19 October 2022

«Διαφωτισμός» του Τζον Ρόμπερτσον

Μύθοι και αλήθειες για τα Φώτα (κριτική)

Για τη μελέτη του Τζον Ρόμπερτσον [John Robertson] «Διαφωτισμός – Μια συνοπτική εισαγωγή» (μτφρ. Θεοχάρης Αναγνωστόπουλος, πρόλογος Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, εκδ. Επίκεντρο). Στην κεντρική εικόνα, το έργο του Jean-Louis-Ernest Meissonier, Η διάλεξη στο σπίτι του Ντιντερό (La lecture chez Diderot), 1859.

του Μύρωνα Ζαχαράκη, bookpress.gr, 17 Οκτωβρίου 2022

Το ρεύμα του Διαφωτισμού υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα στη Δύση και είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για την πορεία της ανθρωπότητας συνολικά. Παρόλα αυτά, δεν παύει να είναι συνδεδεμένο με ορισμένες παρανοήσεις που συχνά παρεμποδίζουν την ορθή κατανόησή του. Ο Τζον Ρόμπερτσον, καθηγητής ιστορίας του πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, εμπλουτίζει τη γνωστή αξιόλογη σειρά σύντομων «εισαγωγών», με τη μονογραφία του για τον Διαφωτισμό. Το παρόν βιβλίο είναι αρχικά μια παρουσίαση του πώς ο Διαφωτισμός προσελήφθη και αντιμετωπίστηκε από την εποχή του μέχρι και τις μέρες μας.

Η αρχική πρόσληψη

Αρχικά, μας εξηγεί πως είναι παραπλανητική η εντύπωση πολλών ότι οι Διαφωτιστές πολέμησαν γενικά τη «θρησκεία». Πιο σωστό θα ήταν να πούμε ότι αυτό έπραξε μια συγκεκριμένη μερίδα τους, γνωστή ευρύτερα ως «ριζοσπαστικός Διαφωτισμός». Σε γενικές γραμμές, η προσέγγιση των περισσοτέρων Διαφωτιστών του 18ου αιώνα στο ζήτημα της θρησκείας συνδέεται με την αναζήτηση της «φυσικής θρησκείας», κατά τον 17ο αιώνα, με τη θεμελιακή διάκριση ανάμεσα σε φύση και αποκάλυψη να αποτελεί τον βασικό κοινό τους πυρήνα. Σε αυτό το πλαίσιο, η φυσική θρησκεία θεωρήθηκε ως η πρωταρχική και οικουμενική μορφή θρησκευτικότητας των ανθρώπινων όντων, προγενέστερη και σημαντικότερη από τις επιμέρους «αποκεκαλυμμένες» θρησκείες, οι οποίες συνήθως αξιολογούνταν από τους Διαφωτιστές υπό το κριτήριο της συμβατότητας ή της ασυμβατότητας με εκείνη.

Παράλληλα (και ίσως σε άμεση σχέση με αυτό), οι Διαφωτιστές διατύπωσαν τους συλλογισμούς τους περί θρησκευτικής ανεκτικότητας, ένα ζήτημα μεγάλης σημασίας μετά την έκρηξη βίας που είχε προκληθεί ύστερα από την προτεσταντική Μεταρρύθμιση και την άρση του Διατάγματος της Νάντης. Είναι βέβαια γεγονός πως οι Διαφωτιστές επιτέθηκαν στον δογματισμό, τη μισαλλοδοξία και την έλλειψη ανεκτικότητας του συγκαιρινού τους κλήρου, ωστόσο το ενδιαφέρον τους δεν ήταν αποκλειστικά για πολεμικούς σκοπούς. Αντίθετα, συνεισέφεραν καίρια στην κατανόηση των θρησκευτικών δογμάτων καθώς και στην αναζήτηση τρόπων που να επιτρέπουν τη διατήρησή τους δίχως την απειλή των ατομικών ελευθεριών και της κοινωνικής ειρήνης.

Ο τρίτος πυλώνας της πραγμάτευσης της θρησκείας από τους Διαφωτιστές, μαζί με τη φυσική θρησκεία και την ανεκτικότητα, ήταν το κάλεσμα για καλυτέρευση της επίγειας ζωής μας. Κύρια ιδιότητα του Διαφωτισμού ήταν η επιδίωξή του να επικεντρωθεί όχι στον άλλο κόσμο αλλά σε αυτόν εδώ, αφοσιωμένος στην έμπρακτη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης, ανεξάρτητα από το όποιο επέκεινα:

«Αυτή, θεωρώ, ήταν η ουσία της συνεισφοράς του Διαφωτισμού στη δυτική σκέψη: η πολιτική οικονομία ως η προοπτική για την ανθρώπινη βελτίωση, σε αυτόν τον κόσμο και όχι στον επόμενο, στο παρόν και όχι στο παρελθόν. Η βελτίωση αυτή γινόταν αντιληπτή μέσα σε μια ιστορική προοπτική, την προοπτική “της προόδου της κοινωνίας”. Ήταν μια προοπτική που είχε επίγνωση των ορίων της: καμία εκδοχή της πολιτικής οικονομίας του Διαφωτισμού δεν υποσχόταν ατελείωτη ανάπτυξη, ούτε εγγυόταν την ισότητα στην πρόσβαση στον πλούτο και το κύρος. Το ουτοπικό τεχνολογικό όραμα του Μαρξ (Karl Marx) με όλους τους ανθρώπους να απολαμβάνουν ακριβώς τις ίδιες ανέσεις, ουδεμία σχέση είχε με τις θεωρίες των ιστορικών ή πολιτικών οικονομολόγων του Διαφωτισμού». (σελ. 126-127).

Το κίνημα, σημειώνει, επωφελήθηκε εν τη γενέσει του από ορισμένες νέες μορφές κοινωνικότητας: τέτοια παραδείγματα αποτελούν το καφενείο, η μασονική στοά και το κοσμικό σαλόνι. Η σημασία τους όμως συχνά παρατονίζεται, διαπιστώνει ο Ρόμπερτσον. Καθοριστικότερος υπήρξε ο εκδοτικός οργασμός της τυπογραφίας κατά τον 18ο αιώνα, με πλήθος βιβλίων, όλο και συχνότερα μη θρησκευτικής θεματολογίας, να τυπώνονται και να φέρουν στους συγγραφείς τους αναγνώριση. Η αύξηση του εγγράμματου κοινού υπήρξε επίσης καθοριστικής σημασίας παράγοντας για τη διάδοση των νέων ιδεών. Κύριο μέλημα των Διαφωτιστών, παρατηρεί ο Ρόμπερτσον, ήταν η συγκρότηση μιας καλλιεργημένης κοινής γνώμης με διάθεση κριτικής αξιολόγησης της εκάστοτε κρατικής εξουσίας.

