14 March 2007

Η τουρκοκρατία, μέρος III

(Παραπομπή στο πρώτο μέρος >>>)

Τα ορθόδοξα συγχωροχάρτια


Η αναρρίχηση στον πατριαρχικό θρόνο με την εξαγορά (βλέπε προηγούμενα) ήταν το πρώτο βήμα για μια πορεία συσσώρευσης πλούτου και επέκτασης εξουσιών. Ένας από τους συνηθέστερους τρόπους πλουτισμού των πατριαρχών ήταν η διακίνηση των συγχωροχαρτιών, μια δραστηριότητα που φαίνεται να άρχισε κατά το 15ο αιώνα, πριν ακόμα αλωθεί η Πόλη από τους Οθωμανούς, και να τελείωσε στα μέσα του 20ου, πιθανόν περί το 1957 (πατριάρχης Ιεροσολύμων Τιμόθεος)! Αν και σήμερα αποσιωπούνται τα συγχωροχάρτια στην επίσημη (σχολική) Ιστορία και η μόνη αναφορά σ' αυτά γίνεται σε σχέση με την παπική Εκκλησία, ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος έγραφε το έτος 1715 ότι τα ορθόδοξα συγχωροχάρτια αποτελούν «συνήθεια και παράδοσιν αρχαία».

 


Το έτος 1727 επικύρωσε μια ορθόδοξη σύνοδος τη «νομιμότητα» αυτών των χαρτιών με μόνο περιορισμό να εκδίδονται από τα πατριαρχεία Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας, Ιερουσαλήμ και Αντιοχείας και όχι από άλλους κληρικούς, προφανώς για να αποφευχθεί κάποια πληθωριστική διακίνηση. Μάλιστα στα πρακτικά της συγκεκριμένης ορθόδοξης συνόδου παρέχονται και υπηρεσίες ορολογίας: «...η μεν ανατολική του Χριστού Εκκλησία ονομάζει συγχωροχάρτια, Λατίνοι δε ταύτα καλούσιν ιντουλγκέντζας» (βλέπε Φίλιππος Ηλιού: «Τα συγχωροχάρτια», Περιοδικό «Τα Ιστορικά»)

Τα συγχωροχάρτια αγοράζονταν, τόσο από συγκεκριμένα πρόσωπα, όσο και από ομάδες, π.χ. «κάτοικοι Κυδωνίας Κρήτης», χωρίς να εξετάζεται αν είχαν επισκεφτεί αυτά τα άτομα ή οι αντίστοιχες ομάδες κάποιο πατριαρχείο ή κάποια επισκοπή. Όχι ότι θα έπαιρνε αυτή η ιστορία εμπορικής εκμετάλλευσης της όποιας «πίστης» κάποια διαφορετική σημασία, αν είχε θεσπιστεί η αυτοπρόσωπη παρουσία. η «διευκόλυνση» στην απόκτηση των χειρόγραφων ή τυπωμένων συγχωροχαρτιών δείχνει όμως ότι αποκλειστικός στόχος τους ήταν ο πλουτισμός του εκδότη τους και δεν υπήρχε ούτε ίχνος, έστω παραστρατημένης θεοσέβειας!

Συνήθως κυκλοφορούσε ένας εκπρόσωπος κάθε πατριαρχείου και διέθετε σε κάθε ενδιαφερόμενο τέτοια χαρτιά, έναντι του σχετικού αντιτίμου. Όταν μάλιστα παρουσιαζόταν καθ' οδόν μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ζήτηση και τελείωναν τα έντυπα, στα οποία χρειαζόταν απλώς να συμπληρωθεί το όνομα του «συγχωρουμένου» προσώπου, εζητείτο γραπτώς από τη διοίκηση του εκάστοτε πατριαρχείου η αποστολή νέων. Αυτή η αλληλογραφία με απολογισμό εσόδων έχει εν μέρει διασωθεί κι έτσι έχουν γίνει γνωστά διάφορα περιστατικά (Φίλιππος Ηλιού)

