08 July 2011

Δεν αλλάζουν οι καιροί!

της Ευγενίας Ηλιοπούλου, ΑΥΓΗ, 8/7/2011

«Η εκκλησία πάντα στάθηκε δίπλα στο έθνος, αγωνίστηκε και έδωσε ό,τι μπορούσε, αλλά…» (αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος 6/07/2011)

Η Εκκλησία της Ελλάδας αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Λόγω αυτής της ιδιότητας της το ελληνικό κράτος πληρώνει τις συντάξεις, τους μισθούς και τα εφάπαξ των κληρικών και των οικογενειών τους. Οι κληρικοί είναι δημόσιοι υπάλληλοι με δικαιώματα αλλά και με υποχρεώσεις απέναντι στη μάνα πατρίδα. Αναρωτιέμαι, όταν έγινε η καταγραφή των περίπου 800.000 δημοσίων υπαλλήλων, μετρήθηκαν οι κληρικοί;

Καθημερινά, στο πλαίσιο της θυσίας που πρέπει να κάνουν για να σωθεί η οικονομία της χώρας, στενεύει ο κλοιός γύρω από τους δημοσίους υπαλλήλους όπως και γύρω από άλλους φορείς. Καθημερινά βγαίνουν στη δημοσιότητα νόμοι που πετσοκόβουν προνόμια και επιδόματα και μετριάζουν τα εισοδήματα όλων των εργαζομένων. Αναρωτιέμαι ποια θα είναι η πραγματική και συνάμα ουσιαστική συνεισφορά των "πνευματικών πατέρων στην κρίση.


Ο υπουργός Οικονομικών, ο κύριος Βενιζέλος, συναντήθηκε και παρακάλεσε, για βοήθεια τον κύριο Ιερώνυμο, ενώ εμάς μας επιβάλλει εφαρμόζοντας τις ντιρεκτίβες του ΔΝΤ. Διαβεβαίωσε τους αρχιερείς ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα με τις χειροτονίες και τη μισθοδοσία των κληρικών και θα ικανοποιηθούν τα σχετικά αιτήματά τους, ενώ τους δημόσιους υπαλλήλους τους προετοιμάζει για απολύσεις. Δεν με ενδιαφέρει το θετικό πνεύμα της συνάντησης όσο με ενδιαφέρει πότε θα καταμετρηθεί η περιουσία της Εκκλησίας της Ελλάδας και πότε θα φορολογηθεί αυτή η περιουσία καταλλήλως.

Γιατί η πράσινη κυβέρνηση απευθύνθηκε στους φιλέλληνες εκατομμυριούχους απανταχού της γης ξεχνώντας ότι το ένα έκτο της Ελλάδας αποτελεί εκκλησιαστική περιουσία; Γιατί η πολιτεία δεν την έχει καταγράψει και πώς γίνεται η ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδας να δηλώνει επισήμως ότι δεν γνωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία των μονών, των μητροπόλεων και των ναών διότι κάθε μητρόπολη, μονή και ναός έχει τη δική του οικονομική διαχείριση; Άρα η καταμέτρηση της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι ανέφικτη; Ποιος μπορεί να αποτιμήσει την αξία των δασών, των χορτολιβαδικών εκτάσεων αλλά και των δεσμευμένων από δήμους και κράτος οικοπέδων;

H εκκλησιαστική περιουσία καλύπτεται από ένα αδιαφανές πλέγμα που «υφαίνουν» περισσότερα από 10.000 Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (μητροπόλεις, ναοί, μονές, προσκυνήματα, ιδρύματα, κληροδοτήματα και άλλα). Πρόχειροι λογαριασμοί μιλάνε για μία περιουσία που ανέρχεται σε τουλάχιστον δεκαπέντε δισεκατομμύρια (15.000.000.000) ευρώ. Στο ποσό αυτό προστίθεται και η ανυπολόγιστη-αμύθητη περιουσία των περίπου δυόμισι χιλιάδων (2.500) μοναστηριών.

