06 December 2016

Ένα αμάξι για τις γκόμενες

του Στ.Φρ.

Στις δεκαετίες του ’50 και ’60, αλλά και αργότερα, όσοι πήγαιναν απροετοίμαστοι για σπουδές στο εξωτερικό, είχαν πολλά προβλήματα να αντιμετωπίσουν, πρωτίστως οικονομικά. Πέρα απ' αυτό, πρόβλημα αποτελούσε επίσης η γνώση της γλώσσας, αλλά και η σπουδή των μαθημάτων. Για πολλά χρόνια αναγκάζονταν αρκετοί συμφοιτητές να διακόψουν τη φοίτηση, επειδή είχαν κοπεί 2-3 φορές στη Μηχανική, στα Μαθηματικά ή άλλα μαθήματα, σημαντικά για κάθε ειδικότητα.
Έτσι οι νέοι φοιτητές στη Γερμανία αντιμετωπίζαμε με δέος παλαιότερους συναδέλφους που είχαν πάρει ήδη το μυθικό «προδίπλωμα» ή είχαν κιόλας τελειώσει και είχαν ήδη «στην τσέπη» το δίπλωμα, έστω μέσα από αλλεπάλληλες αναποδιές και πολλές στερήσεις. Μέχρι να τα πάρουμε κι εμείς αυτά τα «χαρτιά» κάναμε όνειρα, πώς θα είναι όταν… Και όταν τα είχαμε πλέον αποκτήσει, δεν δίναμε και μεγάλη σημασία, γιατί είχαμε βάλει ήδη ένα νέο, σπουδαιότερο στόχο, ένα άλλο πτυχίο, τη στρατιωτική θητεία ή κάποια επαγγελματική απασχόληση.
Ένας από τους συμφοιτητές μας, ο Σπύρος, είχε αρχίσει τις σπουδές το 1958-59 στο Darmstadt, τελείωσε παρά τις πολλές δυσκολίες θριαμβευτικά περί το 1965 και ήταν δικαίως όλο χαρά. Κέρναγε κάθε φίλο που συναντούσε και περιέγραφε σε παρέες πόσες δυσκολίες και αντιξοότητες είχε αντιμετωπίσει, μέχρι να πάρει το πολυπόθητο δίπλωμα. Ταυτόχρονα έλεγε τι σχέδια είχε για το μέλλον, πρόσθετες σπουδές, μελέτες κ.λπ.
Ένα βράδυ, λίγο πριν εγκαταλείψει ο Σπύρος οριστικά την πόλη μας, βρεθήκαμε τρεις φίλοι, αυτός, ένας άλλος συμφοιτητής κι εγώ στο Wienerwald — εμείς οι δύο είχαμε πάρει πολύ πρόσφατα προδίπλωμα. Εκεί μας περιέγραφε ο φρέσκος διπλωματούχος με όλα τα σκούρα χρώματα της παλέτας τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, από τότε που έφτασε να σπουδάσει σε μια πόλη που μόλις πριν 15 χρόνια είχε βγει από ένα καταστροφικό πόλεμο και στην οποία σταδιακά ξαναστηνόταν το Πολυτεχνείο με νέα κτίρια, νέα εργαστήρια και νέους καθηγητές...
Με την πάροδο της ώρας και με τη βοήθεια άφθονης μπύρας, η συζήτηση επεκτάθηκε σε διάφορα θέματα και πήρε άλλη μορφή. Ο Σπύρος άρχισε να εκθέτει τις βαθύτερες επιθυμίες και επιδιώξεις του, μπέρδευε και λίγο τα λόγια του λόγω μπύρας, όπως κι εμείς οι δύο ακροατές του άλλωστε. Κάποια στιγμή λοιπόν, όπως συζητάγαμε, τι θα κάνουμε μετά το δίπλωμα και με τι θα ασχοληθούμε, αναφώνησε ο Σπύρος με στόμφο, «Εγώ δεν πρόκειται να ξανασχοληθώ με βιβλία και διαβάσματα! Με τα πρώτα λεφτά μου θα αγοράσω μια ανοικτή Porsche και θα κυκλοφορώ για να βρω γκόμενες!».