Το είδος των αμαρτημάτων που «συγχωρούνταν» δεν αναγραφόταν στα έντυπα, αλλά εκάλυπταν αμαρτίες νεκρών (κυρίως από το πατριαρχείο Κων/πολης) και αμαρτίες ζωντανών, αμαρτίες εξομολογημένες και αμαρτίες ανομολόγητες, ως και αμαρτίες που επρόκειτο να διαπραχθούν νυν και αεί. ήταν λοιπόν συγχωροχάρτια «γενικής δράσης». Συχνά αναφερόταν δε ότι ο «αναμάρτητος», πλέον, είχε καταβάλει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό!
Στη Δύση πρέπει να εμφανίστηκαν τα συγχωροχάρτια επί πάπα (άγιου) Γρηγορίου Ζ' (Hildebrand της Sovana), τον 11ο αιώνα. Η συστηματική εκμετάλλευσή τους έγινε από τον Ουρβανό Β' (Odo de Chatillon), στα χρόνια της 1ης Σταυροφορίας, και δίδονταν σ' όσους συμβάλανε οικονομικά στην ανοικοδόμηση της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Ο ίδιος έδωσε το προνόμιο έκδοσης συγχωροχαρτιών για τη γερμανική Σαξονία σε μια αδελφή του. από εκεί κληρονόμησε αργότερα το εκδοτικό προνόμιο ένας άπληστος επίσκοπος, ο οποίος πλημμύρησε τη Γερμανία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προκαλέσει αργότερα την αγανάκτηση του Λούθηρου.

Κάποια μεταγενέστερη εποχή φαίνεται να εξεδήλωσε ο πάπας της Ρώμης τη δυσφορία του για την καταπάτηση του αποκλειστικού «δικαίωματός του» (!) λόγω έκδοσης συγχωροχαρτιών από τους Ορθοδόξους, οπότε η αντίδραση των Ανατολικών ήταν αποφασιστική, όπως συμβαίνει πάντα σε θέματα θεολογικών αρχών: «... το δε λέγειν αποκεκληρωμένος έχει την εξουσίαν του διδόναι ταύτα μόνον ο Ρώμης Πάπας, ψεύδος εστί προφανές και της των Λατίνων ατόπου καινοτομίας» (Ι.Ν. Καρμίρης: Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία).

Στα τέλη του 17ου αιώνα εκδηλώθηκε στάση από τον ηγούμενο της μονής του Σινά, Ανανία, ο οποίος βρισκόταν σε ανταγωνισμό με την Ιερουσαλήμ για την προσέλκυση «πιστών» στα προσκυνήματα. Με την ανεξαρτητοποίησή του εξέδωσε ο Ανανίας δικά του συγχωροχάρτια, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την έχθρα των τεσσάρων ορθόδοξων πατριαρχών. Του καταλόγισαν λοιπόν σε πατριαρχική σύσκεψη την αποστασία αλλά πρωτίστως την οικειοποίηση του «δικαιώματός» τους για έκδοση χαρτιών συγχωρήσεως από πάσης αμαρτίας: «... ετόλμησε διαμερίζειν και συγχωροχάρτια στάμπινα ο ηγούμενος, όπερ μόνον τοις Πατριάρχαις εφειμένον εστί», όπως αναφέρεται σε εγκύκλιο που εξέδωσε το έτος 1689 ο πατριάρχης Κων/πόλεως Καλλίνικος. Εδώ μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο ηγούμενος Ανανίας έδειξε κλασική αχαριστία παραγιού, ο οποίος έμαθε την τέχνη πλουτισμού κοντά στους μαΐστορες και θεώρησε καλό να αυτονομηθεί και να «δουλεύει» πλέον για δικό του λογαριασμό...

Κατά τα τελευταία χρόνια, μετά τις δημοσιεύσεις του Φ.Ηλιού θυμήθηκαν διάφοροι εκκλησιαστικοί παράγοντες να ασχοληθούν με το «ξεχασμένο» και «αποσιωπημένο θέμα» των ορθόδοξων συγχωροχαρτιών. Kατάληξη αυτής της ενασχόλησης ήταν, αρχικά η ομολογία ότι αυτά (φυσικά) υπήρχαν και στη συνέχεια ακολουθούσε η προσπάθεια συσκότισης: ήταν για καλό σκοπό τα ορθόδοξα συγχωροχάρτια, όχι σαν τα παπικά, τα οποία ήταν για εμπόριο. «Η παπική θεολογία, το παπικό υπόβαθρο που σχετίζεται με τα Συγχωροχάρτια δεν υπάρχει σε μας. Απλούστατα απαντούν στον λαό, ότι «Κι εμείς συγχωρούμε» και βγάλανε αυτά τα κείμενα που είναι ΣΑΝ Συγχωροχάρτια, "οιωνεί Συγχωροχάρτια"» (κληρικός και καθηγ. πανεπιστημίου Γ. Μεταλληνός).