Επίσης διαθέτει ολόκληρα νησιά και βραχονησίδες (!) σε νησιωτικά συμπλέγματα, όπως π.χ στις Σποράδες και τις Κυκλάδες. Διαθέτει περίπου οκτακόσια (800) κτήρια με γραφεία, καταστήματα, εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία, ακόμα και μισθωμένα βενζινάδικα. Όσον αφορά δε τη ρευστότητα, υπολογίζεται σε μερικές δεκάδες (ίσως και εκατοντάδες) εκατομμύρια ευρώ. Ταυτόχρονα, έχει συστήσει δύο Ανώνυμες Εταιρείες (Α.Ε.), μία για τη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων, με την επωνυμία «Υποστήριξη Επιχειρησιακών και Χρηματοδοτικών Προγραμμάτων Μελετών και Έργων, Ανώνυμη Εταιρεία» και μία για τη διαχείριση της περιουσίας της.

Γιατί τα αποθεματικά της Εκκλησίας δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ξεπεραστεί η κρίση;

07 July 2011

Μια παλιά σχέση που κρατάει και αποδίδει...

του Ανδρέα Πετρουλάκη, protagon.gr, 07/07/2011

Η αρχή είχε γίνει με την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Ο Σημίτης έδινε μια μοναχική μάχη με μόνους συμπαραστάτες μια μικρή ομάδα στελεχών του κόμματός του και τον τότε Συνασπισμό (το παλιό καλό κόμμα της ανανεωτικής αριστεράς που σε τίποτα δεν το θυμίζει ο σημερινός). Οι επιφανείς του ΠΑΣΟΚ ηχηρά απόντες. Με προεξάρχοντα τον Ευάγγελο Βενιζέλο ο οποίος έκρυβε μέσα σε ποταμούς σπανίων και απροσδόκητων λέξεων την πραγματική του άποψη.

Οι υπηρεσίες του, ως ικανού πολιτικού και διαπρεπούς συνταγματολόγου, θα μπορούσε να είναι πολύτιμες στην σημαντική εκείνη τομή που έκανε ο Πρωθυπουργός του, αλλά εκείνος προτίμησε να κλείσει το μάτι στις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και το συντηρητικό κοινό της Θεσσαλονίκης.

Ο Ευ.Βενιζέλος, με τον πατέρα και τον κληρικό παππού του.

Το ίδιο έκανε και στην υπόθεση της έκθεσης OUTLOOK. Ως υπουργός Πολιτισμού έκανε το πρωτοφανές, να κατεβάσει από τον χώρο της έκθεσης έναν (αμφιλεγόμενο) πίνακα που υποτίθεται ότι έθιγε τον Ιησού, υποκύπτοντας πάλι στην πίεση του θρησκόληπτου ψηφοφόρου. Ο Υπουργός Πολιτισμού που όφειλε να υπερασπιστεί το δικαίωμα ενός έργου να διανύσει την απαιτούμενη διαδρομή στον χρόνο, ώστε εκείνος και το ειδικό κοινό να αποφανθεί αν πρόκειται ή όχι για έργο Τέχνης, ενήργησε σαν Ενωμοτάρχης που προστατεύει τα χρηστά ήθη. Οι πανθομολογούμενες ρητορικές του δυνατότητες προσφέρθηκαν αφειδώς και στη συσκότιση των ευθυνών των μοναχών του Αγίου Όρους, στην υπόθεση του Βατοπεδίου, προσπαθώντας το σκάνδαλο να χρεωθεί αμιγώς στους υπουργούς της Νέας Δημοκρατίας.

Και τώρα η συνάντηση με τον Ιερώνυμο. Τη στιγμή που ο προηγούμενος υπουργός Οικονομικών είχε καλλιεργήσει το κλίμα για αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας στην μάχη κατά του χρέους (σύμφωνα άλλωστε και με τις ξεκάθαρες προεκλογικές δεσμεύσεις του Πρωθυπουργού), αλλά και της μείωσης των μισθολογικών υποχρεώσεων του κράτους προς τους κληρικούς στο μισό, ήρθε ο κ. Βενιζέλος να επιβεβαιώσει τους φόβους όσων είχαν παρακολουθήσει τις σχέσεις του με την Εκκλησία αυτά τα χρόνια. Συνομιλώντας και αυτή τη φορά με τους ψηφοφόρους που βγάζουν Ψωμιάδηδες και Παπαθεμελήδες, αδίκησε πάλι τον εαυτό του.

