23 May 2016

Μετά την ψήφιση του υπερμνημονίου 99 ετών

Αναζητούν συνενόχους στην Ελλάδα της δραχμής

του Θανάση Μαυρίδη, liberal.gr, 23/5/2016 

Ψήφισαν και με τα δύο χέρια μια συνταγή ύφεσης που θα μας οδηγήσει στη δραχμή και στο περιθώριο της Ευρώπης. Γνωρίζουν τις καταστροφικές συνέπειες των επιλογών τους και γι' αυτό αναζητούν συνενόχους. Βάλλουν κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη, επειδή δεν τους δίνει την πολυπόθητη συναίνεση, έτσι ώστε στο τέλος να εμφανίσουν το σχέδιο της δραχμής ως μια φυσιολογική εξέλιξη.
Οι ξένοι έχουν πάρει τα μέτρα τους. Με δραχμή ή με ευρώ ή ακόμη και με ρωσικά ρούβλια, τα χρήματά τους θα τα πάρουν. Φρόντισε γι' αυτό η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, το Κίνημα της αντίστασης στα μνημόνια, των αγανακτισμένων στις πλατείες και των «δεν πληρώνω». Η χώρα παρέδωσε με τις υπογραφές της αριστεροδεξιάς κυβέρνησης την περιουσία του ελληνικού λαού στα χέρια των δανειστών για τα επόμενα 99 χρόνια!
Η κυβέρνηση από την άλλη πλευρά δείχνει να μην ενδιαφέρεται για το τι θα συμβεί σε αυτήν την χώρα. Δείχνει παρατημένη από τις δήθεν πολιτικές που θα μας έβγαζαν από την κρίση. Ίσως επειδή αυτές δεν υπήρξαν ή ακόμη να ήσαν τόσο επιπόλαια διατυπωμένες που να μην άντεξαν στην έκθεσή τους στον πραγματικό κόσμο. Σε αυτήν τη φάση η κυβέρνηση προσπαθεί να κρατηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο στην εξουσία, δημιουργώντας τις συνθήκες για την πολιτική επιβίωση των στελεχών της στα επόμενα χρόνια.
Η κεντρική πολιτική επιλογή είναι να συγκροτήσουν ένα μέτωπο μη προνομιούχων Ελλήνων, το οποίο θα αποτελέσει και τη ραχοκοκαλιά του νέου ΣΥΡΙΖΑ. Αυτήν τη φορά δεν θα έρθουν στην εξουσία με μία πρόταση αντιμνημονίου, αλλά θα επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν την οργή των αδυνάμων από τα δεινά που θα φέρει το χάος της δραχμής.
Για την υλοποίηση των σχεδίων τους χρειάζονται τη συναίνεση. Μία ευρύτερη πολιτική συναίνεση στις σημερινές τους επιλογές θα τους επιτρέψει να εμφανίσουν αύριο τη δραχμή ως αποτέλεσμα των «νεοφιλελεύθερων πολιτικών» της Ευρώπης κι όχι ως απόρροια της δικής τους διακυβέρνησης. Ο Μινώταυρος του νεοφιλελευθερισμού είναι το βασικό συστατικό για τη νέα συνταγή του μίσους με την οποία ετοιμάζονται να διαποτίσουν την ελληνική κοινωνία.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα του ΣΕΒ επέκρινε τον… αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το αίτημά του για εκλογές! Ο ΣΕΒ, που δεν είπε το παραμικρό όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα για τη διαπραγμάτευση Βαρουφάκη, για τα capital controls, βρήκε να πει τώρα για το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν τους δίνει το χαρτί της συναίνεσης που ζητούν. Αυτό το κομμάτι της επιχειρηματικότητας έχει κάνει τις επιλογές του εδώ και τέσσερα χρόνια. Είναι οι μοναδικοί που έχουν συνάψει συμβόλαιο τιμής με τον Αλέξη Τσίπρα και έχουν την τύχη να το βλέπουν να υλοποιείται. Δεν μας ξενίζουν οι τοποθετήσεις τους, όπως και τα κίνητρά τους…
Ο δρόμος της δραχμής έχει ανοίξει. Μόνο που θα τον διαβούν μόνοι τους. Η Ελλάδα της κοινής λογικής δεν θα τους κάνει τη χάρη να τους διευκολύνει στα σχέδια τους για την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος με έντονα τα χαρακτηριστικά της εθνοσωτήριου αποστολής τους. Θα το κάνουν, αλλά όχι με τη δική μας συναίνεση.

20 May 2016

Η παρακμή του Συριζαίου ψηφοφόρου

του Άρη Αλεξανδρή, thecurlysue.com, 20/5/2016

Όταν αναλύαμε το έγκλημα της απάτης στη σχολή, μού έκανε εντύπωση που ο καθηγητής του ποινικού δικαίου επέμενε πως η αστρολογία δεν εμπίπτει στο πλαίσιό του. Τι κι αν πρόκειται για εργαλείο εμπορικής εκμετάλλευσης της ανθρώπινης ηλιθιότητας, η αστρολογία ως έννοια και δραστηριότητα ενέχει τόση κοινωνική απαξία, είναι τόσο έκδηλα ανυπόστατη που είναι αυτονόητο ότι ψεύδεται.

Καταφεύγοντας στην αστρολογία για να λύσεις τα προβλήματά σου, λοιπόν, αποδέχεσαι το γεγονός ότι κάποιος θα σου πουλήσει αστοιχείωτες κουταμάρες ως αλήθεια – τις οποίες αγοράζεις αυτοβούλως γνωρίζοντας καλά ότι κανείς δεν μπορεί να τις αποδείξει. Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, συνεπώς δεν σε εξαπατά κανείς.

Με τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ συνέβη ακριβώς το ίδιο. Κανείς ποτέ δεν τους παραπλάνησε γιατί ούτως ή άλλως ποτέ δεν τους ενδιέφερε η κυριολεκτική αλήθεια. Δεν τους απομάκρυνε, λοιπόν, κάποιος από αυτήν-αντιθέτως, την απέρριψαν μόνοι τους επειδή ήταν δυσάρεστη.


Τα αντικειμενικά δεδομένα ήταν γι’ αυτούς συνωμοσίες, κινδυνολογία και προπαγάνδα, έτσι επέλεξαν να τα αγνοήσουν, κατασκευάζοντας μια εναλλακτική πραγματικότητα εναρμονισμένη με τους ευσεβείς τους πόθους και απαλλαγμένη απ’ ό,τι τους χάλαγε.