Καταρχάς, η δήθεν απουσία «θεολογικού» υποβάθρου για τα συγχωροχάρτια στην Ανατολή που διαπιστώνει με ευχαρίστηση ο κ. Μεταλληνός, αποτελεί ανακρίβεια, αφού υπάρχει απόφαση πατριαρχικής συνόδου του 1727. Συνεδρίασαν οι πατριάρχες χωρίς τη συνδρομή του Αγίου Πνεύματος; Σίγουρα, δεν έχει εντοπιστεί ή αποκρύπτεται στα αρχεία κάποια μακροσκελής αιτιολόγηση, πιθανόν επειδή δεν βρέθηκε ή δεν τόλμησε κανείς να αμφισβητήσει δημόσια τα συγχωροχάρτια κι έτσι έμεινε η «θεολογική πραγματεία» στα αζήτητα. Είναι γνωστό ότι πολύ συχνά κατήγγειλαν εκκλησιαστικοί κύκλοι στην οθωμανική διοίκηση αντιφρονούντες χριστιανούς ως «αιρετικούς» ή «στασιαστές» και από εκεί κατέληγαν οι καταγγελόμενοι σε βασανιστήρια και σε εκτέλεση (θα δημοσιεύσουμε σύντομα σχετικά καταγγελτικά κείμενα του οικουμενικού πατριαρχείου κατά δυστροπούντων χριστιανών).

Αλλά και στην απλούστερη των δυνατών εκδοχών, ο κ. Μεταλληνός ισχυρίζεται ότι κυκλοφόρησαν οι Ανατολικοί τα συγχωροχάρτια, περίπου επί 5 αιώνες, μόνο για λόγους ανταγωνισμού, για να μην φανούν υποδεέστεροι των Δυτικών! Νέο καπέλο, εσείς, νέο κι εμείς, νέο αμάξι εσείς, νέο κι εμείς! Ο κ. Μεταλληνός προσπαθεί να μας πείσει ότι με αυτό το μικροαστικό σκεπτικό ενεργούσαν οι πατριάρχες, τη στιγμή που ξέρουμε ότι προέκυπτε ζεστό χρήμα από το εμπόριο αυτών των προϊόντων «πίστης και αφοσίωσης»!

Ο επίσης θεολόγος και καθηγ. πανεπιστημίου Σάββας Aγουρίδης υποστηρίζει, για το ίδιο θέμα, ότι πρόκειται για «πράγματα, για τα οποία η Ανατολική Εκκλησία κατηγορεί τη Δυτική, στην ουσία τα εφαρμόζει όμως και ή ίδια με πολύ ασήμαντες παραλλαγές...» (Σ. Χαραλαμπάκη: «Τα ανάποδα της θρησκείας»). Πάντως και η καθολική εκκλησία σε κείμενά της «Τί είναι και τί δεν ήταν τα συγχωροχάρτια», περίπου τα ίδια ισχυρίζεται, κάτι «σαν συγχωροχάρτια» μοίραζαν κι εκείνοι, αλλά κάποιοι κακοί τα εκμεταλλεύτηκαν...

Διάφοροι εκκλησιαστικοί «ερμηνευτές» λόγων και γεγονότων υποστηρίζουν ότι τα συγχωροχάρτια ήταν επιβεβαιωτικά κάποιας προϋπάρχουσας ή μελλοντικής συγχώρησης από τον ενοριακό ιερωμένο, αλλά δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί εκδίδονταν αυτά ακόμα και για ήδη πεθαμένους ή γιατί μπορούσε να τα προμηθευτεί μαζικά οποιοσδήποτε στα Ιεροσόλυμα και αλλού και να τα διανείμει, μετά την επιστροφή του, ως δώρο σε συγγενείς και φίλους, αφού συμπλήρωνε στην προβλεπόμενη θέση το όνομα του αποδέκτη (κάτι σαν λαχνούς σε πολυκαταστήματα).

Όπως αναφέρει στα άρθρα του ο Φ. Ηλιού, πολλά από τα συγχωροχάρτια που εκδόθηκαν για ζώντες, έχουν χαθεί επειδή τοποθετούνταν στα χέρια των αποθανόντων στο φέρετρο. Καθένας μπορεί να αντιληφθεί σε ποιου είδους «πίστη» καθοδηγείτο και καθοδηγείται ακόμα ο αμαθής λαός με την προώθηση τέτοιων «βεβαιώσεων» από την ανατολική και τη δυτική χριστιανική Εκκλησία.