Αν και ελαφρά ζαλισμένοι, μείναμε έκπληκτοι, γιατί ο Σπύρος είχε πολύ καλές επιδόσεις στις σπουδές και πάντα έλεγε ότι θέλει να εμβαθύνει στον ένα ή στον άλλο τεχνολογικό τομέα, αφού πάρει το δίπλωμα. «Μα εσύ έλεγες βρε Σπύρο ότι θα κάνεις επιστημονικές μελέτες…» κ.λπ. Τίποτα, ανένδοτος ο φίλος, «Τα βαρέθηκα όλα, αυτό που μου λείπει τώρα είναι η διασκέδαση και οι γυναίκες» - η μπύρα είχε λύσει τη γλώσσα και μιλούσαν οι στερήσεις και τα απωθημένα πλέον. Δεν είχαμε κανένα λόγο να διαφωνήσουμε εμείς, αμφιταλαντευόμασταν όμως, έπρεπε για λόγους ευπρέπειας να κοιτάμε και την άλλη πλευρά, να υπενθυμίζουμε και λίγο τα παλιά οράματα…
ο ο ο
Θα είχαν περάσει 10-12 χρόνια από εκείνη τη συζήτηση με τις μπύρες, όταν βρέθηκα πάλι με τον Σπύρο στην Αθήνα. Ήρθε με ένα μηχανάκι, εγώ πήγα με το λεωφορείο, και καθίσαμε σε ένα καφενείο για να συζητήσουμε τι κάναμε στον ενδιάμεσο χρόνο, επαγγελματικά, οικογενειακά και άλλα τέτοια.
Κάποια στιγμή ρωτάω τον Σπύρο, με είχε παραξενέψει που οδηγούσε μηχανάκι: «Τι έγινε βρε Σπυράκο με εκείνα τα σχέδιά σου να πάρεις μια ανοικτή Porsche και να ψαρεύεις γκόμενες, κατάφερες τίποτα;»
Παραξενεύτηκε που το θυμόμουν, αλλά δεν έχασε την ψυχραιμία του: «Ναι βέβαια», μου απαντάει, «ατύχησα όμως…»
Και μου εξηγεί αναλυτικά: «Δεν πήρα Porsche βέβαια, δεν έφταναν τα λεφτά μου, αλλά ένα ανάλογο εγγλέζικο αμάξι, με το οποίο όργωσα την Αθήνα. Στα 2-3 χρόνια που το είχα δεν "έριξα", δυστυχώς, ούτε μία γκόμενα και η γυναίκα που παντρεύτηκα δεν ενδιαφέρεται καθόλου για αυτοκίνητα, μάλλον τα φοβάται.»
»Αλλά, ακριβώς αυτό το αυτοκίνητο μου έγινε δυστυχώς βραχνάς. Το περσινό καλοκαίρι είχαμε οργανώσει διακοπές στη Μάνη. Φόρτωσα τις βαλίτσες στο πορτ μπαγκάζ και ήμουν έτοιμος να ξεκινήσω. Επειδή όμως οι γυναίκες πάντα καθυστερούν, λέω στη γυναίκα μου ότι θα πεταχτώ στο βενζινάδικο να φουλάρω βενζίνη και θα επιστρέψω να την πάρω.»
»Πάω στο βενζινάδικο, δίνω τα κλειδιά στο παιδί που δουλεύει εκεί, του λέω να γεμίσει βενζίνη και να καθαρίσει τα τζάμια και πάω στα 20 μέτρα μέχρι το περίπτερο για να κάνω λαθρανάγνωση στις εφημερίδες που κρέμονταν από το σύρμα.»
»Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε και ακούω δίπλα μου έναν εκκωφαντικό κρότο. Ένα αμάξι πήγε να βγει από το δρόμο μας με μεγάλη ταχύτητα στη λεωφόρο και έπεσε επάνω σε ένα λεωφορείο. Τρέχω κοντά και βλέπω το μπροστινό μέρος του αμαξιού, εκεί που βρίσκεται η μηχανή, να έχει γίνει φυσαρμόνικα…»
»Βρε τον ηλίθιο, σκέφτομαι… και πάνω εκεί διαπιστώνω ότι ήταν ένα αμάξι ολόιδιο με το δικό μου. Πήρε ο βλάκας τέτοιο καλό αμάξι και το στούκαρε στο λεωφορείο. Οπότε, σηκώνεται και βγαίνει από το αμάξι με δυσκολία ο οδηγός. Ήταν το παιδί του βενζινάδικου που του είχα δώσει τα κλειδιά και από το ανοικτό πορτ μπαγκάζ βλέπω τώρα να εξέχει η βαλίτσα μας!»
»Τάχε χαμένα ο μικρός, "νόμισα ότι φύγατε", λέει "και είπα να κάνω ένα γύρο στο τετράγωνο". Έχασα κάθε όρεξη για να τον βρίσω, πάει το αμάξι, πάνε οι διακοπές, πήγαμε τελικά με το λεωφορείο στη Βουλιαγμένη… Τώρα πληρώνω ακόμα τις δόσεις για να ξεπληρώσω τη φανταστική Porsche και κυκλοφορώ με αυτό το μηχανάκι!», είπε με απογοήτευση κι έδειξε το δίτροχο, με το οποίο είχε έρθει.
Έτσι κατεδαφίστηκαν άδοξα και απρόβλεπτα οι ελπίδες του Σπύρου να γίνει play boy — για επιστημονική έρευνα είχαν χαθεί οι διασυνδέσεις και το κέφι! Ένα σχέδιο για προσωπική ευζωία κατέρρευσε από μια στιγμιαία απροσεξία! 



