19 August 2021

Αλήθειες και ψέματα για τη σφαγή του Κατίν

του Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των Συντακτών, 18/3/2018

Το βιβλίο του Χρήστου Κεφαλή «Υπόθεση Κατίν» (Επίκεντρο, 2017) είναι καρπός επίμονης και μεθοδικής μελέτης, ενδελεχούς και διεξοδικής έρευνας των πηγών και των ιστορικών δεδομένων.

Ταυτόχρονα είναι και μια θαρραλέα και μαχητική υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας, μια ευθύβολη πολεμική εναντίον των νεοσταλινικών του σημερινού ΚΚΕ που πλαστογραφούν ανενδοίαστα την ιστορία.

Νομίζουμε ότι ξέρουμε τα πάντα, ή τουλάχιστον πολλά, για τις ωμότητες και τις θηριωδίες που σημάδεψαν την ιστορία του εικοστού αιώνα. Διαβάζοντας όμως αξιόλογες μελέτες, όπως αυτή του Κεφαλή για το Κατίν, ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν σελίδες της ιστορίας στις οποίες το ψέμα πήρε τη θέση της αλήθειας, όπου με άλλα λόγια η ιστορική αλήθεια παραχαράχθηκε προκειμένου να υποταχθεί στην πολιτική σκοπιμότητα.

Το βιβλίο «Κατίν» και ο συγγραφέας Χρήστος Κεφαλής

Στη συλλογική συνείδηση κυριαρχεί ακόμη και σήμερα στη χώρα μας η εικόνα μιας ειρηνικής Σοβιετικής Ενωσης, που δέχθηκε την επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας στις 22 Ιουνίου 1941. Αντίθετα, δεν είναι ευρέως γνωστά τα όσα έγιναν στην κατεχόμενη από τους Σοβιετικούς ζώνη της Πολωνίας στα χρόνια 1939-1941. Τότε που εκατοντάδες χιλιάδες Πολωνοί είχαν συλληφθεί και εκτοπιστεί και πολλές δεκάδες χιλιάδες εκτελέστηκαν ή πέθαναν σε φυλακές και στρατόπεδα.

Το έγκλημα στο Κατίν είναι ένας μόνον κρίκος αυτής της μακράς αλυσίδας βιαιοτήτων. Αυτή η βάρβαρη πράξη μαζικής εξόντωσης αποτελεί ακόμη ένα τραγικό επεισόδιο από την ιστορία του σταλινικού τρόμου. Η σφαγή του Κατίν χαρακτηρίζεται ωστόσο από ένα ιδιαίτερο γνώρισμα που τη διακρίνει από όλα τα άλλα μαζικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στον εικοστό αιώνα: συνδέθηκε με ένα ψέμα που άντεξε επί περίπου μισό αιώνα. Καταβλήθηκαν επίμονες και συστηματικές προσπάθειες από τους ίδιους τους θύτες για να διαγραφεί το έγκλημά τους από την ιστορία και να σβήσει από τη συλλογική μνήμη.

Ας ξετυλίξουμε όμως πρώτα το κουβάρι των γεγονότων.

Στις 23 Αυγούστου 1939, υπογράφτηκε στη Μόσχα το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, ένα σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της σταλινικής ΕΣΣΔ. Το σύμφωνο συνοδευόταν από μυστικό πρωτόκολλο που διαιρούσε την Ανατολική Ευρώπη σε δύο σφαίρες επιρροής και προέβλεπε μεταξύ άλλων τον διαμελισμό της Πολωνίας.

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η χιτλερική Γερμανία θα εισβάλει στην Πολωνία. Δύο βδομάδες αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, μονάδες του Κόκκινου Στρατού θα εισβάλουν και θα καταλάβουν το 52% των πολωνικών εδαφών. Στη διάρκεια της στρατιωτικής κατοχής της χώρας του από τις δύο σκληρότερες δικτατορίες του εικοστού αιώνα, ο πολωνικός λαός θα πληρώσει βαρύτατο τίμημα σε ανθρώπινες ζωές και σε υλικές καταστροφές.

Οι Πολωνοί αιχμάλωτοι πολέμου συγκεντρώθηκαν από τους Σοβιετικούς σε τρία στρατόπεδα, που βρίσκονταν στη Ρωσία και την Ουκρανία: του Κοζέλσκ, του Οστάσκοφ και του Σταρομπέλσκ. Ο Μπέρια, πιθανότατα σε συνεννόηση ή μετά από προτροπή του Στάλιν, με έκθεσή του προς το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΣΕ, εισηγήθηκε τη μαζική εξόντωσή τους. Οι Πολωνοί αξιωματικοί θεωρούνταν άλλωστε ορκισμένοι εχθροί της σοβιετικής εξουσίας. Επρόκειτο για επιστήμονες, καθηγητές, δικηγόρους, γιατρούς, διανοούμενους, καλλιτέχνες, πολιτικούς, μορφωμένους επαγγελματίες. Με την εξόντωση αυτής της ελίτ η πολωνική κοινωνία θα έμενε ακέφαλη, ανίκανη για ισχυρή αντίσταση στις δυνάμεις κατοχής.

Η εισήγηση του Μπέρια εγκρίθηκε από τον Στάλιν και από το Πολιτικό Γραφείο και έπειτα δόθηκαν οι σχετικές εντολές στους επαγγελματίες δήμιους της NKVD. Έτσι, τον Απρίλιο-Μάιο του 1940, περίπου 22.000 Πολωνοί αξιωματικοί εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, με μια τουφεκιά στον σβέρκο και θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους. Αυτό το μαζικό έγκλημα κρατήθηκε μυστικό από τους Σοβιετικούς θύτες. Για την τύχη των αθώων θυμάτων δεν ενημερώθηκαν καν οι οικογένειές τους και οι συγγενείς τους. Εξάλλου, μετά το έγκλημα, οι οικογένειες των δολοφονημένων εκτοπίστηκαν στο Καζακστάν. Και βέβαια η εξόριστη στο Λονδίνο πολωνική κυβέρνηση του Σικόρσκι ποτέ δεν πήρε κάποια απάντηση από τη Μόσχα σχετικά με την τύχη των «αγνοούμενων» από το 1939 Πολωνών αξιωματικών.

