31 July 2014

"Ο πόλεμος τελείωσε… Και είμαστε ηττημένοι"

του Αντώνη Ξ. Αντωνιάδη, επίτιμου Αρχηγού 
ΓΕΝ, national-pride.org, 21/1/2011

Φρεγάτες η Κορβέτες φαίνεται να είναι ο νέος προβληματισμός του Υπουργείου Άμυνας και του Πολ. Ναυτικού. Προσωπικά και με τις σημερινές οικονομικές συγκυρίες, θεωρώ ρητορικό το δίλημμα, χωρίς ιδιαίτερη ουσιαστική σημασία.

Είναι γνωστό ότι  γενικώς τα οπλικά συστήματα πρωτίστως χρησιμοποιούνται για την αποτροπή και συνεπακόλουθα εφόσον γίνει αναπόφευκτος, για την διεξαγωγή του πολέμου.

Ο δε πόλεμος μεταξύ των πολλών δεινών, έχει ως κυρίαρχη επίπτωση την οικονομική εξαθλίωση και χρεοκοπία του ηττημένου, το οποίο είναι και το τελικό ζητούμενο, προκειμένου  να υποκύψει στις απαιτήσεις του νικητή.

Στην Ελλάδα έχω την εντύπωση ότι από όλους όσους σήμερα αναλίσκονται σε στρατηγικές αναλύσεις (είτε τα ΜΜΕ, είτε η Βουλή, είτε τα καφενεία ) ελάχιστοι έχουν  συνειδητοποιήσει ότι ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος, με την προοπτική του οποίου έχουν γαλουχηθεί πολλές γενεές νεοελλήνων, έχει τελειώσει και ότι είμαστε  οι αναμφισβήτητα οι ηττημένοι.

Το ότι ακόμα δεν έχουμε παραχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα οφείλεται σε ευνοϊκή για εμάς, επί του παρόντος, διεθνή πολιτικό-οικονομική συγκυρία των εμπλεκομένων  ισχυρών οικονομικά Χωρών και Οργανισμών, του ΔΝΤ και της ΕΕ καθώς και των όποιων προθέσεων τους για την στήριξη η μη του ευρώ στην “μάχη” του έναντι του δολαρίου.

Εάν δεν αντιληφθούμε έγκαιρα ότι το ουσιαστικό αμυντικό μας οπλοστάσιο δεν είναι οι ναύσταθμοι, τα αεροδρόμια και τα στρατόπεδα, αλλά οι δείκτες της οικονομικής μας ευμάρειας και ανάπτυξης και όσο η Ελλάδα παραμείνει καθηλωμένη σε πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αντιλήψεις τριτοκοσμικών χωρών, τότε φοβάμαι ότι επίκειται να χαθεί και ο Ελληνοαλβανικός  και ο Ελληνοβουλγαρικός και γιατί όχι και ο Ελληνοσκοπιανός πόλεμος.

Πρέπει επιτέλους να ανοίξουμε τα μάτια μας στον 21 αιώνα και να αντιληφθούμε ότι η διεθνής υπόσταση και το ειδικό βάρος μιας χώρας δεν καθορίζεται με νικηφόρες ναυμαχίες και στρατιωτικές επελάσεις, αλλά παίζεται στα διεθνή χρηματιστήρια.

Γνωρίζω πολύ καλά ότι έχουμε γυρίσει την πλάτη στις Ελληνιστικές μας καταβολές και παιδεία, χάριν του Ελληνοχριστιανικού μορφώματος. Εάν όμως επιχειρούσαμε μια αναψηλάφηση στους Έλληνες κλασσικούς θα διαπιστώναμε ότι ο Σοφοκλής προφητικά συμβούλευε ότι “με τους διπλανούς μας πρέπει να έχουμε ειρήνη … πόλεμο πρέπει να έχουμε με τα λάθη μας”.

Ας τον ακούσουμε, έστω και κατόπιν εορτής, γιατί και διαχρονικά ατελείωτα είναι τα λάθη μας και επιτακτική ανάγκη από ειρηνική συνύπαρξη έχουμε. Τούτων όλων δοθέντων, παραμένει βέβαια ο προβληματισμός Φρεγάτες η Κορβέτες;

Ως πρώην Αρχηγός του Πολ.Ναυτικού και έχοντας υπάρξει ένθερμος υποστηρικτής της ανάγκης ανανέωσης του γερασμένου Στόλου μας με καινούργιες μονάδες, θεωρώ ότι μοναδικό κριτήριο επιλογής θα πρέπει να είναι η πιο οικονομικά συμφέρουσα λύση και αυτή η οποία θα μας εξασφαλίσει τα ισχυρότερα διεθνή πολιτικά και φυσικά οικονομικά ερείσματα στον αγώνα μας για οικονομική ανάκαμψη και συνεπακόλουθη εθνική επιβίωση.

Αντεγκλήσεις σχετικά με το μέγεθος ή τις τεχνικές προδιαγραφές του σκάφους και τις δυνατότητες των οπλικών συστημάτων, αποτελούν κατά την γνώμη μου, ενδεχομένως καλοπροαίρετες , ανερμάτιστες όμως απόψεις περιθωριοποιημένων αντιλήψεων, μοναδικός στόχος των οποίων, έστω και ακούσιος, καταλήγει να είναι η συσσώρευση μαύρου χρήματος στα ταμεία των μεσαζόντων και φυσικά των πολιτικών κομμάτων.