29 November 2016

Η υποκρισία της βικτοριανής ηθικής

της Αργυρώς Μαντόγλου, bookpress.gr, 23/11/016
Ο Τόμας Χάρντι (1840-1928) δεν υπήρξε μόνο πολυγραφότατος μυθιστοριογράφος και σπουδαίος ποιητής αλλά και διηγηματογράφος – αν και ορισμένα από τα 53 διηγήματα που έγραψε στη διάρκεια της ζωής του, λόγω της έκτασης και της δυναμικής των χαρακτήρων, πλησιάζουν περισσότερο το είδος της νουβέλας. Άρχισε να δημοσιεύει ανάλογες «ιστορίες» το 1874 σε περιοδικά για βιοπορισμό και η παραγωγή συνεχίστηκε για τα επόμενα τριάντα χρόνια.
Σε αυτά τα μικρότερα ή μεγαλύτερα σε έκταση αφηγήματα καθώς και στα αφηγηματικά του ποιήματα, διακρίνεται μια στενή συγγένεια με τα μυθιστορήματά του – συγγένεια που εντοπίζεται τόσο στην πυκνή πλοκή η οποία θα μπορούσε να προεκταθεί και να εξελιχθεί σε ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, όσο και στη δυναμική των χαρακτήρων. Πολλά από αυτά τα διηγήματα/νουβέλες έχουν χαρακτηριστεί ως συμπυκνωμένες και πυκνές εκδοχές των μυθιστορημάτων του, καθώς μάς παρέχουν συνοπτικά την κοσμοθεωρία του Χάρντι – έναν κόσμο όπου οι ψυχολογικοί παράγοντες και η μοίρα ακούν δραματική επιρροή στους ήρωές του, ενώ οι γυναίκες αποτυπώνονται με ανατρεπτικό ρεαλισμό και «πιστότητα», σοκαριστική για τους αναγνώστες και τον τύπο της εποχής.  
Ο Χάρντι το 1893 έγραφε, σε ένα σημείωμά του, πως το περιεχόμενο και η ιδιαιτερότητα μιας ιστορίας συντελούν στην ενίσχυση της δύναμης της αφήγησης να σαγηνεύει και να καθηλώνει τον αναγνώστη, παρομοιάζοντας τον αφηγητή με γεροναυτικό, από το ομότιτλο ποίημα του Κόλεριντζ «Η μπαλάντα του γεροναυτικού». Μια ιστορία οφείλει να είναι ξεχωριστή προκειμένου να δικαιολογεί την αφήγησή της. Όλοι εμείς οι αφηγητές είμαστε σαν τους γεροναυτικούς και δεν μάς εγγυάται κανείς πως θα καθηλώσουμε τους προσκεκλημένους στο γλέντι του γάμου (με άλλα λόγια, το βιαστικό κοινό), εκτός και αν υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα ασυνήθιστο να αφηγηθούμε, πέρα από τις καθημερινές εμπειρίες του μέσου άντρα και γυναίκας.
Στο Ο παραστρατημένος εφημέριος και άλλες ιστορίες περιέχονται τέσσερις νουβέλες, οι οποίες πράγματι διαθέτουν «κάτι το ιδιαίτερα ασυνήθιστο» όχι μόνο για το κοινό της εποχής του Χάρντι αλλά και για τον αναγνώστη του 21ου αιώνα. Προκειμένου να γραφούν αυτές οι ιστορίες, ο Χάρντι μελετούσε παλιές εφημερίδες του Ντόρσετ, τα αρχεία της ενορίας, συγκέντρωνε αποκόμματα από περιοδικά και μιλούσε με τους γηραιότερους ανθρώπους της πόλης. Οι ιστορίες αυτές παρείχαν και τη βάση για τη δημιουργία του Wessex, του μυθιστορηματικού τόπου όπου ο συγγραφέας τοποθέτησε την πλοκή των περισσότερων μυθιστορημάτων του (Τζουντ, ο αφανής, Τεςς ντ’Ουμπλεβίλκ.ά.)
Ο Χάρντι σε ολόκληρο το έργο του τόλμησε να μιλήσει ειλικρινά για τις σχέσεις, χωρίς τον ψευδή ρομαντισμό και το μειλίχιο συναισθηματισμό που συναντάμε στους συγχρόνους του, παρέχοντάς μας μια λεπτομερή απεικόνιση των δυσκολιών και της αδυναμίας κατανόησης τόσο ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες όσο και ανάμεσα σε αδύναμους και δυνατούς. Μέσα από τους ήρωές του προκαλεί τους αναγνώστες, ξεσκεπάζοντας την υποκρισία της βικτοριανής ηθικής, στοχεύοντας στην αποκάλυψη της σαθρών κοινωνικών και πολιτισμικών συμβάσεων.
Οι μικρές ειρωνείες της ζωής
Τα τέσσερα διηγήματα της παρούσας έκδοσης προέρχονται από τρεις συλλογές διαφορετικών περιόδων του συγγραφέα και αποτυπώνουν την εξέλιξή του και τη διαμόρφωση των ιδεών του μέσα στο χρόνο.
Ο ίδιος είχε πει πως ορισμένες από τις ηρωίδες των σύντομων ιστοριών του «έχουν αδικηθεί», επειδή θα μπορούσαν να γίνουν κεντρικές σε κάποιο από τα μυθιστορήματά του, καθώς διαθέτουν όλη την ορμή και την πολυπλοκότητα που απαιτείται για μια κεντρική ηρωίδα. Με αυτή τη δήλωσή του ήταν σαν να προκαλούσε μελλοντικούς συγγραφείς να «αναλάβουν» την περαιτέρω πραγμάτωσή τους. Η υπογράφουσα, εμπνεύστηκε το πρώτο πεζογραφικό της έργο από μια «ημιτελή» ιστορία του Χάρντι, την «Μια ευφάνταστη γυναίκα» που περιλαμβάνεται στην ανά χείρας συλλογή.
Σε κάποιες περιπτώσεις τόλμησε ο ίδιος να ανασκευάσει το τέλος κάποιας ιστορίας, όπως στο «Ο παραστρατημένος εφημέριος», όπου η κεντρική ηρωίδα Λίζυ Νιούμπερυ, κόρη λαθρέμπορα, λαθρέμπορας αλκοόλ και η ίδια, νοικιάζει το σπίτι της σε έναν μεθοδιστή ιερέα ο οποίος την ερωτεύεται και τη διεκδικεί από κάτι αόριστο και ακαθόριστο, που δεν είναι άλλο από τις παράνομες δοσοληψίες της Λίζυ, η οποία βγαίνει τη νύχτα ντυμένη άντρας για να παραλάβει τα εμπορεύματα σε μια ερημική ακτή, παίρνει μέρος σε οδομαχίες με τους αστυνομικούς για να προστατεύσει τους συνεργάτες της, χωρίς καμία ενοχή ή δισταγμό για την ενασχόλησή της, καθώς αυτό έκαναν οι δικοί της, και τόσοι άλλοι στον τόπο της, έτσι μεγάλωναν τα παιδιά τους και συντηρούσαν τις οικογένειες τους. Η Λίζυ πολύ απέχει από τις ρομαντικές ηρωίδες της εποχής, είναι περισσότερο μια δυναμική τυχοδιώκτρια που ξέρει τι θέλει και τι αγαπά, ενώ στο τέλος παντρεύεται τον ιερέα όχι μετανιωμένη για τις παρανομίες, αλλά συμβιβασμένη με το μικρότερο κακό. Όμως, ο Χάρντι, είκοσι τόσα χρόνια αργότερα, στην επανέκδοσή της νουβέλας τολμά να «διορθώσει» το ρομαντικό τέλος, καθώς το θεωρεί «αφύσικο» για μια τέτοια γυναίκα.
