(Click)
15 July 2007
14 July 2007
12 July 2007
7 θαύματα και άλλα παραμύθια
Όταν ο ποιητής Αντίπατρος ο Σιδώνιος που έζησε το 2ο αιώνα π.Χ., συνέταξε τη λίστα τών, κατά την άποψή του, επτά θαυμάτων της Αρχαιότητας, ούτε που φανταζόταν ποτέ ότι 22 αιώνες αργότερα θα επαναλαμβανόταν η προσπάθειά του, κάτω από τελείως διαφορετικές προϋποθέσεις.
Λέγεται ότι ο Αντίπατρος είχε επισκεφτεί, παρέα με τον Φίλωνα τον Βυζαντινό, διάφορα έργα και αποφάσισαν από κοινού, ποια από αυτά θα θεωρηθούν ως τα καλύτερα. Κατέληξαν σε επτά, εκ των οποίων σήμερα μόνο οι πυραμίδες της Γίζα στην Αίγυπτο σώζονται. Όλα τα υπόλοιπα καταστράφηκαν λόγω πολέμων, κακόβουλης παρέμβασης αλλοεθνών ή αλλοθρήσκων, φυσικών φαινομένων ή φυσικής φθοράς.
Για να καλυφθεί λοιπόν το κενό σε υπαρκτά έργα αποφάσισε ο Ελβετός δημοσιογράφος και σκηνοθέτης Bernard Weber να συγκροτήσει νέο κατάλογο με τα «σύγχρονα επτά θαύματα», αν και η πρόοδος της τεχνολογίας στους αιώνες μετά την Αρχαιότητα, ιδίως στα τελευταία 200 χρόνια, θα δικαιολογούσε μια λίστα με 30 ή 100 «σύγχρονα θαύματα». Για το σκοπό αυτό κάλεσε ο Βέμπερ την παγκόσμια κοινότητα να συμμετάσχει στην ψηφοφορία.
Η σημαντική διαφορά στη διαδικασία επιλογής, σε σύγκριση με την Αρχαιότητα, ήταν ότι ουδείς χρειάστηκε σήμερα να επισκεφτεί τα υποψήφια έργα σε όλο τον κόσμο και να επιλέξει από αυτά τα καλύτερα. Με τη βοήθεια του Internet μπορεί πλέον καθένας να εξετάσει φωτογραφίες, να διαβάσει περιγραφικά κείμενα και να αποφασίσει, ποια από τα προτεινόμενα θεωρεί «σπουδαιότερα». Αυτό είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα!
Μειονέκτημα αποτελεί το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι δεν είχαν την ιστορική και τεχνολογική γνώση, αλλά ούτε την απαιτούμενη αντικειμενικότητα, ώστε να επιλέξουν ένα έργο πέρα από τα σύνορα της χώρας τους. Αυτό δηλώνουν τα μηνύματα (αλυσίδες μηνυμάτων) που έλαβα από Ελλάδα, Νότια Αμερική, Γερμανία, Ινδία κ.ά. για να υποστηρίξω το μνημείο της κάθε χώρας ή περιοχής.
Λέγεται ότι ο Αντίπατρος είχε επισκεφτεί, παρέα με τον Φίλωνα τον Βυζαντινό, διάφορα έργα και αποφάσισαν από κοινού, ποια από αυτά θα θεωρηθούν ως τα καλύτερα. Κατέληξαν σε επτά, εκ των οποίων σήμερα μόνο οι πυραμίδες της Γίζα στην Αίγυπτο σώζονται. Όλα τα υπόλοιπα καταστράφηκαν λόγω πολέμων, κακόβουλης παρέμβασης αλλοεθνών ή αλλοθρήσκων, φυσικών φαινομένων ή φυσικής φθοράς.
Για να καλυφθεί λοιπόν το κενό σε υπαρκτά έργα αποφάσισε ο Ελβετός δημοσιογράφος και σκηνοθέτης Bernard Weber να συγκροτήσει νέο κατάλογο με τα «σύγχρονα επτά θαύματα», αν και η πρόοδος της τεχνολογίας στους αιώνες μετά την Αρχαιότητα, ιδίως στα τελευταία 200 χρόνια, θα δικαιολογούσε μια λίστα με 30 ή 100 «σύγχρονα θαύματα». Για το σκοπό αυτό κάλεσε ο Βέμπερ την παγκόσμια κοινότητα να συμμετάσχει στην ψηφοφορία.