Όταν ο γερμανικός στρατός προωθήθηκε προς την Ανατολή, ανακάλυψε τους ομαδικούς τάφους με τα χιλιάδες πτώματα στο δάσος του Κατίν, τον Απρίλιο του 1943. Ο ίδιος ο Γκέμπελς εκμεταλλεύτηκε προπαγανδιστικά αυτό το εύρημα για να κλονίσει την αντιχιτλερική συμμαχία, δημιουργώντας προβλήματα στις σχέσεις της Μόσχας με την εξόριστη πολωνική κυβέρνηση.

Οι Σοβιετικοί αρνήθηκαν τις γερμανικές κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι Πολωνοί αξιωματικοί είχαν συλληφθεί και εξοντωθεί από τους ναζί τον Αύγουστο του 1941. Η αλήθεια για τη σφαγή στο Κατίν κρατήθηκε μυστική επί πολύ καιρό. Το Κρεμλίνο κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να φορτώσει την ευθύνη στους ναζιστές, οι οποίοι βέβαια, την ίδια περίοδο, είχαν διαπράξει τρομερές φρικαλεότητες σε όλες τις περιοχές που είχαν καταλάβει.

Για την τεκμηριωμένη εξιστόρηση των γεγονότων, ο Χρήστος Κεφαλής στηρίζεται στέρεα στα αποτελέσματα της μεθοδικής έρευνας έγκυρων ιστορικών, που αξιοποίησαν όλες τις διαθέσιμες πρωτογενείς πηγές. Χάρη σε αυτές τις έρευνες και χάρη στο μερικό άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων τα τελευταία χρόνια, σήμερα γνωρίζουμε καλά ποιοι ακριβώς ήταν εκείνοι που έδωσαν τις εντολές για τη σφαγή, ακόμη και ποιοι ήταν εκείνοι που τις εκτέλεσαν.

Γνωρίζουμε επίσης τις κατοπινές μεθοδεύσεις τους για τη συγκάλυψη και την πλαστογράφηση της ιστορικής αλήθειας: συνέλαβαν Πολωνούς συνεργάτες των ναζί και υπό την απειλή της εκτέλεσης, τους υποχρέωσαν να κάνουν ψευδείς δηλώσεις, ανέθεσαν σε ειδική επιτροπή να ερευνήσει το έγκλημα στο Κατίν, το τελικό πόρισμα της οποίας (Έκθεση Μπούρντενκο) βασίστηκε σε σημείωμα που είχαν συντάξει εκείνοι που είχαν οργανώσει τις εκτελέσεις κ.ο.κ. Στη διάρκεια της Δίκης της Νυρεμβέργης, οι Σοβιετικοί προσπάθησαν με κάθε μέσο να εγκριθούν τα συμπεράσματα της Έκθεσης Μπούρντενκο από το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο όμως αρνήθηκε να τα αποδεχθεί εξαιτίας της έλλειψης βάσιμων στοιχείων και αποδείξεων. Ωστόσο, επί περίπου μισό αιώνα, η σοβιετική προπαγάνδα κατόρθωνε να πείθει τον υπόλοιπο κόσμο ότι το έγκλημα στο Κατίν το είχαν διαπράξει οι ναζί.

Η αλήθεια για την ενοχή του σταλινικού καθεστώτος άρχισε να αποκαλύπτεται μετά την «περεστρόικα» και την «γκλάσνοστ», στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Και μόνον από τη δεκαετία του 1990 θα ριχτεί πλήρες φως στην υπόθεση Κατίν και θα αναγνωριστεί με τον πιο επίσημο τρόπο ότι το έγκλημα διαπράχθηκε με διαταγή της σταλινικής ηγεσίας. Θα δημοσιοποιηθούν μάλιστα στην πορεία και όλες οι σχετικές αποδείξεις και τα στοιχεία.

Στάλιν και Μπέρια

Στη χώρα μας ωστόσο τα στελέχη του ΚΚΕ και οι αρθρογράφοι του «Ριζοσπάστη» επιμένουν να προβάλλουν και να υποστηρίζουν τη σταλινική εκδοχή για το Κατίν, αναμασώντας κραυγαλέα ψεύδη και παραχαράσσοντας αναίσχυντα και αδίστακτα την ιστορική αλήθεια.

Ο Χρήστος Κεφαλής ανασκευάζει πειστικά και συντρίβει μία προς μία όλες τις ψευδολογίες, τις πλαστογραφίες και τις απάτες των νεοσταλινικών δημοσιολόγων του ΚΚΕ (των Ν. Μπογιόπουλου, Ε. Βαγενά, Μ. Μαΐλη, Α. Γκίκα, Σ. Λουκά κ.ά.). Αποκαλύπτει μάλιστα τις βασικές πηγές της αρθρογραφίας τους, που είναι διάφοροι ακραίοι αντιδραστικοί συνωμοσιολόγοι και τσαρλατάνοι «ερευνητές», συχνά με φασιστικές συμπάθειες και με αντισημιτικές απόψεις!

Η κυριότερη πηγή είναι ο ακροδεξιός και συμπαθών των ναζί Γιούρι Μούχιν, ένας «Ρώσος Λιακόπουλος», που δεν είναι καν ιστορικός, ο οποίος δηλώνει «πατριώτης» και αντικομμουνιστής! Στα βιβλία του συνδυάζει μεγαλορωσικό σοβινισμό, αντισημιτισμό και φιλοσταλινισμό. Τα σαθρά επιχειρήματα του Μούχιν αναμηρυκάζουν και άλλοι ανάλογου φυράματος απολογητές του σταλινισμού, όπως ο Αμερικανός Γκρόβερ Φουρ και οι Ρώσοι Σλομπότκιν, Ζούκοφ και Ιλιούχιν.

Όπως δείχνει ο Κεφαλής, στον εξωραϊσμό και την εξύμνηση των σοβινιστικών και καταπιεστικών πρακτικών του Στάλιν συγκλίνουν και συνασπίζονται ο ρωσικός νεοφασισμός με τον φιλοσταλινικό κομμουνισμό.