Στο σημείωμα της επανέκδοσης γράφει: «Το τέλος της ιστορίας, με το γάμο της κυρίας Νιούμπερι και του εφημέριου, ήταν σχεδόν ο κανόνας για τα εγγλέζικα περιοδικά την εποχή που γράφτηκε αυτή η νουβέλα. Τώρα όμως, δε θα πείραζε να δοθεί ένα τέλος που θα προτιμούσε περισσότερο ο συγγραφέας του. [...] …η Λίζυ στην πραγματικότητα δεν παντρεύτηκε τον εφημέριο –πράγμα που κατά τη γνώμη του συγγραφέα ήταν προς τιμή της– αλλά έμεινε κοντά στον Τζιμ Όουλετ, τον λαθρέμπορο, και μετανάστευσε μαζί του στην Αμερική …».
Ο πρωτοπόρος κύριος Χάρντι
Ο Χάρντι ήταν πρωτοπόρος, τόσο στην επιλογή των θεμάτων του όσο και στην εξέλιξη των χαρακτήρων του – ιδιαίτερα των γυναικών, και δεν δίστασε να αποκαλύψει τη σεξουαλικότητά τους, το πολυμήχανο μυαλό τους, χωρίς να τις επιβαρύνει με ηθικοπλαστικές αξίες και υποκριτικούς δισταγμούς. Πόθος, λαγνεία, ματαιοδοξία, υπολογισμός, όλα «αξιοποιούνται» στο βωμό της επιβίωσης, και η επιβίωση είναι πάνω από όλα (ενίοτε αυτό που διακυβεύεται είναι και η επιβίωση του πνεύματός τους, ή κάποιο υπαρξιακό τυραννικό συναίσθημα) – κι αυτό πολύ απέχει από το ρομαντικό πρότυπο που ήθελε τη γυναίκα θύμα της πατριαρχικής βούλησης και κυριαρχίας, υπάκουη και δεκτική.
Από όλους τους βικτοριανούς συγγραφείς ο Τόμας Χάρντι ήταν εκείνος που περιέγραψε πιστότερα τη «γυναικεία φύση»: οι γυναίκες είναι δυναμικές, περιδιαβαίνουν μόνες τα μονοπάτια, τα δάση, τις ερημιές αλλά και την πόλη, μπαίνουν μόνες τους σε ξενοδοχεία, ταξιδεύουν και εργάζονται, διδάσκουν αλλά και βαριούνται εύκολα και αλλάζουν κατεύθυνση ή έχουν φιλοδοξίες ατομικές· εδώ σπάνια συναντάμε την αφοσιωμένη σύζυγο, τη γυναίκα μάρτυρα ή θύμα.
Προάγγελος της μοντέρνας νέας γυναίκας, είναι άνθρωποι με πάθη, σάρκα, και ατομισμό. Όμως είναι γοητευτικές, δεν υπάρχει υπονοούμενο για μοχθηρή φύση, ούτε υπηρετούν το κακό, επειδή το κακό μπορεί να είναι εξίσου δικαιολογημένο όπως και το καλό.
 Αισθήσεις και έκτη αίσθηση
Η ζωή όπως τη βιώνουν οι χαρακτήρες του Χάρντι, παίρνει υλική, και φυσική υπόσταση, χρώμα, διαστάσεις και μορφή, από τις αισθητηριακές προσλήψεις, τη ζωή των αισθήσεων και, ενίοτε, την έκτη αίσθηση.
Όπως η Έλλα στο «Μια ευφάνταστη γυναίκα», μια γυναίκα με καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, η οποία συγκεντρώνοντας όλη τη δύναμη της σε μια ιδεατή μορφή, υπερβαίνει τον υλικό κόσμο και με τη δύναμη της ποίησης, τον προσεγγίζει. Όπως ο ποιητής Χάρντι, έτσι κι εκείνη, κινείται μέσα και πέρα από τον υλικό κόσμο προκειμένου να ανακαλύψει τις εσωτερικές της δυνάμεις αλλά και πάλι, όπως ο Χάρντι, καταφέρνει να δώσει μορφή στο συναίσθημα, να δώσει σάρκα σε ένα όραμα της φαντασίας της – έστω και αν χρειαστεί να πληρώσει το ακριβότερο τίμημα.
Ο Χάρντι παρουσιάζοντας στους βικτωριανούς θηλυκά πρότυπα που δεν εναρμονίζονται με τα στερεότυπα, όχι μόνο παραβίασε τους κανόνες της πουριτανικής λογοκρισίας, αλλά απείλησε την καθεστηκυία τάξη, υπονομεύοντας τη δομή αλλά και τα θεμέλια της ίδιας της κοινωνίας. Καταργώντας όλες εκείνες τις κοινωνικές και λογοτεχνικές συμβάσεις που ενίσχυσαν το αξίωμα της Βικτωριανής Αγγλίας πως οι γυναίκες είχαν σεξουαλική απάθεια και άγνοια για τις σωματικές τους λειτουργίες, ώστε να θεωρούν τη σεξουαλική πράξη ως ένα ακόμα μυστήριο. Στον Χάρντι κυριαρχεί η κατάλυση αυτού του μυστηρίου, οι ηρωίδες του μοχθούν και φέρουν τα σημάδια της σεξουαλικής τους δραστηριότητας, αν κλάψουν το δέρμα τους κοκκινίζει, τα βλέφαρά τους πρήζονται, πονούν και ιδρώνουν και όταν έχουν έλλειψη ύπνου, τα χαρακτηριστικά τους αλλοιώνονται. Η πραγματικότητα τις εξαντλεί, και στο τέλος της μέρας αφήνει πάνω στη γυναίκα, όπως και τον άντρα, τα ορατά σημάδια της κόπωσης και της εξάντλησης. Όμως, ούτε τα ορατά σημάδια της κόπωσης ή τα σημάδια των σωματικών λειτουργιών, ούτε κάποια αναπηρία ή δυσμορφία (όπως η Γερτρούδη στο «Σακατεμένο χέρι») τις καθιστά λιγότερο ελκυστικές, οι ατέλειες προσδίδουν χαρακτήρα κι ο μόχθος τη δική τους αύρα υπεροχής που βασίζεται στην ικανότητά τους να επιβιώνουν (όπως η γαλατού Ρόντα στο ίδιο διήγημα). 
Ο κόσμος της υπαίθρου και της εργασίας δεν ήταν, για τους βικτοριανούς μυθιστοριογράφους, μέρη κατάλληλα για το ασθενές φύλο. Ο Χάρντι καταγράφει όσα οι περισσότεροι από αυτούς παραλείπουν: τον πραγματικό κόσμο των γυναικών. Στο ίδιο ριζοσπαστικό πνεύμα, όχι μόνο αναγνωρίζει αλλά αποδίδει και τον απαιτούμενο σεβασμό στα γυναικεία ευμετάβλητα συναισθήματα και στις σκοτεινές ή ακόμα και στις πεζές επιθυμίες τους ή κατακριτέες πράξεις τους (όπως η διγαμία της Μπαπτίστα στο «Μια μικρή παρένθεση»). Οι γυναίκες του Χάρντι δεν είναι αόρατες, ούτε αιθέριες, αλλά γυναίκες με σάρκα και οστά που ζουν, κινούνται και συμμετέχουν στην καθημερινότητα. Όμως αυτή η σχέση με το σώμα και τις λειτουργίες του έκανε τους σύγχρονους κριτικούς να «φρικάρουν» και να τις χαρακτηρίσουν ως «γυναίκες αηδιαστικές, απωθητικές, στυγνές, κτηνώδεις, χαλαρών ηθών» και να αποκηρύξουν τα βιβλία του. Στο έργο του Χάρντι ανατρέπεται το κυρίαρχο δίπολο της γυναίκας αγίας ή πόρνης με το να μεταφέρει απλώς την πραγματικότητα. Και αυτό από μόνο του, την εποχή εκείνη, υπήρξε ανατρεπτικό.
Η μετάφραση του Γιάννη Κωστόπουλου είναι ακριβής και προσεγμένη, όμως θα έκρινα πως η έκδοση θα εμπλουτιζόταν με μια εισαγωγή που θα κατατόπιζε τον αναγνώστη για τον Χάρντι, τον διηγηματογράφο. 