Η σημαντική διαφορά στη διαδικασία επιλογής, σε σύγκριση με την Αρχαιότητα, ήταν ότι ουδείς χρειάστηκε σήμερα να επισκεφτεί τα υποψήφια έργα σε όλο τον κόσμο και να επιλέξει από αυτά τα καλύτερα. Με τη βοήθεια του Internet μπορεί πλέον καθένας να εξετάσει φωτογραφίες, να διαβάσει περιγραφικά κείμενα και να αποφασίσει, ποια από τα προτεινόμενα θεωρεί «σπουδαιότερα». Αυτό είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα!
Μειονέκτημα αποτελεί το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι δεν είχαν την ιστορική και τεχνολογική γνώση, αλλά ούτε την απαιτούμενη αντικειμενικότητα, ώστε να επιλέξουν ένα έργο πέρα από τα σύνορα της χώρας τους. Αυτό δηλώνουν τα μηνύματα (αλυσίδες μηνυμάτων) που έλαβα από Ελλάδα, Νότια Αμερική, Γερμανία, Ινδία κ.ά. για να υποστηρίξω το μνημείο της κάθε χώρας ή περιοχής.
Προσωπικά είχα σοβαρότατους ενδοιασμούς για το συγκεκριμένο εγχείρημα, από την πρώτη φορά που πληροφορήθηκα ότι εξελίσσεται ψηφοφορία για τα «7 σύγχρονα θαύματα». Ήδη το γεγονός ότι ανάμεσα στα υποψήφια έργα ήταν ο «Πύργος του Άιφελ» και το «Σινικό Τείχος», η «Ακρόπολη της Αθήνας» και το «Άγαλμα της Ελευθερίας» στη Νέα Υόρκη, αναρωτήθηκα, τι μπορεί να σημαίνει ο όρος «σύγχρονα».
Σύγχρονα μεταξύ τους, δεν ήταν δυνατόν να ισχύει, αφού οι μεγάλιθοι του Stonehenge και ο πύργος του Neuschwanstein απέχουν μεταξύ τους περί τα 5.000 χρόνια. Σύγχρονα με την εποχή μας, επίσης δεν ήταν τα υποψήφια έργα, αφού το Σινικό Τείχος άρχισε να κατασκευάζεται περί το 200 π.Χ., η Πόλη της Πέτρας το 9 π.Χ. και το Κολοσσαίο της Ρώμης το 72 μ.Χ.
Επίσης, γιατί μπορεί να είναι θαύμα η «Ακρόπολη της Αθήνας», τη στιγμή που ένας οχυρωμένος βράχος δεν αποτελεί τίποτα αξιοθαύμαστο και υπάρχουν ανάλογες Ακροπόλεις σε πολλές πόλεις της Ελλάδας; Μήπως ο οργανωτής εννοούσε όμως τον Παρθενώνα στην Ακρόπολη της Αθήνας, αφού αυτή την εικόνα έβλεπε ο κόσμος; Τότε πρέπει κάποιος να τον ενημερώσει ότι πρόκειται για έτερον εκάτερον.
Αλλά και ως προς τον όρο «θαύμα» είχα ενστάσεις: τι είδους θαύμα, δηλαδή υπερφυσικό δημιούργημα, επρόκειτο να επιλεγεί; Αισθητικό, τεχνικό, ιστορικό, συμβολικό; Ο πύργος του Άιφελ, αν είχε κατασκευαστεί περί το 100 π.Χ., σίγουρα θα αποτελούσε «τεχνικό θαύμα», δεδομένου ότι οι άνθρωποι τότε δεν γνώριζαν Τεχνική Μηχανική και οι κατασκευές τους ήταν εμπειρικές. Σήμερα μπορεί να υπολογίσει κάθε μέσος Πολιτικός Μηχανικός τις χαλύβδινες ράβδους συναρμολόγησης, από τις οποίες αποτελείται αυτός ο Πύργος.
Ο «κουκλόπυργος» του Neuschwanstein στη Βαυαρία αποτελεί θαύμα αισθητικής; Μάλλον κακόγουστη δημιουργία με τα λεφτά πλούσιων πριγκίπων είναι, παρά αξιόλογο αρχιτεκτόνημα κι ας το επισκέπτονται ετησίως πολλά εκατομμύρια τουρίστες.
