα λένε οι ειδωλολάτρες» και ακόμη ότι: «... Είναι ευτύχημα ότι ο ελληνικός λαός έχει στο πετσί του την (χριστιανική) πίστη του, που είναι συνυφασμένη με τις παραδόσεις του τόπου μας»... κ.λπ.

Επειδή το πολίτευμα της χώρας μας είναι Δημοκρατία (ελληνική αλλά όχι χριστιανική έννοια...) και όχι θεοκρατία και η ελευθερία του λόγου προστατεύεται από το Σύνταγμα, εγώ, ένας απλός Ελληνας πολίτης (κατά την ταυτότητά μου Χ.Ο.), έχω να παρατηρήσω τα εξής:

1. Η θρησκευτική πίστη για να είναι πράγματι πίστη και όχι καταναγκασμός, πρέπει να είναι απόρροια εγκεφαλικής επεξεργασίας και ελεύθερης επιλογής, επομένως να είναι προϊόν της λογικής των πιστών και όχι της ασύνειδης καταγραφής της στο «πετσί» τους.

2. Η χριστιανική πίστη λοιπόν, δεν μπορεί να έχει σχέση με το «πετσί» των Ελλήνων, γιατί, τότε, θα πρέπει να θυμηθούμε -και να παραδεχθούμε- ότι προϋπήρξαμε πολλές χιλιάδες χρόνια Έλληνες χωρίς να είμαστε χριστιανοί και, επομένως, (θα έπρεπε να), είμαστε στο «πετσί» μας πρώτα Έλληνες και κατόπιν χριστιανοί (εκόντες - άκοντες).

3. Η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων προγόνων μας ουδέποτε υπήρξε ειδωλολατρική. Πρόκειται για θρησκεία καταγεγραμμένη σε κείμενα υψηλού κύρους, ήθους και διανοίας («Θεογονία» Ησιόδου, ομηρικά έπη, ορφικοί ύμνοι, κείμενα Ερμή και Τρισμέγιστου κ.λπ.), με υψηλής ποιότητος (εξωτερική) κοσμοθέαση και (εσωτερική) ενδελέχεια και, επιπλέον, ήταν πλήρως απαλλαγμένη από μισαλλοδοξίες, φανατισμούς, αιρέσεις και «κολάσεις»...

Γι' αυτό, άλλωστε, οι μετέχοντες αυτής, δηλαδή οι «πιστοί» της, ανεδείχθησαν στους κατ' εξοχήν σκεπτομένους και φιλοσοφημένους ανθρώπους όλων των εποχών και δεν υπήρξαν ποτέ «ποίμνιο» και «πτωχοί τω πνεύματι»...

4. Στα τελετουργικά στοιχεία της θρησκείας των αρχαίων Ελλήνων υπήρχε σειρά εορτών προς τιμήν της άνοιξης και της αναγέννησης της φύσης, προσωποποιουμένων στον Διόνυσο και τον Ορφέα, οι οποίες ήταν πάνδημες και περιελάμβαναν εντυπωσιακές τελετουργίες.

Η ηγεσία της χριστιανικής Εκκλησίας, αφ' ότου αυτή αναγορεύθηκε, «εκ των άνω», σε επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής (και μετέπειτα «Βυζαντινής») αυτοκρατορίας, στην μισαλλόδοξη προσπάθειά της να εξουθενώσει την αρχαία ελληνική θρησκεία, δεν δίστασε να «εντάξει» στις χριστιανικές τελετουργίες τις περισσότερες από τις σημαντικές εορτές της (με την ίδια «λογική» που έκτιζε τις εκκλησίες της -όπου μπόρεσε- επάνω ή μέσα στα θεμέλια των αρχαίων ναών, αφού προηγουμένως «φρόντιζε» να τους καταστρέψει συστηματικά και αμείλικτα... -[Διάταγμα αυτοκράτορος Θεοδοσίου (το περίφημο «Ες γην φέρειν»...), Απαγόρευση Ολυμπιακών Αγώνων, κλείσιμο φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό κ.λπ.].

Επειδή λοιπόν ο ελληνικός λαός δεν ήταν διατεθειμένος να απεμπολήσει την πάτρια θρησκεία του, τα ήθη και τα έθιμά του «αυτόματα», πέρα από τους απάνθρωπους νόμους που επεβλήθησαν, τις άπειρες βιαιότητες, αυθαιρεσίες και εγκλήματα που συνέβησαν προκειμένου να... «πεισθούν» οι Έλληνες και να αλλαξοπιστήσουν (η αντίσταση του ελληνικού λαού υπήρξε ηρωική, πεισματική και μακραίωνη, αλλά άνιση και «επιμελώς αποσιωπούμενη»...), η χριστιανική εκκλησιαστική εξουσία αντελήφθη ότι έπρεπε να προσαρμόσει τις αρχαίες εορτές στις δικές της, οικειοποιούμενη τα τελετουργικά τους στοιχεία, ώστε ο απλός πολίτης της αυτοκρατορίας να αισθάνεται ότι υπήρξε «ομαλή συνέχεια» στην εναλλαγή των θρησκειών.

