12 March 2013

Επιστροφή στην Πατησίων

του Νίκου Βατόπουλου, Καθημερινή, 10/3/2013

Υπάρχει κάτι διάχυτα παλαιοαστικό στον άξονα της Πατησίων. Τυλίγει τις παλιές ακακίες και βάφει τα κτίρια. Πρόσφατα, χρειάστηκε να περπατήσω από τον σταθμό της Βικτώριας μέσω 3ης Σεπτεμβρίου, Αγίου Μελετίου, πλατείας Αμερικής για να φθάσω κοντά στην Αγίας Ζώνης. Ηταν μία περιδίνηση στον τροχό του χρόνου.

Σκεφτόμουν πόση αγάπη έχει μαζέψει αυτό το κομμάτι της Αθήνας (από το Μουσείο έως την Κυπριάδου και από τον Αγιο Ελευθέριο έως την πλατεία Λαυρίου) από τότε που πήρε την κάτω βόλτα. Οσο πιο πολύ κατρακυλούσε η «Πατησίων» (με όλες τις συνηχήσεις και τις αντιδράσεις που γεννάει το άκουσμά της), τόσο πιο τρυφερά τη σκέφτονταν όσοι την είχαν εγκαταλείψει, όσοι την υπέμεναν, όσοι παρακολουθούσαν το πέρασμά της σε μια μετέωρη κατάσταση. Ηταν σαν η Πατησίων να είχε περάσει σε ένα ουτοπικό καθεστώς ημι-σοβιετικής ανελευθερίας και η παλιά της ζωή να ήταν φωτογραφία σε κορνίζα.


Στη διάρκεια του 2013 «τρέχει» το πρόγραμμα «Η Πατησίων μας», που ξεκίνησε στην πλατεία Καλλιγά και λίγο μετά ξετυλίχτηκε με την ανοιχτή έκθεση φωτογραφίας σε βιτρίνες κλειστών καταστημάτων. Και θα συνεχιστεί με μια βεντάλια δράσεων με διαδρομές που ανιχνεύουν κινηματογράφους, θεάματα, κήπους. Ενα σύστημα αιμοφόρων αγγείων ξανά σε χρήση.

Ολα αυτά, που τα ξεκίνησαν πολίτες (όπως το Αθηναϊκό Καλλιτεχνικό Δίκτυο, που συντονίζει όλες αυτές τις δράσεις), προκαλούν νέες ματιές. Προσπαθώ να αποστασιοποιηθώ συναισθηματικά από το μυθικό, για μένα, εκτόπισμα της «Πατησίων» (καθώς είναι η πατρίδα των παιδικών μου χρόνων) και να τη «διαβάσω» ψυχρά. Κάθε φορά με υπνωτίζει το αστικό της βάθος, το κτιριακό της απόθεμα και η «ενδιάμεση» μνήμη της, στα όρια του υποσυνείδητου, η μνήμη του άστεως, που κολυμπά σε μια θάλασσα προβολών και επιθυμιών. Και κάθε φορά που η ματιά μου σκανάρει παραθυρόφυλλα του 1930 και ξεχασμένες επιγραφές του 1960, σχηματίζεται στον νου η εικόνα για την Πατησίων του αύριο, που ίσως ξαναγεννηθεί, που ίσως αγαπηθεί ακόμη πιο πολύ.

Σήμερα, που ξανασυζητάμε, την Αθήνα του 2015-2020, με τη λαχτάρα να πιστέψουμε ότι η πόλη θα κινηθεί μπροστά και θα αρχίσει να λειτουργεί ως πρωτεύουσα, η Πατησίων ξεπροβάλλει σαν βραχίονας του αθηναϊκού κέντρου ως το πιο αυθεντικά αστικό κομμάτι της πόλης. Δρόμοι σαν την Πατησίων και την 3ης Σεπτεμβρίου έρχονται σήμερα να προσφέρουν δυνητικές υπηρεσίες στην Αθήνα του άμεσου μέλλοντος ως λεωφόροι με υλική και άυλη παρακαταθήκη. Σημαντικές οι υποδομές, αλλά αυτό που κάνει μια πόλη να είναι «πόλη» είναι αυτή η ανεξήγητη, φευγαλέα και ρευστή ατμόσφαιρα, που εισχωρεί στις αισθήσεις μας και αγκυλώνεται σαν δεύτερο σώμα. Η ατμόσφαιρα μιας πόλης είναι, όσο μακάβριο κι αν ακούγεται, οι σκιές των νεκρών της και οι ψίθυροι του παρελθόντος, εγγεγραμμένου σε προσόψεις κτιρίων, σε παλιά δέντρα, σε φωταγωγούς. Στην Πατησίων, τα φαντάσματα της «Ατθίδος», του «Αττικα», του «Ράδιο Σίτυ» επιζούν τρεμοπαίζοντας σε βουβή οθόνη μνήμης ή σε ροή αφηγήσεων, αλλά είναι αυτή ακριβώς η απουσία τους, όπως ένα πένθος, που μπορεί σήμερα να ξαναφέρει, με πείσμα, την Πατησίων μπροστά.