Αντίθετα, οι μεγαλιθικές φιγούρες στα λεγόμενα Νησιά του Πάσχα (Χιλή) είναι αξιόλογες κατασκευές, λόγω του χαμηλού επιπέδου τεχνολογικών γνώσεων που διέθεταν οι κάτοικοι αυτών των νησιών. Η γλυπτική αποτύπωση σε μεγαλίθους προγόνων ή θεών, ύψους 4-10 μέτρων και βάρους 20-90 τόνων, έγινε με απλά εργαλεία σε νταμάρια μακριά από τον τόπο της τελικής τοποθέτησης. Αξιοπερίεργο είναι, πώς μεταφέρθηκαν αυτές οι βαριές κατασκευές ψηλά στο βουνό ώστε να αγναντεύουν όρθιες το πέλαγος. Οι ιθαγενείς βεβαιώνουν ότι τα αγάλματα αυτά είναι θαυματουργά και μετακινούνται μόνα τους! Αυτό κι αν είναι αληθινό θαύμα, όχι να ακούμε μόνο για παναγίτσες που δακρύζουν!
Τελικά, το μόνο θαύμα σ’ αυτή την ιστορία είναι ότι κινητοποιήθηκαν κάπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι και ψήφισαν μέσω Internet υπέρ του ενός ή του άλλου τεχνικού έργου, ίσως για να στηρίξουν μια εθνική ιδεοληψία περί τεχνολογικής προόδου ή ανωτερότητας, πιθανότερο όμως για να τονώσουν τον τουρισμό της χώρας τους.
ΥΓ: Ειδικότερα για το Ταζ Μαχάλ, ένα πολύ ενδιαφέρον μνημείο στην Ινδία, έχω μια δυσάρεστη προσωπική εμπειρία, την οποία θα διηγηθώ σε επόμενο κείμενό μου!
Σύγχρονα μεταξύ τους, δεν ήταν δυνατόν να ισχύει, αφού οι μεγάλιθοι του Stonehenge και ο πύργος του Neuschwanstein απέχουν μεταξύ τους περί τα 5.000 χρόνια. Σύγχρονα με την εποχή μας, επίσης δεν ήταν τα υποψήφια έργα, αφού το Σινικό Τείχος άρχισε να κατασκευάζεται περί το 200 π.Χ., η Πόλη της Πέτρας το 9 π.Χ. και το Κολοσσαίο της Ρώμης το 72 μ.Χ.
Επίσης, γιατί μπορεί να είναι θαύμα η «Ακρόπολη της Αθήνας», τη στιγμή που ένας οχυρωμένος βράχος δεν αποτελεί τίποτα αξιοθαύμαστο και υπάρχουν ανάλογες Ακροπόλεις σε πολλές πόλεις της Ελλάδας; Μήπως ο οργανωτής εννοούσε όμως τον Παρθενώνα στην Ακρόπολη της Αθήνας, αφού αυτή την εικόνα έβλεπε ο κόσμος; Τότε πρέπει κάποιος να τον ενημερώσει ότι πρόκειται για έτερον εκάτερον.
Αλλά και ως προς τον όρο «θαύμα» είχα ενστάσεις: τι είδους θαύμα, δηλαδή υπερφυσικό δημιούργημα, επρόκειτο να επιλεγεί; Αισθητικό, τεχνικό, ιστορικό, συμβολικό; Ο πύργος του Άιφελ, αν είχε κατασκευαστεί περί το 100 π.Χ., σίγουρα θα αποτελούσε «τεχνικό θαύμα», δεδομένου ότι οι άνθρωποι τότε δεν γνώριζαν Τεχνική Μηχανική και οι κατασκευές τους ήταν εμπειρικές. Σήμερα μπορεί να υπολογίσει κάθε μέσος Πολιτικός Μηχανικός τις χαλύβδινες ράβδους συναρμολόγησης, από τις οποίες αποτελείται αυτός ο Πύργος.
Ο «κουκλόπυργος» του Neuschwanstein στη Βαυαρία αποτελεί θαύμα αισθητικής; Μάλλον κακόγουστη δημιουργία με τα λεφτά πλούσιων πριγκίπων είναι, παρά αξιόλογο αρχιτεκτόνημα κι ας το επισκέπτονται ετησίως πολλά εκατομμύρια τουρίστες.
Αντίθετα, οι μεγαλιθικές φιγούρες στα λεγόμενα Νησιά του Πάσχα (Χιλή) είναι αξιόλογες κατασκευές, λόγω του χαμηλού επιπέδου τεχνολογικών γνώσεων που διέθεταν οι κάτοικοι αυτών των νησιών. Η γλυπτική αποτύπωση σε μεγαλίθους προγόνων ή θεών, ύψους 4-10 μέτρων και βάρους 20-90 τόνων, έγινε με απλά εργαλεία σε νταμάρια μακριά από τον τόπο της τελικής τοποθέτησης. Αξιοπερίεργο είναι, πώς μεταφέρθηκαν αυτές οι βαριές κατασκευές ψηλά στο βουνό ώστε να αγναντεύουν όρθιες το πέλαγος. Οι ιθαγενείς βεβαιώνουν ότι τα αγάλματα αυτά είναι θαυματουργά και μετακινούνται μόνα τους! Αυτό κι αν είναι αληθινό θαύμα, όχι να ακούμε μόνο για παναγίτσες που δακρύζουν!