Παρουσιάζοντας τις σύγχρονες έρευνες που θέλουν έναν Διαφωτισμό που να φθάνει ως την Ινδία και την Κίνα, διασταυρωνόμενος με τους εκεί παραδοσιακούς πολιτισμούς, ο Ρόμπερτσον επιμένει πως ο Διαφωτισμός ήταν ένα ευρωπαϊκό φαινόμενο. Μέσα στο βιβλίο εξετάζεται και το σημαντικότερο ερώτημα των ιστορικών: πώς τελικά σχετίζεται ο Διαφωτισμός με τη Γαλλική Επανάσταση του 1789; Όπως εξηγεί ο Ρόμπερτσον, δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσά τους. Αυτό συμβαίνει τόσο σε επίπεδο προσώπων, αφού διάσημοι φιλόσοφοι όπως ο Κοντορσέ, ο Παγκάνο, η Γουόλστονκραφτ, η Πιμέντελ, συμμετείχαν προσωπικά στην επανάσταση, αλλά και σε επίπεδο ιδεών, μιας και το σημαντικότερο έργο υπέρ του εν λόγω κινήματος, το Τι είναι η Τρίτη τάξη του αβά Σιεγές, ήταν γραμμένο ως διάλογος ανάμεσα στους φιλοσόφους Ρουσώ και Μοντεσκιέ, απηχώντας δικές τους ιδέες. Ωστόσο, και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ο Ρόμπερτσον αρνείται την ευρέως διαδεδομενη άποψη σύμφωνα με την οποία η επανάσταση υπήρξε καρπός των ιδεών του Διαφωτισμού. Όπως εξηγεί ο ίδιος:

«Ενώ οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού στρέφονταν προς μια ενημερωμένη κοινή γνώμη για να ασκήσουν έμμεση, περιοριστική πίεση στην κυβέρνηση, οι επαναστάτες προσανατολίζονταν στην ανατροπή του παλιού καθεστώτος μέσα από την άμεση δράση. Η επανάσταση, με άλλα λόγια, ήταν η εκδίκηση των πολιτικών διεργασιών επί της απρόσωπης, βαθμιαίας διαδικασίας της αλλαγής που οραματιζόταν η θεωρία του Διαφωτισμού περί “προόδου της κοινωνίας”» (σελ. 175-176).

Άλλωστε, ελάχιστοι από τους (συνήθως νεαρούς) ηγέτες της επανάστασης είχαν προλάβει να διακριθούν πολιτικά και πνευματικά πριν το έτος 1789. Ναι, είναι αλήθεια ότι οι πραγματείες των φιλοσόφων συνέβαλαν κάπως στον επαναστατικό ξεσηκωμό των μαζών, είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι επίσης καίρια υπήρξε και η συμβολή διαφόρων ημιπορνογραφικών νουβελών και των εξαγριωμένων δημοσιογραφικών άρθρων που εξέθεταν τα παρακμιακά ήθη της γαλλικής αριστοκρατίας. Πάντως, οι σύγχρονοι εκείνων των γεγονότων συχνά ταύτιζαν τον Διαφωτισμό με την επανάσταση, ιδιαίτερα όταν ήθελαν να τα καταδικάσουν, θεωρώντας τη δεύτερη ως αποτέλεσμα συνωμοσίας των εκπροσώπων του πρώτου. Τέτοιες απόψεις συνέχισαν να διαδίδονται και ενισχύθηκαν μετά το 1814.

Στον 19ο αιώνα, ακριβώς εξαιτίας της επανάστασης, το πολιτικό πλαίσιο είχε αλλάξει σημαντικά, με τους κύριους προβληματισμούς να αφορούν πλέον τη δημοκρατία (τα θεμέλια, την έκταση και τις δυνατότητες εκπροσώπησης της λαϊκής κυριαρχίας κ.λπ.). Όσο για τη βασική πεποίθηση των Διαφωτιστών ότι η κακή διακυβέρνηση θα μπορούσε να διαπαιδαγωγηθεί ή τιθασευτεί μέσω μιας επαρκώς ενημερωμένης κοινής γνώμης, είχε πια εξανεμιστεί. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η αμφισβήτηση της κληρονομιάς του Διαφωτισμού, μέχρι και σήμερα, λαμβάνει χώρα ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο μεγάλες ομάδες: από τη μια μεριά βρίσκονται οι (συνήθως ιστορικοί) «νεωτερικοί», οι οποίοι υπερασπίζονται τις αξίες του και τον ταυτίζουν με τη Νεωτερικότητα, ενώ από την άλλη οι (συνήθως φιλοσοφούντες) «μετανεωτερικοί», που επίσης τον ταυτίζουν με τη Νεωτερικότητα, αλλά θεωρούν τις αξίες του παρωχημένες και κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνες για μερικά μεγάλα δεινά της ανθρωπότητας.

Από τους σημαντικότερους φιλοσοφικούς επικριτές του Διαφωτισμού, μεταπολεμικά, ήταν οι νεομαρξιστές Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο, που τον κατηγόρησαν για «εργαλειακή ορθολογικότητα» και μετατροπή της φύσης σε αντικείμενο, και ο ιστορικός των ιδεών Αϊζάια Μπερλίν, που του αντιπαρέταξε τον ρομαντισμό με τον βολονταρισμό του. Σε αυτούς θα μπορούσε να προστεθεί και ο Γερμανός ιστορικός Ράινχαρτ Κοζέλεκ, ο οποίος επικεντρώθηκε στην «ανεπαρκή» απάντηση του Διαφωτισμού έναντι της απόλυτης μοναρχίας, αλλά και στην αποδυνάμωση του θεσμού του κράτους, εκ μέρους του.

Στις δεκαετίες 1970 και 1980, η κριτική οξύνθηκε: ο Γάλλος μεταμοντέρνος Μισέλ Φουκώ, που επιχείρησε να ανιχνεύσει μέσα στον Διαφωτισμό κρυμμένες «απολυταρχικές» τάσεις, ο Σκώτος στοχαστής Άλασνταιρ Μακιντάιρ, που εντόπισε σε αυτόν το κεντρικό «σφάλμα» της θεμελίωσης αξιών χωρίς ερείσματα, το οποίο θεωρεί ότι τελικά οδήγησε την ηθική φιλοσοφία της Δύσης στο αδιέξοδό της, ενώ ο φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρόρτι επιχείρησε τη θεμελίωση μιας φιλοσοφίας απορρίπτοντας την (κυρίως καντιανή) βεβαιότητα για την ύπαρξη μιας οικουμενικής και ορθολογικής «φόρμουλας» για την αλήθεια και την ηθική.

Το γενικά γνωστότερο έργο υπεράσπισης του Διαφωτισμού, υπήρξε η περίφημη Φιλοσοφία του Διαφωτισμού, από τον Γερμανοεβραίο φιλόσοφο Ερσντ Κασσίρερ, ο οποίος λίγο αργότερα έφυγε από τη Γερμανία, λόγω της εδραίωσης του Χίτλερ και του ναζισμού, εναντίον των οποίων προσπάθησε βασικά να προειδοποιήσει με το έργο του εκείνο. Η απουσία μιας συστηματικά φιλοσοφικής υπεράσπισης του Διαφωτισμού, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ώθησε τους ιστορικούς να λάβουν οι ίδιοι τη σκυτάλη, βλέποντας ενδεχομένως εκεί ένα καλύτερο ιστορικό παρελθόν της Ευρώπης, οπωσδήποτε προτιμότερο από τα γεγονότα που οι ίδιοι είχαν βιώσει.

Συγκεκριμένα, στις δεκαετίες 1950 και 1960, πολλοί από αυτούς ασπάζονταν κάποια θεωρία εκσυγχρονισμού (στη μαρξιστική ή στη βεμπεριανή εκδοχή), με τον Διαφωτισμό να αντιπροσωπεύει για αυτούς προ παντός τη θρησκευτική εκκοσμίκευση και την οικονομική ανάπτυξη. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Διαφωτισμός ταυτιζόταν με τις νεωτερικές αξίες, πράγμα που ενισχύθηκε περαιτέρω μετά το 1989, λόγω της αμφισβήτησης της μαρξιστικής μεθοδολογίας, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, καθώς και λόγω της εμφάνισης πολιτικοποιημένων μορφών της θρησκείας και μεταμοντέρνων ιδεών σχετικισμού. Η διαπάλη ανάμεσα σε φιλοσόφους και ιστορικούς συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, αν και αμφότερες οι πλευρές κατά κανόνα ταυτίζουν τον Διαφωτισμό με τις νεωτερικές αξίες.