11 March 2013

Από την κοσμογονία στη γλωσσογονία

Βιβλία, βιβλία: Μια συν-ζήτηση


του Λουκά Θεοχαρόπουλου, critique.gr


Η ιδέα για μία συζήτηση που συνδέει τις διάφορες πτυχές των θετικών με τις ανθρωπιστικές επιστήμες που γεννήθηκε σε ένα διεθνές συνέδριο, έγινε πραγματικότητα στα σεμινάρια της Στοάς του Βιβλίου στην Αθήνα. Πρόκειται για ένα ζωντανό διάλογο μεταξύ δυο διακεκριμένων επιστημόνων του Φυσικού και μέλους της Ακαδημίας Αθηνών Δημ. Νανόπουλου και του γλωσσολόγου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γ. Μπαμπινιώτη.

Μέσα από τη σπάνια αυτή επιστημονική, υψηλού επιπέδου αντιπαράθεση, που ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία αλλά και μια απόλαυση για τους ακροατές, προβλήθηκαν επιχειρήματα και ανακαλύφθηκαν κοινοί τόποι ανάμεσα στην δημιουργία του σύμπαντος και στην γέννηση της γλώσσας. Δυο επιστημονικοί χώροι που μας φαίνονται τόσο μακρινοί η κοσμολογία και η γλωσσολογία γνωρίσθηκαν σαν «φίλοι από τα παλαιά». Ο διάλογος δεν εξαντλήθηκε αυστηρά γύρω από τους δυο αυτούς επιστημονικούς κλάδους, αλλά η συζήτηση απλώθηκε και σε άλλα θέματα ενός ευρύτερου φάσματος που προβληματίζουν την σύγχρονη επιστημονική κοινότητα.

Θέματα όπως η σχέση του κόσμου και της ανθρώπινης νόησης, η γλώσσα, η λειτουργία του εγκεφάλου σε σχέση με την αντίληψη του κόσμου. Ο τρόπος επικοινωνίας των θετικών επιστημών και συγκεκριμένα της νευροεπιστήμης με την γλωσσική επιστήμη και γενικότερα με τις κοινωνικές επιστήμες. Αναλύθηκαν από διάφορες οπτικές γωνίες έννοιες όπως το σύμπαν, η ενέργεια, η οικονομία, η αναγωγή, η συμμετρία, η αρμονία, η θεωρία, η ενοποίηση, η επιλογή, η διακύμανση ή ελευθερία, προπαντός η σχέση εξειδίκευσης με την γενική θεώρηση της νόησης την ανεπιφύλακτη απαίτηση σήμερα για μία διεπιστημονική συνεργασία στο ερευνητικό επίπεδο.

Οι δυο επιστήμονες ανησυχούν για τον επιστημονικό απομονωτισμό που εμποδίζει την βαθύτερη κατανόηση της ουσίας των πραγμάτων του κόσμου. Αναμενόμενο θα ήταν μια συζήτηση αυτής της μορφής να μας ταξιδέψει και σε θέματα επιστημονικών κλάδων όπως φυσική, κβαντική φυσική, κοσμολογία, κειμενολογία, κοινωνικές επιστήμες, μαθηματικά, βιολογία, χημεία, βιολογία.

Ενότητες, προς το τέλος του βιβλίου ασχολούνται με ζητήματα παιδείας, πολιτικής κριτικής και ανθρωπισμού.

Με ενδιαφέρον αναπτύσσονται συζητήσεις για το ήθος του επιστήμονα, την ηθική της επιστήμης. Γίνεται αναφορά στην επιστημονική ταπεινοφροσύνη, στην επιστημονική αλαζονεία που μαρτυρά άγνοια της γνώσης και των διαστάσεων των προβλημάτων.

Η δημοσίευση αυτής της συζήτησης στο βιβλίο αυτό, πρέπει να να εύρει την απαιτούμενη ανταπόκριση στο αναγνωστικό κοινό, για να ανοίξει ορίζοντες στην σκέψη του καθημερινού ανθρώπου.