Ο πόλεμος τελείωσε, ας μαζέψουμε τα όποια συντρίμμια μας.

21 July 2014

Επιστράτευση

του Βασίλη Αγγελικόπουλου, Καθημερινή, 20/7/2014


Θυμάμαι το πρωινό της 20ής Ιουλίου 1974 ακριβώς 40 χρόνια από σήμερα. Σαν κεραυνοί έπεφταν στο κεφάλι μας πρώτα το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου στην Κύπρο μετά η τουρκική εισβολή και τέλος η κήρυξη επιστράτευσης.
Το κακό με βρήκε τη στιγμή που έπαιρνα ανάσα μετά από δύσπνοια χρόνων: Μόλις είχα απολυθεί από τον στρατό και μόλις είχα περάσει ένα μάθημα που χρωστούσα για το πτυχίο.
Κατακαλόκαιρο κι έλειπαν οι δικοί μου μακριά οπότε συντροφιά με δυο φίλους πήγα στον σταθμό Λαρίσης με τα λιγοστά πράγματα που έγραφε το «χαρτί» να πάρουμε μαζί μας «μέσα σε μαξιλαροθήκη». Τότε άρχισε η αγωνία να γίνεται πανικός. Έβλεπες ότι δεν ήξεραν τι τους γίνεται.

Μας στρίμωξαν τελικά σ’ ένα βαγόνι για ζώα –κυριολεκτώ: άδειο, λαμαρίνα γύρω γύρω με χαλκάδες στα τοιχώματα– τόσο γεμάτο που καθόμασταν κάτω εκ περιτροπής. Σύμφωνα με το «χαρτί» έπρεπε να παρουσιαστώ στη Λάρισα. Όπου κάναμε 14 ώρες για να φτάσουμε.

Ακούγαμε «ειδήσεις» των χουνταίων από κάτι τρανζίστορ κι αισθανόμασταν ως πρόβατα επί σφαγήν. Μόνο αργά τη νύχτα ένα μήνυμα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου μας έκανε τουλάχιστον να νιώσουμε ότι δεν μας έχει ξεχάσει κι ο θεός.
Φτάσαμε Λάρισα κατά τις 5 το πρωί, αλλά το μαγαζί κοιμόταν «να ’ρθείτε μετά τις 6» μας είπε ο αλφαμίτης. Ξαπλώσαμε μπροστά στην πύλη και περιμέναμε. Εμένα, παρά το «χαρτί», με κοιτάξανε στραβά «τι θες εσύ εδώ, να πας εκεί απ’ όπου απολύθηκες» και με φορτώσανε ξανά σε τρένο για Θεσσαλονίκη – Τρίτο Σώμα Στρατού, με Ντάβο διοικητή.
Που δεν το βρήκα στη βάση του όταν κάποτε έφτασα γιατί είχε φύγει «για τα σύνορα». Ποια σύνορα. Είχε ξεμείνει από μηχανικές βλάβες των Ρέο του λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη στο Φίλυρο.
Μου δίνουν μια φόρμα, χωρίς μπότες, κράνος και όπλο, δεν είχαν άλλα είπαν, και μ’ αφήνουν στη μοίρα μου. Ώσπου με λυπήθηκε μια «σειρά» οδηγός και με πετάει μ’ ένα τζιπάκι στο Φίλυρο.
Κάναμε μέρες για να ξεκολλήσουμε από εκεί. Κάποτε ξεκινήσαμε «για τα σύνορα». Όπου δεν φτάσαμε ποτέ λόγω πολιτικών εξελίξεων. Φτάσαμε μόνο ως τον Άγιο Σύλλα στους λόφους της Καβάλας τόπο κατάφυτο και χωρίς ίχνος σπιτιών τότε και στρατοπεδεύσαμε.
Φυτρώσαμε μάλλον αφού για όλους τους άλλους σιγά σιγά έληξε η «επιστράτευση», όχι όμως και για μας, «του Ντάβου». Απολύθηκα μετά δύο μήνες, τέλη Σεπτεμβρίου. Επέστρεψα σε μιαν Αθήνα που ήταν άλλη.

19 July 2014

Η δήθεν χρεοκοπία του Ορθού Λόγου

του Νίκου Δήμου, Discovery + Science, 2005-06

Στο περασμένο τεύχος είχαμε ασχοληθεί με τον (λεγόμενο) «Μύθο της Προόδου» και είχαμε αποδείξει (με αδιάσειστα στατιστικά στοιχεία) ότι πρόοδος υπάρχει, όχι μόνο στην επιστήμη και την τεχνολογία, αλλά και σε καθαρά ανθρωπιστικό και ανθρώπινο επίπεδο. Φτάνει βέβαια να κρίνουμε με βάση το παρελθόν και όχι ανύπαρκτα ουτοπικά κριτήρια.