15 October 2022

Μητσοτάκης - Ερντογάν

Εμμονές.

 του Ι.Κ. Πρετεντέρη (από ΤΑ ΝΕΑ):

Ο Ερντογάν συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Μητσοτάκη τον Σεπτέμβριο 2019 στη Νέα Υόρκη. Τα πράγματα κύλησαν ήρεμα.
Συζητώντας με διπλωμάτες και δημοσιογράφους που βρέθηκαν εκεί κατάλαβα ότι η τουρκική πλευρά χαρακτήρισε τον Μητσοτάκη «άπειρο» – λογικό, δύο μηνών Πρωθυπουργός ήταν...
Κατάλαβα επίσης ότι δεν υπήρξε καμία χημεία μεταξύ των δύο. Λογικό και αυτό. Για όποιον ξέρει έστω και ελάχιστα τον Μητσοτάκη, το αντίθετο θα αποτελούσε έκπληξη.
Οι Τούρκοι μάλιστα φαίνεται πως θεώρησαν ότι δεν έδειξε τον δέοντα «σεβασμό» στον πρόεδρό τους.


Επειδή όμως ο Μητσοτάκης ούτε αγενής είναι, ούτε ανάγωγος, αναρωτήθηκα τι είδους «σεβασμό» δεν έδειξε. Κατάλαβα ότι εννοούσαν σεβασμό στο εικαζόμενο μέγεθος της Τουρκίας και στο διαμέτρημα του Ερντογάν.
Υποθέτω δηλαδή ότι περίμεναν πως ο Έλληνας Πρωθυπουργός θα απευθυνόταν στον τούρκο πρόεδρο περίπου σαν «junior» προς «senior».
Τον αντιμετώπισε όμως ισότιμα. Χωρίς αίσθημα μειονεξίας. Ίσως και με έναν τόνο ελαφράς ανωτερότητας – «αστικής αυτοπεποίθησης» θα έλεγε ο Τσακαλώτος.

Έκτοτε το ρήγμα βάθυνε. Ο Ερντογάν που οικοδομούσε για τον εαυτό του ένα διεθνές προφίλ ευρύτερης αποδοχής είδε ότι ο «κύριος» από την Ελλάδα ούτε του το αναγνωρίζει, ούτε το αποδέχεται.
Ακολούθησε ο Έβρος, το καλοκαίρι του 2020, οι αμυντικές συμφωνίες, οι εξοπλισμοί, ο ΟΗΕ, η Πράγα κι άλλες τρεις μεταξύ τους συναντήσεις που δεν φαίνεται να διασκέδασαν τις εντυπώσεις.

Εν τω μεταξύ ο «junior» ψήλωσε, απέκτησε έρμα και έβγαλε γλώσσα. Ενώ ο «senior» περιφέρει όλο και πιο εκνευρισμένος μια μεταφράστρια με μαντίλα και εξωφρενικές απαιτήσεις.
Αποτέλεσμα; Ο εκνευρισμός είναι κακός σύμβουλος. Όπως και οι προσωπικές εμμονές.
Αυτά για την ψυχολογία, παρόλο που δεν κάνω τον ψυχολόγο. Αλλά να μιλήσουμε και για την πολιτική.

Γιατί ο Ερντογάν ξεκίνησε άραγε αυτήν την κόντρα στον ΟΗΕ ή την Πράγα; Υπήρχε περίπτωση να μείνει ο άλλος μουγγός; Και τι κέρδισε αλείφοντας βούτυρο στο ψωμί του Μητσοτάκη;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω ποιος μπορεί να ερμηνεύσει τον Ερντογάν. Φοβάμαι ότι καθίσταται όλο και πιο ακατανόητος, άρα δεν ξέρεις σε τι αποβλέπει.

Ακόμη περισσότερο που έχουμε να κάνουμε με έναν πολιτικό περιορισμένου κοσμοπολιτισμού, απολυταρχικής νοοτροπίας, δύσκολης συνεννόησης και μάλλον αναχρονιστικής ανατολίτικης ιδιοσυγκρασίας.
Πολύ φοβούμαι δηλαδή ότι η κόντρα με τον Μητσοτάκη δεν είναι μια κόντρα δύο ανθρώπων που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα, ούτε δύο χωρών με αποκλίνοντα συμφέροντα.
Είναι μια κόντρα δύο κόσμων.

02 October 2022

Αχ! αυτοί οι θεοί!

του Νίκου Δήμου

Έτσι λοιπόν. Ο Αλλάχ δεν θέλει να ξεπροβάλλουν τα μαλλιά μιας γυναίκας κάτω από την μαντήλα της. Η «Αστυνομία Ηθών» την συλλαμβάνει, την προπηλακίζει και τελικά την δολοφονεί.

Άκου να φαίνονται τα μαλλιά της!

Ο Αλλάχ λέει: Τίποτα από το σώμα της δεν επιτρέπεται να είναι ακάλυπτο – εκτός από τα μάτια της. (Για να βλέπει μπροστά της).

Λίγο πιο κάτω, στην Ασία, στην Αφρική ο εκάστοτε Θεός απαγορεύει στις γυναίκες να νιώθουν ηδονή. Επιβάλλει στους λειτουργούς του, ήδη από την παιδική ηλικία, να τους κόβουν με ένα ξυραφάκι την κλειτορίδα. Βέβαια οι γυναίκες νιώθουν κι από αλλού ηδονή – αλλά η κλειτορίδα είναι η κύρια πηγή της.

Κλειτοριδεκτομή λοιπόν. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) υπολογίζει ότι αυτή τη στιγμή ζουν στον κόσμο πάνω από 200 εκατομμύρια γυναίκες που έχουν υποστεί αυτόν τον ακρωτηριασμό.

Άκου, να νιώθουν ηδονή και οι γυναίκες!

Είναι τόσες οι απαγορεύσεις και τα ταμπού που αφορούν το γυναικείο φύλο, που η εύλογη ερώτηση είναι: Γιατί δεν τις έπλασαν από την αρχή αλλιώς οι παντοδύναμοι θεοί;

Ή, μήπως, δεν έχουν καμία σχέση οι θεοί με τα ταμπού και τις απαγορεύσεις;

Ή μήπως δεν υπάρχουν θεοί;

Εδώ σταματάνε οι πολλές μερικές απορίες – και γίνονται μία μεγάλη απορία. Που στους περισσότερους ανθρώπους γεννιέται στο σχολείο, στο μάθημα των θρησκευτικών. (Αν ήμουν η Ιερά Σύνοδος θα το απαγόρευα. Κάνει περισσότερο κακό στην θρησκεία παρά καλό. Τα νέα παιδιά είναι από την φύση τους «πνεύματα αντιλογίας», το βιβλίο είναι περισσότερο κατήχηση παρά συγκριτική θεολογία. Η αμηχανία του εκάστοτε θεολόγου, μπροστά στα ερωτήματα των μαθητών, βλάπτει το μάθημα που διδάσκει).

Η κλασική απορία που διατυπώνεται σε κάθε τάξη επί αιώνες:

«Μα Κύριε! Κύριε! Αφού ο θεός είναι παντοδύναμος και πανάγαθος γιατί επιτρέπει τις πανδημίες, τους πολέμους, τις αρρώστιες και τα βάσανα των ανθρώπων;»

Το ερώτημα αυτό δεν έχει απάντηση. (Η συνηθισμένη: «για να μας δοκιμάσει» ακυρώνει το κύρος κάθε Θεού).  Ας αφεθεί ο κάθε νέος να το παλέψει μέσα του και να δώσει την δική του απάντηση (αν τελικά μπορέσει).

