07 January 2016

Ο «συντηρητισμός» του Παναγιώτη Κονδύλη

Βιβλία, βιβλία
του Γιώργου Λαμπράκου, bookpress.gr, 30/12/2015

Κάθε γλώσσα περιέχει πολλές λέξεις που χρησιμοποιούνται τόσο στην καθομιλουμένη, καθημερινά και από όλους μας, όσο και στις επιστήμες, κοινωνικές και φυσικές, οπότε αποκαλούνται «όροι». Έτσι, λέξεις όπως, λόγου χάριν, «χάος», «σχετικότητα» και «αβεβαιότητα» υπάρχουν μεν στο καθημερινό λεξιλόγιο, αλλά είναι και όροι των φυσικομαθηματικών επιστημών με ειδική σημασία. Η έρευνα για τον πολύμορφο συσχετισμό των σημασιών μιας λέξης στην καθομιλουμένη με τις επιστημονικές σημασίες της είναι μια υπόθεση του συγγραφέα και του στοχαστή, μα προπαντός του ιστορικού.

Στις κοινωνικές επιστήμες, και ιδίως στην πολιτική επιστήμη και φιλοσοφία, η προαναφερθείσα κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, μα για τον ίδιο λόγο παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στην πολιτική, τόσο τη θεσμική όσο και την άτυπη, οι λέξεις χρησιμοποιούνται συχνά ως όπλα με απώτερο στόχο την επικράτηση επί του πραγματικού ή φαντασιακού διαφωνούντα και αντιπάλου. Λέξεις (και οι ενυπάρχουσες σε αυτές ιδέες) όπως «δημοκρατία», «ελευθερία», «δικαιοσύνη», «ισότητα», «δικαιώματα», «πολιτισμός», «φασισμός», «προοδευτικός», «συντηρητικός», και πάμπολλες ακόμα, είναι μερικές από αυτές που μας αρέσει να εκσφενδονίζουμε στον συνομιλητή μας για να εδραιώσουμε τη θέση μας.

Άραγε χρησιμοποιούνται «συχνά» ως όπλα; Όχι συχνά, πάντα, υποστηρίζει ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο ένας από τους δύο κορυφαίους έλληνες πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα. Σε όλο το πλούσιο έργο του, τους καρπούς του οποίου δεν έχουμε δρέψει ακόμα στο έπακρο, διαπιστώνουμε αυτή την κεντρική ιδέα: λέξεις, όροι και ιδέες δεν είναι «ιδεατές οντότητες διαρκώς συνδεδεμένες με σταθερούς φορείς», συνεπώς δεν αιωρούνται σε κάποιο υπερβατικό βασίλειο από το οποίο καλούμαστε να τις συλλάβουμε μες στην υποτιθέμενη καθαρότητά τους. Απεναντίας, είναι όργανα, εργαλεία, όπλα στην καθημερινή πρακτική των ανθρώπων κατά την ακατάπαυτη προσπάθειά τους για αυτοσυντήρηση, μα και για αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «επίταση της ισχύος» τους.

Ο Κονδύλης, ως ιστορικός των ιδεών, ως ιδεοδίφης, έχει αναπτύξει τη συγκεκριμένη κοσμοεικόνα σε όλα τα βιβλία του και, με τον χαρακτηριστικότερο ίσως τρόπο, στον δίτομο Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Στο Συντηρητισμός: ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή, που πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον πλέον έμπειρο σε τέτοια κείμενα Λευτέρη Αναγνώστου, σε μία ακόμα θαυμάσια έκδοση των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης, ο Κονδύλης αναλαμβάνει το έργο να αναλύσει επισταμένα την ιστορία του συντηρητισμού, γνωρίζοντας καλά πως η λέξη «συντηρητικός» έχει καταντήσει μια καραμέλα στα χείλη μας, πότε γλυκιά και πότε πικρή. Και ναι μεν αυτό το εκλαμβάνει ως φυσικό στο πλαίσιο της καθημερινής συναναστροφής των ανθρώπων, ωστόσο το θεωρεί απαράδεκτο στο πλαίσιο μιας «επιστημονικής», όπως τονίζει επανειλημμένα, εργασίας.

Για τον Κονδύλη ο συντηρητισμός δεν είναι μια ανθρωπολογική ή ψυχολογική σταθερά, δηλαδή μια κατάσταση που παρουσιάζεται και επαναλαμβάνεται σταθερά σε διάφορους ανθρώπους και σε όλες τις εποχές, αλλά ένα ιστορικά καθορισμένο φαινόμενο που γεννιέται, εδραιώνεται και παρακμάζει στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής-οικονομικής τάξης στην Ευρώπη. Δεν υπάρχουν εκ φύσεως συντηρητικοί, εκ φύσεως προοδευτικοί ή εκ φύσεως επαναστατικοί άνθρωποι, αφού, όπως γράφει χαρακτηριστικά: «Κανένας άνθρωπος δεν αντιδρά εχθρικά στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος όσο δεν υπάρχουν εμπόδια στην αυτοσυντήρησή του ή στην επιδίωξη ισχύος εκ μέρους του· ακόμη και οι επαναστάτες θα φέρονταν απολύτως ειρηνικά αν δεν συναντούσαν καμμιά αντίσταση και οι άλλοι τούς εκπλήρωναν πρόθυμα τις επιθυμίες».

Ο Κονδύλης αναλαμβάνει να αποδομήσει διάφορες θεωρίες για τον συντηρητισμό ως νοοτροπία και πρακτική. Μία από τις πιο γνωστές είναι η θεωρία που τον συνδέει ειδικά με τον πολιτικό ρεαλισμό: «ο πολιτικός ρεαλισμός δεν είναι μονοπώλιο του συντηρητισμού (διαφορετικά οι συντηρητικοί δεν θα είχαν χάσει καμμιά μεγάλη πολιτική μάχη), αλλά συγκαταλέγεται στις αυτονόητες ιδιότητες του πολιτικά προικισμένου ατόμου ή συλλογικού σώματος κάθε κατεύθυνσης, όπως ακριβώς οι ονειροπόλοι και οι παράτολμοι βρίσκονται σε όλα τα κόμματα». Παρόμοιου τύπου αποδόμηση εφαρμόζεται και σε άλλα γνωρίσματα που κατά κόρον (μα εσφαλμένα, σύμφωνα με τον Κονδύλη) ταυτίζονται με τον συντηρητισμό, λόγου χάριν ότι αυτός απορρίπτει εντελώς την αφηρημένη θεωρία, ότι είναι αποκλειστικά προσκολλημένος στην παράδοση και τις ρίζες κ.ά., γνωρίσματα που κατέληξαν να συνυφαίνονται με τις καθημερινές χρήσεις της λέξης, κατά τις οποίες «συντηρητικό» αποκαλούμε (συνήθως επικριτικά) τον κολλημένο σε παρελθούσες αξίες, τον αντιστεκόμενο στην (για εμάς επιθυμητή) «αλλαγή» κ.λπ.

Για τον Κονδύλη, απεναντίας, ο συντηρητισμός υπήρξε «το ιδεολογικό και κοινωνικοπολιτικό ρεύμα που στόχος του ήταν η συντήρηση της societas civilis και η ηγεμονική θέση των ανώτερων στρωμάτων της». Ως τέτοιο ρεύμα εμφανίζεται στις προνεωτερικές κοινωνίες, επιβάλλει και συντηρεί την εξουσία των βασιλικών οίκων, ευγενών και αριστοκρατών, και εναντιώνεται σε οτιδήποτε πασχίσει να ανατρέψει αυτή την καθεστηκυία τάξη και δομή. Με την έλευση των Νέων Χρόνων, οι ριζικές μεταβολές στο πολιτικό, κοινωνικό, επιστημονικό και ιδεολογικό επίπεδο φέρνουν στο προσκήνιο την «απολυταρχία», που με διάφορους τρόπους (ερμηνεία του δικαίου περισσότερο με κοσμικούς παρά με θεολογικούς όρους· εμφάνιση και σταδιακή ενίσχυση του κοινοβουλίου· βαθμιαίος χωρισμός κοινωνίας και κράτους και συνακόλουθη ενίσχυση του κράτους· άνοδος της αστικής τάξης και εμφάνιση της γραφειοκρατίας· ανατίμηση της ιδέας της προόδου) αρχίζει να νέμεται μέρος της εξουσίας των ηγεμονικών συντηρητικών στρωμάτων, μέχρι που εντέλει θα κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της.

Η αντίδραση των συντηρητικών κατά της αναδυόμενης τάξης πραγμάτων κορυφώνεται την περίοδο πριν και μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Τότε είναι που οι συντηρητικοί (ηγεμόνες και διανοούμενοι) νιώθουν τον μεγαλύτερο φόβο μπροστά στην προσπάθεια, πρώτα της αστικής τάξης και αργότερα (από τα μέσα του 19ου αιώνα) και της εργατικής τάξης, να διεκδικήσουν εξουσία και δικαιώματα. Η διαφορά της κονδυλικής ανάλυσης σε σχέση με άλλες αναλύσεις της ιστορίας του συντηρητισμού έγκειται στο ότι δεν εκλαμβάνει τη συντηρητική έξαρση του 18ου και 19ου αιώνα ως «πρωτότυπο δημιούργημα» (όπως γράφει: «ο συντηρητισμός της προεπαναστατικής περιόδου δεν ονομαζόταν ούτε “συντηρητισμός” ούτε διαφορετικά», αφού «η εποχή των μεγάλων γενικεύσεων και ενικοποιήσεων άρχισε μόλις τον 18ο αιώνα»), αλλά στο ότι θεωρεί πως αυτή στηρίζεται σε ιδεολογικούς πυλώνες που είχαν στηθεί από παλιά: το δίκαιο είναι θεϊκό και μόνο ως τέτοιο συμπίπτει με το φυσικό εξασφαλίζοντας «στον καθένα αυτό που του ανήκει»· η θρησκεία και/ή η ηθική είναι ενωμένη με την πολιτική· η σχόλη και η θεωρητική ζωή είναι ανώτερες από την εργασία, ιδίως τη χειρωνακτική· ο βασιλιάς είναι ανώτερος από κάθε προσπάθεια «κυριαρχικής εξουσίας» από άλλον άνθρωπο ή θεσμό, με πρώτο το αναδυόμενο κράτος κ.λπ.