Επομένως, όταν ομιλούμε για τελετουργίες που είναι «συνυφασμένες με τις παραδόσεις του τόπου μας», όπως λέγει ο αρχιεπίσκοπος, ας μην υποκρινόμαστε ότι αυτές είναι αποκλειστικά χριστιανικές, γιατί είναι συνυφασμένες με τον ελληνικό λαό και τις παραδόσεις του, εκατοντάδες έως και χιλιάδες χρόνια πριν από την επικράτηση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας και, απλώς, «προσαρμόστηκαν» κατ' ανάγκην...

Αυτή η, εκ προθέσεως, «σύζευξη» παραδοσιακών εορτών αλλά και εθνικών επετείων με θρησκευτικές χριστιανικές εορτές (για φανερούς και ευνόητους λόγους...) είναι χαρακτηριστική στην περίπτωση της Εθνικής Επαναστάσεως του 1821, η οποία, ενώ είναι γνωστό ότι είχε εκραγεί πολύ πριν από την 25η Μαρτίου 1821, εν τούτοις επιβλήθηκε ο (συν)εορτασμός της κατά την ημερομηνία αυτή, προκειμένου να «συμπίπτει» με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

[Αλήθεια, γιατί η ηγεσία της χριστιανικής Εκκλησίας της Ελλάδος δεν έχει εντάξει ακόμη στο πάνθεον των αγίων της (έστω των οσίων της...) τον κληρικό-μάρτυρα και ήρωα της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Αθανάσιο Διάκο (αλλά και τον Παπαφλέσσα και τον Σαλώνων Ησαΐα κ.ά.), όταν έχει «αγιοποιηθεί» ακόμη και ο Νεκτάριος της Αίγινας... Μήπως ήταν περισσότερο του «δέοντος» Ελληνες απ' ό,τι χριστιανοί και εκείνο το ηρωικό: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε' να πεθάνω» παραπέμπει πολύ μακριά;].

5. Οσον αφορά τον κ. Νίκο Κωνσταντόπουλο, καθά θα κάνει ο αρχιεπίσκοπος να μην τον «πιάνει στο στόμα του»... όχι μόνο γιατί πρόκειται για έναν Ελληνα πολιτικό ηγέτη αποδεδειγμένου κύρους, ήθους, διανοίας, εντιμότητας και πατριωτισμού, αλλά και γιατί οι ιδιότητές του αυτές έχουν δοκιμασθεί και αποδειχθεί σε καιρούς δύσκολους, μέσα από βασανιστήρια, στρατοδικεία, φυλακές και εξορίες.

Όταν, δηλαδή, ο νυν αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος «σπούδαζε» (κατά τη γνωστή δήλωσή του...) υπό την σκέπη των «Ελλήνων Χριστιανών» δικτατόρων της 21ης Απριλίου, (Παπαδόπουλος, Ιωαννίδης κ.λπ.), αποδεδειγμένης μεν χριστιανικότητος αλλά και αποδεδειγμένης -και με το αίμα των Κυπρίων αδελφών μας- προδοτικής διαγωγής και συμπεριφοράς για την δημοκρατία και την ελληνική μας πατρίδα... (ή μήπως διαφωνεί ο αρχιεπίσκοπος;).

«Κρείττον σιγάν», λοιπόν, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες πρόγονοί μας.

22 December 2015

Mορφές της νεοελληνικής κριτικής

Βιβλία, βιβλία
του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη, Bookpress, 20/12/2015

Καιρό τώρα προβάλλεται η ανάγκη για τη συγγραφή μιας συνολικής Ιστορίας της Νεοελληνικής Κριτικής και πολλοί έχουν επιχειρήσει συγκεκριμένες προσπάθειες να προσεγγίσουν επιμέρους ζητήματά της, σε σχέση με τις περιόδους, τα περιοδικά, τα πρόσωπα ή τις τάσεις της (άλλοι με μονογραφίες κι άλλοι με άρθρα: Π. Μουλλάς, Ν. Βαγενάς, Χρ. Ντουνιά, Αντ. Καρτσάκης, Δ. Κούρτοβικ, Β. Χατζηβασιλείου, ο υποφαινόμενος κ.ά.).