Ενδιαφέρον είναι εδώ να επαναλάβουμε ότι, ενώ τα παπικά συγχωροχάρτια αναφέρονταν και περιγράφονταν στα ελληνικά σχολικά βιβλία, για τα ορθόδοξα ποτέ και πουθενά δεν γινόταν κουβέντα, έστω και υποστηρικτικά - μια και συζητιέται αυτή την εποχή το θέμα ενός σχολικού βιβλίου Ιστορίας. Έπρεπε να έρθει ο μακαρίτης Φ. Ηλιού να βγάλει τα συγχωροχάρτια από το σεντούκι της λησμονιάς και να αναγκάσει τους Χριστόδουλους να σιωπούν και τους Μεταλληνούς να επινοούν μύριες ανοησίες για να δικαιολογήσουν αυτή την αθλιότητα.

Η ειλικρινής ομολογία ότι ο εκκλησιαστικός μηχανισμός ενδιαφερόταν για το χρήμα, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές του λαού, τους είναι αδιανόητη, αφού σε όλη την ιστορία του χριστιανισμού μόνο το ψεύδος, η συκοφαντία και η αποσιώπηση τους εξυπηρέτησε! Και φυσικά, πρέπει να υποβληθεί δραστική ένσταση εναντίον αυτού του σχολικού βιβλίου Ιστορίας, αφού παραλείπει ένα σημαντικό και αναμφισβήτητο γεγονός - εκτός αν το αναφέρει κάπου και δεν το είδα, τόσο γρήγορα που το διάβασα.

Σ' αυτή τη διεύθυνση περιέχονται σε μορφή πρακτικού οι επισκέψεις και οι εισπράξεις ενός Χρύσανθου Νοταρά (1663-1731, από το 1707 πατριάρχης Ιεροσολύμων), μερικές από τις οποίες οφείλονται σε συγχωροχάρτια, ενώ άλλες αναφέρονται απλά ως «εισφορές».

(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

Βιβλίο Ιστορίας ΣΤ' Δημοτικού, άλλο ένα σχόλιο

Ιστορία και Υστερία


(του ΡΙΧΑΡΔΟΥ ΣΩΜΕΡΙΤΗ, ΒΗΜΑ, 13/3/2007)

Προσπαθώ από μήνες να καταλάβω τι υπάρχει πίσω από την υπόθεση του βιβλίου Ιστορίας της 6ης Δημοτικού. Προς τι οι κραυγές οργής, προς τι η υστερία. Θα προσπαθήσω να καταθέσω εδώ ορισμένες απλές σκέψεις.

Διάβασα την «πέτρα του σκανδάλου». Δύο βασικές παρατηρήσεις. Η πρώτη: το βιβλίο είναι καινοτόμο και ανταποκρίνεται, αν κρίνω από ανάλογα καινοτόμα βιβλία πολλών άλλων χωρών, στις επιταγές της σύγχρονης παιδαγωγικής. Θα έπρεπε όλοι μας να χαιρετίσουμε την πρόοδο. Παρατήρηση δεύτερη: ναι, περιλαμβάνει εκφραστικές αστοχίες και αδυναμίες- αυτές ακριβώς που οι κακόπιστοι εμφανίζουν σαν «ανθελληνικές και προδοτικές θέσεις», όπως για παράδειγμα τα περί «συνωστισμού» στην παραλία της Σμύρνης. Οι συγγραφείς θα έπρεπε να τις διορθώσουν και οι διορθώσεις να περιληφθούν σε μια προσεχή έκδοση του πονήματος.

Ολα τα υπόλοιπα που λέγονται και γράφονται από τους οργισμένους κριτές του βιβλίου, είναι ιδεολογικά ακροδεξιά κατασκευάσματα χωρίς καμιά σχέση με την Ιστορία και την Επιστήμη. Θα αναφέρω μερικά στοιχεία:

Το «μέτωπο» που απαιτεί την απόσυρση του βιβλίου, με μπροστάρη τον Αρχιεπίσκοπο (που δεν ξεχνά τα όσα διάβαζε επί δικτατορίας...), και που χαρακτηρίζει «γενίτσαρους» τους συγγραφείς του το συναπαρτίζουν κυρίως άνθρωποι άσχετοι με την ιστορική επιστήμη. Ενώ το μέτωπο όσων το υπερασπίζονται το απαρτίζουν κυρίως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι με ειδίκευση την Ιστορία.