«Η συμπόρευση του ΚΚΕ -γράφει χαρακτηριστικά- με φασιστοειδή τύπου Μούχιν και σοβινιστές ή ανερμάτιστους ιστορικούς και προσωπικότητες όπως οι Σλομπότκιν, Φουρ, Ιλιούχιν, Ζούκοφ κ.ά. δεν είναι τυχαία. Απορρέει από την όλη τωρινή διαδικασία σταλινικής αναπαλαίωσης, που κάνει αναγκαία μια απολογία της σταλινικής κτηνωδίας».

Πράγματι, το να δηλώνει κανείς σήμερα σταλινικός -όπως το κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ- σημαίνει ουσιαστικά ότι δικαιολογεί τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα γκουλάγκ, τις μαζικές εκκαθαρίσεις, τις δίκες της Μόσχας, τον «μεγάλο τρόμο», τον λιμό στην Ουκρανία και μια σειρά μαζικά εγκλήματα που άφησαν πίσω τους εκατομμύρια νεκρούς. Όλα αυτά, όσο αποτρόπαια και αν είναι, θεωρούνται αναγκαία βήματα στην πορεία της ανθρωπότητας προς τον σοσιαλισμό.

Ο ιστορικός σταλινισμός ξαναέγραφε την ιστορία και πλαστογραφούσε μεθοδικά τα γεγονότα, προκειμένου, για παράδειγμα, να υποβαθμιστεί ο ρόλος του Τρότσκι και άλλων μπολσεβίκων ηγετών στην επανάσταση και να υπογραμμιστεί αντίθετα η πρωταγωνιστική συμβολή του Στάλιν. Δεν δίσταζε να χαλκεύει και να παραποιεί στοιχεία, για να κατασκευάζει ψευδή κατηγορητήρια με βάση τα οποία ο Στάλιν οδηγούσε τους ίδιους τους συντρόφους του στο εκτελεστικό απόσπασμα. Οι σημερινοί θλιβεροί επίγονοι θεωρούν «επαναστατικό» και «κομμουνιστικό» τους χρέος να δικαιολογούν σε κάθε περίπτωση τη σταλινική πολιτική, ακόμη και αν αυτή η στάση υπαγορεύει -όπως στην περίπτωση του Κατίν- την παραγνώριση ή και την παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας.

Έτσι και οι αρθρογράφοι του «Ριζοσπάστη», καθοδηγούμενοι από τον τυφλό κι επιθετικό φανατισμό τους, αγνοούν τα πορίσματα της σοβαρής ιστορικής έρευνας και εμπιστεύονται τις συνωμοσιολογικές ψευδολογίες αντιδραστικών απατεώνων. Αποκρύπτουν από το αναγνωστικό τους κοινό αντικειμενικά διαπιστωμένα και τεκμηριωμένα ιστορικά γεγονότα, τροποποιούν αυθαίρετα χρονολογίες και ημερομηνίες, παραποιούν το νόημα δηλώσεων και τοποθετήσεων που αποσπώνται από τα συμφραζόμενά τους και παρουσιάζονται με τρόπο που αλλοιώνει το περιεχόμενό τους.

Η στοιχειώδης διανοητική εντιμότητα επιβάλλει σε όσους έχουν δημόσιο λόγο τον κριτικό έλεγχο όλων των δεδομένων, τη διασταύρωση των στοιχείων, την αποφυγή εκείνης της ιδεολογικής προκατάληψης που γεννάει δογματική τύφλωση, ανειλικρίνεια και υποκρισία, υπεκφυγές και ψέματα.

Οι δημοσιολόγοι του νεοσταλινικού ΚΚΕ αρνούνται πεισματικά την αναμέτρηση με τα πραγματικά ιστορικά δεδομένα της υπόθεσης Κατίν. Τους ενδιαφέρει μόνον η επικράτηση της δικής τους «αλήθειας», που, όπως δείχνει ο Κεφαλής, κρύβει πίσω της ένα βουνό απάτης, ψευδών, πλαστογραφιών, θράσους και αναισχυντίας.


15 August 2021

Κατά πεύκου – λίβελλος και έκκληση!

 του Νίκου Δήμου, BHMA

Από παιδί δεν συμπαθούσα τα πεύκα. Δεν ήξερα γιατί. Τώρα ξέρω!

Όταν έβλεπα πεύκο,

δίπλα σε ψηλά λεβέντικα δέντρα – βελανιδιές, οξιές, πλατάνια, μου έμοιαζε σαν καμπούρης Καραγκιόζης, έτσι όπως έσκυβε και διπλωνότανε προς την μεριά που φυσούσε ο άνεμος. Ήταν και άσκημο – εννοούσα πως δεν είχε σχήμα. Τα άλλα δέντρα ήταν σφαιρικά και φουντωτά, ή ψηλόκορμα και ίσια – σαν τα κυπαρίσσια. Το πεύκο απλώς έγερνε, όπου το πρόσταζε ο αφέντης του ο αγέρας.

Έπειτα ήταν εκείνο το απαίσιο ρετσίνι που κολλούσε στα χέρια σου κάθε φορά που πήγαινες να πιαστείς από το κλαδί του. Όταν αγόρασα το πρώτο μου αυτοκίνητο έψαχνα να βρω μέρος να το παρκάρω αποφεύγοντας τα πεύκα. (Όταν στάξει στο αμάξωμα το ρετσίνι, χρειάζεσαι ώρα και πολύ οινόπνευμα για να το βγάλεις). Τότε έκανα την διαπίστωση πως στο ταπεινό προάστιο όπου έμενα, υπήρχαν μονάχα πεύκα. Για τα οποία οι κάτοικοι ήταν υπερήφανοι. (Κάποια στιγμή θα τα βλαστημούσαν…).


Έτσι κάποτε, σε ένα βιβλίο μου με πεζά κείμενα, γράφοντας έναν ύμνο στα Επτάνησα, είχα γράψει τα εξής:

«Α! Κέρκυρα-Κέρκυρα, που δεν γνώρισες την τυραννία του Τούρκου και την κακομοιριά του πεύκου. (Το δέντρο ραγιάς, άμορφο και άσκημο). Που μαζί με τ’ αδέρφια σου νησιά, σώζετε το όνομα της ποίησης και της μουσικής στην Ελλάδα».

Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε το 1981. Για να δείτε πόσο μακριά πάει η αντιπάθειά μου για το πεύκο.  Και είναι αλήθεια πως δεν θυμάμαι να είδα πεύκα ούτε στην Κέρκυρα ούτε στα άλλα Επτάνησα. (Εκτός από τα Κύθηρα – αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία).

Αν ανοίξετε ένα εγχειρίδιο βοτανικής η μία εγκυκλοπαίδεια θα διαβάσετε τα εξής για το πεύκο: «Το κοινό πεύκο (επιστ. Χαλέπιος πεύκη – Pinus halepensis), γνωστό με την ονομασία Χαλέπιος Πεύκη. Βρίσκεται στη Στερεά Ελλάδα, Εύβοια, στα Νησιά του Αιγαίου, στη Χαλκιδική, και στα Ιόνια νησιά (;) σχηματίζοντας δάση. Αναπτύσσεται σε χαμηλό υψόμετρο, μέχρι 1000 μέτρα. Προτιμά τις ξερές και ζεστές περιοχές και τα ασβεστολιθικά εδάφη που δεν συγκρατούν υγρασία. Από το δέντρο αυτό συλλέγεται το ρετσίνι , που προστίθεται στο κρασί για τη δημιουργία της γνωστής ρετσίνας. Το ξύλο του είναι μέτριας ποιότητας. Ο βλαστός του χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία».

Αυτά από την δική μας εγκυκλοπαίδεια, την Βικιπαίδεια. Αυτό που δεν αναφέρει η εγκυκλοπαίδεια είναι ότι το πεύκο είναι ο ΕΜΠΡΗΣΤΉΣ της Μεσογείου. Ανάβει με το τίποτα, εξαπολύει τις φλεγόμενες κουκουνάρες του σαν χειροβομβίδες σε απόσταση δεκάδων μέτρων, αναζωπυρώνεται πανεύκολα και αποτελεί το κύριο υλικό για όλες τις πυρκαγιές των Μεσογειακών χωρών και ιδιαίτερα της δικής μας.

Πριν από λίγο καιρό έτυχα να βρεθώ μπροστά σε μία αναδάσωση στην Πεντέλη. Ρώτησα και μου είπαν ότι πρόκειται για αναδάσωση ενός πευκοδάσους. «Με τι θα αντικαταστήσετε τα καμένα;» ρώτησα. «Φυσικά με νέα, μικρά πεύκα» μου απάντησαν. «Μα προς Θεού» αντέδρασα, «ετοιμάζετε την επόμενη πυρκαγιά;»

Επισήμως κάνω έκκληση στις αρμόδιες αρχές: «ΑΠΑΓΟΡΕΨΤΕ ΤΟ ΠΕΥΚΟ! Εξαφανίστε το από την Ελλάδα». Ρωτήστε τους ειδικούς. Τα περισσότερα δέντρα που καίγονται σε αυτή τη χώρα είναι πεύκα! Καταργήστε τα! Τι θα μας λείψει; Η ρετσίνα; Οι περισσότεροι ξένοι που την δοκιμάζουν – την φτύνουν! Έχουμε πολύ καλύτερα κρασιά σε όλες τις κατηγορίες.  Η ρετσίνα ήταν μία λύση ανάγκης όταν δεν είχαμε τα μέσα να συντηρήσουμε τα κρασιά. Και το μέλι που παράγεται από τα πεύκα είναι χαμηλής ποιότητας.

Το μόνο που θα μας λείψει, αν φύγουν τα πεύκα, είναι οι πυρκαγιές. Και μετά τις τελευταίες εμπειρίες, νομίζω πως δεν θα τις νοσταλγήσουμε καθόλου.

Ύστερα από τις φωτιές έρχεται η ώρα της αναδάσωσης. Προς Θεού – όχι πεύκα! Ξέρω, φυτρώνουν εύκολα και γρήγορα. Αλλά πώς καίγονται!

14 August 2021

TYN - Μια ερωτική εμπειρία, μετά μουσικής

 της Ντίνας Σ.

Γνωρίστηκα με ένα συνάδελφο μουσικό, εγώ τότε στα 35 μου, περί τα 38 αυτός. Πρώτο φλάουτο στη συμφωνική ορχήστρα εγώ, όμποε αυτός, δεξιά δίπλα μου. Παίζαμε στις πρόβες και στις συναυλίες μαζί, συνεννοούμασταν για κάποια δύσκολα σημεία, κάναμε και ιδιαίτερες πρόβες για να συντονιστούμε, όπως και με τα άλλα όργανα εξ άλλου, δεν ήθελε και πολύ να φτάσουμε και σε προσωπικές αισθηματικές προσεγγίσεις.

Εγώ είχα βγει πρόσφατα από μια περίεργη σχέση και ήθελα ερωτική ηρεμία, αυτός δεν κατάλαβα ακριβώς πού βρισκόταν ερωτικά, ούτε και θα τον ρωτούσα, αν δεν έπαιρνε πρωτοβουλία να μου το πει ο ίδιος. Μετά από μερικά χάδια και πεταχτά φιλάκια, λίγες εβδομάδες μετά τη στενότερη γνωριμία μας αποφασίσαμε να πάμε σε κοντινό ξενοδοχείο μετά την πρόβα. Πήγαμε με το αμάξι μου, ανεβήκαμε στο δωμάτιο, βγήκαμε από το ντους και πέσαμε στο κρεβάτι.


Θα είχαν περάσει 3-4 λεπτά με προκαταρκτικά φιλιά και χάδια, όταν μπήκε μέσα μου και άρχισε να τρέχει υπέροχα ο ερωτικός χρόνος. Εγώ έμενα μάλλον ήρεμη και απολάμβανα την ηδονή με κλειστά μάτια, πρέπει να μουρμούριζα και κάποια μελωδία.