Ο φιλελευθερισμός έρχεται να εκφράσει τις απαιτήσεις της ραγδαία αναδυόμενης αστικής τάξης, κλονίζοντας έως και διαλύοντας τους παραπάνω πυλώνες. Πλέον το δίκαιο δεν θεωρείται πως υπάρχει ήδη (και μάλιστα ελέω Θεού) αλλά «τίθεται» και «φτιάχνεται» κοινωνικοϊστορικά· η θρησκεία δέχεται επιθέσεις από παντού και διαχωρίζεται βαθμιαία από τις κρατικές υποθέσεις (με εξαίρεση, φυσικά, το γαλατικό χωριό στο οποίο ζούμε…)· δημόσιο και ιδιωτικό χωρίζονται, χωρισμός που γεννά μια ευδαιμονιστική τάση στον ολοένα πιο εξατομικευμένο άνθρωπο για τον οποίο η ευτυχία γίνεται μια υπόθεση όλο και πιο ιδιωτική· η συστηματική εργασία είναι η πηγή του πλούτου και της αξιοπρέπειας και έτσι ανατιμάται σε σχέση με την απεριόριστη σχόλη· ενισχύεται το κράτος («απέναντι στο οποίο όλοι είναι ίσοι», έστω κατ’ αρχήν) έναντι της κοινωνίας (μέσα στην οποία «η ανισότητα είναι δυνατή ή και φυσική»), γεγονός που ενισχύει τα κοινοβούλια τα οποία «δημιουργήθηκαν στο έδαφος του σύγχρονου κράτους και προϋποθέτουν ρητά ή σιωπηρά τη σύγχρονη ιδέα της κυριαρχικής εξουσίας», μια ιδέα που μπορεί να αναφέρεται «τόσο σε έναν απόλυτο ηγεμόνα όσο και σε έναν λαό ή μια συνέλευση λαϊκών αντιπροσώπων» (και αυτό το δεύτερο είναι που οδηγεί σταδιακά στη σύγχρονη δημοκρατία)· η πολιτική αλλάζει σημασία αφού δεν είναι πια «η σοφή και μετριοπαθής διοίκηση της societas στο πνεύμα του θείου-φυσικού δικαίου», αλλά η «βουλησιαρχική επιδίωξη της κυβερνητικής εξουσίας να αυτονομηθεί με όλα τα μέσα από τη societas»· η επιστημονική επανάσταση των Νέων Χρόνων αλλάζει την προϋπάρχουσα κοσμοεικόνα αφού «στη μηχανή του κόσμου δεν υπήρχαν ούτε ιεραρχικές διαβαθμίσεις ούτε οποιαδήποτε τελεολογία»· επέρχεται η «αυτονόμηση του χρήματος» και του οικονομικού τομέα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αυξανόμενη δύναμη του καπιταλισμού κ.ά.

Όλα αυτά εκτυλίχτηκαν μέσα σε μεγάλο χρονικό διάστημα, με διαφορετική ορμή και σε διαφορετικές δόσεις σε κάθε αναδυόμενο κράτος. Ο Κονδύλης ασχολείται μεμονωμένα και ειδικά με τις περιπτώσεις των κυρίαρχων δυνάμεων της Ευρώπης (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία), ενώ περιστασιακά και με τα λιγότερο σημαντικά (από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ) κράτη ή/και έθνη. Το πώς η τάξη των ευγενών προσπάθησε ακόμα και μετά τη δημιουργία του απολυταρχικού κράτους να διασφαλίσει τα συμφέροντά της (μέσω του ίδιου του κράτους, πλέον) διαφέρει από χώρα σε χώρα. Πάντως, σε όλες τις περιπτώσεις «οι ευγενείς βρίσκονταν και έξω από το κράτος και μέσα σε αυτό», και αυτή η διπλή θέση τους ενίοτε διευκόλυνε, μα προϊόντος του χρόνου και της ιστορίας δυσχέραινε, την εξασφάλιση των προνομίων τους, την οποία αξίωναν μανιωδώς. Όπως γράφει εύστοχα ο Κονδύλης αναφορικά με τον «συντηρητικό ακτιβισμό», που μόνο φαινομενικά αποτελεί οξύμωρο, «οι ευγενείς δεν λαγοκοιμούνταν στην κούνια της παράδοσης αλλά αγρυπνούσαν με το βλέμμα του Άργου στραμμένο στα προνόμιά τους».

Μετά την επανάσταση του 1789, η συντηρητική αντίδραση εντείνεται μπροστά στην άνοδο του δημοκρατικού φιλελευθερισμού και, λίγο αργότερα, μπροστά στον φόβο μιας σοσιαλιστικής επανάστασης με πρωτεργάτες τους εργάτες. Τώρα τα πρωτεία αναλαμβάνουν, κατόπιν και λόγω των Διαφωτιστικών ιδεών, ο Λόγος, που καλείται (κι αυτόν επικαλείται πλέον κανείς) να αποφασίσει τι είναι δίκαιο και ηθικό για (όλους) τους ανθρώπους, και η ανθρώπινη βούληση, ως «ανώτατη νομιμοποιητική αρχή [που] συναρτάται αναπόφευκτα με μια συλλογική θεοποίηση της ανθρωπότητας», αφού η ιδέα του Θεού αρχίζει να πνέει τα λοίσθια (ο Θεός βγαίνει πια στη σύνταξη, έχει γράψει αλλού ο Κονδύλης). Σε όλες αυτές τις αλλαγές, «οι συντηρητικοί αντέτειναν […] μια βασιλική ή κρατική εξουσία περιορισμένη από την ταξική (κοινοβουλευτική) εξουσία, ταυτόχρονα όμως ενιαία και μέσα στα όριά της απόλυτη». Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται και η δικτατορία με τις ποικίλες δυνατές μορφές της (επιτετραμμένη-προσωρινή, κυριαρχική, κ.ά.) που αφορούν το πόσο σταθερή είναι, πώς αλλάζουν οι ηγέτες της, κ.ά.

Την ίδια περίοδο γεννιέται το Ρομαντικό κίνημα, που με τις σύνθετες και συχνά αντιφατικές ιδέες του περί ατομικότητας, οργανικότητας, εθνικότητας, αξίας της ζωής στην (αυθεντική) ύπαιθρο και όχι στην (αλλοτριωτική) πόλη κ.ά. φαίνεται να προσεγγίζει ορισμένες βασικές συντηρητικές ιδέες, αλλά εντέλει μάλλον συγκρούεται με αυτές. Σε αυτό το πλαίσιο ο Κονδύλης αφιερώνει δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες με θέμα τη συντηρητική κριτική του καπιταλισμού και του πολιτισμού, υπογραμμίζοντας πως οι συντηρητικές ιδέες αξιοποιήθηκαν στη συνέχεια από ποικίλους αρνητές του «συστήματος», αντικαπιταλιστές και σοσιαλιστές, «είτε αυτοί γνώριζαν την προέλευση των αντικαπιταλιστικών ιδεών είτε όχι». Αξίζει να επισημανθεί το καίριο συμπέρασμά του πως η Ρομαντική επίκληση της κοινότητας ήταν μεν ειλικρινής αλλά ουσιαστικά πλασματική, αφού «η κοινότητα δεν διαφέρει σχεδόν από ένα τεράστιο κοινό που ο ρομαντικός καλλιτέχνης μάγευε». Την ανάμιξη του αισθητισμού με την πολιτική αναλύει ο Κονδύλης στο τελευταίο μέρος του βιβλίου με θέμα την παρακμή του συντηρητισμού: μάλιστα, αυτή ακριβώς την ανάμιξη εκλαμβάνει ως «χαρακτηριστικό σύμπτωμα διάλυσης του κλασικού συντηρητισμού». Ένα άλλο τέτοιο σύμπτωμα είναι η διάδοση ιδεών όπως «ο βιολογισμός ή ο ρατσισμός, που για τον κλασικό συντηρητισμό ήταν ξένες ή και αντιτιθέμενες».

Εντέλει ο ιστορικός συντηρητισμός απορροφάται λιγότερο ή περισσότερο από τον φιλελευθερισμό, ιδίως μπροστά στη διευρυνόμενη απειλή του σοσιαλισμού/κομμουνισμού – μια απειλή που στον 20ό αιώνα έγινε πραγματικότητα. Εδώ, σημασία έχουν οι επισημάνσεις του Κονδύλη σχετικά με την αποκαλούμενη «συντηρητική επανάσταση» στη μεσοπολεμική Γερμανία και την άνοδο του ναζισμού, καθώς επίσης και εκείνες για τη Δεξιά, την οποία θεωρεί πως ανήκει στον φιλελευθερισμό και όχι στον συντηρητισμό. Σε όλο δε το βιβλίο καταγίνεται με στοχαστές της συντηρητικής παράταξης και με το πώς αυτοί, υπό την επιρροή των γεγονότων, διαμόρφωναν, τροποποιούσαν και εξέλισσαν τη συντηρητική ιδεολογία: Μπερκ, Μπονάλ, ντε Μαιστρ, Τοκβίλ, Καρλάιλ, Σλέγκελ, Κορτές είναι οι πιο γνωστοί, αλλά όχι και οι μόνοι που αναφέρονται, ενώ παραπέμπει και σε προσωπικότητες του συντηρητισμού που ήταν ασφαλώς πιο γνωστοί ως ποιητές, από τον Κόουλριτζ και τον Γουέρντσγουορθ έως τον Έλιοτ.

Για να δείξει πως οι ανθρώπινες αντιπαραθέσεις έχουν σχεδόν πάντοτε άγνωστη έκβαση, όχι στο επίπεδο των αφηρημένων ιδεών όσο στο επίπεδο όπου οι ιδέες επηρεάζουν, και ιδίως επηρεάζονται από τις πραγματικές ιστορικές εξελίξεις στη ζωή πραγματικών ατόμων και ομάδων, ο Κονδύλης επικαλείται τον «νόμο της ετερογονίας των σκοπών»: είναι αυτό που τελικά θα συμβεί «ανεξάρτητα από τις προθέσεις, τις συμπάθειες και τους στόχους» ενός ατόμου ή μιας ομάδας/συλλογικότητας. Για να φέρω δύο απλά παραδείγματα από το καθένα: πηγαίνω στο γυμναστήριο με σκοπό να είμαι υγιής, μα τελικά τραυματίζομαι· εκλέγεται μια κυβέρνηση με σκοπό να μειώσει τη λιτότητα, μα τελικά την αυξάνει. Η ετερογονία των σκοπών μπαίνει σε εφαρμογή με πανούργους τρόπους, τους οποίους ο Κονδύλης αναλύει με παραδείγματα. Εξού και η τελική παρατήρησή του: «μια προϋπόθεση αποτελεσματικής ιστορικής δράσης είναι ότι δεν ξέρει κανείς τι κάνει – καθώς και ότι θεωρητικοποιεί αυτή την άγνοια με όλα τα επιχειρηματολογικά τεχνάσματα».

Ο Κονδύλης δεν φείδεται ειρωνικών σχολίων απέναντι στους σύγχρονους αυτοαποκαλούμενους συντηρητικούς που νοσταλγούν παλαιότερες εποχές, για τους οποίους σημειώνει εύστοχα πως «σιωπηρά υποθέτουν ότι δικαιωματικά θα ανήκαν στο κυρίαρχο ανώτερο στρώμα εκείνων των καιρών». Ισχύει δε πως αυτή τη σιωπηρή υπόθεση κάνουν νοσταλγοί παντός είδους, από τους νοσταλγούς προπολιτισμικών συνθηκών ζωής «έξω στην άγρια φύση» (όπου λαμβάνουν τη λέξη «άγρια» μεταφορικά και όχι κυριολεκτικά, και στην οποία φύση δεν έχουν ζήσει ποτέ, ιδίως χωρίς όλες τις ανέσεις του πολιτισμού) και τους νοσταλγούς της αρχαίας Αθήνας (οι οποίοι θεωρούν αυτονόητο πως θα ήταν ελεύθεροι και πλούσιοι Αθηναίοι πολίτες, ικανοί για υψιπετή στοχασμό στην Αγορά, και όχι βέβαια δούλοι, μέτοικοι ή γυναίκες) μέχρι τους νοσταλγούς της «Ανατολής» (στην οποία ονειρεύονται εαυτόν σε θέση, το λιγότερο, σουλτάνου).    