Οι υποστηρικτές του «μύθου» της προόδου, συνήθως, ταυτόχρονα με την αποτυχία της, υποστηρίζουν και την αποτυχία του ορθού λόγου. Ταυτίζουν τον ορθό λόγο με όλη την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας και εφόσον πιστεύουν πως αυτή μας οδήγησε στην κόλαση (και όχι στο παράδεισο που επαγγέλονταν οι υπεραισιόδοξοι οραματιστές του 19ου αιώνα) θεωρούν και τον ορθολογισμό υπεύθυνο γι αυτή την πορεία. Κι όχι μόνο αυτό: του φορτώνουν το Ολοκαύτωμα, τους Παγκόσμιους Πολέμους, τις εκκαθαρίσεις του Χίτλερ, του Στάλιν του Μάο και του Πολ Ποτ – κι ότι άλλο κακό προέκυψε στην διάρκεια του 20ου αιώνα.

Το πρώτο που πρέπει να παρατηρήσει κανείς είναι ότι ο αντίπαλοι του ορθολογισμού τον πολεμάνε με καθαρά ορθολογιστικά επιχειρήματα. Δηλαδή, η σειρά των συλλογισμών τους, που προσπαθεί να αποδείξει τον θάνατο του ορθολογισμού, τον ανασταίνει. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά: ο ορθολογισμός είναι η (σιωπηρή ή ανοιχτή) προϋπόθεση για κάθε επιχειρηματολογία. Θα έλεγα ακόμα: για κάθε σκέψη. Εκτός ορθού λόγου είναι η ποίηση, η τέχνη γενικά, τα συναισθήματα, τα όνειρα, οι διαισθήσεις… Αλλά με αυτά τα υλικά δεν μπορεί να οικοδομηθεί καμία συλλογιστική.

Το δεύτερο που έχω να πω είναι ότι ο ορθολογισμός δεν σκότωσε ποτέ ούτε μύγα. Ο ορθολογισμός είναι ένας τρόπος σκέψης, μία μέθοδος, ένα σύστημα – αλλά δεν είναι ιδεολογία. Ίσα-ίσα, η κριτική ορθολογική σκέψη είναι ο μέγας αντίπαλος των ιδεολογιών, των κοσμοθεωριών ακόμα και των θρησκειών – επειδή είναι ο αντίπαλος κάθε δογματισμού, κάθε φανατισμού, κάθε ιδεοληψίας. Αυτό που σκότωσε π. χ. τα θύματα του Φασισμού ή και του Κομμουνισμού ήταν η τυφλή πίστη σε τελείως παράλογα δόγματα (π.χ. η ανωτερότητα της Άρειας Φυλής, ή ο Μεσσιανικός Διαλεκτικός Υλισμός) δόγματα που έπαιζαν τον ρόλο της θρησκείας: είχαν τα ιερά τους βιβλία, το ιερατείο, την επαγγελία του παραδείσου (το Τέταρτο Ράιχ ή η αταξική κοινωνία). Η εξόντωση έξη εκατομμυρίων Εβραίων δεν είναι ορθολογική  απόφαση. Μόνο ο τυφλός φανατισμός μπορεί να οδηγήσει σε αυτή.

Από την ορθολογική σκέψη το μόνο που μπορεί να προκύψει είναι μία θέση όπως η κατηγορική προσταγή του Καντ: «Πράττε έτσι ώστε η θέλησή σου να μπορεί να γίνει νόμος για όλη την ανθρωπότητα». Να μία καθαρά λογική σκέψη. Το να θέλω οι αποφάσεις μου να ισχύουν μόνο για μένα είναι παράλογο. Άλλωστε η κατηγορική προσταγή δεν είναι άλλο από την μεταφορά του Χρυσού Κανόνα σε πιο φιλοσοφική διάλεκτο.

Ο Χρυσούς Κανών απαντά σε πολλές εκδοχές σε διάφορα μέρη του κόσμου. «Ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσεις», «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» (Λουκάς στ΄ 31, βλ. και Ματθαίος ζ΄12). Εκτός από τους Αρχαίους και τον Ιησού, ανάλογες παραινέσεις έχουν διατυπώσει ο Βούδας, ο Κομφούκιος, ο Μωάμεθ, ο Λαο-Τσε,  και άλλοι σοφοί. Περισσότερα στο Δίκτυο http://www.jcu.edu/philosophy/gensler/goldrule.htm.

Με αυτή την καθαρά λογική αλλά απόλυτα ανθρώπινη παραδοχή, ο ορθός λόγος οδηγεί, νομοτελειακά, στην αποδοχή των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Γιατί τι άλλο είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα παρά η εφαρμογή, λεπτομερειακά, του κανόνα: «να φέρεσαι όπως θέλεις να σου φέρονται». Να μπαίνεις δηλαδή στην θέση του άλλου. Τις ελευθερίες που διεκδικείς για τον εαυτό σου, θα ήταν παράλογο να τις αρνηθείς στον άλλο. Εκτός αν δεν τον θεωρείς ίσο με σένα – πράγμα που πάλι είναι παράλογο. Γιατί πώς, λογικά, θα θεμελιώσεις την διάκριση;

Αν νομίζετε πως είναι τυχαίο το ότι όλες οι θρησκείες και οι ιδεολογίες αντιδρούν στα ανθρώπινα δικαιώματα (και ο δικός μας Προκαθήμενος τα έχει καταδικάσει επανειλημμένα)… Φτάσαμε ο όρος Διαφωτιστής να θεωρείται ύβρις (μου την έχουν πετάξει στο κεφάλι). Κι ας έλεγε ο Καντ ότι διαφωτισμός: «είναι η ενηλικίωση του ανθρώπου, η έξοδός του… από την αδυναμία να χρησιμοποιεί το νου του χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου… ‘Τόλμησε να χρησιμοποιήσεις τον δικό σου νου’ – αυτό είναι το σύνθημα του Διαφωτισμού. Και γι αυτό τίποτα άλλο δεν χρειάζεται παρά μόνον η ελευθερία».