Τελικά, το μόνο θαύμα σ’ αυτή την ιστορία είναι ότι κινητοποιήθηκαν κάπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι και ψήφισαν μέσω Internet υπέρ του ενός ή του άλλου τεχνικού έργου, ίσως για να στηρίξουν μια εθνική ιδεοληψία περί τεχνολογικής προόδου ή ανωτερότητας, πιθανότερο όμως για να τονώσουν τον τουρισμό της χώρας τους.
ΥΓ: Ειδικότερα για το Ταζ Μαχάλ, ένα πολύ ενδιαφέρον μνημείο στην Ινδία, έχω μια δυσάρεστη προσωπική εμπειρία, την οποία θα διηγηθώ σε επόμενο κείμενό μου!
.
11 July 2007
29 Μαϊου 1453 - το χρονικό μιας ημέρας της παγκόσμιας ιστορίας (II)
του καθηγητή Δρ. Αντώνη Καμμά
«Το επίσημο Βυζαντινό Κράτος ουδέποτε συνθηκολόγησε. Πολέμησε μέχρι την τελευταία στιγμή. Αν υπήρξε, και είναι πολύ πιθανόν ότι υπήρξε, προδοσία, αυτή έγινε από τον Λουκά Νοταρά και τους ανθενωτικούς για να σώσουν τα αξιώματα, τις περιουσίες και τις ζωές τους»
Πότε όμως έγινε αυτή η ανταλλαγή πρεσβειών ανάμεσα στον Παλαιολόγο και στο Μωάμεθ; Είναι αναμφισβήτητο ότι πριν αρχίσει η Τουρκική επίθεση, δηλαδή στις αρχές Απριλίου, ο σουλτάνος έστειλε, όπως επιβάλλει το Κοράνι, αντιπροσώπους στον Παλαιολόγο για να του παραδώσει την Πόλη. Η Ισλαμική Θρησκεία επιβάλλει πάντα να γίνεται τέτοια πρόταση στην αρχή κάθε εχθροπραξίας και απαγορεύει αυστηρά στους πιστούς της να προβούν σε σφαγές και αιματοχυσίες αν ο εχθρός παραδοθεί αμαχητί.
Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι ο Μωάμεθ, που υπήρξε πιστός τηρητής της θρησκείας του πάντα, δεν έκανε την παραπάνω πρόταση. Σαν βέβαιη θα πρέπει επίσης να θεωρήσουμε την αποστολή και δεύτερης πρεσβείας από τον Μωάμεθ στον Παλαιολόγο πριν από την τελική του επίθεση και της οποίας, αποστολής, επικεφαλής ήταν ο Ισμαήλ Χαμζάς, ηγεμόνας της Σινώπης.
Σ’ αυτόν τον Τούρκο ηγεμόνα δόθηκε από τον Βυζαντινό Βασιλιά η απάντηση: «Το δε την Πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστιν ουτ’ άλλου των κατοικούντων ενταύθα· κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν μη φειδομενοι της ζωής ημών».
Η απάντηση αυτή του Παλαιολόγου παίρνει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις όταν εγνώριζε ότι ήσαν πολλοί περισσότεροι αυτοί που, μέσα στην Πόλη, επιθυμούσαν την παράδοσή της στους Τούρκους.
Εγκαταλελειμμένος από τον Ιουστινιάνη και τους Γενοβέζους, πολεμούμενος ύπουλα από Λουκά Νοταρά και τον Γεννάδιο Σχολάριο, που δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να κηρύσσουν πως «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη» προσπαθούσε απεγνωσμένα να σώσει, όχι πια το Βυζάντιο, μα την Τιμή του και την Τιμή της κάποτε κραταιής Αυτοκρατορίας.
Τώρα αν η πρεσβεία υπό τον Ισμαήλ Χάμζαν συναντήθηκε με τον Παλαιολόγο ύστερα από πρωτοβουλία του ίδιου του Βυζαντινού Βασιλιά ή ύστερα από προσπάθεια του ηγεμόνα της Σινώπης «ίνα προκαλέση πρεσβείαν του βασιλέως προς τον Σουλτάνον» αυτό είναι κάτι που καμιά ιστορική πηγή δεν μπορεί με βεβαιότητα να μας γνωρίσει.