Τυχαία ασφαλώς (!) το μέτωπο της καταγγελίας και της εθνικής οργής περιλαμβάνει όλα τα μπουμπούκια της φαιοκόκκινης εθνικοφροσύνης. Θα προσθέσω ότι το μέτωπο αυτό φαίνεται θαυμάσια οργανωμένο αν κρίνει κανείς από την επιτυχημένη ως τώρα τεχνική ανακύκλωσης της φασαρίας. Με την ευγενική προσφορά, φυσικά, και πολλών ΜΜΕ.

Ο «αγώνας» του μετώπου διεξάγεται με κύριο στόχο τη διαιώνιση ορισμένων εθνικών μύθων και ψευδών: το «κρυφό σχολειό», η Αγία Λαύρα, ο Γρηγόριος ο 5ος, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και άλλα ανάλογα. Αυτοί οι μύθοι και αυτά τα εθνικά ψεύδη έχουν έναν κοινό παρονομαστή: να μετατρέψουν σε καθοριστικά πρωταγωνιστικό τον αμφιλεγόμενο ρόλο της Εκκλησίας στην Επανάσταση. Οχι τόσο για τα τότε όσο για τη σημερινή κυριαρχία της στην εθνική ζωή.

Δεύτερος στόχος του αγώνα τους είναι η μετατροπή της Ιστορίας σε πηγή άσβεστου μίσους για τους όποιους «παραδοσιακούς» εχθρούς και αντιπάλους ώστε να μην έρθει ποτέ η ώρα μιας συμφιλίωσης ή έστω μιας ειρηνικής συνύπαρξης με τους γείτονές μας γιατί στην περίπτωση αυτή τόσοι επαγγελματίες εθναπόστολοι όλου του πολιτικού φάσματος (και ο απρόσκλητος κ. Λιλλήκας!) θα έχαναν το ψωμάκι τους. Τρίτος- και ίσως κύριος- στόχος πολλών από όσους κινούν τα νήματα της θαυμάσια οργανωμένης εκστρατείας δήθεν σωτηρίας του έθνους είναι η απαξίωση της επιστήμης αλλά και των θεσμών, η ενίσχυση του διάχυτου αισθήματος ότι όλοι προδίδουν και όλοι εργάζονται για την εθνική παρακμή και υποτέλεια με εξαίρεση όσους κραυγάζουν συστηματικά «η Πατρίς, η Πατρίς!» και ονειρεύονται- εκ του ασφαλούς- όχι πρόοδο και ειρήνη αλλά «κόκκινες μηλιές» και έθνοςστρατώνα.

Υπερβολές, θα πουν κάποιοι. Τους καλώ να διαβάσουν τους «ηγέτες» (τρομάρα τους!) του φαιοκόκκινου μετώπου.

13 March 2007

Βιβλία, βιβλία

Ο φάρος της Τριγωνομετρίας


Τα «βιβλία αναφοράς» είναι πολύτιμα για όλους μας και, κυρίως, για τους ερευνητές και μελετητές εξ ημών. Το ογκώδες πόνημα του μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου Γιαννούλη Βρατσάνου ανήκει κάλλιστα σε αυτήν την κατηγορία, καθ' όσον συνιστά πραγματικό θησαυρό μαθηματικών πληροφοριών.

Λογικά, θα έλεγε κανείς ότι η αγορά του προτείνεται για μια θέση στο ράφι της βιβλιοθήκης και όποια χρήση του στο μέλλον. Ωστόσο το θέμα του είναι τέτοιο και η συγκυρία «τεχνητής ανάπαυλας» φοιτητών και καθηγητών τόσο ταιριαστή ώστε να το προτείνουμε για εαρινή απόλαυση. Συγκεκριμένα, ο μερακλής συγγραφέας παίρνει τη σκυτάλη του άλλου μνημειώδους βιβλίου για την ελληνιστική επιστήμη που σας παρουσιάσαμε (Η Λησμονημένη Επανάσταση, Lucio Russo, εκδόσεις «Δίαυλος»). Δεν το κάνει με κείμενα εξιστορητικά και κατανοητά από τον μέσο αναγνώστη, αλλά με μαθηματικά κατανοητά από τον καλό μαθητή του Λυκείου και άνω. Με αυτή την επιστημονική γλώσσα μάς ξεναγεί στα «ελληνικά μυστήρια» που ανακάλυψαν οι Ευρωπαίοι μέσω των αραβικών μεταφράσεων και κυρίως της περίφημης Αλμαγέστης (Almagesti), δηλαδή της «Μαθηματικής Σύνταξης» του Κλαύδιου Πτολεμαίου.