Αλίμονο – οι πόλεμοι δεν έγιναν από ορθολογιστές αλλά από ανθρώπους που είχαν ξεχάσει τον ορθό λόγο. Αυτό που οδήγησε τους Χούτου να σφάξουν ένα εκατομμύριο Τούτσι και τον Πολ Ποτ να εξολοθρεύσει τρία εκατομμύρια συμπολίτες του, ήταν ακριβώς το αντίθετο από την λογική. Αυτό έφερε το Άουσβιτς και την Σερμπρένιτσα.

Μα η επιστήμη και η τεχνολογία δημιούργησαν την ατομική ενέργεια! Ναι, αλλά ποιοι την χρησιμοποίησαν ως βόμβα; Με τον ηλεκτρισμό φωτίστηκε η ανθρωπότης – φταίει ο Τέσλα αν χρησιμεύει για την ηλεκτρική καρέκλα;

Οι θεωρητικοί που πολεμούν τον ορθό λόγο και τον διαφωτισμό δεν έχουν τίποτα να του αντιπαραθέσουν παρά μόνο κάτι συναισθηματικές και νεφελώδεις γενικότητες όπως «θητεία στην φύση», «συντονισμός στην οντογένεση», «αυθεντική και αρμονική συν-εξέλιξη» (ανθολογία από ανάλογες μελέτες).

Ευτυχώς για μας, ο ορθολογισμός δεν χρεοκόπησε. Ίσα-ίσα που αποτελεί την τελευταία μας ελπίδα για να λύσουμε τα προβλήματα που έφερε η ασυδοσία στην ανάπτυξη και στην ανισοκατανομή των αγαθών…

13 July 2014

Τα άπλυτα της ελληνικής ιστορίας

και η λογοτεχνική τους μπουγάδα!
του Αντώνη Λιάκου, tvxs.gr, 5/7/2014

Με φρίκη τα διεθνή Μ.Μ.Ε. αναφέρονται στις ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλώτων από φανατικούς εξτρεμιστές του Ισλάμ, στο Ιράκ, τις μέρες αυτές, ή στη Συρία, τους προηγούμενους μήνες. Ακόμη μεγαλύτερη φρίκη όταν πρόκειται για αμάχους. Μια παρόμοια ιστορία είναι η ακόλουθη: μια ομάδα ενόπλων, συναντά στο δάσος καμιά εκατοσταριά άοπλους υλοτόμους, τους συλλαμβάνει, τους δένει πισθάγκωνα, τους παίρνει μαζί της και όταν φτάνει σε μεγάλο και βαθύ ποταμό τούς ρίχνει στο νερό. Λίγο αργότερα, δεκάδες πτώματα ξεβράζοναι στις όχθες. Την ιστορία αυτή τη γνώριζε η Πηνελόπη Δέλτα και τη βρίσκουμε στο αρχείο της. Είναι μια καταγραμμένη συζήτηση που είχε με τον επικεφαλής της ένοπλης ομάδας, τον Σπύρο Σπυρομήλιο που συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα ως καπετάν Μπούας. Το ποτάμι είναι ο Αλιάκμονας. Ο Σπυρομήλιος δεν δικάστηκε για εγκλήματα κατά αμάχων. Προβιβάστηκε σε στρατηγό της Χωροφυλακής και θεωρείται ήρωας του βορειοηπειρωτικού αγώνα.



