12 April 2007

Εγκαυστική ζωγραφική

Έργα της Gudrun Ploetz (βλέπε επίσης εδώ!)

(click)

10 April 2007

Συντεχνίες και πανεπιστήμια στο Μεσαίωνα

Περί το έτος 1250 υπήρχαν στην Ευρώπη περίπου 40 πόλεις με πρισσότερους από 10.000 κατοίκους κάθε μία, κυρίως στις περιοχές της σημερινής Ιταλίας και του σημερινού Βελγίου. Αυτή την εποχή άνθιζαν το εμπόριο και η βιοτεχνία και άρχισε να υποχωρεί το φεουδαρχικό σύστημα, το οποίο είχε ως οικονομική βάση την ιδιοκτησία γης και την εξαρτημένη αγροτική εργασία. Οι πόλεις άρχισαν να δημιουργούν νέους κανόνες για το εμπόριο, την παραγωγή προϊόντων, την εκτέλεση εργασιών, την ασφάλεια των οικισμών κτλ. Σταδιακά άρχισε η επίσκεψη εμπόρων από κάθε πόλη στις γειτονικές και έτσι αναπτύχθηκε η ανταλλαγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών, κυρίως σε γιορτές και πανηγύρεις.

Οι κάτοικοι των πόλεων άρχισαν με τον καιρό να δείχνουν αλληλεγγύη και συνυπευθυνότητα, πράγμα που βρήκε έκφραση στη συγκρότηση των συντεχνιών (Gilden). Αυτές οι συντεχνίες ήταν συνασπισμοί χειρονακτών και βιοτεχνών, ίδιου επαγγελματικού αντικειμένου, που φρόντιζαν για την εκπαίδευση μελλοντικών συναδέλφων. Η εκπαίδευση ακολουθούσε μια συγκεκριμένη διαδικασία η οποία, σε γενικές γραμμές, διατηρείται στις ευρωπαϊκές χώρες μέχρι σήμερα: Ο υποψήφιος άρχιζε σε νεαρή ηλικία ως μαθητευόμενος, δίπλα σε ένα μάστορα (μαΐστορας, meister) και μετά από κάποιο χρόνο και με επιτυχή συμμετοχή σε εξετάσεις γινόταν τεχνίτης. Στη συνέχεια και μετά από επαρκή επαγγελματική εμπειρία ήταν δυνατόν ο τεχνίτης να εξελιχθεί, με εκπαίδευση και εξετάσεις σε μάστορα, ο οποίος ήταν πια δυνατόν να δημιουργήσει ανεξάρτητη βιοτεχνία ή εργαστήριο και να εκπαιδεύει ο ίδιος μαθητευόμενους.

Οι συντεχνίες είχαν τον έλεγχο στην εκπαίδευση και στις εξεταστικές διαδικασίες και δημιούργησαν στη συνέχεια κανόνες, αφενός ελέγχου τιμών και ποιότητας και αφετέρου ορισμού μέτρων και σταθμών, κατάλληλων για κάθε επάγγελμα. Κάθε μέλος της συντεχνίας δήλωνε αλληλέγγυο με όλους τους συναδέλφους του, σε μερικά επαγγέλματα μάλιστα επελέγησαν συγκεκριμένοι δρόμοι ή κάποιες περιοχές στις πόλεις για την εγκατάσταση των συναφών εργαστηρίων και βιοτεχνιών. Έτσι υπήρχε, αφενός μεγαλύτερη αλληλεγγύη, λόγω και της εγγύτητας, αλλά και μεγαλύτερος κοινωνικός έλεγχος.

Ακόμα σήμερα προδίδουν ονομασίες οδών ή ευρύτερων περιοχών στις παλιές ευρωπαϊκές πόλεις τη συντεχνία που είχε εγκατασταθεί και λειτουργούσε παραγωγικά σ' αυτά τα μέρη. Η ονομαζόμενη butchers row στην παλιά εμπορική πόλη Barnstaple της Βρετανίας ή οι Metzgergassen σε πόλεις του γερμανόφωνου χώρου είναι μερικά από τα πολλά παραδείγματα. Όλη η οδός αποτελείται από κρεοπωλεία. Σταδιακά εξειδικεύτηκαν διάφοροι χειροτέχνες σε είδη πολυτελείας που απευθύνοταν σε εύπορους συμπολίτες ή αριστοκράτες κι έτσι απέκτησαν οι ίδιοι τεράστιες περιουσίες, πάντα όμως ελεγχόμενοι επαγγελματικά από την αντίστοιχη συντεχνία και τους κανόνες της.