Το θέμα μου δεν είναι ο Θεός. Δεν ξέρω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει – και ακολουθώ την γνώμη ενός σοφού ανθρώπου, του Πρωταγόρα Αβδηρίτη:   «Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ουθ’ ως εισίν, ουθ’ ως ουκ εισίν ουθ οποίοι τίνες ιδέαν• πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου». Και για όσους έχουν ξεχάσει τα αρχαία τους: «Για τους θεούς δεν ξέρω τίποτα. Ούτε αν υπάρχουν, ούτε αν δεν υπάρχουν, ούτε ιδέα έχω ποιοι είναι. Διότι είναι πολλά αυτά που εμποδίζουν τη γνώση και η αβεβαιότητα και η συντομία της ζωής του ανθρώπου».

Το θέμα μου είναι η εκμετάλλευση και η καπήλευση της ιδιότητας του ιερέα, αρχιμανδρίτη, επισκόπου, μητροπολίτη, σε θέματα άσχετα με την θρησκεία. Είναι απίθανη η αμορφωσιά, το τι ακούγεται από το στόμα λειτουργών του Υψίστου. Ας θυμίσω το περί ανυπαρξίας της δυνατότητας βιασμού, από σεβάσμιο μητροπολίτη…

Η θρησκεία είναι περίεργο πράγμα. Μπορεί να αποτελεί μία παρηγοριά για τις δυστυχίες ενός λαού, αλλά μπορεί να κρατήσει τον ίδιο λαό μέσα στην άγνοια και την δεισιδαιμονία. (Δες τε τα θαύματα του Λυκαβηττού!) Μπορεί να οδηγήσει φανατικούς στο έγκλημα. (Ρωτήστε τον Ρούσντι).  Μπορεί να προκαλέσει συρράξεις, διωγμούς και πολέμους. (Και σήμερα γίνονται πόλεμοι θρησκευτικοί).

Όσο για την Ελληνορθόδοξη εκκλησία είναι καταφανές ότι έχει γεράσει. Ο κόσμος αλλάζει, όμως οι δικοί μας, δύο χιλιάδες χρόνια, χωρίς ανανέωση. Δεν θα την έβλαπτε μία ριζική μεταρρύθμιση. Αλλά ο δικός μας Λούθηρος δεν έχει φανεί ακόμα και κάθε σκέψη αλλαγής αντιμετωπίζεται εχθρικά.

27 September 2022

Ελληνική γλώσσα: εργαλείο κριτικής σκέψης και πολιτισμικής ταυτότητας

Πραγματικότητα ή μύθος;

του Γιάννη Γούση, Διπλ.Μηχανικού, Σύμβουλου Επιχειρήσεων

Οικονομικός Ταχυδρόμος, 23/9/2022

Η ακόλουθη ιστορία είναι πραγματική και εκτυλίσσεται στις αρχές της δεκαετίας του 90. Ένας νέος από την Ελλάδα γνωρίζει μια νέα από την Κολομβία. Και οι δύο ζουν και εργάζονται σε μεγάλη πόλη της Γερμανίας. Μετά από λίγο καιρό και αφού η σχέση τους έχει προχωρήσει, επισκέπτονται για λίγες ημέρες την Ελλάδα, όπου, μεταξύ των άλλων, έρχεται η στιγμή της γνωριμίας της νέας με την οικογένεια. «Και πως σε λένε κορίτσι μου;» ρωτάει με φιλικό τρόπο ο μπαμπάς. «Αλίσια» απαντάει η νέα. «Πως; Αλίσια; Και στ’ αγγλικά πως το λένε;» «Alice» ήταν η απάντηση της νέας. «Δηλαδή Αλίκη στα ελληνικά;» «Ναι» πετιέται κι απαντάει ο νέος.

Αφού το ζευγάρι πέρασε λίγες όμορφες ημέρες στην Ελλάδα κι οι γονείς χάρηκαν που γνώρισαν το κορίτσι του γιού, το οποίο το συμπάθησαν κιόλας, ήρθε η ώρα της επιστροφής στη Γερμανία. Μια ημέρα, καθώς περπατούσε ο νέος στην αγορά, έπεσε η ματιά του σε κάποιες κούπες του καφέ, στις οποίες ήταν αποτυπωμένα ονόματα με την ερμηνεία του ονόματος στα αγγλικά. Και ω του θαύματος σε μια από τις κούπες υπήρχε το όνομα Alice. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο νέος αγόρασε την κούπα και αμέσως άρχισε να διαβάζει: Alice, the truthful… «Truthful;» αναρωτήθηκε. «Δηλαδή αληθινό;»… «Μπας και το Alice να προέρχεται από τη λέξη αλήθεια;»


Δεν τον άφησε σε ησυχία η σκέψη αυτή κι έτσι άρχισε να το ψάχνει αλλά επειδή εκείνη την εποχή δεν είχε εμφανιστεί ακόμα το Internet, χρειάστηκε λίγο χρόνο για ν’ ανακαλύψει, ότι το όνομα Alicia στα ισπανικά προέρχεται πραγματικά από την λέξη αλήθεια. Και αυτόματα του ήρθε στο μυαλό η σκηνή με τον πατέρα του και η «διαδρομή» του ονόματος από τα ισπανικά Alicia στ’ αγγλικά Alice και εν συνεχεία μέσω της «μετάφρασής» του στα ελληνικά, δηλαδή Αλίκη. «Πάει, χάσαμε τη μπάλα…» ήταν η επόμενη σκέψη του. Χρειάστηκε λίγο χρόνο για να θυμηθεί, κάπως αμυδρά στην αρχή, μία πρόταση, που είχε αναφέρει ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης και συγκεκριμένα «Η γλώσσα υπάρχει γιατί υπάρχει η σκέψη μας και με τη σκέψη μας πλησιάζουμε τον κόσμο μας.»

Πόσο θα μπορούσε να ταίριαζε στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή η περιγραφή! Να έχεις στα «χέρια» σου την προέλευση του ονόματος στα ισπανικά (Alicia), έχοντας μάλιστα τη δυνατότητα να κατανοήσεις και να εξηγήσεις το νόημά του (α-λήθεια) και αντ’ αυτού να χρησιμοποιείς σαν «δεκανίκι» τ’ αγγλικά (Alice) και στο τέλος να καταλήγεις τελείως αλλού (Αλίκη). Και για «του λόγου το α-ληθές»: Από το στερητικό ἀ- και τη λέξη λήθη σχηματίστηκε το αρχ. ἀληθής (> ἀλήθεια). Λήθη: προέρχεται από θέμα τού ρήματος λανθάνω «μένω απαρατήρητος, κρυμμένος, διαφεύγω την προσοχή». Επομένως ήταν αρχικά «αυτός που δεν μπορεί να περάσει στη λήθη, να λησμονηθεί ή να αποκρυβεί», άρα «αυτός που δεν λανθάνει, δεν υποκρύπτεται, αλλά είναι εμφανής, απτός, πραγματικός, αληθινός».

Τελικά μάλλον είχε δίκαιο ο φιλόσοφος Αντισθένης: «Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις».