Ο Κονδύλης αναφέρεται και στα διλήμματα, πραγματικά ή ψευδή, των νεοσυντηρητικών, τη σχέση τους με τον φιλελευθερισμό, τον χριστιανισμό, την οικονομία της αγοράς κ.λπ. θεωρώντας πως ο σύγχρονος νεοσυντηρητικός, όντας εκ των ων ουκ άνευ αναθρεμμένος με τις φιλελεύθερες καπιταλιστικές αξίες, είναι αδύνατον να βρει μια συγκροτημένη συντηρητική θεωρία για να ασπαστεί. Οι σύγχρονοι συντηρητικοί είναι, για τον Κονδύλη, ουσιαστικά φιλελεύθεροι, οπότε, όπως επισημαίνει ωραία, είναι «εξαιρετικά παράξενο ή και κωμικό» ένας πλούσιος Αμερικανός νεοσυντηρητικός να απορρίπτει π.χ. την Τεχνική για χάρη παραδοσιακών (εννοείται: χριστιανικών) ηθικών-πνευματικών αξιών, όταν ο ίδιος, ως επαγγελματίας, είναι συνήθως ο κατεξοχήν πρωτεργάτης της τεχνικής προόδου. Για να φέρω ένα απλό παράδειγμα: επιστήμονες-επιχειρηματίες όπως ο Γκέιτς ή παλιότερα ο Τζομπς, παρότι στην κορυφή της οικονομικής και κοινωνικής βαθμίδας (και μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο, όχι απλώς στο προσωπικό τους «φέουδο»), όχι μόνο δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «συντηρητικοί», αλλά είναι, είτε αρέσει είτε όχι, οι κατεξοχήν επαναστάτες της εποχής μας. Εδώ ταιριάζει γάντι, καθώς παραπέμπει στην υψηλή τεχνοεπιστήμη, άλλη μια εύστοχη τελική παρατήρηση του Κονδύλη, ότι δηλαδή είναι ανόητο να αποκαλούμε «συντηρητικό» ένα δυτικό πολιτικό πρόγραμμα ή κόμμα που δρομολογεί και προάγει «απρόβλεπτες ακόμη μεταβολές στην ιστορία του ανθρώπου και ίσως δεν θα σεβασθεί ούτε τη βιολογική ουσία του ανθρώπινου είδους».

Προηγήθηκε μια απελπιστικά επιγραμματική παρουσίαση μιας αξιοθαύμαστης μελέτης 600 σελίδων, και πολλά έχουν μείνει αναγκαστικά απέξω. Μια-δυο κριτικές παρατηρήσεις είναι αναγκαίες: ο Κονδύλης αναφέρεται στον «φιλελεύθερο μύθο της βασιλικής οδού της “Δύσης” προς την “ελευθερία”», χρησιμοποιώντας εισαγωγικά (όχι μόνο εδώ, αλλά κατά κόρον) όταν μιλά για αυτές τις δύο πραγματικότητες, όπως και για τον ολοκληρωτισμό. Και πράγματι, αυτή η μυθική κοσμοεικόνα έχει όντως προβλήματα, μεταξύ άλλων την εμμονή στη γραμμική και τελεολογική ηθική πρόοδο. Ωστόσο, η παρατεταμένη χρήση εισαγωγικών (με τη νύξη πως αυτά τα πράγματα δεν ισχύουν, αλλά είναι απλώς λέξεις προς πολεμική χρήση) καταντά κάπως αποπροσανατολιστική, καθώς παραβλέπει σημαντικές κατακτήσεις της Δύσης (χωρίς εισαγωγικά) όσον αφορά τις σύγχρονες ελευθερίες (ξανά χωρίς εισαγωγικά), καθώς επίσης τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα.

Προφανώς και δεν υπήρχε καμιά βασιλική οδός: υπήρχαν, κατά κύριο λόγο, κακοτράχαλοι δρόμοι και ελικοειδή μονοπάτια στην πορεία προς τη μεγαλύτερη ελευθερία και αυτονομία του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. Ωστόσο, είναι προβληματικό να υποτιμάται η εν λόγω πορεία προς περισσότερη ελευθερία, που βέβαια σε καμία περίπτωση δεν είναι τελεολογική: η βαρβαρότητα είναι προ των πυλών, ή μάλλον είναι ήδη εδώ. Το γεγονός ότι αυτή η πορεία δεν είναι τελεολογική (τίποτα εξάλλου δεν είναι τελεολογικό) δεν σημαίνει πως οι ελευθερίες είναι παντού ίδιες. Το γεγονός ότι η λέξη «ολοκληρωτικός» μπορεί να (και όντως έχει) χρησιμοποιηθεί πολεμικά δεν ακυρώνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο: εδώ κάπου αξίζει να μπαίνουν και τα πρώτα όρια στην επιδιωκόμενη αποξήρανση του ουσιαστικού περιεχομένου ορισμένων εννοιών. Ούτε είναι ανάγκη να πιστεύει κανείς σε κάποια μορφή της Whig Interpretation of History για να θεωρεί πως υπήρχαν ολοκληρωτισμοί στην Ευρώπη του 20ού αιώνα: το ίδιο πίστευε, λόγου χάριν, ο έτερος κορυφαίος έλληνας πολιτικός στοχαστής του 20ού αιώνα, ο Καστοριάδης, για τον οποίο η ελευθερία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα συσχετισμών, αλλά και ένα φαντασιακό, μια ουσιαστική επιθυμία, που σε σημαντικό βαθμό έχει κατακτηθεί στη Δύση. Παρεμπιπτόντως, ο Συντηρητισμός πρωτοεκδόθηκε το 1986 στον οίκο Klett-Cotta της Στουτγάρδης, δηλαδή στην πάλαι ποτέ Δυτική Γερμανία, όχι στην Ανατολική – δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Συνοψίζοντας: άραγε θα πάψει η χρήση της λέξης «συντηρητικός»; Όχι, υποστηρίζει ορθά ο Κονδύλης, αφού τη χρειάζεται, όπως σημειώνει, τόσο ο ορθόδοξος φιλελευθερισμός όσο και η Αριστερά. Ο μόνος που δεν πρέπει να τη χρησιμοποιεί αξιολογικά, υποστηρίζει, είναι ο επιστήμονας. Ωστόσο, και ο επιστήμονας άνθρωπος είναι, που αφήνει (άλλοτε κάθε μέρα, άλλοτε όχι συχνά, αλλά οπωσδήποτε πάντοτε) τον φιλντισένιο πύργο των μελετών του και κατεβαίνει στον στίβο για να παλέψει (μεταφορικά και κυριολεκτικά) με τους συνανθρώπους του για ό,τι εν πάση περιπτώσει θέλει να παλέψει: η δημοσίευση έργων είναι αφ’ εαυτού της μια τέτοια πάλη μες στην κοινωνία. Η κριτική του Κονδύλη απέναντι σε σύγχρονους στοχαστές που αυτοαποκαλούνται (στις «εξιδανικευμένες αυτοπροσωπογραφίες» τους, όπως λέει) συντηρητικοί (όπως ο Όουκσοτ, τον οποίο αναφέρει) ισχύει μεν από την άποψη της δικής του ιστορικής ερμηνείας του συντηρητισμού, αλλά όχι από την άποψη του θεμιτού αυτοπροσδιορισμού κάθε ανθρώπου, που συλλέγει και αναμιγνύει εκλεκτικά όποια στοιχεία επιθυμεί. Σε κάθε περίπτωση, εάν δεν ασκηθεί κριτική από μια μετριοπαθή συντηρητική πλευρά σε ποικίλες στρεβλώσεις των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών (σκέφτομαι το έργο π.χ. του Ελλύλ), αυτή η κριτική θα μείνει στα χέρια πολύ πιο ακραίων κοινωνικών και ιδεολογικών δυνάμεων.      

Ο Συντηρητισμός είναι (άλλη) μια μεγαλειώδης ιστορικοφιλοσοφική σύνθεση του Κονδύλη, η οποία –και αξίζει να το τονίσουμε, ιδίως αν δεν έχει ήδη γίνει ήδη αντιληπτό– δεν αφορά αποκλειστικά στο φαινόμενο του συντηρητισμού, αλλά επίσης στη γέννηση και εξέλιξη φαινομένων όπως ο φιλελευθερισμός, ο σοσιαλισμός, η δημοκρατία, η δικτατορία. Συνάμα, καταγίνεται με ιδέες και πρακτικές όπως το δίκαιο, η εξουσία, η πρόοδος, η ιδιοκτησία, η επανάσταση, πάντα στην ιστορική τους εξέλιξη: όλα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα που δεν θα πάψουν ποτέ να συζητούνται, να εξελίσσονται και να μας απασχολούν. Με την πολυαναμενόμενη μετάφραση και έκδοση της διδακτορικής διατριβής του, «Η γένεση της διαλεκτικής», θα υπάρχουν επιτέλους διαθέσιμα στα ελληνικά όλα τα μεγάλα του έργα. 

05 January 2016

Η σοσιαλιστική άλγεβρα και η καπιταλιστική γεωμετρία

Διαχρονική Οπισθοδρομικότητα

του Σάκη Μουμτζή, Liberal.gr, 5/1/2016

Νομίζω πως έχει γίνει ευρέως γνωστό το κείμενο συνδικαλίστριας-μαθηματικού, μέλους του ΣΥΡΙΖΑ, που ζητούσε τη σύνδεση της μαθηματικής επιστήμης με το κοινωνικό πλαίσιο, καυτηριάζοντας εμμέσως την «καθαρότητα των μαθηματικών».

Είναι γνωστή η τάση των μαρξιστών επιστημόνων να ορίζουν τα πάντα με κοινωνικούς άξονες. Κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας έχει -σύμφωνα με τη θεωρία τους- κοινωνικές αναφορές, και όταν δυσκολεύονται να τις ανακαλύψουν, εξοβελίζουν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, οποιαδήποτε μορφή και αν έχει λάβει.

Έτσι, η Σοβιετική Ακαδημία Επιστημών απέρριψε ως «μπουρζουάδικη» τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας και την κβαντική θεωρία με τις αρχές της αβεβαιότητας και της απροσδιοριστίας. Οι Χάιζενμπεργκ, Μπορ, Πάουλι, Αϊνστάιν, Έντιγκτον κ.α. χαρακτηρίστηκαν «σκοταδιστές και εχθροί της μαθήσεως» και οι μεταφράσεις τους απαγορεύτηκαν.

Βιβλίο με τα "ανατολικά μαθηματικά", Wasan της Ιαπωνίας.
Πολύ χειρότερη τύχη είχαν, το 1949, οι σοβιετικοί επιστήμονες που συμφωνούσαν με τη θεωρία των δυτικών συναδέλφων τους πως το Σύμπαν είναι πεπερασμένο και διαστελλόμενο. Συνελήφθησαν και εξορίσθηκαν.