Οι πόλεις στη δυτική Ευρώπη δεν αναδείχθηκαν μόνο σε κέντρα του εμπορίου και της βιοτεχνίας, αλλά και σε επίκεντρα πολιτισμού και εκπαίδευσης. Ήδη πριν από το 1300 ιδρύθηκαν στην Ευρώπη «πανεπιστήμια» (universitas), αρχικά ως εκπαιδευτικά ιδρύματα για τον ανώτερο κλήρο με πρωτοβουλία του τάγματος των Δομινικανών. Στη βορειοδυτική Ευρώπη τα πρώτα πανεπιστήμια ιδρύθηκαν στο Παρίσι, το Καίμπριτζ και την Οξφόρδη, στη νότια Ευρώπη ιδρύθηκαν 18 πανεπιστήμια, κυρίως στην Ιταλία (Μπολόνια κ.ά.), αλλά και στην Ισπανία (Σαλαμάνκα κ.ά.) Πριν από το τέλος του Μεσαίωνα είχαν ιδρυθεί πολλά ακόμα τέτοια πανεπιστήμια, σε διάφορες χώρες και περιοχές της δυτικής Ευρώπης, από το Δουβλίνο μέχρι την Κρακοβία και από το Αμπερντήν μέχρι την Κατάνια της Σικελίας.

Τα πανεπιστήμια της Ευρώπης επηρεάστηκαν από το πνεύμα της σχολής της Σαρτρ (Chartre), μία φιλοσοφική και θεολογική σχολή του 11ου και 12ου αιώνα στον καθεδρικό ναό αυτής της γαλλικής της πόλης. Η διδασκαλία σ' αυτή τη σχολή χαρακτηρίζεται από ένα Ουμανισμό διαμορφωμένο από τη μελέτη των αρχαίων φιλοσόφων και από την αναζήτηση μιας σύνθεσης μεταξύ της γνώσης του φυσικού κόσμου και της εξ αποκαλύψεως αλήθειας. Σύνθημα της σχολής είναι η φράση του Honorius d' Autun: «Η άγνοια είναι εξορία για τον άνθρωπο, η επιστήμη είναι η πατρίδα του». Όλα τα πανεπιστημιακά ιδρύματα εκείνης της εποχής είχαν το ίδιο πρόγραμμα διδασκαλία (curriculum) και δίδασκαν στην ίδια γλώσσα, λατινικά. Γι' αυτό ήταν εύκολο και σύνηθες κάποιοι σπουδαστές να αλλάζουν 2 και 3 πανεπιστήμια κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, επιδιώκοντας να διδαχθούν από τους διάσημους καθηγητές της εποχής τους.



Όπως τα υπόλοιπα επαγγέλματα, έτσι και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι δημιούργησαν συντεχνίες, με άγνωστη την ακριβή εποχή συγκροτήσεώς τους. Αυτές διαμορφώνονται αργά μέσα από γεγονότα και διαδοχικές κατακτήσεις και το καταστατικά τους, μερικά από τα οποία έχουν διασωθεί, απλώς καταγράφουν εκ των υστέρων τα κεκτημένα. Σταδιακά ο σημαντικός αριθμός των πανεπιστημιακών και η ποιότητα του λόγου τους συνιστά ένα αντίβαρο απέναντι στην κατεστημένη τάξη της πόλης. Τελικά τα πανεπιστήμια κερδίζουν με αγώνες την ανεξαρτησία και αυτονομία τους, τόσο ενάντια στην κοσμική εξουσία, όσο και ενάντια στον εκκλησιαστικό μηχανισμό, παρ' ότι εκπήδησαν από τους εκκλησιαστικούς κόλπους.