Και αν ακόμη δεχθούμε την άποψη του Δούκα, ότι δηλαδή ο Παλαιολόγος έστειλε πρώτος πρεσβεία στον Μωάμεθ - η πρεσβεία αυτή θα πρέπει να είχε διαταγή να διαπραγματευτεί τους όρους υπό τους οποίους ο σουλτάνος θα ΕΛΥΕ την πολιορκία της Πόλης και όχι τους όρους υπό τους οποίους θα του την παρέδιδαν.
Άρα και σ’ αυτή ακόμη την περίπτωση η προσπάθεια του Βυζαντινού Βασιλιά ήταν, μέχρι την τελευταία στιγμή η διάσωση της Πόλης και όχι η παράδοσή της. Είναι γεγονός ότι ο Παλαιολόγος, σ’ αυτή του την προσπάθεια, δεν δίστασε να καταφύγει ακόμη και στην δωροδοκία ενός των πιο ισχυρών ηγετών των Τούρκων, του Χαλήλ Πασά.
Ο G. Walter ισχυρίζεται ότι μεσάζων (intermédiaire) σ’ αυτή την συναλλαγή ήταν ο Νοταράς. Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται πιθανόν σε τουρκικές πηγές του τέλους του 15ου αιώνα που αποδίδονται στον χρονογράφο Αασίκ - Πασά Ζάντε. Δεν είναι εύκολο όμως να γίνει πιστευτό ότι θα εμπιστευόταν ο Παλαιολόγος τον κύριο πολέμιο της πολιτικής του σε μια τόσο λεπτή υπόθεση όπως η συναλλαγή του με τον Χαλήλ Πασά.
Ίσως μάλιστα να πετύχαινε τον στόχο του ο Βυζαντινός Βασιλιάς, δηλαδή να έπειθε ο Χαλήλ Πασά τον Μωάμεθ να αναβάλλει την τελική του επίθεση για λίγους μήνες αργότερα αν, στο τελευταίο πολεμικό συμβούλιο που συγκάλεσε ο σουλτάνος στο στρατόπεδό του, ο Ζαγκάν (Ζαγανός) Πασά ορκισμένος εχθρός του Χαλήλ, δεν επέμενε να επιτεθούν αμέσως εναντίον της Πόλης.
Ο Κορδάτος αμφισβητεί την αποστολή δεύτερης πρεσβείας του Μωάμεθ στον Παλαιολόγο. Θεωρεί ότι πιθανότερο είναι «πως στάλθηκαν από τον Παλαιολόγο αντιπρόσωποι στον σουλτάνο για να ιδούν τις διαθέσεις του».
Η ουσία είναι πως, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση η πρόταση του Παλαιολόγου δεν μπορούσε να έχει άλλο νόημα από αυτό που προαναφέραμε, δηλαδή για ποιο αντίτιμο θα δεχόταν ο Μωάμεθ να λύσει την πολιορκία της Πόλης και να σταματήσει τις εχθροπραξίες.
Όλες όμως οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και στις 27 Μαΐου οι Τούρκοι άρχισαν νέα λυσσαλέα επίθεση. Τότε τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης και εγκατέλειψε την άμυνα της Πόλης μαζί με όσους Γενοβέζους του είχαν απομείνει. Αυτό ήταν και το τελικό πλήγμα για το ηθικό των ενωτικών.
Στις 28 Μαΐου επικράτησε (κατά τον Κριτόβουλο) στο Τουρκικό στρατόπεδο απόλυτη ηρεμία. Αυτή ακριβώς η ηρεμία της παραμονής της τελικής τουρκικής επίθεσης έδωσε λαβή στις περισσότερες παρεξηγήσεις και κάπως αυθαίρετες ερμηνείες σε ορισμένους ιστορικούς.
Ο Κριτόβουλος, αν και Έλληνας (καταγόταν από την Ίμβρο) έγραψε την ιστορία του εκθειάζοντας τις αρετές του Μωάμεθ. Η αφιέρωση του όλου έργου του «Αυτοκράτορι μεγίστω, Βασιλεί βασιλέων Μεχεμέτι....» δεν αφήνει αμφιβολία για το πνεύμα της συγγραφής του αλλά σύγχρονα τον στερεί από τις ιδιότητες τόσον του αμερόληπτου και αντικειμενικού, που του απονέμει ο Κορδάτος, όσο και του «εν πολλοίς αξιοπιστοτάτο», που του απονέμει ο Καρολίδης.