Με λίγα λόγια, η ελληνική γλώσσα με τη δομή της μάς προσφέρει τη δυνατότητα ν’ αντιληφθούμε τις έννοιες τής γλώσσας και ταυτόχρονα με ένα μεγάλο αριθμό παραγώγων και σύνθετων λέξεων, να τις εκφράσουμε ακριβολογώντας, άρα και να δομήσουμε αντίστοιχα τη σκέψη μας, κάτι το οποίο δεν υπάρχει, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό, σε άλλες γλώσσες. Ένα μικρό παράδειγμα σε σύγκριση με τ’ αγγλικά: η λέξη φθινόπωρο, δηλαδή φθίνω (=λιγοστεύω) + ὀπώρα (=φρούτο). Στα αγγλικά απλώς autumn. Αξιοποιώντας παράλληλα τη δομημένη σκέψη μας σε άλλα γνωστικά αντικείμενα της εκπαίδευσης, π.χ. μαθηματικά, φυσική, ιστορία, έκθεση, πληροφορική κλπ., θα είμαστε σε θέση να «επενδύσουμε» αυτά τα εφόδια στους νέους και στις νέες μας, έτσι ώστε να είναι σε θέση να κατανοούν, όχι μόνο το «τι είναι» αυτό που φαίνεται, αλλά και το «πώς προήλθε» αυτό και κάποιες φορές ακόμα και το «γιατί» είναι έτσι όπως είναι.

Η στοχευμένη εκπαίδευση μπορεί να ξεκινήσει ήδη από το νηπιαγωγείο ή και νωρίτερα με παραδείγματα από την ελληνική μυθολογία, όπως π.χ. ο μύθος της Ευρώπης. Ταυτόχρονα με τη μαγεία της πλοκής του μύθου, που συναρπάζει τα παιδιά εξάπτοντας τη φαντασία τους, αγγίζοντας παράλληλα τον ψυχισμό τους και κεντρίζοντας την περιέργειά τους, θα οδηγούνται στη διερεύνηση και εν συνεχεία στην εξήγηση του ονόματος της όμορφης Ευρ-ώπης, η ομορφιά της οποίας πηγάζει και από τα όμορφά της μάτια, δηλ. εὐρεῖς ὦπας, για την ακρίβεια «μεγάλα μάτια» (ευρύς + ωψ, πληθ. ώπας). Από την ίδια ρίζα (οράω-ώ, δηλαδή βλέπω) προέρχεται μεταξύ των άλλων κι η όψη. Οψόμεθα λοιπόν!

Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα παιδιά του Δημοτικού θα έχουν ήδη «εθιστεί» συναισθηματικά να αγαπούν τη γλώσσα τους και ταυτόχρονα θα έχουν εκπαιδευτεί να «προπονούν» με δομημένο τρόπο την έμφυτη περιέργειά τους, ψάχνοντας τις πληροφορίες και τα στοιχεία εκείνα, τα οποία θα τα οδηγούν στην επίλυση των αποριών τους. Αφορμής δοθείσης και αιτίας υπάρχουσας: ἀπορῶ: (στερητικό α+πόρος = διέξοδος, διέλευση, εκ του περάω = περνώ), βρίσκομαι σε αδιέξοδο και αδυναμία (εξ ου και η λέξη άπορος), αδυνατώ να καταλάβω και να εξηγήσω κάτι. Σταδιακά θα είναι σε θέση, πάντα με την υποστήριξη των δασκάλων τους, να επεκτείνουν την συγκεκριμένη μεθοδολογία διερεύνησης και στα υπόλοιπα γνωστικά αντικείμενα με αποτέλεσμα να μάθουν να σκέφτονται αναπτύσσοντας κριτική σκέψη, η οποία θα γίνει βίωμά τους και θα τους συνοδεύει σε όλη τους τη ζωή.

Μήπως τελικά με εργαλείο τη γλώσσα μας μπορούμε να «μπολιάσουμε» τα παιδιά μας με κριτική σκέψη, έτσι ώστε να είναι σε θέση να ψάχνουν με δομημένο τρόπο τις και στις πηγές των πληροφοριών, έτσι ώστε να εξάγουν τεκμηριωμένα συμπεράσματα και να περάσουν από την πληροφόρηση στη γνώση, βασικό ζητούμενο ιδιαίτερα στην εποχή της υπερπληθώρας των πληροφοριών; Μήπως με έναν δημιουργικό τρόπο εκμάθησης της γλώσσας μας αγγίζοντας και τις συναισθηματικές «χορδές» θα είναι σε θέση τα παιδιά να συνειδητοποιήσουν την ίδια τους την πολιτισμική ταυτότητα, βασικότατο εφόδιο αυτογνωσίας, κατ’ επέκταση αυτοεκτίμησης, αλλά και προσανατολισμού στη ζωή τους;

Μήπως έχει φθάσει η ώρα ένας/μία υπουργός ν’ ανακαλύψει τον θησαυρό (ελληνική γλώσσα) που βρίσκεται θαμμένος στην αυλή του σπιτιού μας και να προχωρήσει μαζί με τους δασκάλους και όποιους άλλους θα χρειασθεί, στην αξιοποίησή του, έτσι ώστε να δικαιούται να αποκαλείται κυριολεκτικά Υπουργός Παιδείας και όχι να προΐσταται του Υπουργείου Εκπαίδευσης, που στην πραγματικότητα έχουμε μέχρι σήμερα;

Υ.Γ. 1: Όνομα Alicia και ετυμολογία στα ισπανικά, από Wikipedia: Proviene del griego antiguo Αλήθεια (alétheia), que significa “verdad”. Μετάφραση: Προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά Αλήθεια (alétheia), που σημαίνει “αλήθεια”.

Υ.Γ. 2: Ο νέος και η νέα της ιστορίας, εν έτει 2022 κατά 30+ χρόνια λιγότερο νέοι, είναι παντρεμένοι και έχουν δύο κόρες.

20 September 2022

Γράφε για όσα ξέρεις - Write what you know.

20 καταξιωμένοι συγγραφείς αποτιμούν την πιο διάσημη συγγραφική συμβουλή



Marc Twain
E.Hemingway
Η κλασσικότερη ίσως συμβουλή προς εκκολαπτόμενους συγγραφείς, άλλοι την αποδίδουν στον Μαρκ Τουέιν, άλλοι στον Χέμινγουεϊ. «Γράψε για όσα ξέρεις»: Μια συμβουλή που παροτρύνει τους νέους συγγραφείς να επικεντρωθούν είτε στη δική τους ζωή είτε σε στοιχεία που γνωρίζουν εκ των προτέρων καλά, ώστε να δημιουργήσουν τις ιστορίες τους. Βέβαια, ο συγκεκριμένος συγγραφικός κανόνας δεν είναι αποδεκτός από όλους – πολλοί διάσημοι συγγραφείς θεωρούν μια τέτοια προσέγγιση περιοριστική. 

Επιμέλεια: Book Press

Ακολουθούν οι απόψεις είκοσι γνωστών, ξένων συγγραφέων, που αποτιμούν την εγκυρότητα της χιλιοειπωμένης αυτής συγγραφικής συμβουλής. Ανάμεσα στους συγγραφείς που τοποθετούνται είναι ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Ρέιμοντ Κάρβερ, η Τόνι Μόρισον κ.ά.

Καζούο Ισιγκούρο: «Μην γράφετε για όσα ξέρετε»

Η συμβουλή «γράψε για αυτά που ξέρεις» είναι ένα από τα πιο ανόητα πράγματα που έχω ακούσει ποτέ μου. Ωθεί τους ανθρώπους στο να γράφουν βαρετές αυτοβιογραφίες. Με αυτόν τον τρόπο, δεν απελευθερώνεται η φαντασία του συγγραφέα και δεν αξιοποιεί όλες τις δυνατότητές του.