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Γιώργος Αράγης, κριτικός ο ίδιος επί σειρά ετών, πλαγιοκοπεί μια τέτοια Ιστορία από την πλευρά των σπουδαιότερων προσώπων, που άφησαν πίσω τους σημαντικό κριτικό έργο. Ξεκινώντας από τον Εμμανουήλ Στάη, που θεωρείται «παραδοσιακά» ο πρώτος εκπρόσωπος της κριτικής μας μετά την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους (ο Εμμανουήλ Στάης ανήκε βέβαια στην επτανησιακή σχολή), ο Γιώργος Αράγης καλύπτει ενάμιση περίπου αιώνα, από το 1853 μέχρι τους πρόσφατους βιβλιοκριτικούς που έχουν ελέω θανάτου ολοκληρώσει το έργο τους τη μεταπολιτευτική περίοδο (λ.χ. τον Σπύρο Τσακνιά και τον Βύρωνα Λεοντάρη).

Η παρουσίασή τους γίνεται βάσει δύο πρισμάτων, ενός γραμματολογικού και ενός κριτικού. Από τη μία, δηλαδή, ο Γιώργος Αράγης επισημαίνει τα βασικά κριτικά τους έργα, τους λογοτέχνες πάνω στους οποίους άσκησαν την κριτική τους, τις βασικές ιδέες τους και την πρωτοπόρο ματιά τους σε σχέση με τους προηγούμενους και τους επόμενους. Η θέση τους δηλαδή μέσα στην Ιστορία της κριτικής προσδιορίζεται γενετικά, οριοθετείται σε σχέση με τις απόψεις που είχαν φτάσει ώς αυτούς αλλά και με τη λογοτεχνία που καλούνταν να αξιολογήσουν.

Από την άλλη, ο Γιώργος Αράγης γίνεται ο ίδιος κριτής, καθώς επιχειρεί επιδέξια να γράψει μια «κριτική της κριτικής». Επισημαίνει τα θετικά τους σημεία, τις καινοτόμες ιδέες τους, εντοπίζει την πρωτοπορία και τις ρηξικέλευθες αντιλήψεις που ξεκαθάρισαν πολλά σε σχέση με την ελληνική ποίηση κατά βάση και την πεζογραφία πιο πρόσφατα, αποστάζει ό,τι καλύτερο κατέθεσαν κι αφήνει παρακαταθήκη την ουσιαστικότερη συνεισφορά τους. Παράλληλα, όμως δεν διστάζει να εκφράσει τις επιφυλάξεις του, να αξιολογήσει πολλές θέσεις που στο πέρασμα του χρόνου ή στο κόσκινο του συγγραφέα φάνηκε να υστερούν και να εντοπίσει αστοχίες ή ανεπάρκειες.

Υπάρχει ένα θέμα ποιος είναι κριτικός, αφού ακόμα το τοπίο δεν είναι ξεκάθαρο ως προς τα όρια της βιβλιοκρισίας και της μελέτης, του κριτικού και του φιλολόγου, του κριτικού και του δοκιμιογράφου, της πρωτογενούς και της δευτερογενούς κριτικής. Κι ο ίδιος ο Γιώργος Αράγης εκφράζει επιφυλάξεις για μερικούς από όσους συμπεριέλαβε, όπως π.χ. για τον Εμ. Στάη ή τον Κ.Θ. Δημαρά (με του οποίου τα θεωρητικά περί κριτικής κείμενα παρεμπιπτόντως δεν ασχολήθηκε) ή τον Ν. Φωκά, ο οποίος μάλλον είναι δοκιμιογράφος. Από την άλλη, παρόλο που θα μπορούσε κανείς να προτείνει και άλλα ονόματα, όπως λ.χ. τον Ανδρέα Καραντώνη, την Άλκη Θρύλο, τον Βάσο Βαρίκα, τον Απόστολο Σαχίνη, άλλους περισσότερο κι άλλους λιγότερο, η επιλογή τηρεί αντιπροσωπευτικές αρχές ανά εποχή. Ποιοι λοιπόν θεωρούνται κριτικοί και ποιοι αξίζει να μπουν σε μια Ιστορία της Νεοελληνικής Κριτικής ξεκαθαρίζει αργά αργά, θέμα στο οποίο συμβάλλει από τη σκοπιά του ο Γιώργος Αράγης, καθώς επιχειρεί να ξεχωρίσει το κριτικό-αξιολογικό από το γραμματολογικό λ.χ. έργο που άφησαν οι κριτικοί του.