Ο συγγραφέας ξεκινάει με μια εξοικείωσή μας με το αριθμητικό υπόβαθρο των αρχαίων και προχωρεί ακάθεκτος στην εξέταση της πτολεμαϊκής χορδομετρίας και τριγωνομετρίας. Στο 5ο Κεφάλαιο (και έπειτα από 200 σελίδες) παίρνει μια ανάσα για να μας παραθέσει ένα εξαίρετο σύντομο ιστορικό της τριγωνομετρίας, από τα μαθηματικά της Αιγύπτου και της Βαβυλώνας σε εκείνα των Ελλήνων και των ελληνιστών, έως των Ινδών, των Αράβων, των Ευρωπαίων... έως σήμερα. Διανθίζει την αριθμολάγνα περιήγησή του με επεξηγηματικά παραδείγματα εφαρμογής (όπως τα ζιγκουράτ και ο Φάρος της Αλεξάνδρειας). Συγκρίνει τα μαθηματικά που ανέπτυξαν οι Αλεξανδρινοί για την προώθηση της αστρονομίας και των μηχανικών κατασκευών τους με τη σύγχρονη τριγωνομετρία και αποφαίνεται ότι η τελευταία αποτελεί εξέλιξή τους. Τέλος, κλείνει με παράθεση εδαφίων της Αλμαγέστης, μαθηματικών και γλωσσικών βοηθημάτων και εκτενούς βιβλιογραφίας.

Είναι μια εργασία ακριβείας, με ιδιαίτερα προσεγμένα σχήματα και εικόνες, γεμάτη από πολύτιμη πληροφορία. Τη θεωρώ εξαίρετη όσο και σπάνια συνδρομή στη διαμόρφωση γνώσης, τόσο μαθηματικής όσο και πολιτισμικής. Ιδιαίτερα για τους φυσικομαθηματικούς μας που διδάσκουν στα σχολειά μας είναι εκ των ων ουκ άνευ.
(του Τάσου Καφαντάρη, ΒΗΜΑ, 11/03/2007)

12 March 2007

Ραντεβού με την Ιστορία

(Γράφει η Ρίκα Βαγιάνη, Έθνος, 9/3/2007)

Δεν ξέρω ακριβώς τι λένε τα νέα βιβλία της Ιστορίας. Προτιμώ μια απονεύρωση χωρίς νάρκωση, παρά να διαβάσω αυτά τα κείμενα, που στα μαθητικά μου χρόνια με έκαναν να θέλω να κόψω τις φλέβες μου από τη βαρεμάρα.

Αλλά ως μαθήτρια, τι να κάνω, διάβαζα. Γιατί έπρεπε.

Το τι αρλούμπα έχει φάει η γενιά μου στη μάπα, δεν λέγεται, και δυστυχώς τότε δεν υπήρχαν τηλεοράσεις για να το καταγγείλουν.

Τι να πρωτοθυμηθώ; Το αξέχαστο αναγνωστικό με την αγία ελληνική οικογένεια, τη μάνα-δούλα να μαγειρεύει, τη γιαγιά με το τσεμπέρι και την «Αννούλα» να σερβίρει, σε στάση κλαρίνο, όρθια τον μουστακαλή πατέρα και τον αδελφό της;

Τα εξαίσια Θρησκευτικά, που έσταζαν φόβο για την αμαρτία και μίσος για όποιον δεν ασπαζόταν απολύτως τους κανόνες της Ορθοδοξίας; Την Ιστορία, που σε μάθαινε σελίδα σελίδα να βλέπεις Τούρκο και να του ορμάς με τα φυσεκλίκια; Τον εμφύλιο σπαραγμό που ο δάσκαλος της Τρίτης μας δίδασκε επιμόνως (εκτός κειμένου) να ονομάζουμε «συμμοριτοπόλεμο»;

Α, τα σχολικά μου χρόνια, μια περίοδος στρωμένη τρυφερές αναμνήσεις. Την «κεφαλή δεξιά» στο Ζωϊτάκη, στην παρέλαση. Τα ψάρια που πετάχτηκαν από το τηγάνι και θα ξανατηγανιστούν όταν πάρουμε την Πόλη. Τον Εξαδάκτυλο. Τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό.