10 March 2013

Ανακατανομή του τίποτα

του Δημήτρη Νανόπουλου, physicsgg.me, 13/04/2011 

[…] Όλοι ξέρουμε ότι ζούμε σ’ ένα σύμπαν που διαστέλλεται για 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια. Άρα, αν πάμε πίσω στον χρόνο, κοντά στην «αρχή», το σύμπαν ήταν λιλιπούτειο, μικρότερο κι από ένα quark ή ηλεκτρόνιο. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε, τουλάχιστον στην αρχή, με ένα κβαντικό σύμπαν.
Το σύμπαν προέρχεται από (ή εμφανίστηκε σαν) μια αυθόρμητη (spontaneous) κβαντική διακύμανση του «τίποτα» ή καλύτερα από το κβαντικό κενό. Υπάρχουν άπειρες τέτοιες κβαντικές διακυμάνσεις, οι οποίες όμως είναι πολύ βραχύβιες της τάξεως του 10-44 του δευτερολέπτου! Μια από αυτές τις κβαντικές διακυμάνσεις, για καθαρά τυχαίους λόγους, κατόρθωσε «να διαφύγει» και μέσα από μια αρχικά «πληθωριστική» (inflationary) διαστολή, να εξελιχθεί έπειτα από 13,7 δισεκ. χρόνια στο σύμπαν που «βλέπουμε» σήμερα. 


Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι κάθε μια από τις «άπειρες» διακυμάνσεις θα μπορούσε δυνητικά να εξελιχθεί σ΄ ένα σύμπαν, με τους δικούς του φυσικούς νόμους, όπως περιγράφεται από τις περίπου 10500 «λύσεις» των εξισώσεων της Μ ή F θεωρίας. Γνωρίζοντας σήμερα ότι, σύμφωνα με τη θεωρία των Υπερχορδών/Μ-Θεωρία, τα δυνητικά σύμπαντα, για λόγους συνέπειας της θεωρίας, πρέπει να είναι 10,11, ή 12 διαστάσεων. Συνεπώς, οι 6,7,8 «περιττές» διαστάσεις, μια που ζούμε σ’ ένα 4-διάστατο σύμπαν, πρέπει να παραμείνουν «διπλωμένες» περίπου στο 10-30 – 10-33 του εκατοστού!
Ο τρόπος και η εσωτερική γεωμετρία του «διπλώματος» των «περιττών» διαστάσεων καθορίζουν ριζικά όχι μόνο τον τύπο των δυνάμεων ή αλληλεπιδράσεων, αλλά και τις μάζες των σωματιδίων και άλλες φυσικές σταθερές. Με άλλα λόγια, γνωρίζουμε σήμερα ότι το εμφανιζόμενο σύμπαν διέπεται από ένα μοναδικό κι αναπόσπαστο σύνολο φυσικών νόμων και φυσικών σταθερών. Η ερώτηση γιατί αυτό το δικό μας σύμπαν και όχι άλλο δεν έχει νόημα, μια που όλα τα σύμπαντα, κατ’ αρχήν, έχουν μη μηδενική πιθανότητα εμφανίσεως. Η παραπάνω περιγραφή είναι αυτό που λέμε σήμερα «πολυσύμπαν» (multiverse) και είναι απόρροια της M ή F θεωρίας.
Πρέπει να τονιστεί ότι η ύπαρξη της στιγμιαίας «πληθωριστικής» (inflatinary) διαστολής διασφαλίζει ένα υψίστης σημασίας desideratum, τον μηδενισμό ανά πάσα στιγμή της συνολικής ενέργειας του σύμπαντος. Η ύπαρξη της βαρύτητας, που δρα πάντοτε ελκτικά, άρα συνεισφέρει αρνητική ενέργεια, είναι ανυπολόγιστης αξίας στη μηδενοποίηση της ολικής ενέργειας του σύμπαντος. 

Xαρακτηριστικά αναφέρω ότι, στη θεωρία Υπερχορδών/Μ-θεωρία/F-θεωρία, η βαρύτητα είναι αυτόματα παρούσα σ’ όλες τις «λύσεις» τους. Ο μηδενισμός της ολικής ενέργειας του σύμπαντος καθιστά προφανώς δυνατή την «εμφάνιση» του σύμπαντος από το «τίποτα», χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της διατήρησης της ενέργειας. Eίναι μεγάλο ευτύχημα για όλη τη «Μεγάλη Εικόνα», που παρουσίασα, ότι τα πειραματικά-παρατηρησιακά δεδομένα δείχνουν ότι η ολική ενέργεια του σύμπαντος είναι μηδέν! Τελικά, όπως είπα πριν από δέκα χρόνια: «Είμαστε μια ανακατανομή του τίποτα…»