27 November 2016

---

---

Το λεξικό του Νανόπουλου

Ο Δημήτρης Νανόπουλος, από το Α ως το Ω, για τη ζωή, τη μόρφωση και την πραγματική καλλιέργεια 
[Πηγή: www.doctv.gr]
Ο Δημήτρης Νανόπουλος είναι διακεκριμένος Έλληνας θεωρητικός φυσικός. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 13 Σεπτεμβρίου 1948. Σπούδασε φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ της Αγγλίας, όπου απέκτησε το διδακτορικό του το 1973 στη Θεωρητική Φυσική των Yψηλών Eνεργειών. 
Διετέλεσε ερευνητής στο Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών Ευρώπης (CERN) στη Γενεύη της Ελβετίας και επί σειρά ετών ανήκε στο ανώτερο ερευνητικό προσωπικό του Κέντρου. Διετέλεσε ερευνητής στην École Normale Supérieure στο Παρίσι και στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ των HΠA. 
Το 1989 εξελέγη καθηγητής στο τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Texas A&M, College Station, όπου από το 1992 είναι διακεκριμένος καθηγητής και όπου από το 2002 κατέχει την έδρα Mitchell/Heep της Φυσικής Υψηλών Ενεργειών. Είναι διευθυντής του Κέντρου Αστροσωματιδιακής Φυσικής του Κέντρου Προχωρημένων Ερευνών (HARC), στο Χιούστον, όπου διευθύνει ερευνητικό τμήμα του World Laboratory, που εδρεύει στη Λωζάνη.
Απολαμβάνω: «O πατέρας μου μου έλεγε: "Παιδί μου, αυτό που έχουμε είναι από εδώ μέχρι εκεί. Ό,τι έχεις, λοιπόν, να το χαίρεσαι και να το απολαμβάνεις". Η απόλαυση είναι μια πραγματικά ουσιαστική λέξη. Σε αντίθεση με την ευτυχία, η οποία είναι φευγάτη, στιγμιαία. Εγώ προσπαθώ να απολαμβάνω τη ζωή, τον έρωτα, την τέχνη, τη φύση, το καλό φαγητό, τους φίλους μου, τις παρέες, το πιοτό, το πούρο, μέσα στην έννοια του μέτρου προφανώς, εν γένει την καλή απλή ζωή. Από κει και πέρα, είμαι ευχαριστημένος που διάλεξα να κάνω κάτι στη ζωή μου, τη φυσική, που με γεμίζει εντελώς».
Βεβαιότητες: «Το χαρακτηριστικό της μοντέρνας φυσικής είναι η αβεβαιότητα. Η φυσική μάς λέει ότι τα πάντα είναι αβέβαια. Και όπως θα πω και στην ομιλία μου στο Εθνικό Θέατρο, αν δεν υπήρχε αυτή η αρχή της αβεβαιότητας, δεν θα είμαστε εδώ σήμερα. Παρόλο, όμως, που είμαι υπερασπιστής του παραλόγου και της κβαντικής αβεβαιότητας, στην καθημερινή μας ζωή πρέπει να έχουμε κάποιες βεβαιότητες, κάποιες σταθερές, γιατί αν είναι όλα ρευστά και αβέβαια, πάμε στο χάος και χαθήκαμε. Τώρα, αν έχω μία βεβαιότητα, αυτή είναι ότι αγαπώ τη ζωή και ότι η φυσική είναι η ζωή μου. Νομίζω πως όταν έρθει η ώρα μου, μέχρι την τελευταία μου ανάσα, το χέρι μου όλο και κάποια εξίσωση ή παρατήρηση θα γράφει. Επίσης, μια και μιλάμε για βεβαιότητες, οι Αμερικανοί λένε: "Δύο πράγματα είναι βέβαια στη ζωή: ο θάνατος και η εφορία"».
Γεννήθηκα: «Στην Αθήνα, στο μαιευτήριο Έλενα, στις 13 Σεπτεμβρίου του 1948. Απέναντι από το Έλενα, στο τότε 3ο Γυμνάσιο και νυν 2ο Πειραματικό, έβγαλα το σχολείο. Δίπλα, ήταν το γνωστό αναμορφωτήριο Στεφανία, απ’ όπου και η ομώνυμη ταινία. Πιο πέρα, το γήπεδο του Παναθηναϊκού, οπότε καταλαβαίνετε, είμαι Παναθηναϊκός. Η μητέρα μου με γέννησε στα 19 της -μια πανέξυπνη γυναίκα, κοντούλα αλλά σπίθα. Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ πράος άνθρωπος. Εγώ έχω πάρει το νεύρο και την ενεργητικότητα της συγχωρεμένης της μάνας μου. Λοιπόν, πίσω στη γέννησή μου, ήταν να γεννηθώ στις 11 Σεπτεμβρίου, αλλά δεν μπορούσα να γεννηθώ, γιατί είχα πολύ μεγάλο κεφάλι και έπρεπε να γίνει καισαρική, αλλά ο γιατρός έλειπε και τελικά έγινε η επέμβαση δύο μέρες μετά. Απ’ ό,τι μου έλεγε η μάνα μου, βγήκα κυριολεκτικά οριακά ζωντανός, καθώς γεννήθηκα μοβ, μπλαβής από την ασφυξία και φυσικά με πολύ μεγάλο κεφάλι. Τόσο μεγάλο στα πρώτα μου παιδικά χρόνια, που όταν με έβλεπαν τα άλλα παιδιά, έφευγαν. Ευτυχώς, πριν πάω στο δημοτικό, πήρε κανονικές διαστάσεις, γιατί το μέγεθός του είχε γίνει βραχνάς για τη μητέρα μου».
Δραπετεύω: «Θεωρώ πως είμαστε από γεννησιμιού μας δραπέτες. Γεννιόμαστε δραπετεύοντας από τη μήτρα της μάνας μας και ζούμε δραπετεύοντας από τον θάνατο. Σκανταλιάρηδες και σκασιάρχες εκ προοιμίου, λοιπόν. Από μικρός, λοιπόν, είχα μεγάλο σεβασμό και αγάπη για τους περιθωριακούς, όχι για κάτι νούμερα που περιφέρονται ως τέτοιοι, αλλά για τους αυθεντικούς, οι οποίοι, λόγω ιδεολογίας, ενσυνείδητα, δεν επιθυμούν να βρίσκονται στο κέντρο των πραγμάτων αλλά δημιουργούν και υπάρχουν στις παρυφές της κοινωνίας. Μιλάω για μεγάλους καλλιτέχνες και λογοτέχνες, που έζησαν ως δραπέτες της κοινωνίας. Γι’ αυτό, το "δραπετεύω" μου ασκεί διαχρονικά μια μαγεία και έλξη».
Ελλάδα: «Είναι πολλά πράγματα για μένα. Κατ' αρχάς, είναι μια πνευματική ιδιότητα, μια υψηλή ιδέα που δημιούργησε τη δημοκρατία, τις επιστήμες και τις τέχνες και αυτή την Ελλάδα φέρω μαζί μου και στο εξωτερικό. Γι’ αυτό και διατήρησα και διατηρώ πάντα την επαφή μου με τη ρίζα μου, την πατρίδα μου. Για μένα, η Ελλάδα είναι κάτι που σχεδόν δεν συνδέεται με τον παρόντα ελληνικό χωροχρόνο. Γι’ αυτό θλίβομαι βαθύτατα με τις πολιτικές-οικονομικές εξελίξεις των τελευταίων ετών. Είναι μια κατάντια που δεν μας αξίζει. Νομίζω πως ο ελληνικός λαός, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, είμαστε πιο έξυπνοι, πιο έντιμοι από ό,τι μας παρουσιάζουν και δικαιούμαστε καλύτερης τύχης. Οι Έλληνες διαπρέπουν όπου και αν βρεθούν στο εξωτερικό. Μαγιά ικανών ανθρώπων υπάρχει, λοιπόν. Τώρα, πώς καταφέραμε και έχουμε φτάσει εδώ που έχουμε φτάσει, πρέπει να το δούμε πολύ σοβαρά. Πρέπει όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Γιατί αυτοί οι κύριοι που ήταν και είναι στη Βουλή εκλέγονται και δρουν με "εντολή λαού", με δημοκρατικές διαδικασίες».