Ο δε γεωπόνος Λυσένκο, με τη θεωρία του, πως στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών των οργανισμών πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζει το περιβάλλον και όχι τα γονίδια, εισήγαγε τον «βιολογικό βολονταρισμό» στη γεωργία, δηλαδή την απεριόριστη ανάπτυξη της παραγωγής, με ό,τι σήμαινε αυτό για τη σοβιετική οικονομία. Επειδή αυτή η θεωρία εδραζόταν στον σταλινικό βολονταρισμό τής από τα «πάνω επανάστασης», έγινε δεκτή το 1948 από την Ακαδημία Λένιν για τις αγροτικές επιστήμες. Τα αποτελέσματα της εφαρμογής της θεωρίας του Λυσένκο απέβησαν καταστροφικά για τη σοβιετική γεωργική παραγωγή.

Η Θεωρία των συνόλων, η μαθηματική λογική, η μη ευκλείδειος γεωμετρία, η τοπολογία, η φιλοσοφία των μαθηματικών, οι διάφορες θεωρίες για τους αριθμούς κλπ έχουν την αυθυπαρξία τους, την κομψότητα και την επάρκεια τους, μακριά από τις κοινωνικές ορίζουσες. Όταν στη δεκαετία του '30 έγινε απόπειρα από τον χυδαίο μαρξισμό να αντικατασταθεί η αριστοτέλειος λογική από τη σοσιαλιστική λογική, το εγχείρημα εγκαταλείφθηκε εν τη γενέσει του.

Νόμιζα πως σήμερα, μετά από την απίστευτη συλλογική αποβλάκωση που επέφερε η απόπειρα ιδεολογικοποίησης ολόκληρων γνωστικών πεδίων από τους μαρξιστές, το θέμα της επιστημονικής καθαρότητας αυτών των πεδίων ήταν λυμένο κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Κι όμως ήρθε αυτό το αφελές κείμενο της συνδικαλίστριας-μαθηματικού, που φανέρωσε πως οι ιδεολογικές αγκυλώσεις επιβιώνουν, γιατί οι ρίζες τους είναι βαθιές. Και το πιο ανησυχητικό είναι πως βρέθηκαν συνάδελφοι της που την συνεχάρησαν για τις απόψεις της και άνοιξαν και διάλογο πάνω σε αυτές.(Είναι ευνόητο πως ο τρόπος διδασκαλίας των μαθηματικών είναι άλλης τάξης πρόβλημα.)

Επιμύθιον: ο ιδεολογικός αγώνας είναι ολοκληρωτικός αγώνας. Αφορά κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, γιατί ακριβώς έτσι τον αντιλαμβάνονται και έτσι τον διεξαγάγουν οι ιδεολογικοί αντίπαλοι της φιλελεύθερης σκέψης. Όταν εμείς σιωπούμε, αδιαφορούμε, επαναπαυόμαστε, αυτοί κερδίζουν έδαφος.

03 January 2016

Η άνθηση της αρχαίας Ελλάδας

Βιβλία, βιβλία
του Αχιλλέα Παπαρσένου, Καθημερινή, 3/1/2016
Ο καθηγητής Tζοσάια Όμπερ περιγράφει την επιρροή του ελληνικού πολιτισμού και μετά την κατάκτηση από τους Ρωμαίους
Το κράτος δικαίου, η ανταγωνιστικότητα, η εξειδίκευση, η καινοτομία είναι έννοιες που ταυτίζονται με την ανάπτυξη στην εποχή μας. Όμως για τον Tζοσάια Όμπερ, καθηγητή πολιτικών επιστημών και κλασικών σπουδών στην έδρα «Κωνσταντίνου Μητσοτάκη» στο πανεπιστήμιο Στάνφορντ αυτές οι νεωτερικές έννοιες εφαρμόσθηκαν με επιτυχία στην αρχαία Ελλάδα και αποτέλεσαν το θεμέλιο στο οποίο στηρίχθηκε η οικονομική και πολιτιστική άνθησή της.
Στο τελευταίο βιβλίο του «Η άνοδος και πτώση της κλασικής Ελλάδας», ο συγγραφέας εξηγεί πού οφείλεται αυτή η άνθηση και πώς η επιρροή του ελληνικού πολιτισμού συνεχίσθηκε και μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους. Το βιβλίο του αντλεί ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία από την «Απογραφή Αρχαϊκών και Κλασικών Ελληνικών Πόλεων», προϊόν συστηματικής έρευνας πολλών επιστημόνων υπό τον Δανό ιστορικό της αρχαίας Ελλάδας Μόγκενς Χάνσεν.
Με πλήθος διαγραμμάτων και χαρτών σκιαγραφούνται οι δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις σε 1.035 πόλεις-κράτη του αρχαίου ελληνικού κόσμου, που έχουν καταγραφεί μεταξύ του 8ου και 4ου αιώνα π.Χ., από την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, τη Μικρά Ασία, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Σικελία, τη νότια Ιταλία και τη βόρεια Αφρική.
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η πολιτιστική κυριαρχία της κλασικής Ελλάδας στηρίχθηκε σε υψηλή οικονομική ανάπτυξη, που με τη σειρά της βασίσθηκε στην επικράτηση καινοτόμων πολιτικών θεσμών, που είχαν στο επίκεντρο τον πολίτη και εδράζονταν στο κράτος δικαίου. Σε ένα περιβάλλον αποκεντρωμένης εξουσίας και παρά τις εμφύλιες συγκρούσεις και τις ατέλειες των πολιτικών συστημάτων που εφαρμόσθηκαν, αναδείχθηκε ένας δυναμισμός που με μοντέλο την Αθήνα έφερε ευημερία για πέντε αιώνες. Η γεωγραφία και το κλίμα δεν ήταν ο καθοριστικός παράγοντας της ανόδου, αλλά η εξειδίκευση σε προϊόντα και υπηρεσίες, η αξιοποίηση των ειδημόνων, ο έντονος ανταγωνισμός αυτοδιοικούμενων πόλεων, οι θεσμικές και τεχνολογικές αλλαγές που διαχέονταν εκτός συνόρων, η διαρκής ανταλλαγή ιδεών και πληροφοριών, η εξωστρέφεια, το ανοιχτό εμπόριο που μείωνε το κόστος των συναλλαγών, η συνεργασία με τη μορφή συμμαχιών και «κοινών».
Στη Σπάρτη η εξειδίκευση επικεντρωνόταν στις πολεμικές τέχνες, στην Αθήνα η καινοτομία εκδηλωνόταν στη ναυτική τέχνη, τα χρηματοοικονομικά και τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, που ενίσχυαν την αίσθηση δικαίου και ασφάλειας και ενθάρρυναν τις επενδύσεις σε δημόσια έργα και ανθρώπινο κεφάλαιο. Αρκετές καινοτομίες, ιδίως στη στρατιωτική οργάνωση, την οικονομική διαχείριση, την προσέλκυση εμπειρογνωμόνων, τη σύμπλευση ατομικών και συλλογικών συμφερόντων με τη διανομή των κερδών του πολέμου, υιοθετήθηκαν αργότερα από τον Φίλιππο και Μέγα Αλέξανδρο στην επικράτηση των Μακεδόνων.
Με την «απογραφή» Χάνσεν ο συνολικός πληθυσμός των πόλεων της ευρύτερης Ελλάδας (με κριτήριο την επικράτηση της ελληνικής κουλτούρας και όχι αναγκαστικά την ελληνική καταγωγή) στο τέλος του 4ου αιώνα υπολογίζεται σε οκτώ εκατομμύρια κατοίκους και η έκταση σε 190.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλ. μιάμιση φορά μεγαλύτερη από τα όρια της σημερινής Ελλάδας. Σε αυτόν τον αστικοποιημένο και πυκνοκατοικημένο ελληνικό κόσμο, οι περισσότερες πόλεις ήταν μικρές, αλλά ξεχώριζαν και οι μεγαλουπόλεις όπως η Αθήνα, η Σπάρτη και οι Συρακούσες, που με τις γύρω περιοχές τους έφθαναν σε πληθυσμό μέχρι και τους 250.000 κατοίκους. 
Αυτοί που είχαν το προνόμιο του πολίτη στην Αθήνα (3050 χιλιάδες άνδρες) ζούσαν σε καθεστώς ισοπολιτείας, ισηγορίας και ισοτελείας πάνω από το όριο της στοιχειώδους διαβίωσης, η μεσαία τάξη ήταν σημαντική, η οικονομία στηριζόμενη στο εμπόριο και στη ναυτική ισχύ σημείωνε σταθερή ανάπτυξη, έκδηλη από τον κρατικό πλούτο και το κατά κεφαλήν εισόδημα. Υπολογίζεται ότι το 1% των Αθηναίων πολιτών κατείχε το 30% του πλούτου και το 10% το 60% του πλούτου, ενώ στο 7,5%-9% αυτών ανήκε το 30-35% της γης. Τα μεγέθη της κατανομής του εισοδήματος (δείκτης Gini 0.7) παραπέμπουν σε μερικές ανεπτυγμένες χώρες στη διάρκεια του 20ού αιώνα.
Κατά τον συγγραφέα, τα γερά αυτά θεμέλια εξασφάλισαν την ταχεία ανάκαμψη της Αθήνας παρά την ήττα της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο το 404 π.Χ. και τη συνέχιση της άνθησης στον ελληνικό κόσμο στα 80 χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την κυριαρχία των Μακεδόνων στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η πτώση της κλασικής Ελλάδας ήταν περισσότερο μια «δημιουργική καταστροφή», χωρίς να αφήσει πίσω της ερείπια μιας πλήρους κατάρρευσης.
Στην ελληνιστική περίοδο πολλές ελληνικές πόλεις συνέχισαν την αυτοδιοίκησή τους και τον συνασπισμό τους σε «κοινά», η ελληνική κουλτούρα διατηρήθηκε ζωντανή, όταν την υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι, για να συνεχισθεί στο Βυζάντιο και την Αναγέννηση με αποτέλεσμα να εξασφαλισθεί η «αθανασία της», όπως διαπίστωνε και ο Λόρδος Βύρων πριν από 200 χρόνια στο «προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ».
Για τον συγγραφέα, η κλασική Ελλάδα αποτελεί πηγή έμπνευσης για όσους προκρίνουν το δημοκρατικό υπόδειγμα με επίκεντρο τον πολίτη, το πρώτο εξαιρετικό παράδειγμα στην Ιστορία που συνδύαζε μια μοναδική πολιτική, οικονομική και πολιτιστική άνθηση.