Οι πρωτοπόροι για την απεξάρτηση των πανεπιστημίων από τον εκκλησιαστικό έλεγχο είναι οι ίδιοι κληρικοί. Στο 13
ο αιώνα χάνει ο καγκελάριος του πανεπιστημίου, ο οποίος εκπροσωπεί τον τοπικό επίσκοπο, το δικαίωμα να απονέμει τα πανεπιστημιακά διπλώματα. Το δικαίωμα αυτό περνάει στο σώμα των καθηγητών και ο καγκελάριος καταργείται. Αυτό όμως δεν ανακόπτει τις διεκδικήσεις ανεξαρτησίας και, μετά από αντιδικίες, απεργίες και συγκρούσεις, το πανεπιστήμιο εξαιρείται από την αρμοδιότητα του επισκόπου. Στην Οξφόρδη δεν καταργήθηκε ο καγκελάριος, αλλά η εκλογή του άρχισε να γίνεται από το σώμα των καθηγητών και όχι πια από τον επίσκοπο.

Κατά δεύτερο λόγο, οι αγώνες των πανεπιστημίων έγιναν ενάντια στην κοσμική εξουσία. Οι άρχοντες (βασιλιάδες, δούκες κτλ.) προσπαθούσαν να ελέγξουν τη λειτουργία των συντεχνιών ώστε να επηρεάσουν την εξέλιξη των μελών τους και κυρίως αυτούς των «ευγενών» συντεχνιών, όπως των Πανεπιστημιακών. Στο Παρίσι, οι αντίρροπες δυνάμεις υπέρ και κατά του ελέγχου των Πανεπιστημιακών συγκρούονται το έτος 1229 σε αιματηρά επεισόδια σπουδαστών και καθηγητών αφενός και της αστυνομίας αφετέρου. Σε μια συμπλοκή σκοτώνονται πολλοί σπουδαστές, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια μεγάλη απεργία και το πανεπιστήμιο να διακόψει τη λειτουργία του. Τελικά, το 1231 αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία του και αρχίζει η εποχή της «
ελευθερίας στη διδασκαλία και την έρευνα». Αυτή ακριβώς η ελευθερία αποτελεί τον πυρήνα του λεγόμενου πανεπιστημιακού ασύλου!


Στην Οξφόρδη κερδίζει το πανεπιστήμιο τις πρώτες ελευθερίες ήδη το 1214, όταν αφορίζεται ο Jean sans Terre (Ιωάννης Ακτήμων, αδελφός και διάδοχος στο θρόνο του Ιωάννη Λεοντόκαρδου) και χάνει την επιρροή του. Μια σειρά από σφοδρές συγκρούσεις στα έτη 1232, 1238 και 1240 μεταξύ Πανεπιστημιακών και των βασιλικών δυνάμεων οδήγησαν σε νέες ανατροπές και περιχαράκωση της ανεξαρτησίας του πανεπιστημίου.

Βέβαια, οι Πανεπιστημιακοί έπρεπε να υπερασπιστούν τη συντεχνιακή ανεξαρτησία τους και έναντι των αστών, μελών των άλλων συντεχνιών. Οι επαγγελματίες και βιοτέχνες δεν ενδιαφέρονταν προφανώς να επηρεάσουν τη διδασκαλία και την έρευνα των πανεπιστημίων, αλλά θίγονταν από τις εκτροπές των σπουδαστών (κλοπές, καταστροφές κατά τις διαδηλώσεις, παρενοχλήσεις θυγατέρων και συζύγων κτλ.) και από τον περιορισμό των ενοικίων για τα ενοικιαζόμενα δωμάτια σπουδαστών που επέβαλε το κράτος. Και αυτές οι αντιδικίες, στις οποίες και οι δύο πλευρές είχαν κάποιο δίκιο, λύθηκαν συχνά με αιματηρές συγκρούσεις στο Παρίσι και στην Οξφόρδη.

Τελικά, τόσο η κοσμική εξουσία, όσο και ο εκκλησιαστικός μηχανισμός υποχωρούσαν σχεδόν πάντα στις απαιτήσεις των πανεπιστημιακών και των σπουδαστών γιατί, πέρα από φιλοσοφικές και ερευνητικές διαφωνίες που ελάχιστο κόσμο απασχολούσαν, το ευρύ κοινό ενδιαφερόταν να διατηρηθεί στην πόλη το πανεπιστήμιο, επειδή έφερνε κόσμο και χρήμα, μορφωμένους γαμπρούς για τις θυγατέρες και καταρτισμένο προσωπικό για τη διοίκηση, αλλά και ευκαιρίες για ψυχαγωγία στα θέατρα και τις μουσικές εκείνης της εποχής. Στις πόλεις χωρίς πανεπιστήμιο είχε τον πρώτο λόγο ο επίσκοπος...