Εξαρχής πίστεψαν ολοφάνερα ψεύδη, ιδεολογικοποίησαν το παράλογο και εμπιστεύθηκαν αστείες διακηρύξεις που αντίκεινται στη λογική, στον νόμο και την κοινή πείρα. Η πεποίθηση ότι μία χώρα μπορεί να σκίσει συμβάσεις που υπέγραψε, να διαγράψει τα χρέη της μονομερώς, να διατηρήσει κάθε της προνόμιο εν μέσω χρεοκοπίας, και να διεκδικήσει αέναη χρηματοδότηση από ξένους εταίρους, χωρίς όρους και περιορισμούς, δεν είναι πολιτική, είναι ρεμβασμός – μία φαντασίωση που κανείς δεν δικαιολογείται να πιστεύει. Και το ξέραμε όλοι, εκτός από αυτούς.

Η πιο τρομακτική, όμως, ψυχολογική πτυχή των Συριζαίων ψηφοφόρων δεν ήταν η ροπή τους στην ευήθεια. Αυτή μπορεί και να είναι συγγνωστή. Ήταν ότι ακόμα κι όταν οι εξωλογικές προσδοκίες τους διαψεύστηκαν έμπρακτα, δεν κατάλαβαν το σφάλμα τους.

Δεν τους πείραξε που πείστηκαν ότι πετάει ο γάιδαρος. Τους πείραξε που τελικά ο γάιδαρος δεν πέταξε. Και εξακολουθούν να περιμένουν (και να το θεωρούν λογικό) ότι κάτι τέτοιο πρέπει/μπορεί/θα μπορούσε να συμβεί. Και πάλι κατασκευές εχθρών, και πάλι υστερικά σενάρια, και πάλι πόλωση, και πάλι διχασμός. Άλλαξαν μόνο τα πρόσωπα του παιχνιδιού, όχι το μωρουδίστικο παιχνίδι.

Κι επειδή το θράσος είναι κατ’εξοχήν γνώρισμα των ανθρώπων που δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους για τίποτα, ούτε για τα δεινά που προκάλεσαν στους φίλους τους ούτε καν για όσα επέσυραν στους εαυτούς τους, οι Συριζαίοι ψηφοφόροι σήμερα είναι τα πάντα εκτός από μεταμελημένοι.

Μερικοί τα 'χουν βάλει με τον Τσίπρα που δεν έκανε τα μαγικά που υποσχέθηκε, άλλοι τα έβαλαν με την Ευρώπη ως οικονομία επειδή τους δανείζει υπό όρους, άλλοι με την Ευρώπη ως κουλτούρα επειδή τους ερεθίζει ό,τι δεν καθρεφτίζει τη μιζέρια τους, και άλλοι απλώς διασκεδάζουν την αμηχανία τους πλάθοντας εσωτερικούς εχθρούς.

Κάποιο κανάλι, κάποιος δημοσιογράφος, κάποιος μη αριστερός φταίει για όλα – αυτοί τα έκαναν όλα άψογα. Άλλωστε είναι αριστεροί, και στο τέλος της ημέρας αυτό καθαγιάζει και νοηματοδοτεί κάθε τους ενέργεια επιρρίπτοντας παράλληλα όλες τις ευθύνες στον αντίπαλο - ακριβώς όπως ο θεός συγχωρεί τις αμαρτίες των τέκνων του και την ευθύνη τους επωμίζεται ο διάβολος. Ίδιο σκεπτικό, ίδια μονολιθικότητα, ίδιος φανατισμός θρησκευτικού τύπου.

Το πρόβλημα με τους Συριζαίους ψηφοφόρους στην ουσία του, πάντως, δεν έχει να κάνει με τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας συγκυριακός ξενιστής ενός διαχρονικού μικροβίου ισχυρότερου από αυτόν, του μικροβίου της ανεύθυνης λαϊκής ανοησίας, η οποία αυτή τη φορά έτυχε να ενισχυθεί από τα μπαχαρικά της αριστερής φαντασιοπληξίας γιατί ήταν η σειρά της αριστεράς να το φιλοξενήσει στον οργανισμό της.

Στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να είναι το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, ή και η Χρυσή Αυγή, όλα τους εν δυνάμει δοχεία της ακατέργαστης οργής της μάζας, που δεν φιλτράρεται ποτέ από τη λογική, μόνο συσπειρώνεται στον εκάστοτε πρόσφορο λαϊκιστή για να χυθεί μετά σαν εμετός παντού. Ιδεολόγοι της πλάκας και ευκαιριακά αρρωστάκια του trend ενώθηκαν σε ένα νοσηρό πολιτικό μείγμα χωρίς αρχές και συνοχή, για να διαμαρτυρηθούν, να εξουσιάσουν, και να κάνουν μια τρύπα στο νερό λίγο πριν διαλυθούν και τραβήξει ο καθένας την πορεία του.

Η πτώση του συριζαϊκού ιδεώδους βρίσκει τους θιασώτες του σε γνωστική ασυμφωνία. Το αριστερό μνημόνιο δεν είναι ακριβώς μνημόνιο, αλλά ακόμα κι αν είναι, δεν οφείλεται στην αριστερή κυβέρνηση. Αλλά ακόμη κι αν οφείλεται, δεν φταίνε οι ψηφοφόροι της.

Η σωστή στάση στο δημοψήφισμα ήταν το ΟΧΙ που σήμαινε ΟΧΙ στα μέτρα, αλλά τα μέτρα που παίρνει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πιάνονται γιατί οφείλονται στους οπαδούς του ΝΑΙ, που μπορεί να μην επικράτησε αλλά υποστήριξε την Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι είναι τοκογλύφοι, εκβιαστές και πραξικοπηματίες, αλλά εμείς μπορούμε να τους ζητάμε λεφτά κι αυτοί οφείλουν να μας τα δώσουν. Αν μας τα δώσουν, φταίνε που τα θέλουν πίσω. Αν δεν μας τα δώσουν, απεργάζονται τον αφανισμό μας βυθίζοντάς μας στη φτώχεια.

Πανικός και σύγχυση, τα συμπτώματα του ρεζιλέματος.

Εγκλωβισμένοι σε ένα συμπλεγματικό και άτοπο blame game, προσπαθούν να προσαρμόσουν την πραγματικότητα στα μέτρα τους για να διασώσουν την περηφάνια τους, αντί να έρθουν επιτέλους αυτοί στα μέτρα της πραγματικότητας. Παιδάκια με χεσμένα παντελόνια που αρνούνται ότι χέστηκαν.

Σιγά σιγά, οι Συριζαίοι ψηφοφόροι που δεν προσβλέπουν σε κάποια ευεργεσία του κόμματος, αρχίζουν να αποστασιοποιούνται από αυτό.

Έχει πλάκα, γιατί δεν παραδέχονται ευθέως την αστοχία τους, αλλα διεκδικούν σιωπηλά κάτι σαν δικαίωμα στη λήθη – όπως συμβαίνει όταν βγαίνει απ’ τη μόδα ένα ρούχο που φόρεσες και θες να ξεχαστεί απ’ όλους η εικόνα του πάνω σου. Ξαφνικά χάνουν την πολιτική τους ταυτότητα κι αρχίζουν να αυτοπροσδιορίζονται μέσα από την αντιδιαστολή· δεν κραυγάζουν πια τι είναι αλλά τι δεν είναι (η σύγκριση με κάτι εξόφθαλμα κακό αποβαίνει πάντα ευνοϊκή για τον συγκρινόμενο).