01 January 2016

Προδομένος την 5η Ιουλίου

του Πάνου Μουχτερού, kakoskeimena.net,30/12/2015

Πάει κάμποσος καιρός που δεν έχω τι να πω. Δηλαδή δεν είναι ότι δεν μιλάω, απλά οι λέξεις που χρησιμοποιώ στερούνται ουσίας τις περισσότερες φορές. Είναι εκφράσεις κενές, κούφιες, όπως ο αέρας ο κοπανιστός, είναι όπως τα φύλλα που τα παίρνει ο άνεμος πέρα, σαν τα χιόνια που έρχονται κι ύστερα από λίγο λιώνουν και χάνονται και δεν αφήνουν τίποτα πίσω τους παρά μόνο κρύες εντυπώσεις. Γι’ αυτό προτιμώ πλέον τη σιωπή, παρά να εκτίθεμαι απέναντι στους άλλους με λόγια μεγάλα και τρανά, κόβω μαχαίρι την κουβέντα ειδικά όταν αυτή πάει σε υποσχέσεις κι όνειρα και βήματα που τάχα θα σχίσουν τον ορίζοντα και θα αλλάξουν την πορεία όλου του κόσμου. Κι οι γύρω μου το ίδιο κάνουν. 

Ακόμα και στα πιο πολυσύχναστα μέρη, στις πλατείες, στα πεζοδρόμια κοιταζόμαστε με τις ώρες μεταξύ μας κι έτσι βουβοί προσπαθούμε να μιλήσουμε με τα μάτια. Και δεν είναι λίγες οι φορές που το καταφέρνουμε, είναι μια μορφή βαθύτερης επικοινωνίας, συχνά πυκνά δακρύζουμε και κάνουμε ότι τάχα μου δεν κλαίμε, άλλοτε πάλι μένουμε έτσι, αποσβολωμένοι, δίχως να ανοιγοκλείνουμε τα βλέφαρα, όπως κάνουν εκείνοι οι νεκροί που δεν βρέθηκε ακόμα ένας ζωντανός που θα έρθει και θα τους τα κλείσει. Κι όσο προσπαθούμε να καταλάβουμε αυτή τη νεκρική σιγή μας, ακόμα αναρωτιόμαστε για το πόσο αλλάξαμε όλοι μας σε λίγους μόλις μήνες, πριν λίγα μόλις απογεύματα, εδώ, στις ίδιες αυτές πλατείες φωνάζαμε με όση είχαμε φωνή στα σπλάχνα μας μέσα και πιανόμασταν αγκαλιά και χορεύαμε μέχρι τα ξημερώματα και νιώθαμε ότι κάθε λέξη που λέγαμε είχε βαρύτητα, τόσο που πιστέψαμε ότι είμαστε εμείς οι ίδιες οι λέξεις, οι τελείες και τα κόμματα, κάθε λέξη είμαστε, είμαστε κάθε λέξη από το Σύνταγμα αυτής της χώρας.


Σύνταγμα, Δημοκρατία, Αξιοπρέπεια, λέξεις που ειπώθηκαν από τόσα διψασμένα κι ορθάνοιχτα στόματα και που πειστήκαμε ότι θα ταρακουνήσουν την πλάση ολάκερη, αλλά που τελικά ξεμείνανε ξεθωριασμένες πάνω σε μερικούς φθαρμένους τοίχους και που την επόμενη ημέρα πήγαν κάποιοι και τις σβήσανε για να μην τις βλέπουμε κι εξακολουθούμε να νομίζουμε ότι έχει κάποιο νόημα η ύπαρξή τους. Και μετά τα ξεγραμμένα συνθήματα, ήρθαν και μπαστακώθηκαν μπροστά μας οι πάντοτε εύηχες φτηνές δικαιολογίες. Δεν θα είναι ακριβώς όπως πριν, θα είναι πιο ανθρώπινα όλα, πιο προοδευτικά, θα δεις, έχουμε πόλεμο και πρέπει να μη μένουμε στις λέξεις, βήμα-βήμα θα απεγκλωβιστούμε από όλη αυτήν την κατάσταση, δεν υπήρχε εναλλακτική λύση, δεν γινόταν αλλιώς, θα γινόμασταν ήρωες για λίγες μόνο ώρες, για μια χούφτα ημέρες αλλά μετά θα ερχόταν η απόλυτη καταστροφή, έπρεπε να επικρατήσει ο ρεαλισμός, η ψύχραιμη προσέγγιση των πραγμάτων, να εξευρεθεί μια λύση βιώσιμη, κοινά αποδεκτή, για το συμφέρον όλων μας, για το κοινό καλό των ευρωπαϊκών λαών, εντάξει, κάνατε εκλογές, αναδείξατε τη δική σας κυβέρνηση αλλά οι υποχρεώσεις σας παραμένουν, δεν είναι σαν τα συνθήματα που ξεβάφονται, υπάρχει ένα πρόγραμμα εδώ που πρέπει να εφαρμοστεί, δεν θα το λέμε μνημόνιο, δεν θα τη λέμε τρόικα, δεν θα τα λέμε μέτρα, θα τα λέμε ισοδύναμα, όπως θέλετε θα τα λέμε -στις λέξεις θα κολλήσουμε τώρα;- εξάλλου σημασία έχουν οι πράξεις, οι μεταρρυθμίσεις, η χώρα αυτή έχει μείνει πίσω, πρέπει να εκσυγχρονιστεί, όλα τα άλλα είναι μεσογειακές συναισθηματικές εξάρσεις, πρώτη φορά αριστερά και δεξιά και ακροδεξιά και ΝΑΙ και ΟΧΙ, λόγια, λόγια, λόγια, η αλήθεια βρίσκεται στην Ευρώπη και το Ευρώ, γκε-γκε;

Στιγμές-στιγμές πιάνω τον εαυτό μου να ψάχνει διπλωματικές, ενδιάμεσες απαντήσεις σε όλα αυτά. Ίσως, όχι με αυτόν τον τρόπο, ενδεχομένως, υπό προϋποθέσεις, ναι μεν αλλά, έχω αρχίσει να συλλογίζομαι όπως όλοι αυτοί οι πολιτικοί στα στημένα τηλεοπτικά πάνελ, αυτό γινόταν εξάλλου για μήνες ολόκληρους, έβλεπες παρέες να μη συζητάνε για τίποτε άλλο παρά για πολιτική, για τη χώρα, για την επανάσταση που ερχόταν, για την ελπίδα που ήρθε, Καισαριανή, ματωμένα τριαντάφυλλα, πολιτικός όρκος, εθνική κυριαρχία, κατάργηση των νόμων με έναν νόμο, αυτή η Βουλή δεν πρόκειται να ψηφίσει μνημόνιο, αυθόρμητες λαϊκές συγκεντρώσεις υπέρ της κυβέρνησης, λέω να πρωτοτυπήσω και να εφαρμόσω μετεκλογικά όσα υποσχέθηκα προεκλογικά, δεν είμαι πρωθυπουργός παντός καιρού, ο λαός αποφασίζει, η δημοκρατία είναι δύναμη, είμαστε ο σπόρος δημοκρατίας που φύτρωσε στην παγκόσμια κρίση, όλο γι’ αυτά μιλούσαμε στις κουβέντες μεταξύ μας και τα γράφαμε στους τοίχους των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στα έξυπνα κινητά τηλέφωνα, στα μεγάλα, επιβλητικά πανό, νιώθαμε όλοι μας μικροί ηγέτες, με τις γροθιές μας ψηλά σφιχτές και σίγουρες, ψηλαφίζαμε τα δάκτυλά μας και νιώθαμε στ’ αλήθεια ότι για πρώτη φορά είχε περάσει η εξουσία στα χέρια μας. Ειδικά εκείνη την αλησμόνητη εβδομάδα με τους έρωτες στις ουρές για τα εξήντα ευρώ ημερήσια ανάληψη, τότε που βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο με όλες τις φοβίες και τις ανασφάλειές μας κι είπαμε δυο λογάκια με τον καπιταλισμό και νιώσαμε στην καρδιά μας τη ζεστασιά μιας θαρραλέας άρνησης σε όλα αυτά που μας βαραίνουν την καρδιά — όχι ρε κουφάλες, όχι και πάλι όχι, κλείστε τα όλα, σπίτια, μαγαζιά, τράπεζες, τα στόματα δεν θα καταφέρετε ποτέ να μας τα κλείσετε.

Υπάρχω λες, κι ύστερα δεν υπάρχεις. Όχι λες, κι ύστερα είναι σαν να μην είπες όχι ποτέ σου. Είναι λες κι είπες δέκα εκατομμύρια ναι, είναι φοβερό τελικά αυτό που γίνεται με τις λέξεις, αλλιώς τις εννοείς εσύ που τις διατυπώνεις, με εντελώς άλλο περιεχόμενο τις εκλαμβάνει ο αποδέκτης τους, για την ακρίβεια ο καθένας μπορεί να βάλει μέσα τους όποια έννοια γουστάρει, δεν είπαμε ότι το όχι σήμαινε όχι στην Ευρώπη, ούτε ότι το ναι σημαίνει ναι στη λιτότητα, δεν υπάρχει Ευρώπη χωρίς Ελλάδα, Ελλάδα χωρίς Ευρώπη, τότε γιατί ρε γαμώτο μαζευτήκαμε κι είπαμε όλοι μαζί εκείνη τη λέξη και γιατί σφαχτήκαμε με φίλους και συγγενείς που ήθελαν να πουν το ναι, δεν είναι ερωτικό φλερτ όλο αυτό, ρε γαμώτο, που το όχι μπορεί και να σημαίνει ναι, δεν είναι γκόμενα η βούληση να την πηδάτε ρε και να την αφήνετε πίσω σας χωρίς να συμβαίνει τίποτα, ξέρω, μπορεί να με παρερμηνεύετε και να μη χρησιμοποιώ πολιτικά ορθή ορολογία, δεν εννοώ την πατρίδα ρε μαλάκες, μη μου λέτε ότι συνέχεια τα μασάω, ότι άλλα έλεγα πριν κι άλλα τώρα, γενικώς μη μου λέτε μη, μη μου μου κάνετε υποδείξεις, δεν τις αντέχω, το ξέρω, κι εγώ υπόδειξη κάνω τώρα, έχω μπερδευτεί, δεν το καταλαβαίνετε, νιώθω μια κάπως διχασμένη προσωπικότητα, βάζω και βλέπω βίντεο κι αναλύσεις και διαβάζω αυτά που έγραφα και με πιάνει ένα σφίξιμο στο λαιμό και το στομάχι, δεν μπορεί να πιαστήκαμε τόσο κορόιδα, δεν γίνεται να μην μπορώ να βγάλω μιλιά εγώ που μίλησα κι είπα τόσα όσα δεν είχα πει στη ζωή μου. Κι αυτό που δεν αντέχω περισσότερο απ’ όλα είναι να σας βλέπω στο δρόμο και να μη λέμε ούτε καλημέρα, άχνα να μη βγάζουμε πια, λες και μας ξερίζωσαν τη γλώσσα και κρυβόμαστε έτσι, καθώς με άτσαλα βήματα αποφεύγουμε ο ένας τον άλλο, μην τυχόν και μπλέξουμε πάλι με τις λέξεις.