Ξεκινώντας λοιπόν με ένα ούτως εμφανιζόμενο σύμπαν, μπορούμε μέσα από τους φυσικούς νόμους που το διέπουν να μελετήσουμε επιτυχώς όλη την εξέλιξη του μέχρι σήμερα, ερμηνεύοντας την εμφάνιση όλων των «Μεγάλων Δομών» (Large Structures), γαλαξιών, σμηνών αστέρων, αστέρων, πλανητών… (βλέπε εικόνα/σχήμα παραπάνω).
Πρέπει να τονιστεί ότι η «Μεγάλη Εικόνα» για την εμφάνιση του σύμπαντος, που μόλις περιέγραψα, συνδυασμένη με τη δαρβινική εξέλιξη των ειδών, ελευθερώνει τον άνθρωπο από πολλά θεμελιώδη και υπαρξιακά ερωτηματικά που τον απασχολούν από τότε που υπάρχει. Ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία. Πιστεύω όμως ότι υπάρχει κάτι το μεγαλειώδες σ’ αυτή τη θεώρηση του σύμπαντος…
Απόσπασμα από το βιβλίο: “Από την κοσμογονία στη γλωσσογονία”, Δημήτρης Νανόπουλος – Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Εκδόσεις Καστανιώτη, βλέπε εδώ >>>.

06 March 2013

Διαχρονική αθλιότητα πιστών...

Πριν από σχεδόν 2 χρόνια έγινε εδώ μία ανάρτηση με τίτλο «Η ανακάλυψη της χριστιανικής κόλασης..." με πληροφορίες από το γερμανικό περιοδικό Spiegel. Σύμφωνα με αυτό το κείμενο, στην τέως Σοβιετική Ένωση έβαλαν ως στόχο να δημιουργήσουν στο υπέδαφος της Γης την «πιο βαθειά τρύπα» και περιγράφονται εκεί οι δυσκολίες αυτού του εγχειρήματος...

Τότε είχε κυκλοφορήσει και η φήμη ότι «Ρώσοι επιστήμονες ανακάλυψαν την κόλαση, βαθιά μέσα στη Γη», πράγμα που φυσικά αποδείχθηκε φάρσα, η οποία μπορούσε να πείσει μόνο ευήθεις και θεόπληκτους που έβλεπαν να επιβεβαιώνεται αυτό ακριβώς που πίστευαν. Σ' εκείνη την ανάρτηση περιγράφεται με λεπτομέρειες ποιοι και πώς έστησαν τη φάρσα (ένας θεολόγος ανάμεσά τους) και τι προσπάθειες έκαναν μετά, ματαίως, για να αποτρέψουν τις ανόητες διαδόσεις, αφού οι θεόπληκτοι αποδέχονταν με εκδικητική ευχαρίστηση τη «χαρμόσυνη πληροφορία»!

Τώρα προέκυψε άλλη μια προέκταση αυτής της διαχρονικής χριστιανικής αθλιότητας: Κάποιοι οργανωμένοι έμποροι πίστης παρουσιάζουν σε ανακοινώσεις προς το ποίμνιό τους την «ανακάλυψη» της χριστιανικής κόλασης ως γεγονός, αντιγράφοντας το πρώτο μέρος της ανάρτησης και αποσιωπώντας τη συνέχεια που αναφέρεται στην αποκάλυψη της φάρσας.

Ένας φίλος ανακάλυψε σε ναούς της Θεσ/νίκης τις πολυγραφημένες αναρτήσεις, οι οποίες συνοδεύονται από οδηγίες, τι θα κάνετε όταν έρθει το τέλος της Γης, του Γαλαξία, του Σύμπαντος, όταν έρθει ο βελζεβούλης ή ο Νιμπίρου. Και φυσικά, το ποίμνιο θα σπεύσει να ανταμείψει τους αρχι-μαντρίτες με οβολούς...

05 March 2013

Ο Επικουρισμός, μια ηθική αθεΐα


του Ζωρζ Μινουά
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η ιστορία της Αθεΐας», Εκδόσεις Νάρκισσος, και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 23 του τριμηνιαίου περιοδικού "Ο Κήπος του Επίκουρου", Εκδόσεις Βερέττα.