Στην ιστορία του ο Κριτόβουλος περιγράφει λεπτομερώς τις σφαγές των Τούρκων και συμφωνεί απόλυτα με τα γραφόμενα του Φραντζή και του Δούκα ως προς το μέγεθος της λεηλασίας της Πόλης.
Ελέγχεται μόνο όταν γράφει, μόνος αυτός, ότι η Αγία Σοφία παραδόθηκε από τους κλεισμένους σ’ αυτή Βυζαντινούς με συνθήκη. Ίσως σ’ αυτό το σημείο η διήγησή του να είναι σκόπιμα ανακριβής για να μη χαρακτηρίσουν οι αναγνώστες της ιερόσυλο και τελείως βάρβαρο το σουλτάνο, του οποίου ο Κριτόβουλος υπήρξε γραμματέας.
Η άποψη ότι η Πόλη δεν πάρθηκε ολόκληρη ή μέρος αυτής με το σπαθί, αλλά με κάποια συνθηκολόγηση, στηρίζεται κυρίως σε μεταγενέστερες Τουρκικές (Τσελεμπή) και Ελληνικές (Μαλαξός και Αθ. Υψηλάντης) πηγές.
Είναι γεγονός ότι οι πηγές αυτές σε πολλά σημεία αντιφάσκουν μεταξύ τους φθάνοντας μάλιστα, στην περίπτωση του Μαλαξού, να ισχυρίζονται ότι ο ίδιος ο Παλαιολόγος παράδωσε τα κλειδιά της Πόλης στον Μωάμεθ και υπέγραψαν αμοιβαία συνθήκη φιλίας που την επικύρωσαν με τριήμερο γλέντι.
Κάπως όμοια τα γράφει και ο Αθ. Υψηλάντης στο «Μετά την Άλωσιν» έργο του, όπου όμως ισχυρίζεται ότι την παράδοση της πόλης δεν την έκανε ο Παλαιολόγος αλλά οι ευγενείς.
Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι ο Μωάμεθ, που υπήρξε πιστός τηρητής της θρησκείας του πάντα, δεν έκανε την παραπάνω πρόταση. Σαν βέβαιη θα πρέπει επίσης να θεωρήσουμε την αποστολή και δεύτερης πρεσβείας από τον Μωάμεθ στον Παλαιολόγο πριν από την τελική του επίθεση και της οποίας, αποστολής, επικεφαλής ήταν ο Ισμαήλ Χαμζάς, ηγεμόνας της Σινώπης.
Σ’ αυτόν τον Τούρκο ηγεμόνα δόθηκε από τον Βυζαντινό Βασιλιά η απάντηση: «Το δε την Πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστιν ουτ’ άλλου των κατοικούντων ενταύθα· κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν μη φειδομενοι της ζωής ημών».
Η απάντηση αυτή του Παλαιολόγου παίρνει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις όταν εγνώριζε ότι ήσαν πολλοί περισσότεροι αυτοί που, μέσα στην Πόλη, επιθυμούσαν την παράδοσή της στους Τούρκους.
Εγκαταλελειμμένος από τον Ιουστινιάνη και τους Γενοβέζους, πολεμούμενος ύπουλα από Λουκά Νοταρά και τον Γεννάδιο Σχολάριο, που δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να κηρύσσουν πως «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη» προσπαθούσε απεγνωσμένα να σώσει, όχι πια το Βυζάντιο, μα την Τιμή του και την Τιμή της κάποτε κραταιής Αυτοκρατορίας.
Τώρα αν η πρεσβεία υπό τον Ισμαήλ Χάμζαν συναντήθηκε με τον Παλαιολόγο ύστερα από πρωτοβουλία του ίδιου του Βυζαντινού Βασιλιά ή ύστερα από προσπάθεια του ηγεμόνα της Σινώπης «ίνα προκαλέση πρεσβείαν του βασιλέως προς τον Σουλτάνον» αυτό είναι κάτι που καμιά ιστορική πηγή δεν μπορεί με βεβαιότητα να μας γνωρίσει.
Και αν ακόμη δεχθούμε την άποψη του Δούκα, ότι δηλαδή ο Παλαιολόγος έστειλε πρώτος πρεσβεία στον Μωάμεθ - η πρεσβεία αυτή θα πρέπει να είχε διαταγή να διαπραγματευτεί τους όρους υπό τους οποίους ο σουλτάνος θα ΕΛΥΕ την πολιορκία της Πόλης και όχι τους όρους υπό τους οποίους θα του την παρέδιδαν.