Για πότε φτάσανε και πάλι Χριστούγεννα ούτε που το κατάλαβα. Τέτοια εποχή πέρυσι προετοιμαζόμασταν για τη μεγάλη αλλαγή, περιμέναμε πως και πως το Γενάρη, τις εκλογές, κάνουμε τα μνημόνια παρελθόν, αν όχι εμείς, ποιοι, αν όχι τώρα, πότε, πιστέψαμε ότι θα ξεμπερδέψουμε με το παλιό μια και καλή. Μα οι λέξεις που παίζουν στις οθόνες δεν άλλαξαν ούτε και φέτος. Προαπαιτούμενα, προθεσμίες, τρέξτε να προλάβετε, μέχρι 31 του Δεκέμβρη αλλιώς μεγάλα πρόστιμα, φοροκαταιγίδα με το νέο έτος, περικοπές, τρέξτε, η δόση δεν αναμένεται να εγκριθεί, η υποδόση, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, μεσάνυχτα στη Βουλή, χρόνια πολλά, τρίγωνα, κάλαντα μες τη γειτονιά, συλλάβανε έναν μεροκαματιάρη καστανά, χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά. Θα την κλείσω την τηλεόραση, δεν αντέχεται. Δεν αντέχεται γενικώς να ακούς τους ανθρώπους να μιλάνε. Και κυρίως δεν αντέχεις τον εγκέφαλό σου που διαρκώς θέτει ερωτήματα κι όλο ψιθυρίζει, ψιθυρίζει μέσα σε ένα κρανίο που είναι έτοιμο να σπάσει. Τι θα ψήφιζες αν γίνονταν τώρα εκλογές; Τώρα κράζεις ενώ πρώτα αποθέωνες; Τι στο διάολο τελικά πιστεύεις; Είχες καμιά άλλη ιδέα για την έξοδο από την κρίση; Είναι αυτό το πράγμα Αριστερά; Και πως θέλεις να καταντήσουμε; Βαλκάνια; Μίλα ρε, τόσα είπες, τώρα ούτε καν διανοείσαι να αρθρώσεις μια λέξη. Πίσω από τις λέξεις όντως κρυβόταν ο Αλέξης, από τον Αλέξη στον Τσίπρα, από τα όχι στα ναι, από την τρόικα στους θεσμούς, από τη ρήξη στην υποταγή, από τα λόγια στα άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Τόσα μέτρα περνάνε και δεν λέμε τίποτα ρε. Επαναστάτες είμαστε, συμβιβασμένοι είμαστε, Ευρωπαίοι είμαστε, τι είμαστε, λέξεις είμαστε, κάθε λέξη είμαστε, σιωπή είμαστε, βουβοί και σαστισμένοι είμαστε, ούτε μπορείς να πεις άραγε τι είμαστε.

Πρώτη φορά με στόματα κλειστά.

29 December 2015

Βιβλία, βιβλία
του Κώστα Κατσουλάρη, bookpress.gr, 28/12/2015


Τα χρόνια της κρίσης σήμαναν για το χώρο του βιβλίου, μεταξύ άλλων, την ορμητική επιστροφή του μη-μυθοπλαστικού βιβλίου, των πάσης φύσεως δοκιμίων και μελετών, πολλά από τα οποία αφορούν είτε την ιστορία είτε την πολιτική και την οικονομία είτε ένα συνδυασμό όλων αυτών. Το ερώτημα που υποβόσκει πίσω από αυτόν τον εκδοτικό οργασμό παραμένει απαράλλαχτο: Πώς φτάσαμε ώς εδώ; Τι είναι αυτό που αποκαλούμε «ελληνική κρίση» (αλλά και παγκόσμια), ποια λάθη, ποιες πράξεις ή παραλείψεις ή ποια ιστορική αναγκαιότητα μας έφερε σε αυτό το σημείο;

Στο αίσθημα αδιεξόδου και εγκλωβισμού που κυριάρχησε, ο εκδοτικός χώρος αντέδρασε με φιλόδοξα εγχειρήματα προς ποικίλες κατευθύνσεις, ιστορικές, φιλοσοφικές, ανθρωπολογικές και άλλες, πλουτίζοντας τις βιβλιοθήκες με κάμποσα βιβλία-κοσμήματα ή βιβλία-αποκτήματα. Ορισμένα από αυτά έπεσαν στα χέρια μας αυτούς τους τελευταίους μήνες της χρονιάς που φεύγει, τα βάλαμε ξανά πάνω στο γραφείο μας μαζί με άλλα που επίσης ξεχωρίσαμε, και ιδού εικοσιένα βιβλία που μπορούν να μας κερδίσουν και να κερδίσουμε από αυτά, αφορμές και μόνο για να ξεχυθούμε στα βιβλιοπωλεία αναζητώντας κι άλλα αναγνώσματα της καρδιάς μας, μια και ο χειμώνας είναι μπροστά μας και παραμένει, παρά τα όσα λέγονται, η καλύτερη εποχή για αναγνωστικούς μαραθωνίους.

Βιογραφίες και αυτοβιογραφίες

Λίγο πριν βάλει τέλος στη ζωή του, στα 1942, αυτοεξόριστος στη μακρινή Βραζιλία, ο Στέφαν Τσβάιχ ολοκλήρωσε, παράλληλα με την Σκακιστική νουβέλα, το τελευταίο του δοκιμιακό έργο, στο οποίο αρχικά είχε δώσει τον τίτλο «Ευχαριστία στο Μονταίνιο». Στη ζωή και στο πνεύμα του Μονταίνιου ο Τσβάιχ βρίσκει μια παραδειγματική μορφή, μια αδελφή ψυχή, που είχε δει, όπως κι εκείνος, να χάνεται ο κόσμος στον οποίο είχε πιστέψει, να καταρρέει η ελπίδα για μια ανθρωπότητα καλύτερη. Κομψή γραφή, κομψή σκέψη και μια ακόμη εξαιρετική έκδοση από την Άγρα, που περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα από τον Γερμανό εκδότη, πρόλογο του Roland Jaccard, επίμετρο του Παναγιώτη Κ. Τσούκα και πλήρη εργογραφία του Stevan Zweig από τη μεταφράστρια Μαρία Αγγελίδου. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από ένα βιβλιαράκι 200 σελίδων, εκτός από ένα όμορφο εξώφυλλο;

Αφήνοντας τον πραγματικό Μονταίνιο για τον «φασματικό» Σωκράτη, ο ιατρός και μελετητής της αρχαίας ιατρικής και της αρχαιότητας εν γένει Πάνος Δ. Αποστολίδης, στο βιβλίο του με τίτλο «Σωκράτης – Βίος και Πολιτεία» (εκδ. Gutenberg), επιχείρησε να εντοπίσει το ακριβές στίγμα του μεγαλύτερου φιλόσοφου της αρχαιότητας που όμως δεν άφησε ούτε μια γραπτή αράδα, με αποτέλεσμα να τον γνωρίζουμε μόνο διαμεσολαβημένο από άλλα σπουδαία πνεύματα, με προεξάρχοντα τον Πλάτωνα, αλλά και τον Ξενοφώντα, τον Αριστοφάνη και, λιγότερο, τον Αριστοτέλη. Χίλιες σελίδες σε αναζήτηση του αληθινού Σωκράτη, ένα μνημειώδες έργο για την πιο εμβληματική μορφή της αρχαιότητας.

Από την προσχηματική βιογραφία στην προσχηματική αυτοβιογραφία: Το βιβλίο του ποιητή Edmund Gosse «Πατέρας και γιος - σπουδή πάνω σε δύο ιδιοσυγκρασίες» (μτφρ. Παναγιώτης Σουλτάνης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) είναι, τυπικά τουλάχιστον, αυτοβιογραφικό και καλύπτει ένα χρονικό διάστημα περίπου δύο δεκαετιών. Αποτελεί λεπτομερή και ευαίσθητη καταγραφή της σχέσης του Έντμουντ με τον πατέρα του Φίλιπ Χένρυ Γκος (Philip Henry Gosse, 1810-1888), σημαντικού φυσιοδίφη, με πλούσιο επιστημονικό έργο, αλλά και εξέχον μέλος των Αδελφών του Πλύμουθ, μιας προτεσταντικής σέκτας διαβόητης για την αυστηρότητά της. Χαρακτηριστικό της στενόμυαλης οπτικής του πατρός Γκος είναι η απόρριψη των θεωριών του συναδέλφου του Κάρολου Δαρβίνου που εκείνη την εποχή δημοσιοποιούσε τις ανακαλύψεις του.

Αυτοβιογραφικό, και ταυτόχρονα συναρπαστική περιήγηση στα θαύματα της σύγχρονης κοσμολογίας, είναι το βιβλίο που συνέγραψε ο φυσικός και Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Δημήτρης Νανόπουλος με τη βοήθεια του δημοσιογράφου Μάκη Προβατά και στο οποίο έδωσε τον τίτλο «Στον τρίτο βράχο από τον ήλιο – Μία ζωή, η επιστήμη κι άλλα παράλληλα σύμπαντα» (εκδ. Πατάκη). Το βιβλίο των Νανόπουλου-Προβατά ανήκει στο είδος των έργων που αν τα πιάσεις στα χέρια σου δεν ξανασηκώνεται από την καρέκλα, το κρεβάτι ή τον καναπέ, παρά μόνο όταν θα το έχεις τελειώσει. Ζωντανό και σπινθηροβόλο, διηγείται την ιστορία πολλών θαυμάτων, μέσα από τη ζωή και τους μεγάλους σταθμούς στα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής μας, αποπνέοντας αγάπη για τους ανθρώπους και την επιστήμη.

Μια μορφή αυτοβιογραφίας, έστω περιορισμένης στο χρονικό της ασθένειας, είναι το βιβλίο της πεζογράφου Σοφίας Νικολαΐδου «Καλά και σήμερα – Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος» (εκδ. Μεταίχμιο). Από τη διάγνωση μέχρι την εγχείρηση, κι από εκεί σε όλα τα «στάδια» της θεραπείας και της παρακολούθησης της ασθένειας, με τις ψυχικές και σωματικές μεταπτώσεις που συνεπάγεται, η Νικολαΐδου έγραψε την ιστορία της δικής της προσωπικής περιπέτειας με ύφος κοφτό, ασθματικό, ευθύ.

Η νευροβιολογία στο ντιβάνι

Αν και ο Φρόιντ προσπάθησε να χτίσει μια ολόκληρη ψυχική γεωγραφία βασιζόμενος κυρίως στην εμπειρία με τους ασθενείς και στα όνειρα, ποτέ του δεν έκρυψε την ελπίδα του κάποια στιγμή η ψυχανάλυση να εξελιχθεί σε θετική επιστήμη. Η ελπίδα του αυτή έμελε να αποδειχτεί φρούδα, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, με αποτέλεσμα οι σχέσεις της Ψυχανάλυσης με την επιστήμη (την Ψυχιατρική, ας πούμε) να εξελιχθούν σε απόμακρες έως εχθρικές. Κι όμως, από τη απέναντι πλευρά, την πλευρά της μελέτης του εγκεφάλου και της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα από την αποτύπωσή της στις εγκεφαλικές λειτουργίες, η πρόοδος ήταν τα τελευταία χρόνια ραγδαία. 