Ξαφνικά, χρααατς τρώω ένα χαστούκι! Σεισμός, πετάγομαι επάνω, κοιτάω γύρω μου, τον ρωτάω τι έγινε, τι έπαθες, γιατί με κατέβασες μ’ αυτό τον βίαιο τρόπο από τον έβδομο ουρανό; Γέλαγε περίεργα αυτός, «Μου άρεσες έτσι που ηδονιζόσουν, χαμογελούσες και μουρμούριζες», μου απαντάει…

Στην αρχή φοβήθηκα, σκέφτηκα προς στιγμή μήπως έπεσα σε κανένα βίαιο ανώμαλο, αλλά δεν μου φαινόταν έτσι. Τον ήξερα τόσο καιρό κι από τη δουλειά, δεν γυάλιζε το μάτι του που λέμε. Του λέω, μην το ξανακάνεις αυτό μαζί μου! Αν το έχεις συνηθίσει με άλλες, με μένα δεν ισχύει, δεν θέλω οτιδήποτε βίαιο, μόνο χάδια και φιλιά θέλω. Μου ζήτησε συγγνώμη, «Καλά δεν θα ξαναγίνει, έλα να συνεχίσουμε.»

Πιάσαμε πάλι το μαγκανοπήγαδο από την αρχή, είναι αδύνατον να κουμπώσεις βέβαια στην προηγούμενη χρονική στιγμή που διέκοψες. Εγώ είχα κάποια επιφύλαξη, μου αρέσει μεν να κλείνω τα μάτια όταν ηδονίζομαι, αλλά τώρα παρακολουθούσα με ένα μισάνοιχτο μάτι, μήπως συμβεί κάτι απρόβλεπτο. Πάνω εκεί, χωρίς να αντιληφθώ πώς κινήθηκε, χρααατς, τρώω πάλι ένα χαστούκι.

«Είσαι με τα καλά σου παιδάκι μου» του λέω, αφού τον έσπρωξα από πάνω μου. «Τι είπαμε μόλις πριν, τι μου απάντησες;» «Μου ήρθε αυθόρμητα έτσι που σε κοίταζα», μου λέει αυτός. Σηκώνομαι, φοράω στα γρήγορα το κοντό παντελονάκι και τη μπλούζα μου, ρίχνω στην τσάντα τα εσώρουχά μου και βγαίνω από το δωμάτιο. «Καλά, πώς κάνεις έτσι, πρωτάρα είσαι;» μου έλεγε την ώρα που κατάλαβε ότι του έδωσα απολυτήριο (tyn) και φεύγω οριστικά. Πάω κάτω, λέω στην Reception θα σας πληρώσει ο κύριος που έρχεται. Η υπάλληλος εκεί  κατάλαβε ότι ήμουν αναστατωμένη, «Σας συνέβη τίποτα;» με ρωτάει. Δεν απάντησα και πήγα στο αμάξι…

Προσπάθησε αυτός να με πάρει τηλέφωνο,  έστειλε και sms, μπλόκαρα το νούμερό του και ήταν πια βέβαιο ότι δεν επρόκειτο να ξαναμιλήσω μαζί του έξω από τη δουλειά.

Στην επόμενη πρόβα δεν ήρθε αυτός, λέω μετά στο διευθυντή «Αν είναι δυνατόν να αλλάξω θέση με το δεύτερο φλάουτο, γιατί με αποσυντονίζουν τα όμποε.» Κάτι ψυλλιάστηκε ο μαέστρος, αλλά δεν ρώτησε. Ήμουν, βλέπεις, αρκετά έμπειρη για να με αποσυντονίσουν τα γειτονικά όργανα.

Στη μεθεπόμενη πρόβα ήρθε ο χαστουκιστής, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, πήγε να καθίσει δίπλα μου, του εξήγησε όμως η συνάδελφος που έπαιζε το δεύτερο φλάουτο, ότι θα μείνει στην παλιά θέση του και θα βρίσκονται πλέον οι δυο τους δίπλα-δίπλα.

Πέρασαν αρκετοί μήνες, έγιναν πολλές πρόβες και συναυλίες, έκανε κάποιες προσπάθειες ο χαστουκιστής να μου μιλήσει, δεν έδινα σημασία, ήταν αέρας για μένα. Κοίταζα μόνο τις σημειώσεις στην παρτιτούρα  της διπλανής μου και καταλάβαινα τι συνεννοήσεις είχε κάνει με τα όμποε. Το άκουγα εξ άλλου από το μαέστρο αλλά και κατά την εκτέλεση.

Κάποια στιγμή, μετά από ένα χρόνο περίπου, μετακόμισα από την ελληνική επαρχία  στο εξωτερικό και βρήκα θέση δεύτερου φλάουτου σε γερμανική συμφωνική ορχήστρα μιας μεσαίας πόλης. Από κει γράφω τώρα…

(ΥΓ: Το φλάουτο μπορεί να είναι κλαρινέτο και το όμποε φαγκότο, μην τα παίρνετε επακριβώς και ψάχνετε να βρείτε ποιος και ποια είμαστε).

13 August 2021

Ο θαρραλέος Μακρής-Στάικος

 του Τάκη Θεοδωρόπουλου, Καθημερινή, 12/08/2021 

Ο Κίτσος Μαλτέζος δολοφονήθηκε την 1η Φεβρουαρίου του 1944 μπροστά από το άγαλμα του Βύρωνα, στο κέντρο της Αθήνας. Δολοφόνοι του, τέσσερα στελέχη της ΟΠΛΑ, της τρομοκρατικής οργάνωσης του ΚΚΕ. Ο Ρόδης Ρούφος, στο μυθιστόρημα «Το χρονικό μιας σταυροφορίας», τον ιχνογράφησε ως τον εμβληματικό ήρωα της γενιάς του. Χαρισματικός ρήτορας, τρόμαζε με το ανεξάρτητο πνεύμα του την οργάνωση, που καλλιεργούσε ανδρείκελα. Τρόμαζε ακόμη περισσότερο τους νεαρούς αστούς, που είχαν ανακαλύψει την αλήθεια της ζωής τους στον μαρξισμό. 