Άρα και σ’ αυτή ακόμη την περίπτωση η προσπάθεια του Βυζαντινού Βασιλιά ήταν, μέχρι την τελευταία στιγμή η διάσωση της Πόλης και όχι η παράδοσή της. Είναι γεγονός ότι ο Παλαιολόγος, σ’ αυτή του την προσπάθεια, δεν δίστασε να καταφύγει ακόμη και στην δωροδοκία ενός των πιο ισχυρών ηγετών των Τούρκων, του Χαλήλ Πασά.
Ο G. Walter ισχυρίζεται ότι μεσάζων (intermédiaire) σ’ αυτή την συναλλαγή ήταν ο Νοταράς. Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται πιθανόν σε τουρκικές πηγές του τέλους του 15ου αιώνα που αποδίδονται στον χρονογράφο Αασίκ - Πασά Ζάντε. Δεν είναι εύκολο όμως να γίνει πιστευτό ότι θα εμπιστευόταν ο Παλαιολόγος τον κύριο πολέμιο της πολιτικής του σε μια τόσο λεπτή υπόθεση όπως η συναλλαγή του με τον Χαλήλ Πασά.
Ίσως μάλιστα να πετύχαινε τον στόχο του ο Βυζαντινός Βασιλιάς, δηλαδή να έπειθε ο Χαλήλ Πασά τον Μωάμεθ να αναβάλλει την τελική του επίθεση για λίγους μήνες αργότερα αν, στο τελευταίο πολεμικό συμβούλιο που συγκάλεσε ο σουλτάνος στο στρατόπεδό του, ο Ζαγκάν (Ζαγανός) Πασά ορκισμένος εχθρός του Χαλήλ, δεν επέμενε να επιτεθούν αμέσως εναντίον της Πόλης.
Ο Κορδάτος αμφισβητεί την αποστολή δεύτερης πρεσβείας του Μωάμεθ στον Παλαιολόγο. Θεωρεί ότι πιθανότερο είναι «πως στάλθηκαν από τον Παλαιολόγο αντιπρόσωποι στον σουλτάνο για να ιδούν τις διαθέσεις του».
Η ουσία είναι πως, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση η πρόταση του Παλαιολόγου δεν μπορούσε να έχει άλλο νόημα από αυτό που προαναφέραμε, δηλαδή για ποιο αντίτιμο θα δεχόταν ο Μωάμεθ να λύσει την πολιορκία της Πόλης και να σταματήσει τις εχθροπραξίες.
Όλες όμως οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και στις 27 Μαΐου οι Τούρκοι άρχισαν νέα λυσσαλέα επίθεση. Τότε τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης και εγκατέλειψε την άμυνα της Πόλης μαζί με όσους Γενοβέζους του είχαν απομείνει. Αυτό ήταν και το τελικό πλήγμα για το ηθικό των ενωτικών.
Στις 28 Μαΐου επικράτησε (κατά τον Κριτόβουλο) στο Τουρκικό στρατόπεδο απόλυτη ηρεμία. Αυτή ακριβώς η ηρεμία της παραμονής της τελικής τουρκικής επίθεσης έδωσε λαβή στις περισσότερες παρεξηγήσεις και κάπως αυθαίρετες ερμηνείες σε ορισμένους ιστορικούς.
Ο Κριτόβουλος, αν και Έλληνας (καταγόταν από την Ίμβρο) έγραψε την ιστορία του εκθειάζοντας τις αρετές του Μωάμεθ. Η αφιέρωση του όλου έργου του «Αυτοκράτορι μεγίστω, Βασιλεί βασιλέων Μεχεμέτι....» δεν αφήνει αμφιβολία για το πνεύμα της συγγραφής του αλλά σύγχρονα τον στερεί από τις ιδιότητες τόσον του αμερόληπτου και αντικειμενικού, που του απονέμει ο Κορδάτος, όσο και του «εν πολλοίς αξιοπιστοτάτο», που του απονέμει ο Καρολίδης.
Στην ιστορία του ο Κριτόβουλος περιγράφει λεπτομερώς τις σφαγές των Τούρκων και συμφωνεί απόλυτα με τα γραφόμενα του Φραντζή και του Δούκα ως προς το μέγεθος της λεηλασίας της Πόλης.