Κρατώ επιπλέον μερικές ιδέες του Γιώργου Αράγη, τις οποίες ο ίδιος θεωρεί σημαντικές για έναν κριτικό. Μερικές από αυτές είναι συζητήσιμες κι αξίζει ένας γενναίος διάλογος για να τις επεξεργαστούμε. Καταρχάς, η επιμονή του Γιώργου Αράγη για το ένστικτο ή τη διαίσθηση, την οποία οφείλει να διαθέτει ο κριτικός, χωρίς να αποδεικνύει όσα λέει! Όντως, η συνεισφορά του εκάστοτε κριτικού είναι η οξύτητα της αντίληψής του, που του επιτρέπει να βλέπει πράγματα τα οποία οι άλλοι δεν έχουν εντοπίσει. Είναι ένα κοφτερό νυστέρι που μπορεί να διεισδύει βαθιά στο λογοτέχνημα και να προσεγγίζει βαθύτερες αλήθειες, με αποτέλεσμα να νοηματοδοτεί κείμενα και να διερευνά συγγραφικές συλλήψεις. Σωστά. Από την άλλη, ο συγγραφέας του βιβλίου δεν προσδιορίζει πώς διαμορφώνεται και πώς οξύνεται αυτό το «ταλέντο», πώς ακονίζεται, αν είναι λ.χ. έμφυτο σαν ενόραση ή ένα βλέμμα το οποίο ωστόσο καλλιεργείται μέσω της παιδείας. Η διεισδυτική ματιά συχνά είναι προϊόν βαθιάς επαφής τόσο με τα κείμενα όσο και με άλλες παραμέτρους της τέχνης και της ζωής. Και φυσικά αυτή η αναπόδραστη υποκειμενικότητα καλόν είναι να αποδεικνύεται με επιχειρήματα, ο βιβλιοκριτικός δηλαδή να προσπαθεί να πείσει και να στηρίζει με συλλογισμούς όσα διαισθάνεται, αλλιώς το ένστικτο καταντά στείρος εμπειρισμός.

Ανάλογα, ο Γιώργος Αράγης εντοπίζει καινοτόμες ιδέες των κριτικών, ελέγχοντας την πρωτοτυπία και την ευστοχία τους, αλλά δεν ελέγχει αν αυτές έχουν ήδη επισημανθεί και τεκμηριωθεί από τη φιλολογία ή τη διεθνή θεωρία της λογοτεχνίας που από τις αρχές του 20ού αιώνα είχε ήδη θέσει και εν μέρει επιλύσει σημαντικά ζητήματα της πεζογραφίας και της ποίησης. Ο συγγραφέας αγνοεί, ή θέλει να αγνοεί, πως παράλληλα με την κριτική κινήθηκε η θεωρία, η οποία ακολούθησε ανάλογη και ενίοτε διασταυρούμενη με αυτήν πορεία, θέτοντας τα θέματα που η ίδια η λογοτεχνία έθεσε και δίνοντας γενικότερες απαντήσεις. Ο Γιώργος Αράγης δεν αντιλαμβάνεται την επανάσταση που έγινε και αποδίδει τις νέες συλλήψεις μόνο σε ατομικές εκλάμψεις.

Μένω εδώ, γιατί το βιβλίο Νεοελληνική κριτική - Αξιολογικές διακρίσεις δεν αξίζει να ιδωθεί με κριτήριο τι δεν περιέχει αλλά κυρίως τι προσφέρει. Και προσφέρει πολλά, όπως έναν χάρτη βασικών προσώπων-κριτικών, μια ιστορική ματιά στην αλυσίδα των κατακτήσεών τους, αξιολογικές κρίσεις επί των απόψεών τους και προπαντός μια τίμια εκτίμηση της προσφοράς του καθενός. Ο Γιώργος Αράγης βάζει ένα σημαντικό λιθάρι στο στρώσιμο του δρόμου μέχρι την πλήρη καταγραφή, τεκμηρίωση και αξιολόγηση της νεοελληνικής κριτικής, τόσο με τα άλλα του βιβλία, τόσο με τις ίδιες τις κριτικές του όσο και με τούτο το πόνημα που τοποθετεί σαφή λίθινα ορόσημα σ’ αυτήν την αχαρτογράφητη λεωφόρο.

18 December 2015

Το τερατώδες έγκλημα: η αρπαγή των τραπεζών.