Η Δέλτα συνέλεγε μαρτυρίες για να γράψει το βιβλίο της Τα μυστικά του βάλτου, ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε σε άπειρα αντίτυπα, καθώς πραγματοποίησε αλλεπάλληλες εκδόσεις, διαβάστηκε και διαπαιδαγώγησε πολλές γενιές Ελληνόπουλων από τον Μεσοπόλεμο έως σήμερα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εθνικής διαπαιδαγώγησης και διάπλασης ηρωικών χαρακτήρων, στο οποίο εξιδανικεύτηκε ο Μακεδονικός Αγώνας, ή μάλλον συγκροτήθηκε η δημόσια εικόνα του. Δεν είναι η πρώτη φορά που η λογοτεχνία αναλαμβάνει να ανασυγκροτήσει το παρελθόν ως εθνικό παρελθόν. Και το κάνει πληρέστερα από την ιστοριογραφία. Δεν έχει ενδοιασμούς να αποσιωπήσει ή να μεταπλάσει εγκλήματα. Κυρίως η λογοτεχνία προσκομίζει πλοκή, δράση, συναίσθημα. Η παραπάνω ιστορία αποδίδεται ως το «δυστύχημα της βαρκαδιάς που βούλιαξε στον Αλιάκμονα και πνίγηκαν οι Βούλγαροι αρκουδιαραίοι, ξυλοκόποι και καρβουνιάρηδες».
Ο Σπύρος Καράβας στο βιβλίο του Μυστικά και παραμύθια από την ιστορία της Μακεδονίας (Βιβλιόραμα, 2014) αναλαμβάνει να ψηλαφήσει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε αυτή η λογοτεχνική εικόνα του Μακεδονικού Αγώνα, διαβάζοντας παράλληλα τα κείμενα της Δέλτα και αντιπαραβάλλοντάς τα με τις καταγραφές που είχε συγκεντρώσει στο αρχείο της, αλλά και με τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών όπου συγκεντρώνονταν οι εκθέσεις των προξένων αλλά και των στρατιωτικών παραγόντων της Μακεδονίας, και τα οποία γνωρίζουμε ότι επισκεπτόταν και μελετούσε η συγγραφέας.
Η Πηνελόπη Δέλτα, αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό της, είναι μια cult προσωπικότητα. Σε πρόσφατη εκδήλωση, όπου παρουσιάστηκε η έκδοση ενός ανέκδοτου έως τώρα μυθιστορήματός της, η ιστορικός Ιωάννα Πετροπούλου είπε: «Εδώ η συγγραφέας ξεδιπλώνει τα σκοτάδια της ψυχής της και δηλώνει την αλληλεγγύη της με το γυναικείο φύλο, επιχειρώντας να υπηρετήσει την κοινωνία. Οι Ρωμιοπούλες είναι μια κοινωνική καταγγελία για την ελληνική πατριαρχική κοινωνία».1 Λυρικοί τόνοι που εξιδανικεύουν μια γυναίκα-μητέρα που υπέφερε από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα και τους κοινωνικούς περιορισμούς που της επιβάλλονταν από το κοινωνικό status της οικογένειάς της.
Πράγματι οι Μπενάκηδες, το πατρικό όνομα της Δέλτα, υπήρξαν μία από τις κεντρικότερες οικογένειες του ελληνικού 20ού αιώνα. Μια οικογένεια που συγκεντρώνει τους συμβολισμούς και τα νήματα ενός κεντρικού αφηγήματος της ελληνικής ιστορίας: διασπορά, αστισμός, βενιζελισμός, δημοτικισμός, Ίων Δραγούμης, Μακεδονικός Αγώνας, Μουσείο Μπενάκη, νεοελληνικό μυθιστόρημα, ηρωική έξοδος από τη ζωή. Ένα μυθιστόρημα για τη ζωή της Πηνελόπης Δέλτα και της οικογένειάς της θα μπορούσε να είναι μια περιήγηση όχι απλώς στην ιστορία του περασμένου αιώνα, αλλά μια σάγκα της νεοελληνικής ιστορίας, ένα πορτρέτο της αστικής Ελλάδας μέσα από τον εξιδανικευτικό καθρέφτη της. Αλλά αυτή η εικόνα έπρεπε να λευκάνει την πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς έκανε η Δέλτα.
Ο Καράβας μας εισάγει στα ζοφερά υλικά με τα οποία κατασκευάστηκε η ηρωική εικόνα ενός αγώνα που ανέλαβε να επανορθώσει την κλονισμένη από τον πόλεμο του 1897 εθνική συνείδηση πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους.
Ένας στρατηγός διηγείται στη Δέλτα τα κατορθώματά του:
Ο άνθρωπος (Ο Γκέκας) δεν ήταν κατάσκοπος, αυτό φαίνονταν με την πρώτη ματιά. Ήταν ο κακομοίρης και φρεσκοξυρισμένος. Μα και μεις φοβόμασταν (μη μας προδώσει). Τον είχαμε λοιπόν δεμένο και τον φοβέριζαν τα παιδιά, που είχαν κυριολεκτικά αγριέψει. Γιατί άμα πιάνανε κανέναν αιχμάλωτο, τον αφήναμε πολλές φορές να τρέχει και τον κυνηγούσαν τα παιδιά με τα μαχαίρια, και τον τρυπούσαν, για να αγριεύουν περισσότερο.
Τον είχαμε κι αυτόν τέσσερις πέντε μέρες κι από την αγωνία ο δυστυχισμένος είχε σουρώσει. Εγώ τον λυπόμουν και του έδινα λίγο φαγί κι’ ερχόταν κοντά μου σα σκυλί. Μα τι τον κάνομε; Αποφασίσαμε να τον σκοτώσομε, για να μη βασανίζεται περισσότερο. Του είπαμε λοιπόν πως θα τον βγάλομε έξω. Του δέσαμε τα μάτια και τον πήγαμε σε ένα πάτωμα χωρίς καλύβα, όπου είχαμε ανοίξει και τον λάκκο του. Τον έβαλα και κάθησε εκεί, με δεμένα πάντα τα μάτια, και του έρριξα μόνος μου ακουμπητά, δυο σφαίρες ντουμ-ντουμ. Έπειτα του ανοίξαμε με το μαχαίρι το στήθος για να ιδούμε τι ζημιές κάνουν οι σφαίρες ντουμ-ντουμ. Τον είχαν καταστρέψει όλο. Εγώ του είχα δώσει κι ένα δυο λίρες για να τον παρηγορήσω, μα έπειτα του πήρα όλο το κεμέρι του. (σ. 99)
Ένας άλλος Μακεδονομάχος, ο Γ. Τσόντος Βάρδας, γράφει για κάποιον που είχε προσχωρήσει στις τάξεις των ελληνικών ένοπλων σωμάτων, αλλά για να αποδείξει την αφοσίωσή του τού επιβλήθηκε