— από συνέντευξή του στο ShortList

Πόλα Φοξ: «Αναρωτηθείτε πόσα πραγματικά ξέρετε»

Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια, κι αν αντιληφθείτε αυτή τη μεγάλη αλήθεια, αν καταλάβετε πώς δρουν οι άνθρωποι, τότε όλα τα υπόλοιπα είναι αυτονόητα. Ο Χένρι Τζέιμς μιλά γι’ αυτό στο βιβλίο του Η τέχνη της μυθοπλασίας. Γράφει για μια συγγραφέα που ήξερε, που κάποτε ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες ενός μικρού σπιτιού στο Παρίσι, και καθώς ανέβαινε, έτυχε να περάσει έξω από ένα δωμάτιο με την πόρτα ανοιχτή. Μέσα στο δωμάτιο εκτυλισσόταν μια σύσκεψη Γάλλων Ουγενότων –η ιστορία εκτυλίσσεται τον δέκατο ένατο αιώνα–, οι οποίοι κάπνιζαν και συζητούσαν. Η γυναίκα κοντοστάθηκε για μισό λεπτό• σταμάτησε για λίγο κι έπειτα προχώρησε. Μετά από δυο ή τρία χρόνια, η γυναίκα έγραψε ένα βιβλίο για τους Ουγενότους, και όλα όσα αναφέρονταν σε αυτό, σύμφωνα με τον Χένρι Τζέιμς, ήταν απολύτως έγκυρα. Χρειάστηκε μονάχα μισό λεπτό. Φροντίζω να λέω στους μαθητές μου να μην γράφουν αποκλειστικά για όσα ξέρουν, γιατί πραγματικά δεν μπορώ να αντιληφθώ πόσα ξέρουν. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Πώς να ορίσεις αυτά που γνωρίζεις; Για τη γυναίκα, αυτά που έμαθε και ένιωσε μέσα σε εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, σήμαιναν τα πάντα.

– από συνέντευξή της, το 2004, στο The Paris Review

Ούρσουλα Λε Γκεν: «Γράψε για όσα γνωρίζεις, για φανταστικές χώρες και εξωγήινες κοινωνίες»

Όσο για το «Γράψε για αυτά που ξέρεις», μου το έλεγαν πάντα όταν ήμουν αρχάρια. Πιστεύω πως είναι ένας πολύ σωστός κανόνας και πάντα τον υπάκουγα. Γράφω για φανταστικές χώρες, για κοινωνίες εξωγήινων σε άλλους πλανήτες, για δράκους, για μάγους, για την κοιλάδα της Νάπα το 22002. Ξέρω για αυτά τα πράγματα. Τα ξέρω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, επομένως είναι καθήκον μου να μιλήσω γι' αυτά. Απέκτησα τις γνώσεις μου για όλα αυτά με τον τρόπο που απέκτησα κι όλες τις γνώσεις για την καρδιά και το μυαλό των ανθρώπων, μέσω της φαντασίας που βασίζεται στην παρατήρηση. Όπως και κάθε άλλος μυθιστοριογράφος. Ο κανόνας, λοιπόν, στέκει, αν δώσεις έναν καλό ορισμό στη λέξη «ξέρω».

- από το On Rules of Writing

Ζόι Χέλερ: «Γράψε με ειλικρίνεια για όσα έχουν ενδιαφέρον»

Το πρώτο λάθος που έκανα ως μαθήτρια [αφού με συμβούλεψαν να γράφω για όσα γνωρίζω] ήταν να υποθέσω πως μου ζητούσαν να γράφω αποκλειστικά για όσα μου είχαν συμβεί. Στην πραγματικότητα, η έμφαση πέφτει στη λέξη «γνωρίζω»• το πώς απέκτησες τις γνώσεις σου είναι ένα άλλο θέμα, αρκετά ανοιχτό. Πράγματι μπορείτε να βασιστείτε στη ζωή σας. Αλλά μπορείτε επίσης να παρατηρήσετε τις εμπειρίες των άλλων ανθρώπων, με συμπόνια. Μπορείτε να διαβάσετε και να κάνετε έρευνα. Και επιπλέον, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη φαντασία σας. Οι καλοί συγγραφείς αποκτούν τις γνώσεις τους χάρη σε έναν συνδυασμό όλων αυτών. […]

Το δεύτερο και ελαφρώς πιο ασήμαντο λάθος που έκανα –ένα λάθος που όμως επαναλάμβανα για πολύ καιρό- ήταν να υποθέσω πως η απόδοση της βιωματικής γνώσης στη μυθοπλασία ήταν μια απλή, ακόμα και κοινότοπη δουλειά. Για τους περισσότερους συγγραφείς, απαιτείται πραγματικά πολλή σκληρή δουλειά και πολλές λανθασμένες εκκινήσεις προτού βρεθούν σε θέση να εξαγάγουν τα πολύτιμα κι ενδιαφέροντα στοιχεία που κρύβονται στις αυτοβιογραφίες τους. […]

Οι περισσότεροι συγγραφείς, είτε επειδή είναι διστακτικοί είτε επειδή είναι υπερόπτες είτε επειδή φοβούνται να εκτεθούν, λογοκρίνουν τους εαυτούς τους ασυνείδητα και πετούν στα σκουπίδια το σιτάρι, παρερμηνεύοντάς το ως μη λογοτεχνικό άχυρο. Υπό αυτή την έννοια, η υπενθύμιση να γράφεις για αυτά που ξέρεις –για αυτά που πραγματικά ξέρεις, και όχι για την κομψή εκδοχή τους– είναι μια σημαντική συμβουλή, όχι μόνο για τις εντεκάχρονες μαθήτριες, αλλά και για τους συγγραφείς οποιασδήποτε ηλικίας.

- από τη στήλη Bookends στους New York Times

Μοσίν Χαμίντ: «Γράφοντας μαθαίνεις, αλλάζεις»

Μπορεί το DNA της μυθοπλασίας να είναι, όπως το δικό μας DNA, μια διπλή έλικα, ένα δίκλωνο θηρίο. Το ένα κομμάτι γεννιέται από όσα έχουν βιώσει οι συγγραφείς. Το άλλο γεννιέται από αυτό που οι συγγραφείς επιθυμούν να βιώσουν, από την παρόρμησή τους να γράψουν για να μάθουν.

Τελικά, η γνώση δεν είναι ένα αμετάβλητο αγαθό. Οι γνώσεις αλλάζουν όταν καταγράφονται. Η αφήγηση αλλάζει τον αφηγητή. Και μια ιστορία αλλάζει όταν την αφηγούμαστε.

Ο ανθρώπινος εαυτός αποτελείται από ιστορίες. Αυτές οι ιστορίες έχουν τις ρίζες τους εν μέρει στην εμπειρία κι εν μέρει στη φαντασία. Η δύναμη της μυθοπλασίας έγκειται στην ιδιαιτερότητά της να εκφράζει αυτό το περίεργο χαρακτηριστικό της ύπαρξής μας, να μας επιτρέπει να παίζουμε με ένα αίνιγμα που σκαρφιζόμαστε εμείς οι ίδιοι, καθώς προχωράμε στη ζωή.

Τα σώματά μας είναι περίπλοκες βιολογικές μηχανές. Όσο υπάρχουν, δημιουργούν μια ιστορία για την ύπαρξή τους, προκειμένου να λειτουργήσουν. Αυτή την ιστορία την ονομάζουμε «εαυτό». Πιστεύουμε πως η ιστορία είναι πραγματική. Πιστεύουμε πως η ιστορία ελέγχει τη μηχανή. Ωστόσο, συχνά ανακαλύπτουμε πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Κάνουμε πράγματα που δεν συμβαδίζουν με τις ιστορίες μας, φρικτά πράγματα. Κι αφού τα κάνουμε, λέμε: «Δεν ήμουν ο εαυτός μου».