Ευτυχία: «Για να είναι κανείς ευτυχισμένος, πρέπει να του λείπουν μερικά data. Καμιά φορά δε, μπορεί να αφήνουμε εσκεμμένα απ’ έξω μερικά data, για να νιώσουμε κάποια στιγμιαία ευτυχία».
Ζηλεύω: «Έχω ζηλέψει στη ζωή μου, με την έννοια του θαυμασμού και όχι του φθόνου, τους καλούς επιστήμονες. Θα ήθελα να είμαι καλύτερος επιστήμονας, όπως ο Ρίτσαρντ Φάινμαν, ο Βέρνερ Καρλ Χάιζενμπεργκ, ο Πολ Ντιράκ. Έχω, επίσης, θαυμάσει και ζηλέψει το έργο του Τζέιμς Τζόις, του Αλμπέρ Καμί, του Όρσον Ουέλς».
Ήρωες: «Το ότι ζούμε μας καθιστά όλους μικρούς ήρωες. Ο καθένας στον χώρο και τον χρόνο του και ανάλογα με τις δυνατότητές του κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. Όμως, η έννοια του ήρωα είναι συνυφασμένη με κείνη της ήττας. Συχνά, πρέπει να ηττηθεί κάποιος για να φανεί το μεγαλείο του, η ηρωική του διάσταση».
Θεός/Θάνατος: «Το υπαρξιακό ζήτημα του θανάτου γέννησε στον άνθρωπο την ανάγκη για την αναζήτηση του Θεού. Τώρα, λέω πως τον θάνατο δεν τον φοβάμαι, ή έτσι, τουλάχιστον, έχω πείσει τον εαυτό μου. Ενδεχομένως, δεν τον πολυσκέφτομαι τον θάνατο, γιατί προσπαθώ να ζω έντονα. Πάντως, στην κηδεία μου θα ήθελα να παίζει του Νίνο Ρότα ένα κομμάτι από το Άμακορντ του Φελίνι, όταν μπαίνει το μεγάλο πλοίο, το Ρεξ, στο λιμάνι του Ρίμινι. Θυμάμαι, όταν είχα δει την ταινία στην Αγγλία, σκέφτηκα πως αυτή η μουσική θέλω να παίζει στην κηδεία μου».
Ιστορία: «Είμαστε στο Δημοτικό, στου Ζωγράφου, το 1960 ακριβώς, εγώ 12 ετών. Κάθε Κυριακή, μας πήγαιναν υποχρεωτικά στο Κατηχητικό, στην εκκλησία του Αγίου Θεράποντα. Μια μέρα, μας μίλησαν για τον Ιωσήφ, όχι τον σύζυγο της Παναγίας, αλλά τον γιο του Ιακώβου, τον οποίο αγαπούσε πολύ ο πατέρας του αλλά όχι και τα αδέρφια του. Τον Ιωσήφ κάποια στιγμή τον πέταξαν σε ένα πηγάδι και μετά βρέθηκε στην Αίγυπτο, όπου έγινε πρίγκιπας. Για να μην μακρηγορούμε, λόγω Ιωσήφ, βρέθηκαν οι Εβραίοι στην Αίγυπτο. Όταν τελείωσε η ιστορία στο κατηχητικό και μας ζήτησαν να γράψουμε το ηθικό δίδαγμα, εγώ έδωσα λευκή κόλλα, γιατί διαφωνούσα ότι ήταν θέλημα Θεού και επέμενα ότι ήταν βασικό ότι τον μισούσαν τα αδέρφια του και του έκαναν κακό. Το τι έγινε στο Κατηχητικό, δεν περιγράφεται! Με έβγαλαν έξω και δεν ξαναπήγα, γεγονός, βέβαια, που πολύ χάρηκα».
Καθρέφτης: «Από το μόνο από το οποίο δεν μπορούμε να κρυφτούμε είναι ο εαυτός μας. Λέω, λοιπόν, συχνά στους φίλους μου ότι θέλω να είμαι εντάξει απέναντι στον εαυτό μου, να μην κάνω κακό σε άνθρωπο, γιατί όταν ξυρίζομαι το πρωί μπροστά στον καθρέφτη, θέλω να μου χαμογελάω και να σφυρίζω ωραίες, αγαπημένες μουσικές. Θέλω να μην ντρέπομαι, όταν με αντικρίζω στον καθρέφτη. Γιατί όλοι μας ξέρουμε βαθιά μέσα μας ποιοι πραγματικά είμαστε και τι έχουμε ή δεν έχουμε κάνει. Ίσως, αυτοί που αφήνουν γένια να μη θέλουν να αντικρίζουν συχνά τον καθρέφτη τους».
Λάθη: «Όπως έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ: "Εμπειρία είναι το όνομα που ο καθένας δίνει στα λάθη του". Αν δεν κάνεις λάθη, δεν ζεις. Ο Φάινμαν, που είχε κάνει πολλά λάθη, ακόμα και στα δικά του διαγράμματα -και αυτό δεν το λέω υποτιμητικά-, έλεγε και γέλαγε: "ο μόνος τρόπος να μην κάνεις λάθη είναι να μην κάνεις τίποτα"».
Ματαίωση: «Από μικρό παιδί, όταν έλεγα κάτι, το έκανα. Έχω, λοιπόν, ένα κόκκινο πανί, μία απίστευτα σκληρή στάση όταν μου ματαιώνουν κάτι. Είμαι ανηλεής όταν αισθάνομαι ότι με ματαιώνουν, μου ακυρώνουν κάτι εσκεμμένα. Έχω καταστρέψει σχέσεις λόγω αυτού, όταν ήμουν μικρότερος».
Νέα Γενιά: «Πρέπει να στηριζόμαστε στους νέους. Η νέα γενιά, εξ ορισμού, έχει υποχρέωση να αντιμετωπίζει τα πράγματα και ναι, να τα αλλάζει. Λέμε συχνά ότι παραδίδουμε στους νέους έναν κατεστραμμένο κόσμο, αλλά μήπως και εμείς στα μέσα του περασμένου αιώνα τι βρήκαμε; Δεν είχαμε να φάμε, τρώγαμε ψωμί με αλάτι, αλλά πολεμήσαμε. Πρέπει να πολεμήσουν και οι σημερινοί νέοι για τη ζωή που θέλουν να έχουν. Ας δουν το κινέζικο ιδεόγραμμα της κρίσης, το οποίο σημαίνει ταυτόχρονα και ευκαιρία. Να κάνουν αυτή την κρίση μια μεγάλη ευκαιρία».
Ξαγρυπνώ: «Συνεχώς, συνήθως λόγω δουλειάς. Κατά κάποιον τρόπο, είμαι εθισμένος στο ξενύχτι - τα ελληνικά γονίδια, βλέπετε. Ως θεωρητικός φυσικός, θέλω ησυχία για να δουλέψω και η νύχτα προσφέρεται για δημιουργική εργασία. Βάζω χαμηλά μουσική ή μια ταινία στην τηλεόραση και δουλεύω. Οι καλύτερες ιδέες μου έχουν έρθει νύχτα, ξαγρυπνώντας».