Για την Ανατολή οι πληροφορίες πάνω σε εκπαιδευτικά θέματα είναι περιορισμένες και οι περισσότερες προέρχονται, είτε από βίους Αγίων, είτε έμμεσα από άλλες περιγραφές. Το έτος 529 ο Ιουστινιανός καταργεί με έδικτο την Ακαδημία του Πλάτωνα (
Ακαδήμεια), μετά από συνεχή λειτουργία της για περισσότερα από 900 χρόνια. Προφανής αιτία ήταν η αναβίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας μέσω του αναπτυσσόμενου νεοπλατωνισμού και οι κίνδυνοι που προέκυπταν για το χριστιανισμό από μια άμιλλα ιδεών. Αυτή η απόφαση έκρυβε όμως και μια όχι ασήμαντη πολιτική υστεροβουλία, γιατί με την κατάργηση και της τελευταίας φιλοσοφικής Σχολής αποθαρρύνονταν οι Ελληνίζοντες, δηλαδή οι διανοούμενοι του Βυζαντίου που προσανατολίζονταν στις ιδέες του ελληνικού πολιτισμού. Οι Ελληνίζοντες απέβλεπαν στην αποδυνάμωση, μέσω της ελληνικής παιδείας, της απόλυτης αυτοκρατορικής ισχύος, η οποία εύρισκε στήριγμα στο χριστιανικό θεοκεντρικό οικοδόμημα.

Στις υπόλοιπες σχολές του πρώιμου Βυζαντίου στην Κων/πολη, την Καισάρεια της Παλαιστίνης, την Αλεξάνδρεια, τη Βηρυτό και την Αντιόχεια, με σημαντικότερες όλων τις δύο τελευταίες, διδάσκονταν κυρίως Φιλοσοφία, Θεολογία και Νομικά. Τα ιδρύματα εκτός του παραδοσιακά ελληνόφωνου χώρου ακολούθησαν νωρίς φθίνουσα πορεία, συχνά επειδή βρέθηκαν στο έλεος φυσικών φαινομένων αλλά και στη δίνη έντονων συγκρούσεων, άλλοτε μεταξύ χριστιανών και εθνικών και άλλοτε μεταξύ αντιμαχόμενων χριστιανικών ομάδων. Ειδικότερα η Βηρυτός και η Αντιόχεια ήταν επίσης συχνά στόχος επιδρομών και λεηλασιών από Πέρσες και Άραβες. Με την έναρξη της δεύτερης χιλιετίας το
εκπαιδευτικό σύστημα του Βυζαντίου είναι υποτυπώδες και μόνο μερικοί φωτισμένοι δάσκαλοι μπορούν να προκαλέσουν πρόσκαιρες αναλαμπές του. Πανεπιστήμια που συνεδίαζαν τη διδασκαλία και την έρευνα, πεμπτουσία του σύγχρονου πανεπιστημίου, δεν υπήρξαν στο Βυζάντιο και, όποτε προέκυψαν τάσεις δημιουργίας τους, απετράπη αυτό με δραστική παρέμβαση του εκκλησιαστικού μηχανισμού.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του
Ιωάννη Ιταλού, «ύπατου φιλοσόφου» και μαθητή του Μιχ. Ψελλού. Ο Ιταλός, γιος Νορμανδού μισθοφόρου από την Κάτω Ιταλία, απομακρύνθηκε από την εκπαίδευση, χαρακτηρίστηκε «ελληνόπληκτος και δαιμονόπληκτος στασιαστής κατά της Νέας Ρώμης» και καταδικάστηκε σε εγκλεισμό μέχρι το θάνατό του σε μοναστήρι, επειδή δίδασκε «αιρετικές αντιλήψεις». Προηγουμένως, είχε σωθεί ο Ιταλός, καταφεύγοντας στον τρούλο της Αγίας Σοφίας, από το λιντσάρισμα «αγανακτισμένων πιστών» που είχαν επιστρατευτεί από τον εκκλησιαστικό μηχανισμό.