Κρυφό σχολειό; Φυσικά και υπήρχε. Εγώ, πάντως, πήγα. Ηταν αυτές οι τρυφερές απογευματινές ώρες όταν έπρεπε να πω το «μάθημα» της αυριανής στη μαμά. Κάναμε δύο μαθήματα Ιστορίας, το ένα που θα έλεγα το πρωί στην τάξη και το άλλο που κατέληξε, ύστερα από πολλά ντράβαλα, στα κείμενα που διαβάζετε σήμερα.

Μη μου λέτε εμένα για κρυφό σχολειό - απλώς ετοιμαστείτε να ανοίξετε ο καθένας, από ένα, μέσα στο σπίτι του!

Η τουρκοκρατία, μέρος II

(Παραπομπή στο πρώτο μέρος >>>)

Η εξαγορά του πατριαρχικού θρόνου

Με εμπνευστή και πρωτοπόρο το Σχολάριο-Γεννάδιο καθιερώθηκε έτσι στην Ανατολή (βλέπε προηγούμενα) μία παράδοση συναλληλίας μεταξύ οθωμανικής διοίκησης και ορθόδοξης εκκλησίας, η οποία εξασφαλιζόταν, άλλοτε με την επιλογή «οικουμενικού πατριάρχη» από κύκλο ευνοουμένων του εκάστοτε σουλτάνου (εκτός του Γεννάδιου, π.χ. οι Ισίδωρος, Ιωάσαφ, Μάρκος Ξυλοκαράβης κ.ά.), άλλοτε δε με ανάθεση σε όποιον προσέφερε μεγαλύτερο ποσόν (πεσκές) για την εξαγορά του πατριαρχικού θρόνου.

Το «έθιμο» της εξαγοράς άρχισε με τους Τραπεζούντιους, οι οποίοι επιχείρησαν να ανεβάσουν έναν δικό τους άνθρωπο στον πατριαρχικό θρόνο κι επειδή συναντούσαν διάφορα εμπόδια, κατέφυγαν στη δωροδοκία. Έστειλαν τότε στο σουλτάνο χίλια φλουριά, μαζί με το αίτημα να διορίσει τον άνθρωπό τους. Έτσι ανακηρύχθηκε οικουμενικός πατριάρχης ο εκλεκτός των Τραπεζούντιων, Συμεών. Ο διαγκωνισμός για την κατάληψη του πατριαρχικού θρόνου προφανέστατα δεν είχε θεολογικούς στόχους.

Από το έτος 1474 είχε αποκτήσει ο εκκλησιαστικός μηχανισμός το δικαίωμα να εισπράττει από τους χριστιανούς και να αποδίδει στην οθωμανική Πύλη τον ετήσιο φόρο (Δ.Γ. Αποστολόπουλος: «Ιστορία των Ελλήνων»). Καθένας γνωρίζει ότι οι υπηρεσίες και τα άτομα που διαχειρίζονται χρήματα, αποτελούν πόλο έλξης και συσπείρωσης κάθε είδους εκμεταλλευτών, καιροσκόπων και λαθρόβιων στοιχείων, με αποτέλεσμα να μετατραπεί σταδιακά αυτός ο οικονομικός πόλος σε στόχο για επαγγελματική, κοινωνική και «πνευματική» ανέλιξη.

Όσο πλήθαιναν οι φιλοδοξίες των Ελλήνων κληρικών, τόσο μεγάλωνε και το πεσκές και τόσο πυκνότερες έκαναν οι Οθωμανοί τις ευκαιρίες για την είσπραξή του. Γράφει ο Sir Paul Rycaut, (1628-1700): «Παλαιότερα η Εκκλησία δεν πλήρωνε στον μεγάλο Αυθέντη περισσότερα από δέκα χιλιάδες τάλιρα για κάθε αλλαγή πατριάρχη, αλλά το πλήθος των εραστών του αξιώματος ύψωσε την τιμή σε είκοσι πέντε χιλιάδες τάλιρα». Ο J. Aymon αναφέρει ότι το 1671, μέσα σε έναν και μόνο έτος τουλάχιστον πέντε «οικουμενικοί πατριάρχες» (Παΐσιος, Διονύσιος Θεσσαλονικεύς, Παρθένιος, Μεθόδιος και Διονύσιος ο Λαρισινός) εξαγόρασαν το πατριαρχικό αξίωμα και ανέβηκαν ο ένας μετά τον άλλον στο θρόνο, αναλαμβάνοντας την πολιτική και πνευματική ηγεσία των χριστιανικών λαών που ζούσαν στην οθωμανική αυτοκρατορία. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1700, έγραφε ο J. Pitton de Tournefort (1656-1708): «Το αξίωμα αυτό πουλιέται σήμερα για εξήντα χιλιάδες τάλιρα». Ανάλογα «τιμολόγια» πρέπει να ίσχυαν για την κατάληψη και των υπόλοιπων, ιεραρχικά υποδεέστερων πατριαρχικών θρόνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (στην εικόνα δεξιά φαίνεται ένας πατριάρχης της Κων/πολης με ανώτερους κληρικούς του ΙΣΤ' αιώνα, οι οποίοι φέρουν σαρίκια και άμφια όμοια με αυτά των αξιωματούχων του σουλτάνου, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη).