του Κώστα Λαπαβίτσα, 18/12/2015
Η νέα ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών είναι οικονομικό έγκλημα, το οποίο συντελέστηκε με τέτοια ανικανότητα και κυνισμό, ώστε έχει αφήσει άναυδους ακόμη και αυτούς που περίμεναν τα χειρότερα. Αν έχει απομείνει ίχνος λογικής στη χώρα, θα πρέπει να υπάρξει απόδοση ευθυνών σε όσους χειρίστηκαν την υπόθεση.
Η ανακεφαλαιοποίηση βασίστηκε σε πρόσφατη μελέτη της ΕΚΤ η οποία εκτίμησε ότι οι τράπεζες χρειάζονται επιπλέον 14,4 δις για να αντιμετωπίσουν το υποθετικό «κακό σενάριο» οικονομικών εξελίξεων για το 2015-17. Συγκεκριμένα, η Πειραιώς χρειάζεται 4,9 δις, η Εθνική 4,6 δις, η Alpha 2,7 δις και η Eurobank 2,1 δις.
Στη χειρότερη θέση βρίσκεται η Πειραιώς, με την Εθνική από κοντά. Ο λόγος είναι η τεράστια συσσώρευση προβληματικών δανείων, τα οποία έχουν ήδη δημιουργήσει μεγάλες «τρύπες» στους ισολογισμούς τους.
Το σχέδιο ήταν να εξασφαλίσουν οι τράπεζες ιδιωτικά κεφάλαια ύψους τουλάχιστον 4,4 δις. Το υπόλοιπο, μέχρι και 10 δις, θα συμπληρωνόταν από το ΤΧΣ με τα νέα δάνεια του τρίτου μνημονίου.
Οι τράπεζες δήλωσαν ότι θα έβρισκαν τα ιδιωτικά κεφάλαια κυρίως με ανταλλαγή ομολογιακών τίτλων και έκδοση νέων μετοχών. Η Εθνική ανακοίνωσε επίσης την πώληση της τουρκικής θυγατρικής της, Finansbank, δηλαδή του πιο κερδοφόρου κομματιού της. Με το σχέδιο αυτό θα διασφαλιζόταν ο «ιδιωτικός» χαρακτήρας των τραπεζών και θα περιοριζόταν ο νέος δανεισμός από το κράτος.
Αυτοί ήταν οι υπολογισμοί των εγκεφάλων της ελληνικής κυβέρνησης και των δανειστών. Το αποτέλεσμα αποδείχθηκε πέραν κάθε φαντασίας, για δύο λόγους:
•    Ο πρώτος είναι ότι οι πιθανοί μεγάλοι αγοραστές των νέων μετοχών δεν θα ήταν Έλληνες, δεδομένου ότι οι κεφαλαιακοί έλεγχοι που επιβλήθηκαν το καλοκαίρι το απέκλειαν πρακτικά. Άρα ενδιαφέρον θα υπήρχε μόνο από διάφορα ξένα επενδυτικά ταμεία, όπως Brookfield, Fairfax, Wellington, Highfields, κοκ. Δηλαδή από τους μεγάλους κερδοσκόπους των διεθνών αγορών που στοχεύουν αποκλειστικά στο βραχυπρόθεσμο κέρδος.
•    Ο δεύτερος είναι ότι η κυβέρνηση βιαζόταν να ολοκληρώσει την ανακεφαλαιοποίηση πριν το τέλος του 2015.
Το τρίτο μνημόνιο έχει ως προαπαιτούμενο - που ήδη ψήφισε η προηγούμενη Βουλή - την αποδοχή σχετικής οδηγίας της ΕΕ, η οποία επιτρέπει το «κούρεμα» των καταθέσεων σε περίπτωση ανακεφαλαιοποίησης. Η οδηγία τίθεται σε ισχύ από 1/1/2016.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που φυσικά υπέγραψε το νέο μνημόνιο, ήθελε πάση θυσία να αποφύγει το ενδεχόμενο αυτό λόγω των πολύ αρνητικών πολιτικών του επιπτώσεων. Ο συνδυασμός νεοφιλελεύθερου δόγματος και πολιτικάντικης βιασύνης έφερε την καταστροφή.
Οι τράπεζες επέλεξαν την τακτική του «ανοίγματος βιβλίου» για τις νέες μετοχές με την οποία καλείται ο πιθανός αγοραστής να δηλώσει συμμετοχή, αλλά η τιμή προσδιορίζεται στο τέλος, ουσιαστικά με την προαίρεση του αγοραστή. Στη περίπτωσή μας οι αγοραστές ήταν ό,τι χειρότερο κυκλοφορεί στις διεθνές αγορές. Πολύ φυσιολογικά, άδραξαν την ευκαιρία για να καταληστέψουν το κράτος, τους μικροεπενδυτές και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Οι τιμές που έδωσαν οι αγοραστές για τις νέες μετοχές κυμάνθηκαν από 0,01 μέχρι 0,04 ευρώ, δηλαδή υπήρξε κατάρρευση της τιμής των παλαιών μετοχών μέχρι και 97- 98%!