Επί 50 χρόνια, μετά την απομάκρυνση του Ιταλού, έμεινε κενή η θέση του ύπατου φιλοσόφου και τελικά διορίστηκε σ' αυτή από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α' ένας διάκονος της Αγίας Σοφίας. Προφανώς στο θεόπληκτο περιβάλλον της Κων/πολης δεν υπήρχε δυνατότητα πανεπιστημιακής έρευνας, όπως αυτή δημιουργήθηκε, καταξιώθηκε και αποδεσμεύτηκε από κάθε εξάρτηση στην πολυκεντρική ευρωπαϊκή Δύση - για πρώτη φορά μετά την ελληνορωμαϊκή εποχή. Ο όρος
πανεπιστήμιο είναι νεοελληνικός του 19ου αιώνα και δεν υπήρχε στο Βυζάντιο.

Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)
(δεκτή κάθε βελτιωτική, διορθωτική πρόταση)

06 April 2007

L.v. Beethoven: Συμφωνία αριθ. 6 - της Άνοιξης

...

L.v. Beethoven: Symphonie No 6 (Pastoral)

Herbert von Karajan, Berliner Philarmoniker


05 April 2007

Η τουρκοκρατία, μέρος VII

(Παραπομπή στο πρώτο μέρος >>>)

Τελευταίες φιλότουρκες εκδηλώσεις

Πέρα από τις εγκυκλίους, ο οικουμενικός πατριάρχης Καλλίνικος Ε' αφόρισε το έτος 1805 εκείνους που συμμετείχαν στην Ελλάδα σε σώματα κλεφτών και αρματολών. Το 1821 αφόρισε ο οικουμενικός πατριάρχης Γρηγόριος Ε' τον Υψηλάντη και τους επαναστάτες της Μολδοβλαχίας. Μεταγενέστεροι παράγοντες δικαιολογούν αυτή την ενέργεια του Γρηγορίου με κάποια επικείμενη «σφαγή» των Ελλήνων της Κων/πολης η οποία, δήθεν, απετράπη τελικά με την έκδοση του αφορισμού! Αυτή είναι βέβαια μια περίεργη δικαιολογία, δεδομένου ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν κράτος δικαίου, ώστε να δεσμεύεται ο σουλτάνος από οποιεσδήποτε προφορικές ή γραπτές βεβαιώσεις, αν υπήρξαν αυτές, περί μη σφαγής. Αλλά και παρά τους αφορισμούς των επαναστατημένων, δολοφονήθηκε ο Γρηγόριος και έγιναν, με κάθε αφορμή, σφαγές και λεηλασίες στην Πόλη, τη Σμύρνη, τις Κυδωνίες και αλλού. Άρα, δεν εξυπηρέτησαν σε τίποτα οι αφορισμοί, πέρα από την ηττοπάθεια που προκάλεσαν στο λαό και την επιβεβαίωση υποταγής του εκκλησιαστικού μηχανισμού στην οθωμανική εξουσία.

Κατά μία άλλη εκδοχή «... o Αλή Πασάς (Μπενδερλή) ... διέταξε και κρέμασαν εν τη μεσαία του Πατριαρχείου Πύλη τον Πατριάρχην Γρηγόριον τον Ε' ... μάλλον προς αντεκδίκησιν, διότι οι Έλληνες συλλάβοντες τον Μολλάν της Μέκκας, δια θαλάσσης επανερχόμενον εν πλήρει των γεγονότων αγνοία εις Κωνσταντινούπολιν εξ Αλεξανδρείας, τον φόνευσαν σκληρότατα μεθ' όλης του της οικογενείας» (Σκαρλάτος Βυζάντιος: «Κωνσταντινούπολις», τόμος β', σελίς 490, 1862). Ανεξάρτητα από τα πραγματικά αίτια για τη δολοφονία του πατριάρχη, λογικότερη ερμηνεία του «αφορισμού της επανάστασης» εκ μέρους του εκκλησιαστικού ιερατείου είναι λοιπόν ότι οι αντιοθωμανικές κινήσεις στο βαλκανικό χώρο ενοχλούσαν το «βολεμένο» με την τουρκοκρατία εκκλησιαστικό μηχανισμό ο οποίος, ακόμα και μέχρι των ημερών μας, αναφέρεται συχνά σε πατριαρχικό επίπεδο στην προεπαναστατική «ειρηνική συμβίωση των δυνάμεων του Γένους» υπό τον σουλτάνο. Και δεν πρέπει να παραβλέπεται ποτέ ότι, είτε ίσχυε η «ειρηνική συμβίωση» είτε η (εκ των υστέρων καταγγελλόμενη) καταπίεση, αυτά ήταν συνέπεια συνειδητής δωσιλογικής επιλογής των εκκλησιαστικών παραγόντων του 15ου αιώνα (Σχολάριος κ.ά., βλέπε προηγούμενα).