Στην «Ελληνική Νομαρχία» του Ανωνύμου Έλληνος περιγράφεται ως εξής ο μηχανισμός της άθλιας συναλλαγής για την κατάκτηση του πατριαρχικού θρόνου από τους «πνευματικούς ηγέτες» των χριστιανών επί τουρκοκρατίας: «Η Σύνοδος αγοράζει τον πατριαρχικόν θρόνον από τον οθωμανικόν αντιβασιλέα δια μίαν μεγάλην ποσότητα χρημάτων, έπειτα τον πωλεί ούτινος της δώση περισσότερον κέρδος, και τον αγοραστήν τον ονομάζει πατριάρχην. Αυτός, λοιπόν δια να ξαναλάβη τα όσα εδανείσθη δια την αγοράν του θρόνου, πωλεί τας επαρχίας, ήτοι τας αρχιεπισκοπάς, ούτινος δώσει περισσοτέραν ποσότητα, και ούτως σχηματίζει τους αρχιεπισκόπους, οι οποίοι πωλώσι και αυτοί εις άλλους τας επισκοπάς των. Οι δε επίσκοποι τας πωλώσι των χριστιανών, δηλαδή γυμνώνουσι τον λαόν, δια να εβγάλωσι τα όσα εξώδευσαν. Και ούτος εστίν ο τρόπος, με τον οποίον εκλέγονται των διαφόρων ταγμάτων τα υποκείμενα, δηλαδή ο χρυσός».

Η αντικατάσταση πατριαρχών που συνέβη αρκετές φορές με παρέμβαση της οθωμανικής Πύλης, σχετίζεται, πέρα από εποχές επαναστατικών και αποσχιστικών κινημάτων χριστιανών υπηκόων, τα οποία δεν είχε καταφέρει να ελέγξει ο εκδιωκόμενος πατριάρχης, κυρίως με την αδυναμία του Πατριαρχείου να συγκεντρώσει το προβλεπόμενο ποσό του ετήσιου φόρου (Δ.Γ. Αποστολόπουλος: «Ιστορία των Ελλήνων). Υπάρχουν εγκύκλιοι πατριαρχών, στις οποίες περιγράφεται η αμέλεια ή η αδυναμία διαφόρων μητροπόλεων στη συγκέντρωση του αναλογούντος φόρου, ο οποίος έπρεπε να είναι διαθέσιμος προς απόδοση κατά τις ημέρες του χριστιανικού Πάσχα ή το αργότερον κατά τη γιορτή του Αγ. Γεωργίου.

Συχνά αναγκαζόταν ο πατριάρχης να συλλέξει συμπληρωματικούς φόρους ή να δανειστεί χρηματικά ποσά από εύπορους πολίτες, χριστιανούς ή μουσουλμάνους. Αποτέλεσμα ήταν να βρίσκεται ο πατριαρχικός θεσμός υπό τον έλεγχο και τον εκβιασμό των δανειοδοτών, οι οποίοι έτσι αποσπούσαν διάφορα προνόμια. Πάντως, η ιδέα για εγκατάλειψη του προνομίου είσπραξης φόρων από το Πατριαρχείο δεν φαίνεται να συζητήθηκε ποτέ σοβαρά, δεδομένου ότι αυτό ακριβώς το προνόμιο αποτελούσε τη συνεκτική ουσία λειτουργίας του πατριαρχικού θεσμού και τη βάση της αρχοντικής διαβίωσης πατριαρχών, επισκόπων και του κύκλου που αυτοί δημιουργούν κατά κανόνα γύρω τους.
(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)