Τα ζητήματα που τίθενται είναι πολλά και σοβαρά, με τον κίνδυνο του «βιολογισμού» να ελοχεύει σε κάθε προσπάθεια να αναχθεί ο ανθρώπινος ψυχισμός σε «συνάψεις», ωστόσο όλα είναι ζήτημα οπτικής και επιστημονικής ηθικής. Οι Francois Ansermet, Pierre Magistretti με το βιβλίο τους «Τα ίχνη της εμπειρίας – νευρωνική πλαστικότητα και η συνάντηση της βιολογίας με την ψυχανάλυση» (μτφρ. Βασιλική Βακάκη, επιμ. Ηλίας Κούβελας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) επιχειρούν αυτό το άλμα μέσα από τις τελευταίες εξελίξεις στη νευροβιολογία ανακαλύπτοντας τα πολλαπλά «ίχνη» της ανθρώπινης εμπειρίας στις εγγραφές του εγκεφάλου. Πώς ακριβώς εμφανίζεται το «ασυνείδητο» στον εγκέφαλο; Πώς λειτουργεί και πώς εξηγείται το γεγονός ότι ο καθένας από εμάς είναι μοναδικός; Ένα εξαιρετικό βιβλίο για ένα δύσκολο και γοητευτικό ζήτημα, μια ακόμη θαυμάσια πρόταση από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Ιστορία, ιστορίες, ιστορείν

Ένα θεμελιακό έργο για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας και της επιστήμης, το περίφημο «Η νέα επιστημονική γνώση» του Giambattista Vico (εισαγ.-μτφρ.-πίνακες, Γιώργος Κεντρωτής, εκδ. Gutenberg) είναι πλέον προσιτό και στο ελληνικό κοινό. Η ελληνική έκδοση του έργου του Ναπολιτάνου καθηγητή ρητορικής Τζαμπαττίστα Βίκο είναι αποτέλεσμα άοκνης μεταφραστικής προσπάθειας αλλά και εκδοτικής γενναιοδωρίας. Αν και θεωρητικά δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό, εντέλει πρόκειται για έργο προσιτό στον απαιτητικό αναγνώστη, βοηθούντων των πληρέστατων σημειώσεων και του δουλεμένου ευρετηρίου ονομάτων, όρων και χωρίων από την Αγία Γραφή ή την ελληνική γραμματεία. Ένα βιβλίο που αξίζει κάθε γραμμάριο από το βάρος των χιλίων και πλέον σελίδων του.

Εξαιρετικά σημαντική για τη μελέτη της πολύ πρόσφατης ελληνικής ιστορίας είναι η μελέτη του ιστορικού και πολιτικού επιστήμονα Κωστή Κορνέτη «Τα παιδιά της δικτατορίας» (μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Πόλις), που κυκλοφόρησε πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες και πρόσφατα στη χώρα μας, σε μετάφραση. Το βιβλίο του Κορνέτη είναι μάλλον το πρώτο που επιχειρεί να αποτυπώσει διεξοδικά σημαντικά ζητήματα που καθόρισαν την κουλτούρα και την πολιτική συμπεριφορά της γενιάς που μεγάλωσε μέσα στη Δικτατορία, καθώς και της γενιάς του Πολυτεχνείου που ακολούθησε, θέτοντας ερωτήματα όπως για τη σχέση των νέων της Ελλάδας της Δικτατορίας με τα κινήματα της Διαμαρτυρίας του 1968, του γαλλικού Μάη και άλλων. Ένα έργο που έρχεται, θα έλεγε κανείς, την κατάλληλη στιγμή, όταν η ακροδεξιά ρητορεία συνεπικουρούμενη από μια απολιτίκ καταγγελτική στάση έχουν επιχειρήσει να ενοχοποιήσουν σύσσωμη τη Γενιά του Πολυτεχνείου και πολλές από τις προοδευτικές κατακτήσεις της στο πλαίσιο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Βιβλίο-απόκτημα που πρέπει να διαβαστεί και να συζητηθεί σε βάθος.

Ένα διαμάντι της λεγόμενης στρατοπεδικής γραμματείας, το «Μίλενα από την Πράγα» της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν (μτφρ. Τούλα Σιετή, εκδ. Κίχλη) μόλις κυκλοφόρησε, σε πολύ ωραία έκδοση, καλά επιμελημένη από την Αριάδνη Δημακοπούλου (που συνέγραψε και το επίμετρο) και τη Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη. Η Μπούμπερ-Νόυμαν είναι η γνωστότερη από όσους έζησαν και τις δυο όψεις της στρατοπεδικής βαρβαρότητας, αρχικά ως αιχμάλωτη του Στάλιν και στη συνέχεια ως αιχμάλωτη του Χίτλερ. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται όπως είναι ευνόητο και κεφάλαιο για τη σχέση της Μίλενα Γιέσενσκα με τον Κάφκα, αλλά και πολύτιμες μαρτυρίες για ποικίλες ομάδες που εξοντώθηκαν κατά τη μετατροπή του Ράβενσπρουκ από στρατόπεδο εργασίας σε στρατόπεδο εξόντωσης (ομοφυλόφιλοι, ποινικοί, τσιγγάνοι κ.ά). Ως βιογραφία, ανατρέχει στα χρόνια της νεότητας και της ωριμότητας της Μίλενα στη γενέθλια Πράγα, αλλά και στη Βιέννη, αναδεικνύοντας την αντισυμβατική προσωπικότητά της. Και επειδή στη ζωή της το ατομικό και το συλλογικό ήταν συνυφασμένα, η αφήγηση εξελίσσεται σε τοιχογραφία των ιδεολογικών, πολιτικών και καλλιτεχνικών τάσεων κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, τότε που το όραμα της επανάστασης συμβάδιζε με τα οράματα των πρωτοποριακών κινημάτων στον χώρο της τέχνης.

Εντελώς πρωτότυπη μελέτη, ίσως και μοναδική στο είδος της, είναι η μελέτη της Charlotte Beradt «Τα όνειρα στο τρίτο Ράιχ» (μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Άγρα) στην οποία η Γερμανοεβραία δημοσιογράφος, κατοπινή φίλη και μεταφράστρια της Χάνα Άρεντ, συγκέντρωσε όνειρα Γερμανών πολιτών, Εβραίων και μη, που ζούσαν κάτω από την πραγματικότητα του Τρίτου Ράιχ, από το 1933 έως το 1939. Τα κρυπτογράφησε, κι αφού τα έκρυψε στη βιβλιοθήκη της στη συνέχεια τα ταχυδρόμησε στο εξωτερικό, όπου και τα περισυνέλεξε το 1939, στη Νέα Υόρκη. Διαβάζοντας αυτά τα όνειρα γίνεται φανερό ότι ο ζόφος του ολοκληρωτικού καθεστώτος δεν περιορίζεται στο δημόσιο χώρο αλλά στοιχειώνει και αλλοιώνει και τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων, οι οποίοι πλέον ζουν υπό το φόβο και τη μόνιμη απειλή. Μια προσπάθεια, επίσης, να ερμηνευτεί, μέσα από αυτό το κλειδί, το πώς και το γιατί ένα ολόκληρο έθνος συμπορεύτηκε στην παράνοια ενός καθεστώτος θεμελιωμένου στη βία και τον τρόμο.

Από την άλλη, ακούμε σήμερα συχνά να λέγεται ότι το φανατικό Ισλάμ είναι μια νέα μορφή «ναζισμού», έστω και με τη δόση αυθαιρεσίας που απαιτούν παρόμοιες ιστορικές αναγωγές και συγκρίσεις. Λέγεται επίσης, και σωστά, ότι έχει έρθει η στιγμή για όλους εμάς τους Ευρωπαίους να ενσκύψουμε με μεγαλύτερη κατανόηση πάνω από τον ισλαμισμό, τόσο ως θρησκευτικό όσο και ως πολιτικό φαινόμενο και να προσπαθήσουμε να το δούμε σε βάθος αντί να το δαιμονοποιούμε με την πολιτισμική υπεροψία του πεφωτισμένου δυτικού. Ο Μιχάλης Μαριόρας διδάσκει για το Ισλάμ και την συγκριτική ιστορία των θρησκειών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι συγγραφέας του ιδιαίτερα διαφωτιστικού βιβλίου «Στα μονοπάτια του Ισλάμ – μουσουλμανικές προσεγγίσεις» (εκδ. Πεδίο, 2014), αλλά και του πιο πρόσφατου «Οι προϊσλαμικές θρησκείες της αραβικής χερσονήσου – Το Αναμενόμενο και το Απροσδόκητο» (εκδ. Πεδίο). Ίσως θα ήταν καλύτερα τα δύο αυτά βιβλία να διαβάζονταν με την αντίστροφη σειρά από αυτή με την οποία γράφτηκαν, μια και το τελευταίο προσπαθεί να ιχνηλατήσει για ποιο λόγο οι λαοί της Αραβικής Χερσονήσου αντί να υιοθετήσουν μια από τις κραταιές τότε μονοθεϊστικές θρησκείες, την Χριστιανική ή την Ιουδαϊκή, στράφηκαν προς τον Μωαμεθανισμό, που κατάφερε να τους παράσχει μια ενοποιητική θρησκευτική και πολιτική ομπρέλα. Δυο εξαιρετικά ενδιαφέροντα και πολλαπλώς χρήσιμα βιβλία.

Πολιτική, πολιτισμός, πολλαπλότητα

Η συγγραφέας και ιστορικός Σώτη Τριανταφύλλου στοχάζεται πάνω στα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών, με αιχμή αυτά που προκύπτουν από την αναγκαστική συνύπαρξη διαφορετικών εθνών, θρησκειών και πολιτισμών στους κόλπους τους. Με το βιβλίο της «Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, ενσωμάτωση, αφομοίωση» (εκδ. Πατάκη) επιχειρεί να δώσει μια απάντηση στα σύνθετα προβλήματα της εποχής προτάσσoντας την αξία του Πλουραλισμού έναντι αυτής της Πολυπολιτισμικότητας, την οποία θεωρεί χρεωκοπημένο μοντέλο που σωρεύει περισσότερα προβλήματα από αυτά που λύνει. Πολλά από τα θέματα που συζητιούνται αυτόν τον καιρό, με αφορμή και τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Παρίσι, τίθενται επί τάπητος στο παρόν βιβλίο, συνήθως με καθαρό (και οξύ) τρόπο. Ένα βιβλίο που, είτε κανείς συμφωνεί είτε διαφωνεί, αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί με ψυχραιμία. Χάριν συντομίας, προτάσσω το μότο που έχει επιλεγεί από τη συγγραφέα, κι ανήκει στον βιολόγο, προγραμματικά κι εργολαβικά, θα λέγαμε, αθεϊστή Richard Dawkins: «Η θρησκεία μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους σε επικίνδυνη τρέλα. Συμπεραίνω ότι η θρησκευτική πίστη είναι μια ψυχική διαταραχή». Έχοντας αφήσει πίσω μας τον 20ο αιώνα, που αιματοκυλίστηκε κατά συστηματικό τρόπο από διακηρυγμένα «άθεους» ηγέτες (Χίτλερ, Στάλιν, Μάο, Πολ Ποτ), τις περισσότερες φορές διώκοντας λυσσαλέα τους παραδοσιακούς πιστούς, γίνονται νομίζω φανερά τα όρια τέτοιων μονόπλευρων διαπιστώσεων που προσφέρονται περισσότερο για πολεμική και λιγότερο για κατανόηση. Τούτου λεχθέντος, cherchez le livre.