Ο οικουμενικός πατριάρχης Ευγένιος Β', διάδοχος του Γρηγορίου Ε', «σχεδόν αγράμματος, αλλά τολμηρός και θρασύς εις το λέγειν», όπως τον χαρακτηρίζουν οι Ιστορικοί, είχε κατηγορηθεί και ως καταδότης των επαναστατών στους Τούρκους. Με πολλές εγκυκλίους του στην εποχή από Αύγουστο 1821 έως και Ιανουάριο 1822, καλεί τους επαναστατημένους Έλληνες να μετανοήσουν και να δηλώσουν υποταγή και ευπείθεια στο σουλτάνο: «Μεγάλαι ήσαν αι εύνοιαι (…) και το έθνος υμών αντικείμενον της πατρικής μερίμνης του Σουλτάνου, όφειλε να ευλογή τον μονάρχην, όστις κυβερνά τον λαόν αυτού καθ’ υπόδειγμα της θείας ευσπλαχνίας (…) Αλλά φευ αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί μέγα μέρος των Ελλήνων, παριδόντες το καθήκον της ευγνωμοσύνης, ετόλμησαν να φέρωσιν όπλα εναντίον του γαληνοτάτου και κραταιοτάτου ημών ηγεμόνος». Για όσους δε δεν «μετανοήσουν» εκτοξεύει ο συγκεκριμένος πατριάρχης απειλές κατά της ζωής, της περιουσίας, της οικογένειας και της πατρίδας τους και, πέρα από αυτά, κυρώσεις χωρίς έλεος, που θα τους επιβάλει ο Οθωμανός κυρίαρχος, ενώ «θα τους τιμωρήσει αμείλικτα και ο θεός» (Δημ. Σοφιανού «Εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριάρχη ...») Προφανώς, το αποκορύφωμα της πολιτικής θεολογίας της Ορθοδοξίας του 19ου αιώνα!

Ακόμα και μετά τη λήξη του απελευθερωτικού αγώνα και τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, έστειλε ο τότε Πατριάρχης Αγαθάγγελος Α' το Φεβρουάριο 1828 εγκύκλιο, με την οποία καλούσε τους κατοίκους της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου Πελάγους που είχαν απελευθερωθεί, να μετανοήσουν, να δηλώσουν υποταγή στο σουλτάνο και να επανέλθουν υπό τον οθωμανικό ζυγό! Μία πατριαρχική αντιπροσωπεία που ήλθε ειδικά στην Ελλάδα επέδωσε ιδιοχείρως την εγκύκλιο στον πρώτο κυβερνήτη του νεοελληνικού κράτους, Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος φυσικά την απέρριψε χωρίς συζήτηση (Χρήστος Σαρτζετάκης)

Με όλα αυτά, οι λαοί που κατάφεραν στις αρχές του 19ου αιώνα να αποτινάξουν σε μικρά τμήματα της παλιάς Ρωμανίας τον οθωμανικό ζυγό, είχαν χάσει πια την Αναγέννηση, είχαν χάσει τη θεσμική οικονομική επανάσταση του 17ου αιώνα (δημιουργία κεφαλαιαγορών, χρηματιστηρίων και πολυεθνικών ανωνύμων εταιρειών), δεν γνώρισαν το Διαφωτισμό και τη βιομηχανική επανάσταση και βρίσκονταν το έτος 1830 πολιτισμικά και πνευματικά, χωρίς καταγωγή, παρελθόν και συνέχεια, σε πλήρη μορφωτική ένδεια - κατάληξη μιας αποστολής που εκτέλεσε «επιτυχώς» επί μιάμιση χιλιετία ο εκκλησιαστικός μηχανισμός. Τη χρονιά που ξεκίνησε η λεγόμενη εθνική παλιγγενεσία, δύο Ελληνίδες αδελφές
αλληλογραφούσαν ως εξής (από επιστολή που βρίσκεται στο Αρχείο Χατζηγιάννη Μέξη, Ιστορικό Αρχείο Σπετσών):
«Της ενδοξοτάτις και ποληχρονεμενης
εζλι χανουμς
Ανάπλι