να φονεύση πρωτίστως εις το χωρίον του Ζέλοβον και γυναίκας ακόμη των συγχωριανών του κομιτών (κομιτατζήδων) και των βουλγαριζόντων.
Ο υπεύθυνος για τον συντονισμό των αντάρτικων σωμάτων στο ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου δίνει οδηγίες για το πώς θα μεταστραφεί ένα χωριό:
«Θα ρίξωμεν εις αυτό 5-6 μισθούς δια ν’ αρχίση η διαίρεσις. Και την άνοιξιν, αν φύγη ο στρατός, με 3-4 φόνους, θα γίνη ασφαλώς ιδικόν μας».
Τα παιδιά δεν βρίσκονταν στο απυρόβλητο. Η ομηρία τους γίνεται μέσο εκβιασμού των γονέων τους. Αφού αρπάζονται από τις οικογένειές τους και μεταφέρονται σε πόλεις του ελληνικού βασιλείου,
Ου μόνον εξελληνίζονται εντελώς, αλλά τινές χρησιμεύωσιν ως όμηροι διά την εν τη ορθοδοξία παραμονήν τών πολλάκις κλυδωνιζομένων ένεκα διαφόρων λόγων γονέων αυτών.
Τι άλλο θα μπορούσε να γίνει, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος πληροφορημένος αναγνώστης, σε μια εποχή, όπως εκείνη των αρχών του 20ού αιώνα, στην οποία τα εθνικά κράτη διεκδικούσαν τον χώρο ανάπτυξής τους, το ένα σε βάρος του άλλου προσπαθώντας να πειθαναγκάσουν τους πληθυσμούς να προσχωρήσουν στη μία ή στην άλλη εθνικότητα, εκφοβίζοντας, διώχνοντας ή σκοτώνοντας όσους είχαν επιλέξει νομιμοφροσύνη σε αντίπαλα έθνη; Κάπως έτσι, η Μακεδονία, η Βόρεια Ήπειρος και η νότια Αλβανία, η Δοβρουτσά, η Θράκη, ο Πόντος και η Μικρά Ασία δεν έγιναν κοιλάδες δακρύων στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα; Μήπως αυτό, δηλαδή η μαζική βία εναντίον των αμάχων, δεν στάθηκε το κύριο χαρακτηριστικό των Βαλκανικών πολέμων και του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου στα Βαλκάνια; Στους πληροφορημένους άλλωστε αυτά ήταν γνωστά, ήδη από το Έκθεση Carnegie του 1914,2 μια επιτόπια έρευνα για τη βία εναντίον των αμάχων στους πολέμους του 1912-13. Γνωστά βέβαια, αλλά η έρευνα αποδεικνύει ότι η βία ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ο Καράβας αναφέρεται στον πλήρη αφανισμό της πόλης του Κιλκίς από το ελληνικό στράτευμα, αλλά και στις συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων πληθυσμών υπό ελληνική διοίκηση τα επόμενα χρόνια. Τα άλυτα μειονοτικά θέματα ήταν αυτά που διαπλέχτηκαν άλλωστε με τον πόλεμο και τον εμφύλιο πόλεμο στα 1940-50.
Το ζήτημα είναι αν τώρα αναγνωρίζουμε όλα αυτά ως εκείνο που υπήρξαν ή εξακολουθούμε να τα ωραιοποιούμε (κάτι το οποίο έγινε στη διάρκεια των χρόνων γύρω από τη μακεδονική διαμάχη της δεκαετίας του ’90 και εξακολουθεί να γίνεται στη Βόρεια Ελλάδα όπου υπάρχει και Μουσείο «Μακεδονικού Αγώνα») ή αν, ακόμη κι αν δεν συμμεριζόμαστε την ωραιοποιημένη εκδοχή του, το αποσιωπούμε. Εξακολουθούμε να μιλάμε για την ιστορία ως «αυτογνωσία», αλλά αυτογνωσία είναι να φέρνεις στη Γερμανία τη συζήτηση για το Ολοκαύτωμα, στην Αμερική για το καθεστώς δουλείας των μαύρων, στη Γαλλία για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας, στην Ιαπωνία για τα εγκλήματα εναντίον της Μαντζουρίας, στην Αυστραλία για την εξόντωση των Αβορίγινων, στη Λατινική Αμερική για την καταστροφή των αυτόχθονων πληθυσμών και των πολιτισμών τους. Αντίθετα εδώ, στην Ελλάδα, η συζήτηση περί αυτογνωσίας αφορά τους άλλους, και γιατί δεν αναγνωρίζουν τα εγκλήματα εναντίον μας.
Και αν η ιστοριογραφία, καθώς και η κριτική φιλολογία, τα τελευταία χρόνια διήνυσαν αρκετό δρόμο, τι συμβαίνει με την εκπαίδευση και τη δημόσια ιστορία; Κι ακόμη παραπέρα: για πόσον καιρό ακόμη η λογοτεχνία θα μένει στο απυρόβλητο ως η αθώα υψηλή τέχνη; Για πόσον καιρό ακόμη η Πηνελόπη Δέλτα θα παραμένει η «αγαπημένη συγγραφέας των παιδικών μας χρόνων»; Μαντεύω τις αντιδράσεις: μα οι μεγάλοι συγγραφείς είναι αντιφατικές προσωπικότητες, μα η Δέλτα έχει γράψει και άλλα έργα τα οποία είναι πράγματι κριτικά στις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής της, μα ό,τι αναγνωρίζουμε σήμερα ως έγκλημα, δεν το αναγνώριζαν την εποχή εκείνη, και στο κάτω κάτω η «πολιτική ορθότητα» δεν είναι κριτήριο για την αποτίμηση των συγγραφέων και των έργων τους. Σύμφωνοι. Αλλά όλα αυτά τα «μα», όλες αυτές οι ενστάσεις δείχνουν ότι δεν έχουμε ξεκόψει από τον κόσμο εκείνης της εποχής, τους δισταγμούς αναψηλάφησης της ιστορίας μας. Δεν φτάνει η αναψηλάφηση αυτή να περνά μόνο από τις διατριβές και τα επιστημονικά περιοδικά. Πρέπει να γίνει μέρος της δημόσιας ιστορίας, της δημόσιας συζήτησης. Να χαρτογραφήσει ξανά το παρελθόν.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Η Καθημερινή (17.6.2014).
2. Carnegie Endowment for International Peace, Report of the International Commission to Inquire into the Causes and Conduct of the Balkan Wars, Ουάσινγκτον 1914. (Επανέκδοση το 1993 με τίτλο The Other Balkan Wars: A 1913 Carnegie Endowment Inquiry in Retrospect, και εισαγωγή του παλαίμαχου Αμερικανού διπλωμάτη George Kennan.)
Πηγη: tvxs.gr