Η συγγραφή μάς δίνει τη δυνατότητα να εκφράσουμε τις ιστορίες που μας αποτελούν στη μορφή της μυθοπλασίας. Γράψε λοιπόν για αυτά που ξέρεις. Αλλά να θυμάσαι πως κι αυτά που ξέρεις «γράφουν» εσένα.

– από τη στήλη Bookends στους New York Times

Τόνι Μόρισον: «Μην γράφετε μόνο για όσα ξέρετε»

Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά μου φαίνεται ότι πολλά κείμενα μυθοπλασίας, ιδιαίτερα αυτά των νέων ανθρώπων, είναι συχνά πολύ αυτοβιογραφικά. Η αγάπη, ο θάνατος, η αγάπη μου, ο θάνατός μου, το ένα, το άλλο... Δεν υπάρχουν πραγματικοί χαρακτήρες σε αυτά τα έργα.

Όταν δίδασκα δημιουργική γραφή στο Πρίνστον, όλοι οι μαθητές μου μια ζωή άκουγαν πως έπρεπε να γράφουν για όσα ξέρουν. Πάντα ξεκινούσα το μάθημα λέγοντας: «Μην δίνετε σημασία σε αυτό». Πρώτον, γιατί δεν ξέρετε τίποτα, και δεύτερον, γιατί δεν θέλω να ακούσω για τον έρωτά σας, για τη μαμά σας, για τον μπαμπά σας και για τους φίλους σας. Σκεφτείτε κάποιον που δεν γνωρίζετε. Τι γίνεται με μια Μεξικανή σερβιτόρα στο Ρίο Γκράντε που μόλις και μετά βίας μιλάει αγγλικά; Ή τι γίνεται με μια grande dame στο Παρίσι; Μιλήστε για πράγματα που είναι εκτός της καθημερινότητάς σας, φανταστείτε τα. Μην καταγράφετε απλώς ένα γεγονός που έχετε ήδη ζήσει. Με εντυπωσίαζε το πόσο αποτελεσματική ήταν αυτή η συμβουλή. Οι μαθητές μου σκέφτονταν πολύ δημιουργικά όταν τους ζητούσα να γράψουν για κάτι που δεν γνώριζαν. Ήταν μια πολύ καλή άσκηση. Ακόμα κι αν εντέλει έγραφαν πάλι αυτοβιογραφικά, έβλεπαν τους εαυτούς τους σαν εξωτερικοί παρατηρητές.

— από συνέντευξή της, το 2014, στο περιοδικό «NEA Arts»

Νταν Μπράουν: «Να γράφετε για αυτά που θέλετε να μάθετε»

Πολλοί λένε: «Γράψε για αυτά που ξέρεις». Νιώθω πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να αφοσιωθείς πνευματικά σε ένα θέμα για ένα ή για δύο ολόκληρα χρόνια. Πρέπει να γράφετε για αυτά που επιθυμείτε πραγματικά να ανακαλύψετε. Η διαδικασία της συγγραφής πρέπει να είναι και μια διαδικασία μάθησης. Γράφοντας το Inferno, έμαθα τόσα πολλά πράγματα που δεν ήξερα, για τη γενετική μηχανική, για τον Δάντη. Και η μάθηση, μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής του μυθιστορήματος, μέσα από την έρευνα και από τις συμβουλές των ειδικών, ήταν πραγματικά αυτό που μου έδινε κίνητρο να συνεχίσω να γράφω. Έτσι, αν ένας νεαρός συγγραφέας μου έλεγε: «Δεν ξέρω για τι να γράψω», θα του απαντούσα: «Τι θα ‘θελες να μάθεις;» Ξεκίνα να μαθαίνεις – εφόσον θες εσύ να μάθεις για αυτό, πιθανότατα θα θέλει και κάποιος άλλος, και η εκμάθησή σου θα γίνει η εκμάθηση όλων των αναγνωστών σου, καθώς διαβάζουν το μυθιστόρημά σου.

– από όσα είπε στο CBS, το 2014

Μεγκ Γουόλιτζερ: «Να γράφετε για τις εμμονές σας»

Απλώς προσπαθώ να δουλέψω πάνω σε ιδέες που με ενδιαφέρουν, που με μπερδεύουν, που με απορροφούν. Κάποιοι λένε: «Γράψε για αυτά που ξέρεις», αλλά για μένα είναι περισσότερο: «Γράψε για τις εμμονές σου».

– από συνέντευξή της, το 2017, στο Nashville Review

Ρίτσαρντ Φορντ: «Το να γράφεις για αυτά που δεν ξέρεις είναι η δουλειά του συγγραφέα»

Καταρχάς, δεν νομίζω πως ένας συγγραφέας που γράφει για την απώλεια, χρειάζεται να την έχει βιώσει κι ο ίδιος. Μπορούμε να φανταστούμε την απώλεια. Αυτή είναι η δουλειά του συγγραφέα. Ταυτιζόμαστε, εκφραζόμαστε, δημιουργούμε πολλά περισσότερα από όσα μας προσφέρει μια μικρή εμπειρία. Ο Χέμινγουεϊ (γεμάτος αυτοπεποίθηση, ως συνήθως) είπε: «Γράψε μόνο για αυτά που ξέρεις». Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να γράφετε αποκλειστικά για όσα έχετε κάνει, για όσα έχετε βιώσατε οι ίδιοι. Ένας τέτοιος κανόνας περιορίζει άσκοπα τη φαντασία, περιορίζει την περιέργειά μας, την ικανότητά μας να συμπάσχουμε. Άλλωστε, ένα μυθιστόρημα ενδεχομένως να κάνει τον αναγνώστη να βιώσει διαφορετικά συναισθήματα, να συγκινηθεί, να κατανοήσει συμπεριφορές που δεν του είναι οικείες. Ο συγγραφέας πρέπει να μπορεί να το κάνει και αυτό.

– από συνέντευξή του στο Granta

Γουίλιαμ Τ. Βόλμαν: «Να μαθαίνετε συνεχώς»

Υποθέτω πως πρέπει να ξεκινήσετε όπως σας είπε ο Χέμινγουεϊ, γράφοντας για αυτά που γνωρίζετε, που συνήθως είναι ο εαυτός σας… Και ταυτόχρονα να προσπαθήσετε να αποκτήσετε όσο το δυνατόν περισσότερες εμπειρίες και να διαβάζετε όσο το δυνατόν περισσότερα βιβλία, ώστε να είστε σε θέση να δημιουργήσετε διαφορετικές φωνές και να μάθετε περισσότερα.

–από συνέντευξή του στο BookSlut

Λι Τσάιλντ: «Να γράφετε για τα συναισθήματά σας»

Νομίζω πως το [«γράψε για όσα ξέρεις»] είναι μια πολύ κακή συμβουλή. Πολύ λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν αρκετά ώστε να φτιάξουν μια συναρπαστική ιστορία, και πολύ λίγοι άνθρωποι μπορούν να αποφύγουν την κακή και φλύαρη πρόζα όταν πρωτοξεκινούν να γράφουν. Από την άλλη, το «Γράψε για αυτά που νιώθεις» είναι μια πολύ καλή συμβουλή – για παράδειγμα, γράψτε αν φοβηθήκατε, αν ανησυχήσατε, αν θυμώσατε, αν εκστασιαστήκατε, χρησιμοποιείστε τα συναισθήματα σας ώστε να εξυπηρετήσετε τις ανάγκες της πλοκής σας.