Ενδοξοτάτη και πολυχρονεμένη χανούμ αμελέ μου
Ακριβος χερετο και ροτο δια το χαΐρι σου

Χανουμου αμελε μου σουλεγο μεπολιβηα οτι
κατατοπαρον τινηγιαν καλος εχουμε προστινορα
καιμεαλονμουγραμα σουεγραψα
κιαντολαβες ουτεν ηξευβρο
ομοσγραψε μου διατινιγιανσου
ταπαντα σεχερετο
1821 απριλ. 4

Αδελφισου
Αχαμπημπι
Χανουμ γιαερ
»

Επίσης ενδεικτικές της οπισθοδρόμησης που είχε επιβληθεί στους ελληνικούς πληθυσμούς κατά το βαλκανικό Μεσαίωνα είναι οι αντιδράσεις που προέκυψαν στις πρώτες δεκαετίες του ελεύθερου ελληνικού κράτους κατά διαφόρων «νεωτερισμών» που εισάγονταν από τη Δύση, όπως της πατατοφαγίας (έργο των Αλούτερων = Λουθεριανών!), κατά του εμβολιασμού (βούλα του διαβόλου), κατά των ατμοπλοίων (καρότσες του σατανά), κατά του πανεπιστημίου (διαβολοεπιστήμιο), κατά του δικαστικού συστήματος (γυφτόσπιτα), κατά των Τραπεζών (τους έβαζαν βόμβες γιατί τους χάλαγαν τις τοκογλυφίες, όπως ο Μακρυγιάννης κ.ά.), τις οποίες αντιδράσεις καθοδηγούσε ο εκκλησιαστικός μηχανισμός ή το πιο οπισθοδρομικό τμήμα του.

Το 1830 έγραφε ο Αδαμάντιος Κοραής, τον οποίο μέχρι σήμερα αναθεματίζουν οι παπάδες: «Η ταλαίπωρος Ελλάς δεν ανεστήθη αληθώς, αλλά τάφον μόνον ήλλαξε, και επέρασεν από νεκροθαπτών Τούρκων χείρας εις χριστιανούς νεκροθάπτας». Αυτή η πολιτισμική υστέρηση έναντι της Ευρώπης των βαλκανικών λαών και ειδικότερα της ελληνικής κοινωνίας που είναι αποτέλεσμα επιμελημένης προσπάθειας του εκκλησιαστικού μηχανισμού, συνεχίζεται μέχρι των ημερών μας και είναι εμφανής σε πάμπολλες εκδηλώσεις.

(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

03 April 2007

Δεξιοτεχνική εκτέλεση σε εκκλησιαστικό όργανο

...
Είναι γνωστό ότι το πιάνο, η άρπα και το εκκλησιαστικό όργανο απασχολούν κατά την εκτέλεση μουσικών έργων και τα πόδια του οργανοπαίκτη. Ενώ όμως στο πιάνο ή την άρπα τα πεντάλ αποσκοπούν στον επηρεασμό της διάρκειας ή του ύψους των ήχων κατά 1-2 ημιτόνια, στο εκκλησιαστικό όργανο είναι δυνατόν να εκτελεστεί με τα πόδια μία μελωδία, αν και η συνηθέστερη χρήση των πεντάλ είναι η ηχητική υποστήριξη της μελωδίας που παίζεται με τα χέρια στα 2-3 κλαβιέ.

Σε κάποια κείμενα της εποχής αναφέρεται, πόσο εντυπωσιακά χρησιμοποιούσε ο J.S. Bach τα πόδια στο παίξιμό του, χωρίς να γίνεται αντιληπτή από το θεατή κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια, κυρίως επειδή ο μεγάλος αυτός συνθέτης και βιρτουόζος οργανοπαίκτης του μπαρόκ είχε στιβαρή κορμοστασιά. Στο κομμάτι που ακολουθεί παίζει η Καναδέζα οργανίστρια Nina De Sole αποκλειστικά με τα πεντάλ του εκκλησιαστικού οργάνου.