Όχι: «Έχω πει πολλά όχι και σε προσωπικό και σε δημόσιο επίπεδο. Και τώρα τελευταία, έχω πει όχι σε πρόταση μεγάλου κόμματος να κατέβω για βουλευτής επικρατείας. Έχω πει όχι σε διάφορες θέσεις. Κοιτάξτε, εγώ είμαι γεννημένος φυσικός. Δεν έχω πάστα πολιτικού. Δεν μπορώ να αναλάβω θέσεις που δεν έχουν σχέση με το αντικείμενό μου. Οπότε δεν έχω μετανιώσει που έχω αρνηθεί διάφορες δημόσιες θέσεις, αν και κάποιες ήταν πραγματικά τιμητικές και ήταν δύσκολο να αρνηθώ. Σε προσωπικό επίπεδο, ναι, έχω μετανιώσει για κάποια όχι μου. Γιατί πιστεύω πως είναι καλύτερα να μετανιώνεις για πράγματα που έχεις κάνει, παρά για κείνα που δεν έχεις κάνει».
Παιδεία: «Πέρα από την εγκύκλια παιδεία, πιο σημαντική είναι η ευρύτερη καλλιέργεια και κουλτούρα κάθε ανθρώπου. Τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά δεν σου εξασφαλίζουν ότι έχεις παιδεία. Η παιδεία ξεκινά μέσα από την οικογένεια, από τα "μαθήματα" που θα πάρει το παιδί πρακτικά, δια της μίμησης και του παραδείγματος, από τη μητέρα του και τον πατέρα του, και μετά έρχεται το σχολείο. Αυτά που υποφέρει σήμερα η Ελλάδα είναι αποτέλεσμα ελλειμματικής παιδείας, σε όλα τα επίπεδα».
Ρίσκο: «Στη ζωή πάντα πίστευα πως για να πετύχει κάποιος πρέπει να έχει αίσθηση του ρίσκου, λαγνεία για τη ζωή και άγρια φαντασία. Άρα, το ρίσκο για μένα είναι συνυφασμένο με τις επιλογές μου. Όπως έχει πει και ο Καμί, μου αρέσουν οι άνθρωποι που ρισκάρουν και που πάνε μέχρι την άκρη του γκρεμού, αλλά ταυτόχρονα έχουν και τη σοφία να κάνουν πίσω, όταν πρέπει».
Ραγιαδισμός: «Αυτή η χαρακτηριστική ιδιότητα του νεοέλληνα, της "τζάμπα μαγκιάς", υποθάλπει ένα είδος ραγιαδισμού. Επειδή ξέρει ότι είναι εγκλωβισμένος, νομίζει ότι με τέτοιου είδους ξεσπάσματα αποκτά υπόσταση. Όμως, όπως έχει πει και ο Σεφέρης, "είμαστε πολύ για το τίποτα και λίγο για το κάτι". Και κάπου εδώ ελλοχεύει και ο κίνδυνος της απομόνωσης της Ελλάδας. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο Eurogroup, αλλά σε επιστημονικό και πολιτιστικό επίπεδο, γιατί έχουμε μια τάση εγκλωβισμού και γεωγραφικά και ψυχολογικά. Σαν να αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τους Ευρωπαίους και κλεινόμαστε πίσω στο καβούκι μας. Αλλά η Ελλάδα έχει δώσει τα φώτα της στη Δύση και δικαιωματικά εκεί ανήκει».
Σιωπώ: «Από μικρός, δύσκολα σιωπούσα, όταν έβλεπα ή άκουγα κάτι παράλογο ή άδικο. Δεν μπορώ να αντιστέκομαι στον πειρασμό να παίρνω θέση για πράγματα για τα οποία έχω ισχυρή γνώμη. Για παράδειγμα, πρόσφατα που ακούστηκε μέσα στη Βουλή από τον υπουργό Παιδείας ότι "η αριστεία είναι ρετσινιά", απορώ πώς δεν έγινε της κακομοίρας. Μα, είναι ντροπή για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί αυτή η κουβέντα ειπώθηκε από άτομο με επίσημη, θεσμική θέση, από τον υπουργό Παιδείας. Δεύτερον, η δήλωση έγινε από έναν "μαρξιστή της Αριστεράς", όπως ο ίδιος αυτοαποκαλείται. Μου κάνει τρομακτική εντύπωση αυτή η επαίσχυντη δήλωση. Πιστεύω θα μείνει στην ιστορία της Βουλής ότι ο υπουργός Παιδείας το 2015 δήλωσε πως "η αριστεία είναι ρετσινιά" και δεν άνοιξε ρουθούνι. Όταν η επιστήμη έχει κάνει τόσα θηριώδη άλματα, όταν αυτά τα άλματα έχουν γίνει χάριν κάποιων αρίστων, μια τέτοια δήλωση είναι τουλάχιστον ακυρωτική».
Τρέλα: «Καλά, είμαι γνωστός τρελός! Πιστεύω πως οι "τρελοί" πάνε αυτόν τον κόσμο μπροστά. Ο Αρχιμήδης, ο Ντα Βίντσι, ο Μότσαρτ είναι ιδιοφυείς τρελοί που άλλαξαν τον ρουν της επιστήμης και της τέχνης».
Τύχη/Τίποτα: «Το σύμπαν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια τυχαία διακύμανση του τίποτα. Εδώ, ενώνεται η κβαντική φυσική και κοσμολογία με την υπαρξιακή φιλοσοφία».
Υπονόμευση: «Την έχω νιώσει στο πετσί μου την υπονόμευση, τον φθόνο. Είναι πραγματικά απίστευτο πως κάποιοι άνθρωποι, αντί να ζουν και να απολαμβάνουν τη ζωή τους, ζουν μισανθρωπικά και τοξικά υπονομεύοντας τον διπλανό τους. Βρε, ζήστε τη ζωή σας και αφήστε τους άλλους να κάνουν ό,τι νομίζουν. Και αν κάνουν κάτι καλό, μιμηθείτε το, προχωρήστε το, εξελίξτε το».
Φόβοι: «Επειδή το μυαλό μου τρέχει πολύ γρήγορα -και αυτό είναι και καλό και κακό-, καμιά φορά όταν ακούσω ή μάθω ένα άσχημο μαντάτο, αυτό το ρημάδι το μυαλό τρέχει τόσο γρήγορα στην πιο αρνητική εξέλιξη του πράγματος, που με διαλύει. Αυτή, όμως, η πρακτική έχει αποδειχτεί ενίοτε τόσο λάθος, που έχω περάσει φοβερές στεναχώριες δημιουργώντας τέρατα, χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων. Κι ενώ στεναχωρήθηκα σφόδρα, χωρίς λόγο τελικά, το σύστημά μου, τα κύτταρά μου σίγουρα έχουν πληρώσει και έχουν καταγράψει όλο αυτό το στρεσάρισμα. Πολύ φοβάμαι αυτή την πλευρά μου».
Χρόνος-Χώρος: «Ζούμε σε ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο εντελώς τυχαία, αλλά ο καθένας από εμάς θα πρέπει να κάνει όσο καλύτερη χρήση μπορεί αυτού του χωροχρονικού του δεδομένου, πέρα από μισαλλοδοξίες, δόγματα ή δοξασίες που μας εγκλωβίζουν. Αυτή η τυχαιότητα του χωροχρόνου και πόσο αυτή μας καθορίζει είναι εκπληκτική, αν τη σκεφτεί κανείς».
Ψάχνω: «Ψάχνω να καταλάβω τον κόσμο. Όπως έχει πει και ο Αϊνστάιν, η φυσική είναι ένα ραφινάρισμα της καθημερινής σκέψης. Το ρήμα "ψάχνω" είναι το raison d’être του ερευνητή, με παραφυάδες του την οξυδέρκεια και τη φαντασία, ώστε να μένει η ουσία, ο πυρήνας της έρευνας».
Ώρα να…: «ζήσουμε». 