Ελέγχεται μόνο όταν γράφει, μόνος αυτός, ότι η Αγία Σοφία παραδόθηκε από τους κλεισμένους σ’ αυτή Βυζαντινούς με συνθήκη. Ίσως σ’ αυτό το σημείο η διήγησή του να είναι σκόπιμα ανακριβής για να μη χαρακτηρίσουν οι αναγνώστες της ιερόσυλο και τελείως βάρβαρο το σουλτάνο, του οποίου ο Κριτόβουλος υπήρξε γραμματέας.
Η άποψη ότι η Πόλη δεν πάρθηκε ολόκληρη ή μέρος αυτής με το σπαθί, αλλά με κάποια συνθηκολόγηση, στηρίζεται κυρίως σε μεταγενέστερες Τουρκικές (Τσελεμπή) και Ελληνικές (Μαλαξός και Αθ. Υψηλάντης) πηγές.
Είναι γεγονός ότι οι πηγές αυτές σε πολλά σημεία αντιφάσκουν μεταξύ τους φθάνοντας μάλιστα, στην περίπτωση του Μαλαξού, να ισχυρίζονται ότι ο ίδιος ο Παλαιολόγος παράδωσε τα κλειδιά της Πόλης στον Μωάμεθ και υπέγραψαν αμοιβαία συνθήκη φιλίας που την επικύρωσαν με τριήμερο γλέντι.
Κάπως όμοια τα γράφει και ο Αθ. Υψηλάντης στο «Μετά την Άλωσιν» έργο του, όπου όμως ισχυρίζεται ότι την παράδοση της πόλης δεν την έκανε ο Παλαιολόγος αλλά οι ευγενείς.
Διαχρονική οπισθοδρομικότητα
Πρόσωπα & προσωπεία
(του Χρήστου Μιχαηλίδη, Ελευθεροτυπία, 10/7/2007)
Max Hell, 5 ετών παιδί από την Αυστραλία, στάθηκε άθελά του η αιτία να αποκαλυφθεί, για ακόμη μία φορά, το προσωπείο της θρησκευτικής ανοησίας, όταν οι υπεύθυνοι του καθολικού, αποστολικού σχολείου του Αγίου Πέτρου στη Μελβούρνη αρνήθηκαν να τον εγγράψουν, επειδή το επώνυμό του, το Hell, σημαίνει «Κόλαση».
Στην αρχή, τρομοκρατημένοι από τη θρησκευτική υστερία που μοιάζει να κατακλύζει όλη την υφήλιο πια, οι γονείς του παιδιού ενέδωσαν στις πιέσεις των δασκάλων (;) και δέχτηκαν να το εγγράψουν με το πατρώνυμο της μητέρας του, Ουέμπριτζ. Τώρα όμως που το θέμα πήρε διαστάσεις χάρη στα μέσα ενημέρωσης, οι γονείς του Μαξ άλλαξαν γνώμη και διεμήνυσαν στο σχολείο, «ή δέχεστε το παιδί μας με το όνομα που έχει, ή θα σας πάμε στα δικαστήρια».
Ο πατέρας του παιδιού προβάλλει ότι το «Χελ» είναι αυστριακό όνομα και σημαίνει «έξυπνος». Ο παπάς της ενορίας επιμένει ότι «η εκκλησία του Χριστού δεν μπορεί να δεχτεί στο σχολείο της παιδί που το λένε Κόλαση».
Στην αρχή, τρομοκρατημένοι από τη θρησκευτική υστερία που μοιάζει να κατακλύζει όλη την υφήλιο πια, οι γονείς του παιδιού ενέδωσαν στις πιέσεις των δασκάλων (;) και δέχτηκαν να το εγγράψουν με το πατρώνυμο της μητέρας του, Ουέμπριτζ. Τώρα όμως που το θέμα πήρε διαστάσεις χάρη στα μέσα ενημέρωσης, οι γονείς του Μαξ άλλαξαν γνώμη και διεμήνυσαν στο σχολείο, «ή δέχεστε το παιδί μας με το όνομα που έχει, ή θα σας πάμε στα δικαστήρια».
Ο πατέρας του παιδιού προβάλλει ότι το «Χελ» είναι αυστριακό όνομα και σημαίνει «έξυπνος». Ο παπάς της ενορίας επιμένει ότι «η εκκλησία του Χριστού δεν μπορεί να δεχτεί στο σχολείο της παιδί που το λένε Κόλαση».
(γερμανικά hell = φωτεινός, ανοικτόχρωμος, έξυπνος, περίπου αντίστοιχο με το αγγλικό bright)
Subscribe to:
Posts (Atom)