Η κατάρρευση της τιμής έφερε πλήρη εξαΰλωση του κεφαλαίου που είχαν επενδύσει οι μικρομέτοχοι και φυσικά των 40 δις που είχε επενδύσει το ΤΧΣ, δηλαδή ο ελληνικός λαός, στις προηγούμενες δύο ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών.
Βέβαια τα 40 δις του ΤΧΣ είχαν ήδη υποστεί μεγάλες ζημίες στην πορεία του χρόνου, καθώς οι τιμές των τραπεζικών μετοχών είχαν υποχωρήσει μέσα στην κρίση. Αλλά τώρα πλέον εξανεμίστηκαν οριστικά. Οι «επενδυτές» - και όψιμοι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ – συνεισέφεραν συνολικά 5,1 δις.
Μαζί με τις ανταλλαγές ομολόγων και τις άλλες δράσεις των τραπεζών, το επιπλέον ποσό που θα πρέπει να συνεισφέρει το ΤΧΣ εκτιμάται ότι θα είναι αρκετά κάτω από τα 10 δις και κοντά στα 6 δις. Ήδη η Alpha και η Eurobank έχουν συμπληρώσει το απαιτούμενο ποσό και δεν θα χρειαστούν κεφάλαια από το ΤΧΣ. Οι βαθιά προβληματικές Πειραιώς και Εθνική είναι σε δυσκολότερη θέση και θα χρειαστούν τα 6 δις.
Με τις εξευτελιστικές τιμές των νέων μετοχών, η συμμετοχή του ΤΧΣ (δηλαδή του Δημοσίου) στο νέο μετοχικό κεφάλαιο των τεσσάρων «συστημικών» τραπεζών θα είναι πια είτε αμελητέα, είτε σαφώς μειοψηφική.
Πιο συγκεκριμένα, στη Eurobank θα είναι περίπου 2-3%, στην Alpha περίπου 10%, στην Εθνική ίσως 35% και στην Πειραιώς περίπου 25%. Οι ελληνικές «συστημικές» τράπεζες όντως θα περάσουν σε ιδιωτικά χέρια, με τεράστια ζημία του Δημοσίου.
Τα ιδιωτικά αυτά χέρια είναι ότι πιο προβληματικό υπάρχει στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα. Ο τρόπος που θα κινηθούν ως ιδιοκτήτες το επόμενο διάστημα δεν έχει ακόμη διαφανεί.
Αλλά οι ελληνικές τράπεζες κατέχουν μεγάλους όγκους προβληματικών δανείων,  που αν ξεπουληθούν σε τιμές ευκαιρίας, θα αποδώσουν κέρδη. Καλό θα είναι οι δανειολήπτες των τραπεζών να αρχίσουν να οργανώνονται και να προετοιμάζονται για τα χειρότερα. Ακόμη οι τραπεζοϋπάλληλοι να προετοιμάζονται για μαζικές απολύσεις.
Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι νέοι ιδιοκτήτες δεν πρόκειται να ενδιαφερθούν καθόλου για τη στήριξη της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας.
Με το ελληνικό τραπεζικό σύστημα στα χέρια κερδοσκόπων, η προοπτική της σταθερής και γρήγορης ανάπτυξης γίνεται απλώς ανύπαρκτη. Για μια χώρα όπου το ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί κατά 25%, η ανεργία είναι στο 26% και η οικονομία μπαίνει ξανά σε ύφεση, η εξέλιξη αυτή είναι τραγική.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ελληνική οικονομία είχε ανέκαθεν δύο στοιχεία τα οποία την καθιστούσαν διεθνώς υπολογίσιμη.
Το πρώτο είναι ο εμπορικός στόλος, ο οποίος όμως στην ουσία είναι κοσμοπολίτικος παράγοντας και δεν έχει μεγάλες θετικές επιπτώσεις στην εγχώρια οικονομία.
Το δεύτερο είναι οι τράπεζες που τα τελευταία χρόνια απόκτησαν διεθνή παρουσία στην ευρύτερη περιοχή.