23 November 2016

Ο «απαράδεκτος» κύριος Σόιμπλε

του Θανάση Μαυρίδη, Liberal, 19/11/2016


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο δόκτωρ Σόιμπλε ήταν από την αρχή ξεκάθαρος στις θέσεις του. Ήξερε τι ήθελε και πως θα το πετύχει. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σε όλους τους Έλληνες πρωθυπουργούς τους έκανε την ίδια ακριβώς πρόταση: «Θέλετε να σας διευκολύνω να φύγετε από το ευρώ;»
Το ελληνικό πρόγραμμα δεν βγαίνει. Είναι θέμα χρόνου να οδηγηθούμε σε ένα νέο μνημόνιο. Η ιστορία με τα χρηματοδοτικά πακέτα και τα νέα μέτρα δεν φαίνεται να έχει τέλος. Κι ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: Δεν θέλουμε να αλλάξουμε, δεν θέλουμε να αποκοπούμε από την μήτρα του κρατικοδίαιτου καπιταλισμού. Δείτε μόνο τι έχει γίνει σε δύο περιπτώσεις, στις οποίες το κράτος έχει ακόμη την δυνατότητα να μοιράζει λεφτά και δουλειές χωρίς να δίνει ιδιαίτερο λογαριασμό σε τρίτους: Στην διαχείριση των χρημάτων για τους πρόσφυγες και στην Τράπεζα Αττικής. 
Ο Δόκτωρ Σόιμπλε είναι απότομος, είναι προσβλητικός, είναι επίμονος. Αλλά κι εμείς είμαστε το ίδιο επίμονοι. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε! Κι έτσι ο Σόιμπλε δείχνει μία απεριόριστη κατανόηση για την περίπτωσή μας και μας προτείνει αυτό το οποίο πολλοί Έλληνες παρακαλούν να συμβεί, πιστεύοντας ότι είναι η λύση στα προβλήματά μας! Για να μην ξεχνάμε και την περίοδο της περίφημης διαπραγμάτευσης, όταν απειλήσαμε τόσες φορές με την «έξοδο». Ο κύριος Σόιμπλε, λοιπόν, δεν κάνει κάτι άλλο από το να κάνει τις επιθυμίες μας πραγματικότητα. Σαν το Τζίνι του παραμυθιού. Γιατί τώρα έγινε «απαράδεκτος»; Ίσως επειδή χρειαζόμαστε και πάλι έναν εχθρό για να του φορτώσουμε όλα μας τα λάθη. Δεν είναι και η πρώτη φορά που το κάνουμε…
Η Γερμανία θα έχει πολλές ευκαιρίες στο μέλλον  να απολογηθεί για την χαμένη ευκαιρία της Ευρώπης. Δεν φταίει όμως η Μέρκελ αν στην Ελλάδα δεν έχουμε δώσει  λύσεις σε κρίσιμα θέματα και μάλιστα  έπειτα από επτά χρόνια κρίσης. Κι είναι παράδοξο το γεγονός ότι σημερινή  κυβέρνηση θεωρεί νίκη το να πετύχει μία συμφωνία με το ΔΝΤ που θα περιλαμβάνει μέτρα που η ίδια ως αντιπολίτευση  τα θεωρούσε αδιανόητα. Ας σκεφτεί κάποιος που θα ήταν σήμερα αυτή η χώρα αν είχαμε προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις από την πρώτη στιγμή. Αν δεν καιγότανε η Αθήνα κάθε φορά που μία κυβέρνηση προσπαθούσε να κάνει ένα και μόνο ένα μικρό βηματάκι.
Ο κ. Σόιμπλε μπορεί να είναι απαράδεκτος, μπορεί να είναι ό,τι θέλει. Το σίγουρο είναι ότι έχει κι ο ίδιος μπροστά του εκλογές κι ένα εκλογικό σώμα για να απολογηθεί. Το θέμα δεν είναι αυτό, αλλά το τι κάνουμε εμείς. Και στο σημείο αυτό θα συμφωνήσουμε όλοι ότι έχουμε γίνει πρωταθλητές στο άθλημα του τίποτα. Είμαστε οι εφευρέτες του τίποτα. Του απόλυτου κενού. Στο μεταξύ οι άνθρωποί μας, οι οικογένειές μας, οι φίλοι μας, οι συμπολίτες μας, υποφέρουν. Αλλά δεν μας ενδιαφέρει αυτό. Το μόνο που ας ενδιαφέρει είναι να περάσει κι αυτός ο μήνας. Για τον επόμενο βλέπουμε.
Χρειάζεται η ρύθμιση του χρέους; Ναι! Χρειάζονται μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα; Ναι! Χρειάζεται να βγούμε στις αγορές; Ναι!  Χρειαζόμαστε τις ιδιωτικές επενδύσεις; Ναι! Δεν διαφωνούμε σε κάτι απ’ όλα αυτά. Κυρίως όμως χρειάζεται σοβαρότητα και οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με τις αγορές και τους επενδυτές. Και πάνω απ’ όλα σεβασμός στο μέλλον ενός ολόκληρου λαού. Εκείνο που δεν χρειάζεται είναι να ανακαλύπτουμε συνεχώς εχθρούς. Οι άλλοι κάνουν την δουλειά τους. Ας κάνουμε κι εμείς, επιτέλους,  την δική μας.