Η κυβέρνηση που στήριξαν με μανία (θυμάστε άραγε τις πορείες στήριξης της κυβέρνησης στο Σύνταγμα;) ψηφίζει τερατώδη νομοσχέδια στη Βουλή, αλλά αυτοί τώρα ασχολούνται με τη μουσική, τα live τους, τις τέχνες τους, πράγματα απαγορευμένα όσο κυβερνούσαν οι “χουντικοί” προκάτοχοι του ΣΥΡΙΖΑ.

Η αγωνιστικότητα έπεσε σε νάρκη, η επανάσταση ματαιώθηκε, η πολυδιαφημισμένη ελπίδα έγινε γαργάρα ανάμεσα στο τρίτο και το τέταρτο ποτό του σαββατιάτικου αράγματος στα Εξάρχεια. Αλλά δεν πειράζει, αυτοί είναι αριστεροί και στο κάτω κάτω “οι άλλοι καλύτεροι ήταν;”

01 May 2016

Οπισθοδρόμηση στον εθνολαϊκισμό

Ιδεολογική ασφυξία, αιτία θανάτου

της Μαρίας Κατσουνάκη, Καθημερινή, 29/4/2016

Τέσσερις υπουργοί της κυβέρνησης και ένας υφυπουργός συνυπογράφουν την «αιτιολογική έκθεση» για ένα σχέδιο νόμου του υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο: «Καθιέρωση Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνοφωνίας και Ελληνικού Πολιτισμού». Οι υπουργοί Π. Κουρουμπλής, Ν. Κοτζιάς, Ν. Φίλης, Αρ. Μπαλτάς και ο υφυπουργός Εξωτερικών Ιω. Αμανατίδης συναινούν ώστε την 20ή Μαΐου να εορτάζονται με τις τιμές που τους πρέπουν η γλώσσα και, ευρύτερα, ο πολιτισμός μας. Αν αναρωτηθείτε γιατί η 20ή Μαΐου, υπάρχει η απάντηση: «Ως η ημέρα γέννησης του Σωκράτη». Και επειδή στον συντάκτη της έκθεσης υπήρχε, καθώς φαίνεται, μια μικρή έστω αμφιβολία για την ημερομηνία γέννησης του κορυφαίου φιλοσόφου («πρώτη φορά» αναφέρεται με τόση βεβαιότητα εξάλλου, αλλά ενδεχομένως η κυβέρνηση να γνωρίζει κάτι που αγνοούν ιστορικοί και μελετητές) φρόντισε να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του: «Η 20ή Μαΐου αποτελεί ημερομηνία ενάρξεως της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας, η οποία λειτούργησε κομβικά για την ελληνορθόδοξη παράδοση και τη μεταγενέστερη πολιτιστική επιρροή της ανά τον κόσμο. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η 19η Μαΐου έχει καθιερωθεί ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, ενώ η 21η Μαΐου ως επέτειος της Μάχης της Κρήτης». Συνεπώς, καταλήγει ο συντάκτης με τις υπογραφές πέντε στελεχών της κυβέρνησης, «με την καθιέρωση της 20ής Μαΐου ως Ημέρας Παγκόσμιας Ελληνοφωνίας και Ελληνικού Πολιτισμού, δημιουργείται ένα τρίπτυχο, που συνδέει τη γλώσσα και τον πολιτισμό με το ιστορικό γίγνεσθαι, καθώς και τη διαχρονική και διατοπική παρουσία του Ελληνισμού».

Θα άξιζε τον κόπο να αναφερθεί κανείς και στους λόγους που επικαλείται ο συντάκτης για να οργανώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την «αιτιολογική έκθεση». Και τι δεν προσκομίζει ως στοιχεία ενός «σκεπτικού» (που θα λέγαμε) που απογειώνουν το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες, προασπίζουν τη, διαρκώς απειλούμενη εννοείται, εθνική μας ταυτότητα και την πολιτιστική κληρονομιά μας «σε περιβάλλον παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, όπου διαπιστώνεται η καταφανής τάση συρρίκνωσης και συμπίεσης των “μικρών” γλωσσών». Τι για «συνέχεια του έθνους μας», που «αγωνίζεται να ορθοποδήσει», τι «για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας» που «ταυτίζεται με το μέλλον του Ελληνισμού», τι «για εθνικό χρέος έναντι της ιστορίας μας», για «ανάδειξη του μεγαλείου» (της γλώσσας μας), τι για την «αδιάλειπτη διάδοσή της σε κάθε δυνατή περίσταση»... Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς και τι να αντιπαραβάλει σε αυτό το παραλήρημα ελληνοπρέπειας, τόνωσης και εμψύχωσης του ελληνικού φρονήματος, με τρόπο που θα έκανε τους Συνταγματάρχες να αλλάζουν χρώμα από ζήλια ή υπερηφάνεια (δεν θα μάθουμε ποτέ). Πέντε στελέχη της κυβέρνησης συνυπογράφουν ένα κείμενο φοβικό, γεμάτο προκαταλήψεις, περίκλειστο, αρνητικό στο σύγχρονο, σε ό,τι συνιστά εξέλιξη, που ιδεοληπτικά, από άποψη ή από άγνοια, στρέφεται στο παρελθόν, που αρδεύεται από τον εθνολαϊκισμό για να επαναλάβει επί της ουσίας ένα, το ίδιο, επιχείρημα: «Όταν εμείς κτίζαμε Παρθενώνες...».

Αδιαφορώντας για τις, ατέρμονες αλλά όχι χωρίς σημασία, συζητήσεις που έχουν μεσολαβήσει περί «γλώσσας», σαν να μην έχουν παρακολουθήσει τον διαρκώς ανοικτό διάλογο, μυθοποιούν το παρελθόν για να παραμορφώσουν το παρόν. Λες και η γλωσσική συνείδηση και συμπεριφορά διαμορφώνεται από επετείους και εορτασμούς. Λες και η άμυνα απέναντι στην έκπτωση ή στον εκφυλισμό είναι η υπενθύμιση του «μεγαλείου» ή της «συνέχειας του έθνους». Λες και η γλώσσα και ο πολιτισμός μεταφέρονται από εποχή σε εποχή ταριχευμένα, έτοιμα για προσκύνημα. Κινδυνεύουμε αδιαλείπτως, μας λέει ο συντάκτης, από την «παγκοσμιοποίηση» να συρρικνωθούμε μέχρις εξαφανίσεως. Αδιαφορώντας εάν και η ιδεολογική ασφυξία αποτελεί αιτία θανάτου.