10 July 2014

Ο μύθος του "Μύθου της Προόδου"

του Νίκου Δήμου, Discovery + Science, 2005-06

Τα τελευταία χρόνια η λέξη «πρόοδος» έχει αποκτήσει κακό όνομα. Αν πεις ότι πιστεύεις στην πρόοδο, ότι η ανθρωπότητα προοδεύει, θα θεωρηθείς τουλάχιστον αφελής. Για τους διανοούμενους και τους προβληματισμένους αποτελεί πλέον αξίωμα απαραβίαστο ότι η ανθρωπότητα πηγαίνει κατά διαβόλου και ακόμα παρακάτω.

Έτσι αν μπείτε στο Internet και δώσετε στο Google (όχι, το Internet και το Google δεν είναι πρόοδος, ανόητε!) τις λέξεις Myth of Progress θα εμφανιστούν δεκάδες άρθρα και μελέτες με ένα κοινό παρανομαστή: ότι η πρόοδος είναι μύθος, φενάκη, απάτη. Ένα από αυτά επιγράφεται «Ο μύθος της προόδου βυθίζεται: η τελική καταβύθιση» (The final plunge). Συμβολικά, το άρθρο αναφέρεται συχνά στον «Τιτανικό». 

Γιατί όμως η πρόοδος είναι μύθος;

Για να ορίσουμε την πρόοδο πρέπει να έχουμε κάποιο κριτήριο, κάποια βάση ή αφετηρία. Σε μία αριθμητική πρόοδο αρχίζουμε από κάποιον αριθμό και ανεβαίνουμε. Και για να διαπιστώσουμε αν υφίσταται πρόοδος σε κάτι, πρέπει να ξεκινήσουμε από κάπου. Αν ένας μαθητής έπαιρνε 11 και τώρα παίρνει 16 λέμε (και σωστά) ότι προόδευσε. Κι αν ένας αθλητής πηδούσε 2 μέτρα και τώρα πέρασε τα 2.15 σίγουρα υπάρχει πρόοδος.

Αν όμως στον αθλητή μας βάλουμε τον πήχη στα τρία μέτρα και δεν τα πηδήσει, τότε μπορούμε να αγνοήσουμε τα 2.15 και να πούμε πως απέτυχε – και μάλιστα έμεινε 85 εκατοστά κάτω από τον στόχο. Δηλαδή, χάλια!

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η βάση του «μύθου». Βάζουμε τον πήχη πολύ ψηλά και μετά θρηνούμε επειδή αποτύχαμε. Παραγνωρίζουμε – ή δεν αξιολογούμε – αυτά που έχουμε κατορθώσει και κρίνουμε μόνο με βάση τα όσα (κατά τη γνώμη μας) θα έπρεπε να είχαμε καταφέρει. 

Τι θα έπρεπε να έχουμε καταφέρει; Μα να είναι όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη, ευτυχείς, υγιείς, εύποροι, χορτάτοι, ελεύθεροι, χαρούμενοι (ενδεχομένως και αθάνατοι) και να ζούνε σε μία φύση απείραχτη, παρθένα, καθαρή, κλπ. κλπ. Δηλαδή να έχουμε πραγματοποιήσει μία κατάσταση ουτοπίας.