Ο Aδωνις Αχιλλέα Κύρου, που έδωσε την εντολή για τη δολοφονία του, ήταν παιδικός φίλος του Μαλτέζου. Και ήξερε πως θα μείνει ατιμώρητος, αφού η επιρροή της οικογενείας του τον βοήθησε να διαφύγει τη σύλληψη και την τιμωρία. Oλα αυτά τα περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ο Πέτρος Μακρής Στάικος στο αριστούργημά του «Κίτσος Μαλτέζος, ο αγαπημένος των θεών». 

Ο Στάικος είχε τρία χαρίσματα. Ήταν αρχειοφάγος, ρωτούσε, έψαχνε, διασταύρωνε. Hταν δεινός αφηγητής. Και δεν ήταν πανεπιστημιακός. Κοινώς, δεν έγραφε φορώντας τον κορσέ της «πειθαρχίας», που αποχυμώνει τη γραφή. Επιπλέον, πίστευε ότι η ύπαρξη δεν κρίνεται από τις ιδεολογίες, αλλά από τους ανθρώπινους χαρακτήρες, και ότι μπορεί τα πιο ποταπά αισθήματα, όπως ο φθόνος, να αποδειχθούν ισχυρότερα και από τα πιο εξοπλισμένα προγράμματα. Oταν πρωτοδιάβασα τον «Μαλτέζο» του, στο γραφείο μου στην Ωκεανίδα, πριν από την έκδοσή του, κατάλαβα πόσο ρόλο έπαιξε στην Ιστορία μας ο φθόνος απέναντι στους χαρισματικούς χαρακτήρες. Στη δεκαετία του ’20 ο Iων Δραγούμης, στη δεκαετία του ’30 ο Συκουτρής, στη δεκαετία του ’40 ο Κίτσος Μαλτέζος. Διαφορετικοί, όμως χαρισματικοί και οι τρεις.

Όταν εκδόθηκε το βιβλίο, το 2000, η ατμόσφαιρα δεν έμοιαζε έτοιμη να το υποδεχθεί. Για πολλές δεκαετίες η έκφραση «εθνική συμφιλίωση» σήμαινε πολύ απλά την πλήρη αποδοχή των μύθων που είχε επιβάλει η Αριστερά για την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Η πανεπιστημιακή κοινότητα, ως επί το πλείστον, εργαζόταν για να μετατρέψει τον μύθο σε ιστορική αλήθεια. Το «Χρονικό» του Ρούφου είχε ξεχαστεί στην πρώτη του έκδοση από τον Κέδρο.

Ο Στάικος, όμως, στηριζόταν στην αυτοπεποίθηση που του προσέφερε η έρευνά του και, όπως είπα, δεν ήταν πανεπιστημιακός. Δεν κινδύνευε να μην τον ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές του τομέα. Και το βιβλίο έγινε εμπορική επιτυχία. Απόδειξη ότι δεν γίνεται εμπορική επιτυχία μόνον η χαμηλή ποιότητα. Ένδειξη, επίσης, ότι κάτι άρχιζε να αλλάζει στην ατμόσφαιρα. Ήταν τα χρόνια που δημοσίευαν και οι «αναθεωρητές» ιστορικοί, ο Καλύβας και ο Μαραντζίδης.

Έχω εκδώσει τρία βιβλία του Στάικου ως συνεργάτης της Λουίζας Ζαούση στην Ωκεανίδα. Έφυγε ένας χαρισματικός συγγραφέας. Είχε πολλά να δώσει ακόμη.


Το αυτοκαταστροφικό πείσμα ενός ιδιαίτερου δεξιού. 

Ο Νίκος Κ. Αλιβιζάτος γράφει για τον Πέτρο Μακρή-Στάικο, ο οποίος πέθανε πριν από λίγες ημέρες. Καθημερινή, 13/8/2021

Πώς είναι δυνατόν να είσαι δεξιός στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και ταυτόχρονα αντιχουντικός, πολέμιος της μοναρχίας και αντικληρικαλιστής (για να μην πω άθεος); Πολύ περισσότερο όταν, μετά τον εξευτελισμό όχι μόνο του αντικομμουνισμού, αλλά και του άλλου ιδρυτικού πυλώνα της ιδεολογίας σου, του εθνικισμού, από τους συνταγματάρχες, διαπιστώνεις, το 1974, πόσο μόνος είσαι;

Σε αυτήν ακριβώς την παραζάλη βρέθηκε ο Πέτρος Μακρής - Στάικος, το καλοκαίρι της μεταπολίτευσης. Φρέσκος πτυχιούχος Νομικής, εργαζόταν τότε στο γραφείο που μόλις είχε ανασυστήσει στην οδό Δημοκρίτου, στην Αθήνα, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος. Μαζί του μάλιστα συνέταξε την πολύκροτη μήνυση κατά των πραξικοπηματιών. Φίλοι από τα εφηβικά μας χρόνια, μαθητής στη Σχολή Παναγιωτοπούλου εκείνος, στο Πειραματικό εγώ, συνδεθήκαμε στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όταν μια εμπνευσμένη Γαλλίδα καθηγήτρια, φανατική γκωλική, η Ελένη Καλαντζή, χήρα ενός αγωνιστή της Αριστεράς από τον Βόλο, μας έμαθε να σκεπτόμαστε πολιτικά: ο στρατηγός, επειδή το έλεγε η ψυχή του, έσωσε την τιμή της Γαλλίας το 1940 και τη δημοκρατία της το 1958. Στοιχηματίζω ότι το πρότυπο του μοναχικού ηγέτη, που θυσιάζει όλα τα εγκόσμια για έναν ευγενή σκοπό, θα πρέπει να τον ενέπνευσε από τότε.

Στη Νομική, όπου πετύχαμε και οι δύο το 1967, τον θυμάμαι να κατσαδιάζει κάποιους συμφοιτητές μας, που επιπόλαια είχαν δεχτεί να διοριστούν στη διοίκηση της «Θέμιδoς». Η απάντηση ενός από αυτούς (μετέπειτα αρχισυνδικαλιστή της Δεξιάς στον ΔΣΑ) τον είχε εκνευρίσει όσο δεν λέγεται: «Μα εσύ μεγάλωσες με χρυσά κουτάλια στο Κολωνάκι. Εγώ, πώς θα γίνω κάτι;».