28 April 2016

Η φιλία και το έλεος, αγάπη

Η απομυθοποίηση της χριστιανικής αγάπης
του Κορνήλιου Καστοριάδη, respublica.gr, 28/4/2016
Οι αρχαιοελληνικές έννοιες και η διαστρέβλωσή τους από την υποκριτική χριστιανική ηθική
Θα έβλεπα δύο πολύ σημαντικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις στην Ελλάδα και εκφράζονται με τις λέξεις φιλία και έλεος. Ας αρχίσουμε από την πρώτη. Ο Αριστοτέλης, ο οποίος είναι παραδόξως ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της κλασικής πόλης, θα τη συζητήσει δια μακρών. Έχουμε συνηθίσει, μετά από τους Ρωμαίους, να μεταφράζουμε αυτή τη λέξη ως «amitié» («φιλική σχέση»), καθόλου δόκιμη απόδοση. Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ. Όχι αγαπώ ερωτικά, αν και αυτό το νόημα είναι επίσης δυνατό. Η φιλία είναι το γένος, που σαν επιμέρους είδη του έχει τις διάφορες μορφές συναισθημάτων, που μπορούν να συνδέσουν τα άτομα. Και στην ελληνική πόλη, η φιλία έχει πολύ σημαντικές θεσμικές πτυχές. Βεβαίως, πρόκειται κυρίως για τη φιλική σχέση μεταξύ ανδρών, συχνά βάσει άτυπων πολιτικών συνδέσμων που ονομάζονται εταιρείαι, ενώ ο Πλάτων, όπως και ο Αριστοτέλης, θα πουν δικαίως, ότι η φιλία είναι κατ’ εξοχήν ο τύπος σχέσης, που μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί σε μια ελεύθερη κοινότητα και ότι μια τέτοια κοινότητα την προϋποθέτει.
Κατά κανόνα, η τυραννία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φιλίαν (Πλάτων, «Πολιτεία», Ι, 576a, Αριστοτέλης, «Ηθικά Νικομάχεια», Θ, 1161a 30-35, 1161b 1-10). O τύραννος έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει την, ανεξάρτητα από αυτό τον ίδιο, δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τον αγώνα εναντίον της εξουσίας του και, εν πάση περιπτώσει, τη σύσταση μέσα στην κοινωνία ενός κέντρου αναφοράς που διαφεύγει του ελέγχου του. Μπορούμε να δούμε το πράγμα από μια μακιαβέλεια σκοπιά -δεν λέω μακιαβελική-, θέτοντας το ερώτημα του πώς πρέπει να ενεργήσει ο τύραννος για να κυβερνήσει. Απάντηση: πρέπει να καταστρέψει τις φιλικές σχέσεις. Ας μεταθέσουμε το ερώτημα στην εποχή μας: τι χρειάζεται ένα ολοκληρωτικό καθεστώς για να εξασφαλίσει τη θέση του; Να διαρρήξει με κάθε τρόπο όλες τις ανεξάρτητες από αυτό σχέσεις μέσα στην κοινωνία, να καταφέρει να κονιορτοποιήσει το λαό και να καταστήσει μοναδικό κέντρο αναφοράς και ενοποίησης τους την ίδια την εξουσία.
Δεν είναι εξ’ άλλου τυχαίο το γεγονός ότι, πολύ συχνά, οι αφηγήσεις των τυραννοκτόνων φέρνουν στο προσκήνιο φίλους, όπως στο περίφημο παράδειγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονος στην Αθήνα, οι οποίοι σκότωσαν τον Ίππαρχο, γιο του τυράννου Πεισίστρατου. Θα βρούμε και άλλους στη νότια Ιταλία… Επομένως, η πρώτη διαπροσωπική σχέση, που μετρά στην πολιτική ζωή της κοινότητας είναι η φιλία, θα επανέλθω.
Το δεύτερο στοιχείο, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Αριστοτέλη στον ορισμό της τραγωδίας, είναι ο έλεος -θα μπορούσαμε να πούμε επίσης η συμπάθεια-, δεν πρόκειται για οίκτο ή για κάπως δακρύβρεχτη συμπόνια, αλλά για το γεγονός ότι ο ένας μπαίνει στη θέση του άλλου και συμπάσχει, δηλαδή μεταφορικά, υφίσταται αυτό που κάνει τον άλλο να πάσχει, δεν μένει απαθής απέναντι στη δυστυχία του. Βρίσκουμε έτσι σε ένα λόγο του Δημοσθένη («Κατά Τιμοκράτους», 171,1) το απόσπασμα, όπου λέει, ότι κατά γενική ομολογία, πρέπει τους ασθενείς ελεείν, να επιδεικνύεται έλεος απέναντι στους αδύναμους, να λαμβάνεται υπόψη αυτό που τους συμβαίνει…
Η ιδέα, φυσικά, βρίσκεται ήδη στην Ιλιάδα. Σας θυμίζω τη σκηνή, στο τέλος του έπους, μεταξύ Αχιλλέως και Πριάμου. Βρίσκουμε εκεί όλο τον έλεον του κόσμου, ο καθένας μπαίνει στη θέση του άλλου, και μάλιστα με διάφορους τρόπους. Μπορούμε λοιπόν να συγκρατήσουμε από τη μια τη φιλίαν, και από την άλλη τον έλεον, ως τυπικά συναισθήματα, που αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ατόμων. Το επαναλαμβάνω, έχουμε να κάνουμε εδώ, φυσικά, με μια άτυπη θέσμιση, κάτι σαν έθιμο, αλλά με την ισχυρή έννοια του όρου, δηλαδή αυτού, που κατά τα ειωθότα εφαρμόζεται στην πόλη.
Εδώ είναι αναγκαία μια παρέκβαση. Όταν μιλάμε για συναισθήματα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα θεμελιώδες γεγονός, που αποτελεί επίσης κοινοτυπία – και τις κοινοτυπίες δεν τις πολυσκεφτόμαστε∙ τα συναισθήματα δεν λειτουργούν κατά παραγγελία. Μπορούμε, μέχρι ενός σημείου, να κατευθύνουμε την εξωτερική μας συμπεριφορά και να κυριαρχήσουμε στα συναισθήματα μας. Δεν είναι όμως δυνατό να τα αλλάξουμε επιβάλλοντας τη θέληση μας ή από απλό ηθικό καθήκον. Το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα διαμορφώσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όπως λέει ο Αριστοτέλης στην αρχή του δεύτερου βιβλίου των «Ηθικών Νικομαχείων»: «Ουτ’ άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίνονται αι αρεταί, αλλά πεφυκόσι μεν ημίν δέξασβαι αυτάς, τελειουμένοις δε δια του εθους». [Oι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως – ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας; η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους (1103a 25).]