Ο Ζωρζ Μινουά είναι ένας σύγχρονος Γάλλος ιστορικός με εξαιρετικά πλούσιο συγγραφικό έργο, ενώ μέχρι το 2007 δίδασκε Ιστορία και Γεωγραφία στη Μέση Εκπαίδευση. Ανάμεσα στα ιστορικά του συγγράμματα διακρίνονται  «Η Εκκλησία και η Επιστήμη. Ιστορία μιας παρεξήγησης», «Θρησκευτική ιστορία της Βρετάνης», «Ιστορία της Κόλασης», «Η Εκκλησία και ο Πόλεμος», «Νέα ιστορία της Βρετάνης», «Ερρίκος ο Η’»,  «Ιστορία της αυτοκτονίας», «Οι Στιούαρτ», «Ιστορία του Μέλλοντος. Οι προφήτες σε προοπτική», «Το μαχαίρι και το δηλητήριο. Η πολιτική δολοφονία στην Ευρώπη», «Ο Διάβολος», «Η καταγωγή του κακού. Μια ιστορία του προπατορικού αμαρτήματος», «Ιστορία της δυσκολίας επιβίωσης. Από τη μελαγχολία στην κατάθλιψη», «Μποσουέ», «Κάρολος ο Ζ’», «Η λατρεία των μεγάλων ανθρώπων. Από τους ομηρικούς ήρωες έως το σύστημα των σταρ», «Ο εκατονταετής πόλεμος», «Καρλομάγνος», «Λεξικό αθέων, αγνωστικιστών, σκεπτικιστών και άλλων δύσπιστων» κ. ά. 
Άλλο ένα προϊόν της πολιτισμικής κρίσης του 4ου και του 3ου αι. υπήρξε ο επικουρισμός, κατά πολύ σαφέστερα άθεος από τον στωικισμό. Αλλοιωμένος από τους πολέμιους του, θα παραμείνει επί μακρόν το μαύρο πρόβατο του χριστια­νισμού, που θα τον προβάλλει ως οιονεί διαβολικό δόγμα, ένα κράμα αθεΐας, ακραιφνούς υλισμού και ανηθικότητας. Όλοι οι άπιστοι χαρακτηρίζονται ως «χοίροι του Επίκουρου», ενώ ο επικουρισμός συνιστά έναν εύχρηστο κάλαθο αχρήστου, προκειμένου κάποιος ανεξέταστα να απαλλαγεί από όλους τους σκεπτικιστές και τους ελευθέριους, με τον προσβλητικό χαρακτηρισμό τους ως επικούρειων.
Η τοποθέτηση του επικουρισμού στον αντίποδα των παραδοσιακών θρη­σκειών είναι εύκολα αποδεκτή. Λόγω του συνδυασμού ενός τρόπου ζωής με μία φιλοσοφική θεωρία, στην πραγματικότητα αποτελεί θεωρητική και ταυ­τόχρονα, εμπειρική αθεΐα. Ο Επίκουρος (34 1-270) ωστόσο βεβαιώνει σαφώς την ύπαρξη των θεών: «Οι θεοί υπάρχουν, απόδειξη σαφής είναι η γνώση μας για αυτούς». Είναι υλικοί, αποτελούμενοι από λεπτά άτομα, είναι ωραίοι και ευτυχείς. Η ευτυχία των θεών πρέπει να αποτελέσει γνώμονα της ευτυχίας των ανθρώπων: απολαμβάνουν την απόλυτη ηρεμία, την αταραξία, καθώς δεν ασχολούνται με τίποτε και, βεβαίως, ούτε με τα ανθρώπινα ζητήματα. Σε τίποτε δεν ωφελεί η προσευχή προς αυτούς ή ο φόβος εξαιτίας τους: οι θεοί αδιαφορούν για την ανθρώπινη μοίρα. Οι θεοί αυτοί, που δεν δημιούργησαν τον κόσμο και ουδέποτε παρεμβαίνουν, δεν υπόσχονται ούτε ανταμοιβή ούτε τιμω­ρία στον άνθρωπο του οποίου ο βίος είναι επίγειος και τερματίζεται με τον θάνατο, χωρίς να υπάρχει επιβίωση της ψυχής, αυτοί λοιπόν οι θεοί υπάρχουν απλώς τυπικά. Η εξύμνησή τους, κατά τον Επίκουρο, σημαίνει ήδη μία ελά­χιστη συμμετοχή στην ευτυχία τους. Πέραν αυτού, ένας επικούρειος κάλλι­στα αντιπαρέρχεται τους θεούς, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ουδεμία παρα­μόρφωση των θεμελίων της θεωρίας.         
Ο επικουρισμός ανάγεται μάλλον, όπως έδειξε ο J.-A. Festugiere, σε αντίδραση κατά του φόβου απέναντι στους θεούς, που φθείρει την ανθρώπι­νη ζωή. Εντοπίζεται σε αυτό το σημείο μία μάλλον άγνωστη πλευρά των αρχαίων θρησκειών, που συνηγορεί επίσης υπέρ της επανεξέτασης τους, σε μία κρίση σαφώς ανάλογη με αυτήν του τέλους του 20ου  αιώνα.