Οι αντίπαλοι της προόδου παίρνουν σαν μέτρο μερικές ουτοπιστικές φαντασιώσεις που είχαν οραματιστεί οι υπεραισιόδοξοι στοχαστές του 18ου και 19ου αιώνα (τότε που πίστευαν ότι η επιστήμη θα λύσει αμέσως όλα τα προβλήματα όλων).  Συγκρίνοντας με αυτές την σημερινή πραγματικότητα, δηλώνουν ότι αποτύχαμε. Η επιστήμη δεν έφερε τον παράδεισο – μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι έφερε την κόλαση.

Για μένα όμως υπάρχει μόνο ένα μέτρο και κριτήριο της προόδου: το παρελθόν, το πρότερον, που έλεγαν οι Αρχαίοι. Τον μαθητή που παίρνει τώρα 16 δεν θα τον κρίνω με βάση το 20, αλλά το 11 που έπαιρνε μέχρι σήμερα.

Και σε σχέση με το παρελθόν έχουμε κάνει τεράστιες προόδους, σε όλους τους τομείς. Όχι μόνο στην επιστήμη και την τεχνολογία (εκεί δεν το αρνούνται ούτε οι πιο φανατικοί αντιρρησίες – και πως θα μπορούσαν;) αλλά και στους καθαρά ανθρωπιστικούς και ανθρώπινους δείκτες.

Ας αρχίσουμε από τα βασικά: πριν μόλις 200 χρόνια η δουλεία ήταν νόμιμη (ναι, όλοι οι σοφοί μας αρχαίοι την θεωρούσαν φυσικό πράγμα). Πριν 100 χρόνια ο μέσος όρος ζωής στον πλανήτη ήταν 30 χρόνια – τώρα είναι 67. Πριν 100 χρόνια μόνο σε πέντε κράτη ψήφιζαν και εκλέγανε τους ηγέτες τους – τώρα είναι 122. Σύμφωνοι, πολλές εκλογές είναι στημένες, και πολλές δημοκρατίες είναι μόνο κατ’ όνομα – αλλά πρόοδος υπάρχει. Πριν 100 χρόνια η μισή υφήλιος ήταν αποικίες μερικών κρατών – τώρα δεν υπάρχει πια καμία.

Πριν 50 χρόνια στο Λονδίνο δεν μπορούσες να αναπνεύσεις από την πράσινη ομίχλη-μπιζελόσουπα (smog, pea-soup) και ο Τάμεσης ήταν δηλητήριο. Τώρα ο αέρας είναι καθαρός και ο Τάμεσης γεμάτος ψάρια. Πριν 35 χρόνια το 36% των ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες λιμοκτονούσε – το 1996 το ποσοστό είχε πέσει στο 18% και σήμερα υπολογίζεται στο 12.

Θα μου πείτε ότι και αυτό το 12% σημαίνει αφάνταστη δυστυχία και είναι ντροπή για την ανθρωπότητα. Συμφωνώ απόλυτα – αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω ότι μειώθηκε  στο ένα τρίτο και ότι άρα υπήρξε κάποια πρόοδος. Ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές του ΟΗΕ, στα τελευταία πενήντα χρόνια έχουμε μειώσει την παγκόσμια φτώχεια περισσότερο από ότι στα τελευταία πεντακόσια.

Ακόμα και στα θέματα του περιβάλλοντος (οι περισσότεροι αρνητές της προόδου είναι φανατικοί οικολόγοι) παρόλη την πλύση εγκεφάλου που μας κάνουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Χάρη στην ευαισθητοποίηση και τις νέες τεχνολογίες, είμαστε σε καλύτερη κατάσταση σήμερα από όσο πριν μερικές δεκαετίες. (Την χειρότερη ρύπανση την έχω ζήσει στην Ανατολική Ευρώπη από το 70 ως το 90!). Όσοι χρειάζονται στοιχεία για την πραγματική κατάσταση του σημερινού περιβάλλοντος, υπάρχουν 500 σελίδες, 175 πίνακες και 2930 υποσημειώσεις, στο μνημειώδες σύγγραμμα του καθηγητή της στατιστικής Bjorn Lomborg: “The Skeptical Environmentalist”, Cambridge University Press, 2001).

Γιατί όμως τότε αυτή η επίμονη άρνηση της προόδου, αυτή η περιφρόνηση για τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας; Πρώτα από άγνοια – οι περισσότεροι αγνοούν την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων. Δεύτερο από την τάση των μαζικών μέσων να τονίζουν πάντα το αρνητικό και να φέρνουν καταστροφές. Τρίτο από μόδα: ήδη πριν 150 χρόνια ο Flaubert έγραφε στο λεξικό του: «Εποχή (η δική μας): να εξοργίζεται κανείς μαζί της. Να παραπονιέται διότι δεν είναι ποιητική.  Να την ονομάζει εποχή μετάβασης και παρακμής».

Δεν φτάνει όμως η (υποτιθέμενη) αποτυχία της προόδου – οι περισσότεροι διανοούμενοι συνδέουν μαζί της και την χρεοκοπία της λογικής, του ορθού λόγου. Αλλά γι αυτή (πολύ ευρύτερο θέμα) στο επόμενο.