Και ιδού ένα πολύ ωραίο ανέκδοτο: κάποιοι φίλοι του Σωκράτη γνώρισαν ένα διάσημο φυσιογνωμιστή, του έδειξαν από μακριά τον Σωκράτη και του ζήτησαν να περιγράφει το χαρακτήρα του. Εκείνος, αφού τον κοίταξε καλά, απάντησε, ότι είναι ευέξαπτος και ανίκανος για αυτοέλεγχο, φιλήδονος, ψεύτης κ.λπ.. Κατάπληξη και γέλια των φίλων, που τα μετέφεραν όλα στον Σωκράτη. Έτσι ακριβώς ήμουν, τους απαντά· έκτοτε άλλαξα τον εαυτό μου, τα ελαττώματα όμως αυτά παρέμειναν χαραγμένα στο πρόσωπο μου (Κικέρων, Τusculanes, IV, 37).
Δεν πρέπει να ξεχάσουμε, ότι στην ελληνική αντίληψη -και ο Αριστοτέλης το αναφέρει ρητά- φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει. Αυτό είναι εξάλλου που την ανάγει στο κατεξοχήν δημοκρατικό συναίσθημα, θα ήταν γελοίο, λέει, να φανταστούμε ότι δεσμοί φιλίας μπορούν να συνδέσουν ένα θνητό με τον Δία. Από την άλλη, το συναίσθημα αυτό απευθύνεται σε ό,τι αξιολογούμε θετικά στον άλλο. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο, αλλά μην ξεχνάτε ότι η χριστιανική θέση είναι εντελώς διαφορετική – θα επανέλθω επ’ αυτού. Βλέπετε λοιπόν, ότι η φιλία εξαρτάται, κατά μία έννοια, από την πολιτική θέσμιση της πόλης, δεδομένου ότι η ίδια η πόλη θέτει τα άτομα ως ίσα, δημιουργώντας ως εκ τούτου τις συνθήκες για αυτό τον τύπο δεσμών. Και ταυτόχρονα η πόλη βεβαίως δίνει σε καθένα από τα μέλη της τη δυνατότητα να εξυψωθεί ώστε να γίνει άξιο φιλίας.
Στην ελληνική αντίληψη φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει.
Υποθέστε τώρα, ότι η θεμελιώδης ηθική προτροπή σε μια κοινότητα είναι η αγάπη, όχι η ανοχή ή η λύπηση, αλλά η αγάπη των πάντων ανεξάρτητα από το τι είναι ο καθένας, επιπλέον δε, ότι πρέπει η αγάπη αυτή να επιδεικνύεται ακόμη περισσότερο, όταν το άτομο δεν αξίζει ηθικά. Σε αυτό ακριβώς έγκειται, όπως ξέρουμε, το περιεχόμενο της χριστιανικής προτροπής σε ό,τι αφορά τις ατομικές σχέσεις. Ο πραγματικός χριστιανικός ήρωας είναι αυτός, που μπορεί να φιλήσει τις πληγές των λεπρών ή ο Χριστός της παραβολής του Dostoevsky, ο οποίος φιλά στο στόμα τον Μέγα Ιεροεξεταστή, που μόλις του εξήγησε τις ορθολογικές φρικαλεότητες, που γνωρίζετε.
Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στον ελληνικό κόσμο. Η φιλία απευθύνεται στον άλλο στο βαθμό που ενσαρκώνει μια αξία, στο μέτρο που είναι καλός καγαθός, δηλαδή ένα ον «καλό και ωραίο». Όσο για τον έλεον, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν πρόκειται για αγάπη. Είναι το γεγονός, ότι ο άλλος λαμβάνεται υπ’ όψη, η δυστυχία του μετρά και υπαγορεύει την ανάλογη δράση. Μπορεί να δείξει κανείς έλεον σε ένα λεπρό και να τον βοηθήσει χωρίς να τον αγαπά ούτε να αισθάνεται υποχρεωμένος να φιλήσει τις πληγές του.
Είναι αλήθεια, ότι βρίσκουμε στον ελληνικό πνευματικό κόσμο κάτι που σηματοδοτεί ταυτόχρονα ένα όριο και μια αλλαγή, και για το οποίο ελέχθη -κακώς- ότι προανήγγειλε το χριστιανισμό. Πρόκειται βεβαίως για τη θέση, που αποδίδει ο Πλάτων στον Σωκράτη, που προέρχεται πιθανότατα από τον Σωκράτη ως ιστορικό πρόσωπο και συνίσταται στην προτροπή του να μην απαντάς στο κακό με το κακό. Είναι προτιμότερο να υφίστασαι την αδικία παρά να τη διαπράττεις. Είναι όμως διαφορετικό να πεις: μην απαντάς στο κακό με το κακό, πράγμα που αφορά στη συμπεριφορά μας και εξαρτάται από εμάς, είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, «εφ’ ημίν». Και είναι άλλο να λες: να αγαπάς αυτόν που σου κάνει κακό. Αυτή η προτροπή δεν αφορά στη συμπεριφορά, αλλά στο συναίσθημα και είναι καθ’ αυτή παράλογη, διότι κανείς δεν μπορεί να κυριαρχήσει τα συναισθήματα του. Δεν συζητώ καν για το αν πρέπει ή όχι να αγαπάμε αυτούς που κάνουν κακό. Αν θεωρήσουμε όμως τι συνεπάγεται αυτό, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι όσο περισσότερο ο τάδε έχει βασανίσει στο Άουσβιτς, τόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαπηθεί! Πρόταση απολύτως απορριπτέα.
Εδώ έγκειται η διπλοπροσωπία ή η θεμελιώδης υποκρισία του χριστιανισμού. Υποκρισία όχι με την τρέχουσα, αλλά με την οντολογική έννοια. Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ένα είδος ψευδούς απολύτου, δεδομένου ότι πρόκειται για απόλυτο απολύτως μη πραγματοποιήσιμο και επομένως ανύπαρκτο. Και ζούμε κάτω ακριβώς από την τερατώδη κυριαρχία αυτής της αδύνατης ηθικής εδώ και σχεδόν δεκαεπτά αιώνες, πράγμα που φέρνει, φυσικά, καταστροφικά αποτελέσματα, όπως ο ουσιώδης διχασμός στον εσωτερικό κόσμο των ατόμων, που ο Ηegel είχε πολύ καθαρά δει. Όταν μιλά για τη δυστυχή συνείδηση, αναφέρεται κατά μία έννοια στο χριστιανισμό, που επιβάλλει στο άτομο έναν κανόνα, στον οποίο δεν μπορεί ποτέ να υπακούσει.