Συνηθισμένοι να συνδέουμε τον θρησκευτικό φόβο με τον χριστιανισμό, με τον διάβολο και την κόλαση, την απειλή της αιώνιας τιμωρίας, που επί μεγάλο διάστη­μα εκμεταλλεύθηκε ο κλήρος, λησμονούμε τελικά ότι στις ειδωλολατρικές θρησκείες ο φόβος ήταν παρών και η συμβολή του στην ανάπτυξη του σκε­πτικισμού και της αθεΐας υπήρξε καθοριστική. Ο ειδωλολάτρης φοβάται τους θεούς του με τις απρόβλεπτες αντιδράσεις. Θεοί που υφαίνουν την τύ­χη του αυθαίρετα, όπως εύγλωττα απεικονίζει ο μύθος των Ατρειδών, θεοί που προκαλούν αναίτια φυσικούς κατακλυσμούς και οδηγούν τον άνθρωπο στον θάνατο, σε ένα επέκεινα αβέβαιο, που οι φήμες το παρουσιάζουν απο­τρόπαιο. Από τη στιγμή που ο πιστός απαιτεί την ύπαρξη μιας θείας πρό­νοιας, μιας θεϊκής παρέμβασης στις ανθρώπινες υποθέσεις, περιμένει τα πά­ντα από αυτά τα υπερφυσικά, πανίσχυρα και μνησίκακα όντα, τα πάντοτε πρόθυμα για εκδίκηση.
«Ο φόβος για τους θεούς, λοιπόν, για την οργή τους εναντίον των ζωντανών, την εκδικητικότητα τους απέναντι στους νεκρούς, υπήρξε σημαντικότατος παράγοντας της θρησκείας των Ελλήνων. Ενδεχομέ­νως, τον βίωσε και ο ίδιος ο Επίκουρος».
Η άποψη αυτή υπερακοντίζει την άποψη του Πλούταρχου, ενός παραδο­σιακού θρησκευτικού πνεύματος, ο οποίος στο Περί δεισιδαιμονίας, δηλώνει ότι ο επικουρισμός, κατά μία έννοια, προτιμάται αντί του υπερβολικού φό­βου πολλών πιστών για τους θεούς, στους οποίους περιδεείς αποδίδουν τη δυστυχία τους: κατρακυλούν στον βούρκο ομολογώντας τα σφάλματα τους, φρικιούν στην προοπτική μιας αιωνιότητας μαρτυρίων. Ο άθεος αντιθέτως αυτοπαρηγορείται. Ατάραχος και άφοβος, αποδίδει τα δεινά του στο ενδεχό­μενο ή την Τύχη.
Η απόρριψη των θεών επομένως θα ήταν μία επαναστατική αντίδραση, η επανάσταση του ανθρώπου που θέλει να έχει υπό τον έλεγχο του το πεπρωμένο του, που αρνείται τους θεϊκούς μύθους, που τον υποδουλώνουν και τον φοβίζουν. Η αντίδραση αυτή είναι εμφανής στον επιφανέστερο συνε­χιστή του Επίκουρου, τον Ρωμαίο Λουκρήτιο (Titus Lucretius Carus, 100-50 π.κ.χ.). Στο σπουδαίο ποί­ημά του De retum natura με πληθώρα μυθο­λογικών παραδειγμάτων, αποδεικνύει ότι οι θεοί είναι ανθρώπινα δημιουρ­γήματα, αποκυήματα του φόβου για τις δυνάμεις της φύσης. Η θρησκεία, κατά τον ίδιο τρόπο, καθιστά τον άνθρωπο δυστυχή, πείθοντας τον ότι οι θεοί είναι υπεύθυνοι για τις καταστροφές. Εάν λοιπόν αυτοί είναι ικανοί να του στέλνουν τέτοιους κατακλυσμούς στη ζωή αυτή, τι του επιφυλάσσουν άραγε στην επόμενη; Η φαντασία συνεπώς επινόησε όλα αυτά τα μαρ­τύρια που υποθάλπουν τον φόβο. Ο άνθρωπος πρέπει να αποβάλει αυτές τις αντιλήψεις:
«Πρέπει να κυνηγήσουμε και να γκρεμίσουμε αυτόν τον φόβο του Αχέροντα, που διαπερνά τον άνθρωπο μέχρι τα βάθη, που συνταράζει τη ζωή του, και τη χρωμα­τίζει με τη μαυρίλα του θανάτου.... Δεν υπάρχει, όπως λέει ο μύθος, ο δυστυχι­σμένος Τάνταλος που αδιάκοπα φοβάται τον πελώριο βράχο που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του και παραλύει από έναν τρόμο αναίτιο. Αυτός είναι μάλλον ο μάταιος φόβος για τους θεούς, που αναστατώνει τον βίο των θνητών, και ο φό­βος για τη μοίρα, που απειλεί καθένα μας με τα χτυπήματά της. Ούτε Τιτυός υπάρχει να κείτεται στις όχθες του Αχέροντα, με σάρκες ξεσκισμένες απ' τα όρνια· κι αυτά άλλωστε δεν θα μπορούσαν αιώνια να σκαλίζουν το ευρύ του στέρνο για τροφή…»