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Naomi Klein, μετά τα δημοφιλή «No logo» και «Το δόγμα του σοκ» (στις εκδόσεις Λιβάνη, αμφότερα), συντονίζεται και πάλι με την επικαιρότητα και μας δίνει ένα ιδιαίτερα αναλυτικό βιβλίο για τις αιτίες που γεννούν το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, με τίτλο «Αυτό αλλάζει τα πάντα – Καπιταλισμός εναντίον κλίματος» (μτφρ. Άγγελος Φιλιπάττος, εκδ. Λιβάνη). Μεγάλος όγκος πληροφοριών και μασημένη (εναλλακτική) τροφή συνθέτουν το μείγμα που θα χαρίσει την επιτυχία και σε αυτό το βιβλίο της Ναόμι Κλάιν. Κι ενώ δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τον συσχετισμό μεταξύ της αδηφάγου λογικής (ή μη λογικής) του σύγχρονου καπιταλισμού και της υπερθέρμανσης του πλανήτη (αν βέβαια θεωρήσουμε την Κίνα, τον μεγαλύτερο καταναλωτή άνθρακα στον κόσμο, κέντρο του καπιταλισμού, αγνοώντας όλη την υπόλοιπη πολιτική δομή της χώρας), αυτό που τελικά μένει, ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, είναι μια αμήχανη διερώτηση: Θα πρέπει άραγε να αναβάλουμε τη σωτηρία του πλανήτη στο ίδιο μακρινό μέλλον όπου έχει μεταφερθεί η «απαλλαγή» της ανθρωπότητας από τον τρισκατάρατο καπιταλισμό; Ευτυχώς, πρόσφατα, οι ηγέτες του κόσμου στο Παρίσι έδωσαν πιο άμεσες και συγκεκριμένες απαντήσεις, στο ίδιο οικονομικό πλαίσιο.

Σε παρόμοιο μήκος κύματος, αλλά με πιο εκλεπτυσμένη σκέψη, ο Ισπανός διανοούμενος Manuel Arriaga μας προκαλεί με το βιβλιαράκι «Για την επανεκκίνηση της δημοκρατίας» (μτφρ. Ηλίας Παπαζαχαρίας, εκδ. Αιώρα) μια σειρά από γόνιμους προβληματισμούς γύρω από τα όρια και τις παθογένειες των σύγχρονων δημοκρατιών. Ποιο είναι το συμπέρασμα, με δυο λόγια; Οι πολίτες θα πρέπει να οργανωθούν και να μην αφήνουν την πολιτική (που είναι πολύ σοβαρό πράγμα) μονάχα στους πολιτικούς (που συχνότατα δεν είναι όσο σοβαροί απαιτείται).

Οι Γάλλοι στοχαστές, ως γνωστόν, έλκονται από τα οξύμωρα σχήματα και τις διανοητικές προκλήσεις, εξού και συχνά επιδίδονται στο να πλέκουν τα εγκώμια αμφιλεγόμενων ιδεών ή προσώπων. Έτσι, ο «πολύς» αριστερός Ρεζίς Ντεμπρέ αναλαμβάνει να πλέξει το «Εγκώμιο των συνόρων» (μτφρ.-σημειώσεις: Αντώνης Καραβασίλης, εκδ. Εστία). Σε αυτή τη διάλεξη που δόθηκε το 2010 στη Γαλλο-Ιαπωνική Εστία του Τόκυο επιχειρεί, μέσα από την υπεράσπιση της έννοιας του συνόρου, να υπερασπιστεί ταυτόχρονα το ιδιαίτερο και το τοπικό, μαζί με την ίδια μας την ικανότητα να στοχαζόμαστε «ανοιχτά», ακριβώς επειδή στοχαζόμαστε από κάποιον οριοθετημένο «τόπο».

Παρομοίως, αν και με τελείως άλλο υπόβαθρο, ο γνωστός μας ως διευθυντής της εταιρείας Lazard, που «συμβούλεψε» για ένα διάστημα την νέα ελληνική κυβέρνηση, Matthieu Pigasse, στο ευσύνοπτο βιβλίο του «Εγκώμιο της μη κανονικότητας» (μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Στερέωμα) διατείνεται ότι η οξύτητα των προβλημάτων της εποχής μας δεν επιτρέπει κλασικές προσεγγίσεις και απαιτεί ανατρεπτικό βλέμμα και ρηξικέλευθες πράξεις. Το βιβλίο θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στην ιδέα πως πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε «έξω από το κουτί», αλλά ειδικά για εμάς τους Έλληνες υπάρχει και πρόσθετο ενδιαφέρον, μια και ο Πιγκάς αναφέρεται συγκεκριμένα στα ελληνικά προβλήματα, στην Κύπρο και στην τρέχουσα ευρωπαϊκή κρίση.

Μιλώντας για ιδέες και αντικομφορμιστική σκέψη, στο βιβλίο του Steven Johnson «Από πού έρχονται οι ιδέες – Η φυσική ιστορία της καινοτομίας» (μτφρ. Δημήτρης Ποταμιάνος, επιστ. επιμ. Μπέττυ Τσακαρέστου, εκδ. Πεδίο) επιχειρείται να χαρτογραφηθεί το «DNA» της καινοτομίας μέσα στα χρόνια, προκρίνοντας πρώτα απ’ όλα την συνεργατικότητα και τη συνδημιουργία, ιδέες που έχουν επανέλθει δριμύτερες στο πλαίσιο της ψηφιακής μας κουλτούρας.

Λογοτεχνική κριτική με καρδιά

Οι εκδόσεις Αντίποδες μόλις έκλεισαν έναν χρόνο ζωής, έχοντας αφήσει ήδη το στίγμα τους στα εκδοτικά μας πράγματα, με τα κομψά και έξυπνα επιλεγμένα βιβλιαράκια τους, ξεχωρίζοντας για την ώρα κυρίως για τις επιλογές τους στην ελληνική πεζογραφία – η μεγάλη επιτυχία του Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου υπήρξε η ιδανική ατμομηχανή του εκδοτικού εγχειρήματος. Λίγο πριν κλείσει ο χρόνος, εξέδωσαν ένα από κάθε άποψη «μεγάλο» βιβλίο, το κλασικό δοκίμιο του Τζωρτζ Στάινερ «Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι – Δοκίμιο παλαιάς κριτικής» (μτφρ. Κώστας Σπαθαράκης), το πρώτο έργο του σπουδαίου αυτού κριτικού και στοχαστή, που δημοσιεύτηκε το 1959 και αναδημοσιεύτηκε το 1996 από το Yale University Press. Είναι δύσκολο να συνοψίσει κανείς με δυο λόγια πόσα θέματα θίγει και ανασκαλεύει ο Στάινερ μέσα από το προκλητικό ερώτημα του τίτλου. Ίσως η καλύτερη πρόσκληση στην ανάγνωση αυτού του πυρετικού και ερεθιστικού δοκιμίου να είναι η φράση με την οποία εκκινεί το βιβλίο: «Η λογοτεχνική κριτική πρέπει να γεννιέται από ένα χρέος αγάπης.» Ένα σπάνιο έργο κριτικής που μας διδάσκει πώς να διαβάζουμε και πώς να σκεφτόμαστε τα κείμενα και τον εαυτό μας, μέσα από τη μελέτη ορισμένων από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεωτερικότητας.

Πολλές ερεθιστικές σκέψεις θα συναντήσει ο αναγνώστης και στη συλλογή δοκιμίων «Αφερέγγυοι και πλάνητες – Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό» (εκδ. Κέδρος), του Γιώργου Αριστηνού, που βραβεύτηκε πρόσφατα από την Ακαδημία Αθηνών. Όχι τυχαία, στο πρώτο κιόλας κείμενο της συλλογής με τίτλο «Ο ανορθόδοξος Παπαδιαμάντης (μικρή μελέτη για τη Φόνισσα)» παρατίθεται η διάσημη φράση του George Steiner (μεταφράζω πρόχειρα): «Η διόρθωση που φέρει ο μεταφραστής λανθάνει στο πρωτότυπο». Εκλεκτικές συγγένειες, λοιπόν, συναντήσεις, αντηχήσεις. Ο Γιώργος Αριστηνός είναι ένας από τους λίγους Έλληνες συγγραφείς που παίρνουν στα σοβαρά τον κριτικό και θεωρητικό λόγο, κι εδώ συγκέντρωσε έναν πλούσιο αστερισμό κειμένων που μετεωρίζονται γόνιμα μεταξύ λογοτεχνικής και πολιτισμικής κριτικής.

Νόμπελ και άλλα... εδέσματα

Ο πεζογράφος Κώστας Αρκουδέας έψαξε, έσκαψε κι έφερε στο φως μια σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό ιστορία, με ήρωα έναν από τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές των ελληνικών γραμμάτων, τον Νίκο Καζαντζάκη. Στο βιβλίο του «Το χαμένο Νόμπελ – μια αληθινή ιστορία» (εκδ. Καστανιώτη), μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, επιστολές, άρθρα, αποσπάσματα από βιβλία και ντοκουμέντα, συνθέτει την ιστορία της υποψηφιότητας για Νόμπελ λογοτεχνίας από τον Νίκο Καζαντζάκη και την πορεία αυτής της υποψηφιότητας προς την αποτυχία. Τοιχογραφία μιας εποχής, μέσα από μεγάλες προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών και μια υπόθεση που ανέδειξε τις αντιφάσεις και τις αντιπαλότητες της σύγχρονης Ελλάδας.

Ολοκληρώνοντας αυτή την περιήγηση από το «κεφάλι» στην «καρδιά», μοιραία καταλήγουμε στο «στομάχι». Η δημοσιογράφος, ηθοποιός και πολιτιστική συντάκτρια Μελίσσα Στοΐλη στο βιβλίο της «Και διηγώντας τα... να τρως – ιστορίες και συνταγές εδεσμάτων» (εκδ. Κίχλη), συνοδεύει ορισμένα από τα πιο γνωστά φαγητά και γλυκά με ευφάνταστες ιστορίες. Παγωτά, μακαρονάδες, ιμάμ, μπερδεύονται με ιστορίες για άγιους και ιππότες, βασιλιάδες και επαναστάτες, μπλέκοντας γεύσεις με λέξεις σε αναπάντεχους συνδυασμούς, που στολίζονται δεξιά κι αριστερά με μικρά ασπρόμαυρα σκίτσα ή γκραβούρες. Στο τέλος παρατίθενται σε κλασική μορφή οι συνταγές των φαγητών που αναφέρονται, αλλά αν δεν πιάσει κανείς στα χέρια του το ίδιο το βιβλίο δεν θα μπορέσει να αντιληφθεί, με την αφή και με το μάτι και με την όσφρηση, τη χαρά και την αισθητική συγκίνηση που προκαλεί ακόμη σε πολλούς από εμάς ένα τόσο προσεγμένο βιβλίο, ως αντικείμενο και μόνο.