Εν ολίγοις, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια ηθική, που λέει, ότι αυτός που κάνει το κακό (αυτό που θεωρώ, αυτό που θεωρούμε κακό) πρέπει παρά ταύτα να αντιμετωπίζεται ως άτομο, που δεν υποβιβάζεται εντελώς στο κακό που διαπράττει, ως άτομο, που μπορεί να αναπτύξει και άλλες δυνατότητες -αυτή η προτροπή έχει περιεχόμενο, δυνατότητα εφαρμογής, και αφορά σε μια συμπεριφορά, όχι σε συναισθήματα- και μια άλλη που λέει, ότι αυτόν που κάνει το κακό πρέπει να τον αγαπάς εξ’ ίσου, και μάλιστα περισσότερο από τους άλλους – πράγμα που καταλήγει σε μια ηθική η οποία, κυριολεκτικά, θα μας προέτρεπε να αγαπάμε τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Σχηματοποιώ φυσικά, αλλά αυτή η εναλλακτική λύση είναι σαφώς παρούσα.
Η χριστιανική ηθική καταλήγει να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία.
Η δεύτερη ηθική, η χριστιανική, της οποίας εξ’ άλλου θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τους προδρόμους στην Παλαιά Διαθήκη -η Καινή είναι από αυτή την άποψη λιγότερο ανακαινιστική απ’ όσο θα ήθελε-, καταλήγει επομένως να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία, σχετικοποιώντας, ως μη όφειλε, τα πράγματα.
Όσο για το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, ο χριστιανισμός ξεκινά αγνοώντας το αναφανδόν: δεν μας αφορά, λένε τα ευαγγέλια, πάσα εξουσία εκ θεού, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (είναι η Προς Ρωμαίους Επιστολή) κ.λπ.. Έτσι καταλήγουμε αναγκαστικά σε μια σχάση, σε μια διάσπαση. Από τη μια ένας δημόσιος χώρος, θεσμισμένος, όπου ο Καίσαρ κάνει ό,τι έχει να κάνει και όπου, παρ’ όλες τις συζητήσεις περί αυτού, δεν βλέπουμε με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι κανόνες της ηθικής: ο εξομολογητής του βασιλιά μπορεί βεβαίως να του επιβάλλει μια μετάνοια επειδή διέταξε τη σφαγή μερικών χιλιάδων υπηκόων του, όμως αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη νομιμότητα του βασιλιά. Από την άλλη, ένας ιδιωτικός χώρος, όπου ισχύει αυτή η μη πραγματοποιήσιμη προτροπή του να αγαπάς τον πλησίον σου, όποιος κι αν είναι αυτός, περισσότερο από τον εαυτό σου. Ασφαλώς, μετά τη θέσμισή του, ο χριστιανισμός απέκτησε εξαιρετική πνευματική ευρύτητα, οικειοποιούμενος μεγάλο τμήμα της αρχαίας φιλοσοφίας και των μεθόδων της, οπότε τα προβλήματα εμφανίζονται πιο επεξεργασμένα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών και ενεργοποιείται μια ολόκληρη σοφιστεία.
Όλα αυτά τα βρίσκουμε, από κάποια στιγμή και μετά, στους Πατέρες της Εκκλησίας και στη συνέχεια στους θεολόγους του Μεσαίωνα. Και τα επιχειρήματα εξακοντίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις: για να καταδικάσουν το φόνο του βασιλιά ή για να τον δικαιολογήσουν ή και τα δύο… επειδή έχει επανεισαχθεί στον δημόσιο χώρο κάτι σαν θείο φυσικό δίκαιο, που ο μονάρχης είναι παρά ταύτα υποχρεωμένος να σεβαστεί. Δεν επιτυγχάνεται όμως ποτέ μια συμφωνία, ένα μονοσήμαντο δόγμα. Παραμένει σε τελευταία ανάλυση αυτή η διπλοπροσωπία της θέσμισης, ανάμεσα σε μια πολιτική, που προέρχεται από την απλή πραγματικότητα και σε μια ηθική, που περιορίζεται στον ιδιωτικό βίο των ανθρώπων.
Το κείμενο του άρθρου αποτελεί απόσπασμα σεμιναρίου (1983) του Κορνήλιου Καστοριάδη, το οποίο έχει συμπεριληφθεί στην “Ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Β΄, Η Πόλις και οι νόμοι” (εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2008, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη.)
Όμως, το σημαντικό -αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος, που επέμεινα σε αυτή την παρέκβαση- είναι, ότι δεν υπάρχουν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η διπλοπροσωπία, το ενσωματωμένο ψέμα στην πραγματική λειτουργία της κοινωνίας και στην παράσταση, που φτιάχνει η ίδια για τον εαυτό της και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται από το Μεσαίωνα μέχρι τον σύγχρονο κόσμο μας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, ότι απουσιάζει από όλες τις ιστορικές κοινωνίες, με εξαίρεση τις μονοθεϊστικές. Οι ασιάτες δεσπότες δεν θα πουν κάτι και θα κάνουν κάτι άλλο. Στην Ελλάδα, στη Ρώμη, δεν θα πουν, ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ίσα για να επικυρώσουν στη συνέχεια τις υπάρχουσες ιεραρχίες. Δεν θα ισχυριστούν, ότι η δικαιοσύνη οφείλει, να προέχει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, θα πουν ότι αυτό που υπερισχύει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, αν δεν είναι ίσες, είναι η βία. Δεν θα βρούμε όμως αυτές τις εξωφρενικές καταστάσεις, στις οποίες έχουμε από τη μια μεριά ένα διεθνές δίκαιο, που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη στις σχέσεις μεταξύ Κρατών και από την άλλη παρεμβάσεις στη Νικαράγουα, στα νησιά Φόκλαντ, στο Αφγανιστάν κ.α., καταστάσεις στις οποίες το δίκαιο δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο. Εφιστώ την προσοχή σας σε αυτό το κεφαλαιώδες γεγονός: μία από τις συνθήκες ύπαρξης αυτού, που αποκαλούμε ιδεολογία -με την πραγματική έννοια του όρου και όχι με την έννοια που κολλά παντού, όπως στους αλθουσερικούς ή σε άλλους, που μιλάνε για ιδεολογία των Ελλήνων ή των Παπούα- είναι ακριβώς αυτός ο διχασμός ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.