Κατά τον Λουκρήτιο, ο Επίκουρος έσωσε τον άνθρωπο από τη θρησκεία. Με την ανατροπή της, του απέδωσε την απολεσθείσα αξιοπρέπεια του:
«Ενώ στα μάτια όλων η ανθρωπότητα ζούσε πάνω στη γη μία ζωή αξιοκαταφρόνητη, συντεθλιμμένη κάτω από το βάρος της θρησκείας, που πρόβαλλε το πρόσωπο της αφ’ υψηλού από τους ουρανούς και απειλούσε τους θνητούς με την τρομακτική της όψη, ένας Έλληνας τόλμησε να υψώσει τα μάτια του, την αντίκρισε και την αντιμετώπισε. Οι μύθοι για τους θεούς, ο κεραυνός, οι απει­λητικοί ουράνιοι βρυχηθμοί, όχι μόνο δεν τον πτόησαν, αλλά δυνάμωσαν περισ­σότερο την ορμή του θάρρους του και την επιθυμία του να παραβιάσει πρώτος τις σφιχτοκλεισμένες θύρες της φύσης [...] Από τότε, με τη σειρά της γκρεμί­στηκε η θρησκεία και ποδοπατήθηκε, και εμάς, η νίκη αυτή μάς ανυψώνει μέ­χρι τους ουρανούς…»
Κατά τον Λουκρήτιο επομένως ο επικουρισμός είναι όντως αθεΐα. Αγνοεί τους μακάριους και ατάραχους θεούς, που διατηρούσε ακόμη ο δάσκαλος του, και αρκείται σε έναν καθαρό μηχανιστικό υλισμό.
«Η ύλη αποτελείται από άτομα απολύτως πλήρη, που κινούνται άφθαρτα εις το διηνεκές [...] Ολόκληρο το σύμπαν, επομένως, είναι πανταχόθεν ελεύθερο, άπειρο, συγκροτημένο από κενό και ύλη, όπου τα πάντα δημιουργούνται και διαλύο­νται, χωρίς συνολικό σχέδιο.»
Διαφορά με τη δημοκρίτεια αντίληψη: τα άτομα διαγράφουν μία ελαφρώς πλάγια τροχιά, αυτή δε η παρέγκλιση, που ευνοεί τους ποικίλους συνδυασμούς, περιφρουρεί επίσης το όποιο ενδεχόμενο και ένα βαθμό ελευθερίας του ανθρώπου, καθώς διευθετεί ένα χώρο διαθέσιμο στην ηθική.
Ο επικουρισμός αποτελεί πράγματι την πρώτη σοβαρή απόπειρα άθεης ηθικής, μιας ηθικής που εδράζεται στη μόνη δυνατή, αυθεντική αξία ενός ανθρώπινου κόσμου χωρίς θεό: την αναζήτηση της προσωπικής επίγειας ευτυχίας. Η ευτυχία αυτή θεμελιώνεται στην απουσία φυσικού πόνου και ψυχικής σύγχυσης, σε αυτή την ισορροπημένη κατάσταση σοφίας, δηλαδή την αταραξία. Μοναδικό κίνητρο για τον σοφό είναι η αναζήτηση της ηδονής, άρα αποκλείεται η εύκολη και άσωτη ζωή, πηγή δεινών μάλλον παρά ηδονής. Στην πραγματικότητα βεβαίως η επικούρεια ηδονή προσομοιάζει προς τον ασκητισμό και όχι προς τη διασκέδαση. Είναι το αποτέλεσμα μιας σοφής και ευαίσθητης αναλογίας, η οποία, σε περίπτωση υιοθέτησης της από το σύνολο, θα κατέληγε σε μία κοινωνία τέλεια, δίκαιη, ισορροπημένη:
«Βέβαια, επειδή η ηδονή είναι το πρωταρχικό και έμφυτο αγαθό, δεν προτιμούμε οποιαδήποτε ηδονή: ορισμένες φορές αντιπαρερχόμαστε πολλές ηδονές, όταν μας προξενούν μεγαλύτερες δυσκολίες. Ανάλογα, θεωρούμε κάποιους  πόνους προτιμότερους από μερικές ηδονές, όταν μακροχρόνια βάσανα τα ακολουθεί εντονότερη ηδονή. [...]
«Γιατί όταν έχει εξαλειφθεί ο πόνος της έλλειψης, η λιτή τροφή μάς δίνει την   ίδια ηδονή με τα πλούσια γεύματα και το ψωμί και το νερό φέρνουν την υπέρτα­τη ηδονή, όταν προσφερθούν σε κάποιον τη στιγμή που τα χρειάζεται. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στην απλή και όχι στην πολυτελή διατροφή και βελτιώνει την υγεία του και καθιστά τον άνθρωπο ακούραστο στις υποχρεώσεις της ζωής κι όταν πότε πότε προσερχόμαστε σε πολυτελή γεύματα, μας προδιαθέτει καλύτερα γι’ αυτά κι ακόμη μας προετοιμάζει να αντιμετωπίζουμε χωρίς φόβο τις μεταστροφές της ζωής.»