Με το τρίτο μνημόνιο χάνει πλέον η Ελλάδα τον έλεγχο των τραπεζών.

14 December 2015

Εμείς τι κάνουμε;

του Χρήστου Χωμενίδη, capital.gr, 14/12/2015
Χλευάσαμε προ ημερών αντικρίζοντας τη μισή κυβέρνηση να συνωθείται –περιστοιχισμένη από παντοειδείς σφωγγοκωλάριους– γύρω από τον Λάκη Λαζόπουλο.
Γελάσαμε (πολύ πικρά - πάντως γελάσαμε) προ εβδομάδων με την συνομιλία Μπιλ Κλίντον-Αλέξη Τσίπρα, όπου ο δεύτερος παρουσίαζε εικόνα ηγεμόνος εκ Δυτικής Λιβύης, για να θυμηθούμε τον Καβάφη. "...Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος που έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι...".
Ξεκαρδιστήκαμε προ μηνών με τη ρίψη στεφάνου στου γυαλού τα βοτσαλάκια και τη διοργάνωση χριστιανικού μνημοσύνου για τους Σαλαμινομάχους από τον Πάνο Καμμένο. Ο Στυλιανός Παττακός, εφόσον παραμένει διαυγής στα εκατόν τρία του, σίγουρα θα ζήλεψε που επί των ημερών της "Εθνοσωτηρίου" δεν είχε εμπνευστεί κάτι παρόμοιο...
Εμείς. Οι μισοί Έλληνες. Ή –για να μην το παίρνουμε επάνω μας– το 39% σχεδόν της κοινωνίας, όπως καταγράφηκε στο δημοψήφισμα του Ιουλίου.
Το υπόλοιπο 61% αν δεν επικροτεί τους κρατούντες, τουλάχιστον δεν εξεγείρεται με τα εξωφρενικά, κατά τη γνώμη μας, καμώματά τους.
Στα μάτια της πλειοψηφίας, οι Συριζανέλ ίσως φαντάζουν πλέον ασυνεπείς. Δεν σημασιοδοτούν ωστόσο και καμιά πρωτοφανή παρακμή.
Οι φόροι –εννοείται– τσούζουν. Η εξωτερική εντούτοις πολιτική, η αντίληψη για την παιδεία και τον πολιτισμό, το ύφος και το ήθος της νεοπαγούς εξουσίας γίνεται γενικώς αποδεκτό. "Οι προηγούμενοι γιατί ήταν καλύτεροι; Επειδή φορούσαν γραββάτες;" θα σου πουν. Και θα το πιστεύουν ειλικρινά.
Χρειάστηκε άοκνη προσπάθεια δεκαετιών για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο.
Η σχολική εκπαίδευση έπρεπε να υποβαθμισθεί στο μη παρέκει. Τα λύκεια να καταντήσουν πάρκινγκ μαθητών, οι οποίοι περιμένουν βαριεστημένα πότε θα σχολάσουν για να τρέξουν στα φροντιστήρια-αποστηθιστήρια που θα τους εξασφαλίσουν την επιτυχία στις Πανελλαδικές. Τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ να γίνουν ξέφραγο αμπέλι για τον κάθε πικραμένο, από τους φοιτητοπατέρες και τους μπαχαλάκηδες μέχρι τους μικροπωλητές λαθραίων dvd.
Στον δημόσιο λόγο έπρεπε να κυριαρχήσει η ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση, να συμφιλιώσει και να εθίσει τους Έλληνες στο λούμπεν σε όλες του τις εκφάνσεις. Από τους εξωνημένους δημοσιογράφους οι οποίοι γαβγίζουν νυχθημερόν, προωθώντας τα συμφέροντα του καθενός αφανούς χορηγού τους. Μέχρι τα πρωινάδικα και τα μεσημεριανάδικα που αποβλακώνουν τη μια γενιά μετά την άλλη. Όταν, παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2002, ένας λαός σύσσωμος είχε κολλήσει στις οθόνες του και αγωνιούσε εάν νικητής του Big Brother θα έβγαινε ο Πρόδρομος ή ο Τσάκας, γιατί να φρικιά σήμερα με τους Συριζανέλ; Ή ακόμα και με τη "Χρυσή Αυγή";
Η αισθητική και ηθική καταβαράθρωση, η αντίληψη ότι όλα παίζουν κι όλοι παίζουμε εμπεδώθηκε στα χαρισάμενα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Τα παλαιά κόμματα έστρωσαν κόκκινο χαλί για να επελάσει, μετά την οικονομική χρεοκοπία, το συνονθύλευμα που αυτοαποκαλείται "Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς". Αντί να λέγεται "Περονικό Κόμμα Ελλάδας".
Και σήμερα τι κάνουμε εμείς, οι νουνεχείς; Καγχάζουμε με τα χαΐρια των κυβερνώντων; Περιμένουμε να φθαρεί ο Σύριζα και να πέσει υπό το βάρος των ανοησιών και των ανομημάτων του; Ξεφυλλίζουμε παλιά άλμπουμ με φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Ηρώδειο, ανάμεσα στον Χατζιδάκι και στον Κουν, και του Λεωνίδα Κύρκου με τη φυσαρμόνικα – μυρηκάζουμε ένδοξους, κατά τη γνώμη μας, καιρούς που ποτέ δεν γνωρίσαμε;
Κούνια που μας κούναγε εάν νομίζουμε πως ο τροχός θα γυρίσει νομοτελειακά και το "ευρωπαϊκό", "μεταρρυθμιστικό" –ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το– τόξο θα επανέλθει στα πράγματα για να ξαναθέσει την πατρίδα στην ορθή τροχιά της...
Όταν ο Βασίλης Λεβέντης –για να αναφέρω την λιγότερο αντιπαθή περίπτωση– γίνεται εν μια νυκτί από περίγελως, αξιοσέβαστος πολιτικός παίκτης, γιατί να μην τον καμαρώσουμε προσεχώς ηγέτη του 10% και αντιπρόεδρο της κυβέρνησης;
Όταν ο Λάκης Λαζόπουλος εξακολουθεί να επηρεάζει την κοινή γνώμη περισσότερο από τον οποιονδήποτε, τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα βγούμε στο ορατό μέλλον από τον αστερισμό της ευτέλειας;
Όταν, κυρίως, εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε κάποια απτή, πειστική, ελκυστική πρόταση για τη χώρα παρά αρκούμαστε σε γενικότητες; Ως οπαδοί –συστηνόμαστε– της λογικής, ως παιδιά του Διαφωτισμού... Το μήνυμα που εκπέμπουμε είναι πολύ γενικόλογο, πολύ θολό για να συγκινήσει. Με ευχολόγια και "ήξεις αφήξεις" κανείς δεν κέρδισε ποτέ όχι εκλογές αλλά ούτε καν τη γυναίκα που επιθυμούσε. Εκτός και αν μόστραρε ένα γεμάτο πορτοφόλι...
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν πρόκειται ποτέ να ηττηθεί από κάποια κεντροδεξιά απομίμησή του. Ούτε από τον οποιονδήποτε θυμίζει τις "παλιές, καλές ημέρες" που έληξαν οριστικά με τα μνημόνια.