Μια τέτοια απόσταση ανάμεσα σε απατηλό λόγο και πραγματικότητα της κοινωνικής δράσης έχει σημαντικές προεκτάσεις. Μια πραγματική ηθική μόνο στα εφ’ ημίν, σε ό,τι εξαρτάται από εμάς, μπορεί να αναφέρεται. Και είναι ουσιώδες να αναγνωρίσουμε αυτόν ακριβώς το χώρο της ψυχικής ζωής, που ο άνθρωπος δεν ελέγχει – εξ’ άλλου δεν μπορούμε να δούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση τί θα σήμαινε ο έλεγχος. Μπορούμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά, που προέρχεται από τα συναισθήματα, όχι όμως τα ίδια τα συναισθήματα. Κατά συνέπεια, κάθε ηθική προτροπή απευθυνόμενη στα συναισθήματα είναι παράλογη. Ακόμη μεγαλύτερος παραλογισμός είναι η προσπάθεια επιβολής αδύνατων ή αντιφατικών συναισθημάτων.
Όποιος αγαπά όλο τον κόσμο φυσικά δεν αγαπά κανένα. Και όποιος αγαπά αυτό που μισεί δεν μισεί τίποτα – αλλά όποιος δεν μισεί τίποτα δεν επενδύει τίποτα συναισθηματικά. Πράγμα, που οριακά είναι δυνατό, αλλά αποτελεί εξ ορισμού αποκλειστικότητα ορισμένων ατόμων, χριστιανών αναχωρητών στην έρημο ή οπαδών του βουδισμού. Και η ύπαρξη αυτών των περιθωριακών ατόμων, ερημιτών ή αγίων επιτρέπει ταυτόχρονα στην κοινωνία να δικαιολογείται και να ενοχοποιείται δίνοντας στον εαυτό της την απατηλή απόδειξη της δυνατότητας να πραγματωθεί το διακηρυσσόμενο ιδεώδες. Ο άγιος τάδε το καταφέρνει, άρα η ηθική μας δεν είναι παράλογη· εμείς όμως δεν έχουμε το απαιτούμενο ανάστημα, πρέπει επομένως να εξιλασθούμε, να γονυπετήσουμε, να συνεισφέρουμε στους εράνους για την ανοικοδόμηση του ιερού ναού κ.λπ. – και ταυτόχρονα, αναμφίβολα, να μάθουμε να εξαπατάμε.
“Ο άγιος τάδε το καταφέρνει, άρα η ηθική μας δεν είναι παράλογη· εμείς όμως δεν έχουμε το απαιτούμενο ανάστημα, πρέπει επομένως να εξιλασθούμε, να γονυπετήσουμε, να συνεισφέρουμε στους εράνους για την ανοικοδόμηση του ιερού ναού κ.λπ. – και ταυτόχρονα, αναμφίβολα, να μάθουμε να εξαπατάμε”.
Ίσως υπήρξε κάποια στιγμή στην ιστορία του χριστιανισμού, που αυτή η διπλοπροσωπία δεν είχε ακόμη εμφανιστεί: Αναφέρομαι στους δύο πρώτους αιώνες της εξάπλωσής του (τον 2ο και τον 3ο μ.Χ. αιώνα) περίοδο, για την οποία έχει κανείς την εντύπωση σε μεγάλο βαθμό, ότι αυτοί οι χριστιανοί είχαν πράγματι παραιτηθεί από την εγκόσμια ζωή και περίμεναν ανά πάσα στιγμή τη Δευτέρα Παρουσία, την επιστροφή του Χριστού επί της γης. Ως εκ τούτου, η επίγεια ζωή -συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της ζωής των πολιτικών θεσμών- έχανε κάθε σημασία, αφού ο Μεσσίας θα εμφανιζόταν από τη μια στιγμή στην άλλη.
Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν τα άτομα ζουν μια ζωή, που μόνο κατ’ όνομα είναι, ζωή, σε απόλυτη ετοιμότητα και με τις αποσκευές ανά χείρας για το ταξίδι στον άλλο κόσμο, είναι δυνατό να φανταστούμε εφαρμογή της χριστιανικής ηθικής που να μην αποτελεί διαρκή διπλοπροσωπία. Από τη στιγμή όμως που οι χριστιανοί εγκαθίστανται μόνιμα στη ζωή της κοινωνίας, και επομένως από τη στιγμή, όπου ο χριστιανισμός αναγνωρίζεται (το 313 μ.Χ., επί Κωνσταντίνου) και στη συνέχεια γίνεται η υποχρεωτική θρησκεία για όλους τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας επί ποινή διώξεων (384, ψήφισμα του Θεοδόσιου), η διπλοπροσωπία βρίσκεται στην καρδιά της χριστιανικής θέσμισης της κοινωνίας και η κατάσταση αυτή προεκτείνεται μέχρι τις μέρες μας με τη διάσταση ανάμεσα σε ένα δικαιολογητικό λόγο και στην πραγματικότητα.
Συμπεραίνοντας, ας επανέλθουμε σε δύο στοιχεία της άτυπης θέσμισης της κοινωνίας στην αρχαία Ελλάδα, δηλαδή τον έλεον και τη φιλίαν. Διαβάστε σχετικά ή ξαναδιαβάστε αυτό το υπέροχο χωρίο των «Ηθικών Νικομαχείων» (Η, 1155a 23-29), όπου ο Αριστοτέλης λέει, ότι πρόκειται για τη σημαντικότερη αρετή, σημαντικότερη ακόμη και από τη δικαιοσύνη, σε βαθμό που οι νομοθέτες δικαίως ασχολούνται περισσότερο με τη φιλία, παρά με τη δικαιοσύνη. Φράση πολύ περίεργη, που θα έπρεπε να αναλυθεί σε βάθος, τόσο σε σχέση με το ιστορικό ανάφορο, το οποίο έχει κατά νου ο Αριστοτέλης, όσο και για την κατανόηση της σημασίας της.
Όπως και να ‘χει το πράγμα, αντιμετωπίζει αρνητικά το γεγονός, ότι οι τύραννοι δεν συμβιβάζονται με τη φιλία μεταξύ πολιτών και προσθέτει, ότι αν η φιλία βασίλευε παντού στην πόλη, δεν θα υπήρχε ανάγκη δικαιοσύνης, διότι, όπως λέει η παροιμία, «τα πάντα είναι κοινά μεταξύ φίλων» («Ηθικά Νικομάχεια», Η, 1159 b 30). Χαράσσει έτσι ένα είδος προοπτικής – ορίου, ένα ιδεώδες, στο πλαίσιο του οποίου, ιδιαίτερα, το μεγάλο ερώτημα της διανεμητικής δικαιοσύνης (τι πρέπει να δοθεί σε ποιον;) δεν θα ετίθετο καν, δεδομένου, ότι δεν θα υπήρχε κανείς, που θα ήθελε να προστατεύσει τα αγαθά του ούτε θα είχε βλέψεις για τα αγαθά του άλλου, και όπου ακόμη και οι όροι «δικό μου» και «δικό σου» θα είχαν περιπέσει σε αχρησία.