«Όταν λοιπόν λέμε ότι η ηδονή είναι ο σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και τις αισθησιακές ηδονές, όπως νομίζουν κάποιοι που αγνοούν, διαφωνούν ή παρερμηνεύουν τις απόψεις μας· εννοούμε την απουσία σωματικού πόνου και ψυχικής ταραχής.»
Εξαρχής συκοφαντημένη από τους Στωικούς, η επικούρεια διδασκαλία θα προβληθεί παραδόξως ως η αποτρόπαια αντίθεση στα μάτια των πιστών και ως απόδειξη της ασυμβατότητας αθεΐας και ηθικής. Η παρεξήγηση αυτή είναι περίεργη, δεδομένου ότι Στωικοί και Επικούρειοι εκθειάζουν στο σύνολο τους την απαραίτητη συμμόρφωση με τη φύση· αλλά, ενώ οι πρώτοι θεωρούν ως σοφία την εκούσια αφομοίωση ανθρώπου και φύσης, οι δεύτεροι συνιστούν μία συνετή αναλογία φυσικών στοιχείων, προκειμένου να διασφαλίσουν την κατά το δυνατό μεγαλύτερη ψυχική ευεξία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι Επικού­ρειοι διασώζουν την αξιοπρέπεια και την ιδιαιτερότητα του ανθρώπου, εν αντι­θέσει προς τους Στωικούς, που την κατακυρώνουν στη δήθεν θεϊκή φύση.
Άλλο παράδοξο: οι χριστιανοί που θα απορρίψουν και τις δύο θεωρίες ως άθεες, εκδηλώνουν θαυμασμό απέναντι στη στωική ηθική, δεδομένου ότι εξαίρει την εκούσια αποδοχή της μοίρας, και περιφρονούν την επικούρεια, διότι καθιστά το άτομο μοναδικό κύριο της συμπεριφοράς του. Εξού και ο γνήσιος επικούρειος σοφός, κυριαρχώντας πάνω στη φύση, προσεγγίζει περισσότερο προς τον χριστιανό ασκητή, εν συγκρίσει προς τον στωικό σοφό, που ακολου­θεί τη φύση. Ο πρώτος, όμως, κατά τους χριστιανούς, έχει άδικο, εφόσον προ­βάλλει ως υπέρτατη αξία την αναζήτηση της ηδονής, ενώ ο χριστιανισμός εξαίρει την κακουχία και τον πόνο, με την προμελετημένη αναζήτηση των οποίων επιδιώκεται ο εξαγνισμός.
Ο χριστιανισμός άλλωστε ουδέποτε θα συγχωρήσει στον επικουρισμό τη ρητή άρνηση της αθανασίας της ψυχής. Κατά τον Επίκουρο, ο θάνατος είναι συνολικός και οριστικός· επομένως δεν προκαλεί φόβο: «Η ανυπαρξία αυτού που πέθανε σήμερα θα είναι κοινή με την ανυπαρξία εκείνου, που πέθανε πριν από μήνες ή χρόνια», γράφει ο Λουκρήτιος. Τα άτομα που συνέθεταν τον άνθρωπο επανασυντίθενται, ώστε να σχηματίσουν άλλες μορφές.
Σημειωτέον επίσης ότι ο επικουρισμός παρά την αναζήτηση των ισορρο­πημένων ηδονών επ' ουδενί εγγυάται ένα βίο ανέφελο, όπως άλλωστε εύγλωτ­τα περιγράφει οΛουκρήτιος, ο πατέρας της υπαρξιακής θλίψης:
«Ο καθένας προσπαθεί να αποφύγει τον εαυτό του, χωρίς προφανώς να είναι σε θέση να αποδράσει, παραμένει προσκολλημένος στον εαυτό του, παρά τη θέληση του, και τον απεχθάνεται».
Ο ίδιος ο έρωτας είναι μαρτύριο, μια παραφροσύνη, ένας παροξυμμένος πόθος, ανικανοποίητος διαπαντώς. Για τον Λουκρήτιο η κόλα­ση είναι το εγώ και όλοι του οι φόβοι είναι το υπαρξιακό άγχος. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να απαλλαγεί από ορισμένους φόβους του, όπως από τον φόβο του θεού ή του θανάτου, αλλά από το καταχθόνιο υπαρξιακό άγχος, το άγχος της ύπαρξης, απαλλάσσεται μόνο με τον ίδιο τον θάνατο του.