Μονάχα εκείνος (ή εκείνη) που θα κοιτάξει την κοινωνία ασκαρδαμυκτί και θα επαγγελθεί συγκεκριμένες αλλαγές: Την εκκαθάριση του κράτους ωσάν να πρόκειται για χρεοκοπημένη επιχείρηση. Την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Την ελάφρυνση –πάση θυσία– των φόρων. Την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων με ξενόγλωσσα τμήματα. Την άμεση πώληση του Ελληνικού και κάθε άλλης περιουσίας που σαπίζει αναξιοποίητη. Το τέλος –ακόμα, ακόμα– της υποχρεωτικής συμμετοχής στα ασφαλιστικά ταμεία, εφόσον εργαζόμενος και εργοδότης προτιμούν κάποια ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία... Μονάχα εκείνος έχει μια ελπίδα να καθίσει στο τιμόνι. Και να ξεκολλήσει την πατρίδα από τη λάσπη.

13 December 2015

Η «καταδίκη» της πλατείας Βικτωρίας

του Νίκου Βατόπουλου, Καθημερινή, 12/12/2015

Εκτός από ατυχής, ήταν και επικίνδυνη η στάση του αναπληρωτή υπουργού για θέματα Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννη Μουζάλα, που έμπλεξε, ασφαλώς όχι τυχαία, την πλατεία Βικτωρίας του 2015 με τον σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου της δεκαετίας του 1960. Πρέπει να είναι κανείς παντελώς αδιάβαστος και ανιστόρητος για να αποτολμήσει μια τέτοια σύγκριση. Χωρίς να αποκλείεται βεβαίως και αυτή η περίπτωση, το θέμα είναι ότι ο αρμόδιος υπουργός για το μείζον θέμα της μετανάστευσης δεν έχει καμία επεξεργασμένη θέση ή σαφή άποψη για το τεράστιο πρόβλημα που δημιουργείται στην Αθήνα.

Πιο σωστό θα ήταν να πει κανείς ότι η απουσία σχεδίου είναι από μόνη της και θέση και άποψη. Και η «άποψη» αυτή εξυπηρετείται ως προς τη δημόσια εκφορά της με το γνωστό μαξιλαράκι του συναισθηματικού λαϊκισμού, καθώς και ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι «εμείς» είμαστε «ανθρωπιστές», υπονοώντας προφανώς ότι οι «υπόλοιποι» είναι απλώς ανθρωπόμορφοι.


Επίσης, συνάγεται ότι το αρμόδιο υπουργείο δεν μπορεί να σκέφτεται ένα σύνθετο θέμα σε όλες του τις διαστάσεις. Αδυνατεί προφανώς να επεξεργαστεί ένα σχέδιο παροχής βοήθειας σε όσους πρόσφυγες έχουν εγκλωβιστεί στη χώρα και ταυτόχρονα να επεξεργαστεί και ένα σχέδιο προστασίας της πόλης. Η πλατεία Βικτωρίας είναι, προφανώς, πολύ βολική για τον αναπληρωτή υπουργό ως μια «ανοιχτή πλατεία». Είναι σαφές ότι δεν κατοικεί στην περιοχή ούτε συγκινείται από τα μπαρ της μαφίας στην Αχαρνών που έχουν συμφέρον η πλατεία Βικτωρίας να παραμείνει έτσι όπως είναι.

Οπότε το Μόναχο του 1960 ας το αφήσουμε ήσυχο στην Ιστορία. Ποια σχέση μπορεί να έχει η διεθνής υπόθεση της ανασυγκρότησης της μεταπολεμικής οικονομίας της Γερμανίας (βάσει διμερών συμφωνιών με διάφορα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου και της Βόρειας Αφρικής) με τα σύγχρονα προσφυγικά ρεύματα, μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ξέρει... Είναι εξωφρενικό σε ένα τόσο δύσκολο, σύγχρονο θέμα που κλονίζει όλη την Ευρώπη, να ακούμε τέτοιες ρηχές σκοπιμότητες δημαγωγίας και φθηνής εκμετάλλευσης. Κατά τα λοιπά, η πλατεία Βικτωρίας έγινε από επιλογή της κυβέρνησης ένα «ελεύθερο κρατητήριο». Αυτό, φυσικά, δεν είναι πολιτική. Ας αναδιατυπώσει, λοιπόν, ο κύριος Μουζάλας και ας συνεργαστεί με τον Δήμο Αθηναίων.