27 April 2016

Γιατί «Φανερός Δείπνος»;

της Τατιάνας Ραπακούλια, "Αόρατη Μελάνη", 27/4/2017

Με αφορμή ένα ερώτημα που τέθηκε στο facebook, θέλω να γράψω εδώ την απάντηση με μορφή ποστ, ώστε να μπορεί καθένας να τη δει και να σχολιάσει.

Πριν 6 χρόνια, ήμουν τότε πρόεδρος της Ένωσης Αθέων, πολλά άτομα εξέφρασαν την επιθυμία να μαζευτούμε Μεγάλη Παρασκευή να φάμε σουβλάκια. Εμένα δεν μου έκανε αίσθηση αυτό, μου φάνηκε μάλλον ανόητο, να πω την αλήθεια. Προσπάθησα μάλιστα να το αποφύγω, είδα όμως ότι πολλά άτομα το ήθελαν, και ότι πολλά από αυτά ήταν άτομα αξιόλογα, μορφωμένα, συγκροτημένα, ψαγμένα, άτομα που εκτιμούσα! Δεν ήταν τίποτε επιπόλαιοι, αντιδραστικοί ή κάφροι, δεν ήθελαν να προκαλέσουν ούτε να ενοχλήσουν, ήθελαν όμως να σπάσουν τη νηστεία. 

Σκέφτηκα λοιπόν ότι, για να το θέλουν τόσοι άνθρωποι, και αξιόλογοι άνθρωποι, και μια που δεν βλάπτει κανέναν, εγώ ως πρόεδρος οφείλω όχι μόνο να το σεβαστό αλλά και να το στηρίξω, ασχέτως αν δεν συμμερίζομαι την ανάγκη τους.

Έτσι οργάνωσα τον πρώτο Φανερό Δείπνο, και του έδωσα αυτό το όνομα γιατί μου φάνηκε διασκεδαστικό το λογοπαίγνιο με τον Μυστικό Δείπνο και δηλωτικό του σκοπού της εκδήλωσης: να κάνουμε ακριβώς αυτό που οι Χριστιανοί δεν κάνουν, και να το κάνουμε φανερά, όχι κρυφά.


Αυτό το φανερά κι όχι κρυφά νομίζω ότι τελικά έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ως γνωστόν ελάχιστοι από όσους δηλώνουν Χριστιανοί νηστεύουν τη μεγάλη εβδομάδα, κανείς όμως δεν το κάνει θέμα, δεν βγαίνουν στις ειδήσεις ούτε θεωρείται αυτό προκλητικό. Η πρόκληση εδώ ήταν μάλλον ακριβώς το φανερό του θέματος, ότι βγήκαμε και το είπαμε, ότι δώσαμε και τίτλο στην εκδήλωσή μας που να δείχνει τι ακριβώς κάνουμε. Ότι απέχουμε από τη νηστεία λόγω θέσης και άποψης, όχι από απλή αδιαφορία. 

Για ποιον λόγο όμως να το κάνουμε αυτό; 

Όπως είπα, εγώ δεν ένιωθα την ανάγκη να το κάνω. Προσπάθησα όμως να αφουγκραστώ την ανάγκη των άλλων, να την κατανοήσω, να καταλάβω γιατί ήθελαν τόσο πολύ να το κάνουν αυτό. Το σκέφτηκα πολύ και κατέληξα σε κάποια συμπεράσματα, τα οποία πιστεύω ότι δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. 

Πιστεύω ότι πολλοί Έλληνες έχουν ανατραφεί ως Χριστιανοί ορθόδοξοι και έχουν εξαναγκαστεί να τηρούν τα έθιμα, είτε τους άρεσε αυτό είτε όχι, κυρίως σε παιδική κι εφηβική ηλικία, αλλά πολύ συχνά και ως ενήλικες, λόγω της κοινωνικής πίεσης, άλλοτε εντονότερης κι άλλοτε ηπιότερης αλλά πάντα υπαρκτής. Το γεγονός αυτό νομίζω ότι έχει δημιουργήσει μέσα τους μια αντίδραση, περισσότερο ή λιγότερο έντονη, μια ενόχληση που συσσωρεύεται και με τα χρόνια γίνεται έως και αγανάκτηση, μια ανάγκη εκτόνωσης. Πιστεύω επίσης ότι πολλοί Έλληνες που έπαψαν να είναι Χριστιανοί, ζώντας σε μια χώρα όπου ο χριστιανισμός είναι πανταχού παρών, αισθάνονται μονίμως περιθωριοποιημένοι, αγνοημένοι, πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Το γεγονός αυτό γίνεται φανερό σε μικρά πράγματα, όπως αν θελήσεις να φας ένα σουβλάκι την Μεγάλη Παρασκευή: τα περισσότερα σουβλατζίδικα είναι κλειστά. 

Σαφώς δεν είναι κάτι πολύ σημαντικό, υπάρχουν άλλα πράγματα πολύ σημαντικότερα - όπως οι εικόνες στα δικαστήρια, τα θρησκευτικά στα σχολεία, ο αγιασμός και η προσευχή, η καταγραφή του θρησκεύματος στο ληξιαρχείο και τόσα άλλα πράγματα ουσίας που διεκδικούμε να αλλάξουν - ενώ αυτό είναι κάτι πολύ μικρό αλλά και πολύ φανερό, που έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις, στη μέρα της αργίας σου, όπου βλέπεις καθαρά πώς η βούληση των πολλών καθορίζει και τη δική σου ζωή. 

Για όλους αυτούς τους λόγους, κατάλαβα ότι αυτή η τόσο μικρή και τόσο απλή πράξη, όπως το να φας κάτι μη νηστίσιμο σε μια μέρα μεγάλης νηστείας, ήταν για τους ανθρώπους αυτούς μια πράξη απελευθέρωσης. Με μηδενικό κόστος και βλάβη, ένα μικρό αλλά σημαντικό για εκείνους κέρδος. Έτσι λοιπόν οργανώθηκε ο πρώτος Φανερός Δείπνος. Λένε πολλοί ότι δεν είναι αθεϊστικό, είναι αντιχριστιανικό. Πράγματι είναι, αλλά όχι όπως το εννοούν αυτοί. Δεν στρέφεται κατά των Χριστιανών, αλλά κατά της επιβολής του Χριστιανισμού. Είναι μια δήλωση αντίθεσης στο Χριστιανικό εθιμοτυπικό, μια δήλωση άρνησης συμμετοχής, μια δήλωση αποστασίας. Απλή, μικρή και ανώδυνη, αλλά αρκετά ισχυρή μέσα στον απλό συμβολισμό της. Αυτό λοιπόν είναι ο Φανερός Δείπνος: ούτε λίγο ούτε πολύ, μια δήλωση αποστασίας.

Και ένας ευχάριστος τρόπος να περάσουμε με καλή παρέα τη μέρα της αργίας μας.


Σημείωση:
Αναφέρθηκε επίσης ότι ο Φανερός Δείπνος προωθεί την κρεοφαγία, πράγμα που δεν ισχύει. Το μόνο πράγμα που προωθεί είναι η αποχή από τη νηστεία. Από εκεί και πέρα καθένας μπορεί να φάει ό,τι θέλει - κρέας, ψάρι, μπρόκολα και κουνουπίδια και φακές αλάδωτες αν του κάνει κέφι. Αρκεί να του κάνει κέφι και να μην το τρώει καταναγκαστικά, επειδή αν δεν το κάνει "ο Χριστούλης θα κλαίει" και όλοι θα τον κοιτάνε σαν ένοχο εσχάτης προδοσίας.