Γόνος παλιάς οικογένειας αγωνιστών της Αιτωλοακαρνανίας, μεγαλωμένος ανάμεσα σε σπαθιά, πιστόλες, πίνακες και άπειρα άλλα κειμήλια ενός «ηρωικού» παρελθόντος σε ένα διαμέρισμα της Πατριάρχου Ιωακείμ, θαύμαζε τον πατέρα του, πολιτευτή της ΕΡΕ, τον οποίο, όπως έλεγε, η χούντα ήταν εκείνη που κατέστρεψε στις 21 Απριλίου. Γιατί τον Μάιο του 1967 ήταν βέβαιος ότι θα εκλεγεί. Τίμιος άνθρωπος, ταλαιπωρημένος από την Αριστερά κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς μερικοί συνοδοιπόροι του από τα χρόνια της Κατοχής, άλλοι στελέχη της ΠΕΑΝ και άλλοι του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, είχαν δεχτεί τώρα, υπουργοποιούμενοι, να υπηρετήσουν τους «άξεστους» χουντικούς.

Στο έτος μας, ο Πέτρος διακρίθηκε πολύ γρήγορα με το νομικό μυαλό και την παρρησία του. Ο Ιωάννης Σόντης –το «επιτελικό» μυαλό της Σχολής μας εκείνα τα χρόνια, στον οποίο τόσο πολλά οφείλουμε δυο τουλάχιστον γενιές καθηγητών– τον ξεχώρισε με τον Τάκη Παπανικολάου, τον μετέπειτα καθηγητή του Αστικού, προσφέροντάς του υποτροφία για τη διάσημη Νομική του Μονάχου. Από εκεί και πέρα ο δρόμος της ανόδου θα ήταν γι’ αυτόν ολάνοιχτος. Τότε άρχισε να μαθαίνει και γερμανικά. Η κακή υγεία της μητέρας του και ο θάνατος του πατέρα του, το 1973, δεν τον άφησαν να κάνει το μεγάλο ταξίδι τότε. Μεγάλα οικογενειακά χρέη και μια ατέλειωτη κτηματική αντιδικία στο Αγρίνιο –που δεν πήγε τελικά καλά– δεν του άφηναν άλλα περιθώρια από τη μαχόμενη δικηγορία.

Έτσι, προτού καλά καλά συμπληρώσει τα τριάντα, ανέλαβε τις αστικές υποθέσεις του γραφείου Λυκουρέζου. Αυτές τον απορρόφησαν τελείως. Κάποια στιγμή θέλησε να συνεχίσει μόνος. Τότε ήταν που αποκάλυψε, με το χαρακτηριστικό πείσμα του, την υπόθεση του «γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού», η οποία, όχι μόνο δεν τον δικαίωσε στους κύκλους της Νέας Δημοκρατίας, αλλά παρ’ ολίγον να του κοστίσει ακριβά: είχε ανακαλύψει ότι αυτοί που κυρίως επωφελήθηκαν από το μεγάλο εκείνο σκάνδαλο, δεν ήταν οι Πασόκοι, όπως όλοι νόμιζαν, αλλά κάποιοι προσκείμενοι στη Ν.Δ.

Να ήταν η απογοήτευση αυτή που τον έσπρωξε προς τα παλιά ή μήπως η όψιμη συνειδητοποίηση μιας κρυφής φλέβας; Στράφηκε έτσι προς την Ιστορία και μάλιστα όχι όποια κι όποια, αλλά προς τις περιπέτειες της δεκαετίας του 1940. Μια «μυθική» προσωπικότητα για τη γενιά του πατέρα του, ο Κίτσος Μαλτέζος, που τον είχε δολοφονήσει η ΟΠΛΑ επί Κατοχής στο κέντρο της Αθήνας, τράβηξε τότε την προσοχή του.

Ήρωας της «Ρίζας του μύθου» του Ρόδη Ρούφου και της «Τειχομαχίας» του Θεόφιλου Φραγκόπουλου, ο Μαλτέζος, είχε κι αυτός αποφοιτήσει το 1940 από το «Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον» – όπως ονομαζόταν τότε η Σχολή Παναγιωτοπούλου. Προτού αναδειχθεί σε ηγέτη των δεξιών φοιτητών στο Πανεπιστήμιο, δεν είχε απλώς «περάσει», αλλά διαπρέψει στον χώρο της Αριστεράς, στην οποία εντάχθηκε πρώτα. Δεινός ρήτορας, μαγνήτιζε το ακροατήριό του και είχε τεράστιες επιτυχίες στο άλλο φύλο.

Τον ερωτεύτηκαν τότε μερικές από τις γοητευτικότερες Αθηναίες της εποχής. Το ενδιαφέρον είναι ότι, για τη συγγραφή του βιβλίου του –που ήδη κυκλοφορεί σε β΄ έκδοση από τις εκδόσεις της «Εστίας»– ο Μακρής πέρασε άπειρες ώρες στα ΑΣΚΙ, τα αρχεία του ΚΚΕ (εσωτερικού), όπου τον βοήθησαν συναγωνιστές του Μαλτέζου από τον χώρο κυρίως της Αριστεράς (Αλέξανδρος Αργυρίου, Κώστας Φιλίνης, Γρηγόρης Φαράκος και άλλοι). Πρόκειται για ένα βιβλίο υποδειγματικό, καλογραμμένο, χωρίς εμπάθεια και με πολύτιμες πληροφορίες, το οποίο θα μπορούσε να είχε υποστηριχθεί ως διδακτορική διατριβή στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου.