– από συνέντευξή του στο UKAuthors

Φίλιπ Πούλμαν: «Γράψε για ό,τι θέλεις»

Μερικοί άνθρωποι θα πουν: «Να γράφετε πάντα για αυτά που γνωρίζετε». Δεν νομίζω πως είναι καλή συμβουλή. Εξίσου λάθος είναι να γράφεις για αυτά που πιστεύεις πως θα αρέσουν στους άλλους ανθρώπους. Νομίζω πως είναι απλώς ανόητο. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε καθόλου τους άλλους όταν γράφουμε. Δεν τους αφορά αυτό που γράφουμε. Το 1996, κανείς δεν έλεγε: «Μακάρι κάποιος να έγραφε το πρώτο Χάρι Πότερ! Δεν έχει γράψει κανείς ακόμα για τον Χάρι Πότερ. Μακάρι να βιαστούν». Η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ πέτυχε καθώς δεν έδινε δεκάρα για αυτά που πίστευε ο κόσμος. Δεν ήξεραν πως ήθελαν τον Χάρι Πότερ μέχρι που έγραψε για αυτόν. Αυτός είναι ο σωστός τρόπος.

– από συνέντευξή του, το 2011, στον Guardian

Σου Μονκ-Κιντ: «Μάθε να σκέφτεσαι διαφορετικά»

Υπάρχει ένας αφορισμός που λέει πως πρέπει να γράφεις για ό,τι ξέρεις, και αν είχα ακολουθήσει αυτή τη μάλλον κακή συμβουλή, δεν θα επιχειρούσα ποτέ να γράψω με τη φωνή ενός σκλάβου.

– από την ιστοσελίδα Kidd

Γκορ Βιντάλ: «Αν γράφεις για αυτά που ξέρεις, δεν γράφεις λογοτεχνία»

Η λογοτεχνία υποτίθεται πως έχει να κάνει με τις αξίες μας, και δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο στη γη. Να έχεις αξίες. Τώρα, έχει πάντα να κάνει με κάποιον που προσπαθεί να αποκτήσει μια μόνιμη θέση στο πανεπιστήμιο του Ann Arbor, και η γυναίκα του τον εγκαταλείπει εξαιτίας μιας εσωτερικής νταντάς από την Αγγλία, και το παιδί είναι αυτιστικό, και έχουμε πολλές σκηνές στο νοσοκομείο που είναι αποκαρδιωτικές. Και αυτό συνεχίζεται, και συνεχίζεται, και συνεχίζεται. Κάποτε ήμουν μέλος της κριτικής επιτροπής των Εθνικών Βραβείων Βιβλίου. Δεν διάβασα μυθοπλασία - δεν διάβασα τίποτα καλό. Σίγουρα δεν διάβασα λογοτεχνία. Διάβαζα απλώς για το «γράψε για όσα ξέρεις». Και αυτά που ήξεραν οι συγγραφείς δεν ήταν αρκετά. Τουλάχιστον στα δικά μου γραπτά θα μάθετε ποιος ήταν ο αντιπρόεδρος του Μπιουκάναν.

– από συνέντευξή του, το 2012, στο LARB

Π. Ντ. Τζέιμς: «Γράψε οπωσδήποτε για αυτά που ξέρεις»

Πρέπει οπωσδήποτε να γράφεις για αυτά που ξέρεις. Υπάρχουν διάφορα μικροπράγματα που πρέπει να αποθηκεύσεις μέσα σου, και να τα χρησιμοποιήσεις, τίποτα δεν πάει χαμένο για έναν συγγραφέα. Πρέπει να μάθεις να αποστασιοποιείσαι. Όλη η εμπειρία, είτε είναι επώδυνη είτε είναι χαρούμενη, με κάποιο τρόπο αποθηκεύεται μέσα σου και αργά ή γρήγορα αξιοποιείται.

– από το «PD James's 10 tips for write novels» στο BBC News

Ρέιμοντ Κάρβερ: «Το να γράφεις όσα ξέρεις είναι καμιά φορά επικίνδυνο»

Πρέπει να ξέρετε καλά τι κάνετε όταν μετατρέπετε τις προσωπικές σας ιστορίες σε λογοτεχνικές ιστορίες. Πρέπει να είστε απίστευτα τολμηροί, πολύ επιδέξιοι και πάνω από όλα πρόθυμοι να πείτε τα πάντα για εσάς. Όταν είστε νέοι, σαν συμβουλεύουν συνεχώς να γράφετε για όσα ξέρετε, και εντέλει, αυτό που ξέρετε καλύτερα είναι τα δικά σας μυστικά. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γράψετε ολόκληρους τόμους με τον τίτλο «Η ιστορία της ζωής μου». Αυτό είναι κάτι το επίφοβο, και συχνά είναι κι ένας μεγάλος πειρασμός, καθώς πολλοί συγγραφείς δίνουν έναν υπερβολικά αυτοβιογραφικό χαρακτήρα στις ιστορίες τους. Λίγη αυτοβιογραφία και πολλή φαντασία, αυτή είναι η καλύτερη αναλογία.

– από συνέντευξή του, το 1983, στο The Paris Review

Κέν Κέσεϊ: «Όσα ξέρεις είναι βαρετά»

Ένα από τα πιο ανόητα πράγματα που σου έμαθαν ήταν να γράφεις για αυτά που ξέρεις. Αυτά που ξέρεις είναι συνήθως βαρετά. Θυμάσαι τότε που αποφάσισες να γίνεις συγγραφέας; Τότε που ήσουν οκτώ ή δέκα χρονών, και διάβαζες για ήρωες με λεπτά χείλη που πετούσαν πάνω από μυστηριώδεις ζούγκλες κι έμπλεκαν σε φανταστικές περιπέτειες; Για αυτά ήθελες να γράψεις, για αυτά που δεν ήξερες.

– από το «Remember This: Write What You Don't Know», που δημοσιεύτηκε το 1989 στους New York Times

Έρνεστ Χέμινγουεϊ: «Σκαρφίσου ιστορίες από αυτά που ξέρεις»

Τα πετάς όλα και σκαρφίζεσαι ιστορίες από αυτά που ξέρεις. Έπρεπε να το είχα πει νωρίτερα. Αυτό είναι το μόνο που χρειάζεσαι για να γράψεις.

– από το The art of the short story

Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Μην γράφετε για αυτά που γνωρίζετε»

Καθώς έγραφα το In the Heart of the Heart of the Country, συνειδητοποίησα πως αφιέρωνα πάρα πολύ χρόνο προκειμένου να βεβαιωθώ πως η ιστορία δεν σχετιζόταν καθόλου με τη ζωή μου, και πιστεύω πως είναι πράγματι πολύ σημαντικό να το ξεκαθαρίσει κανείς αυτό. Πάρα πολλοί συγγραφείς γράφουν για τη ζωή τους. Είναι πιο εύκολο, πιο σαγηνευτικό, και μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό. «Σε εμένα συνέβη, επομένως πρέπει να είναι ενδιαφέρον». Ξέρετε, αυτό είναι ολίγον απαίσιο.

– από συνέντευξή του, το 2011, που δημοσιεύτηκε στο Tin House

Τζον Μπάνβιλ: «Να ρισκάρετε»

Ανέκαθεν πίστευα πως η συμβουλή «γράψε για όσα ξέρεις» είναι μια κακή συμβουλή. Ανέκαθεν πίστευα πως πρέπει να ρισκάρεις.

– από συνέντευξή του στο The Elegant Variation