Καρπός πολύχρονης και ακόμη συστηματικότερης προσπάθειας ήταν το δεύτερο βιβλίο του Μακρή, ο «Άγγλος πρόξενος». Σε αυτό καταπιάνεται από άλλη σκοπιά με την ιστορία της Κατοχής, έχοντας αυτή τη φορά ως επίκεντρο τη δράση των μυστικών υπηρεσιών των συμμάχων, κυρίως των Βρετανών, στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Οπως ακριβώς είχε συμβεί και με τη βιογραφία του Μαλτέζου, η δουλειά του Μακρή παρασέρνει τον αναγνώστη στην ατμόσφαιρα μιας εποχής μοναδικής, όχι μόνο για τους ηρωισμούς, αλλά και για τις αθλιότητές της. Και αυτό, χωρίς να ενδίδει σε «προερμηνευτικές» επιλογές, ιδεολογικές ή άλλες. Μόνο στον πρόλογο και τον επίλογο ο συγγραφέας αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει για τις «προκαταλήψεις» του, κάτι που θα ήταν γελοίο να μην του αναγνωρίσει κανείς ως αυτονόητο δικαίωμά του. Ακόμη μέμφομαι τον εαυτό μου που, σε μια βιβλιοκρισία που δημοσίευσα όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, πείραξα δημόσια τον Πέτρο γι’ αυτή την «ομολογία» του. Του θύμισα τότε ένα περιστατικό των φοιτητικών μας χρόνων, χωρίς να φανταστώ πόσο πολύ θα τον πλήγωνα.

Ευφυής, πεισματάρης, αλύγιστος σε ζητήματα ηθικής, ο Πέτρος Μακρής - Στάικος τράβηξε από μικρός τον δικό του δρόμο. Το έκανε, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που αυτό θα είχε, προπάντων για τον ίδιο του τον εαυτό, είτε επρόκειτο για το επαγγελματικό πεδίο είτε για το καθαρά προσωπικό. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι πέθανε πάμπτωχος, χωρίς οικογένεια, μόνος με τα γραπτά του. Ένα ιδιαίτερο είδος ανθρώπου μιας άλλης εποχής.

Ο Πέτρος Μακρής Στάικος πέθανε πριν από λίγες μέρες, σε ηλικία 72 ετών.

10 August 2021

Το πεύκο

 του Σ.Φρ.

Στο Ζούμπερι Αττικής είχαμε σε ένα κτήμα από το 1950 περίπου ένα παλιό και πολύ μεγάλο πεύκο, όλη η περιοχή ονομαζόταν εξ αυτού "το Πεύκο". Χρειάζονταν 2-3 παιδιά για να το αγκαλιάσουμε! Ήταν ιδανικός χώρος για μας τα παιδιά, από τη δεκαετία του '50, γιατί από κάτω δεν φύτρωνε τίποτα και μπορούσαμε να κάνουμε παιχνίδια που απαιτούσαν χώρο. Πολλά από τα γειτονόπουλα εκείνης της εποχής, 10-15 άτομα, είναι τώρα στα κοινωνικά δίκτυα και συζητάμε ακόμα.

Παρέα κάτω από το πεύκο

Κάποτε στη δεκαετία του '80 πήρε ο πατέρας μας ειδοποίηση από τη ΔΕΗ, κοντά 90 ετών πλέον, να κόψει το πεύκο για να μην φτάσουν τα κλαδιά στα σύρματα του ηλεκτρισμού. Εγώ έλειπα στο εξωτερικό και τα μάθαινα απλοποιημένα. Επί πολλά χρόνια, κλάδεψε από δω, κλάδεψε από κει, είχε αποδεκατιστεί πλέον το δέντρο και κινδύνευε να προκαλέσει ζημιά πέφτοντας. 

Αναγκάστηκε έτσι να το κόψει, αλλά δεν έβλεπε πλέον καλά και δεν άκουγε καθόλου. Εξηγούσε λοιπόν σε έναν αδελφό μου την τεχνική που είχε σκεφτεί για την καθαίρεση του πεύκου, όταν ο αδελφός τού έλεγε ότι δεν μπορείς να το ρίξεις το πεύκο, ρε πατέρα, θα πέσει και θα σε πλακώσει: «Θα σκάψω ένα χαντάκι γύρω γύρω στον κορμό και όπου βρίσκω ρίζες θα τις κόβω». Μα δεν γίνεται, του απαντούσε ο αδελφός μου, οι περισσότερες ρίζες είναι προς τα κάτω. Χμμμ, σωστό κι' αυτό! Μετά ερχόταν νέο σχέδιο: «Θα πριονίσω τον κορμό και θα τον δέσω με ένα σκοινί για να τον τραβήξω. Μόλις το δω να πέφτει, θα το βάλω στα πόδια. «Μα δεν βλέπεις βρε πατέρα και το πεύκο πέφτει πιο γρήγορα από όσο θα τρέξεις εσύ», διαφωνούσε ο αδελφός μου. Χαμογελούσε ο πατέρας μας: «Θα το ακούσω βρε που θα σπάει το ξύλο.» Πώς θα το ακούσεις αφού δεν ακούς... «Ε, τόσο λίγο ακούω.» Οργάνωνε δηλαδή μελετημένη αυτοκτονία ο πατέρας μας!

Την ημέρα που είχε κανονιστεί να πέσει το πεύκο, έφερε ο αδελφός μου από τη γειτονική Νέα Μάκρη 3-4 εργάτες, οι οποίοι προετοίμασαν τη δουλειά. Ο πατέρας μας δεν τους έβλεπε καλά, νόμιζε ότι είναι περαστικοί γείτονες που κοίταζαν από περιέργεια και ανέλαβε να τους εξηγεί ο ίδιος τι θα κάνει. Οι εργάτες ήταν δασκαλεμένοι και συμφωνούσαν σε όλα με όσα άκουγαν. 

Έκοψαν λοιπόν με το μεγάλο αλυσοπρίονο σε κάποιο βάθος τον κορμό και μετά άρχισαν να τραβάνε σκοινιά που είχαν δεθεί στα χοντρά παρακλάδια, όλοι μαζί. «Τράβα μαστρο-Γιώργη» φώναζαν στον πατέρα μας, τράβαγε κι αυτός... Στο τέλος έπεσε το πεύκο. Ο αδελφός μου πλήρωσε τους εργάτες, πήραν αυτοί και κάποια ξύλα από τον κορμό που έπεσε και τους αποχαιρέτησε, οπότε του λέει ο πατέρας μας: «Είδες που το έριξα; Αλλά βοήθησαν και οι γείτονες!»