05 July 2011

Βιβλία, βιβλία

Μια συνάντηση του Σολωμού με τον Μότσαρτ

Η επινοημένη συνάντηση του συνθέτη με τον ποιητή και η συναίρεση του τοπικού με το εθνικό στο μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1996.


του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΒΗΜΑ, 3/7/2011


Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1996 και έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, στα γερμανικά και στα ιταλικά. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο ιστορικό μυθιστόρημα, στο οποίο ο Αλέξης Πανσέληνος επινοεί μια εντελώς απροσδόκητη συνάντηση. Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ ως Γκότλιμπ Περτλ (ή Χρυσόστομος Μαζαρίνι) και ο Διονύσιος Σολωμός ως Ανδρέας Ροϊλός θα συναντηθούν εν έτει 1799 στην Ηπειρο του Αλή Πασά. Στην πραγματικότητα βέβαια το 1799 ο Μότσαρτ δεν ζει πια και ο Σολωμός είναι νεογέννητος.


Μέσα όμως από αυτή την ανατρεπτική υπέρβαση ο συγγραφέας θα βρει την ευκαιρία να στήσει μια συναρπαστική περιπέτεια, με τους δύο ήρωες να πέφτουν άλλοτε σε απατεώνες που ξαφρίζουν την περιουσία τους, άλλοτε σε πειρατές που απειλούν τη ζωή τους και άλλοτε σε ληστές που θέλουν να πάρουν το κεφάλι τους. Και αν στο τέλος βγαίνουν σώοι και αβλαβείς απ΄ όλα, προλαβαίνουν στις ανάπαυλες της δράσης να ανασηκώσουν τον πέπλο της καλλιτεχνικής τους ταυτότητας και να κουβεντιάσουν διά μακρών για το έργο τους.

Ο Μότσαρτ συζητεί για τη δύναμη του αυθόρμητου στη μουσική, ενώ ο Σολωμός διχάζεται ανάμεσα στα επαναστατικά ιδανικά του έθνους και στο πάθος του για την τελείωση της μορφής στην ποίηση. Κοινό χαρακτηριστικό τους, η μανιώδης, ακαταπόνητη αναζήτηση του καντιανού υψηλού. Η Βιέννη και η Πράγα (Μότσαρτ) αγκαλιάζουν στο βιβλίο τη Βενετία και την Αγία Μαύρα (Σολωμός) για να στυλώσουν την παιδεία του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, συναιρώντας το τοπικό με το εθνικό αλλά και το εθνικό με το ευρωπαϊκό σε μια οργανική ενότητα.

Με τον Μότσαρτ έχω συναντηθεί κι εγώ, βέβαια: 

04 July 2011

Βιβλία, βιβλία

Διηγήματα με φιλοσοφικό τρόπο


Καίτη Βασιλάκου: Ο τέταρτος κλώνος, εκδόσεις Αίολος, σ. 217, ευρώ 14


Μπορεί η φανταστική λογοτεχνία, με την «εξωπραγματική» θεματική της και τα «μυθικά» της σύμβολα, να δίνει την εντύπωση ότι κινείται εκτός ρεαλιστικής πραγματικότητας, σε περιοχές ονείρου, εφιάλτη, φαντασιώσεων γενικά. Στο βάθος της, όμως, ο προσεκτικός αναγνώστης εύκολα θα ανιχνεύσει την «υλική» και «μεταφυσική» προβληματική, που έχει υπαγορεύσει την οικοδόμησή της με υπερρεαλιστικά μοτίβα, προβληματική που για ποικίλους λόγους δεν μπορεί να θίξει η νατουραλιστική καθημερινότητα. Υπό αυτή την έννοια, οι ιστορίες της, χωρίς να υποτιμάται το εξωτερικό τους περίβλημα, λειτουργούν προσχηματικά.

Κατ' αρχάς, εξασφαλίζουν την απόλαυση της ανάγνωσης, προσόν κάθε τίμιας μυθοπλασίας, ενώ στη συνέχεια εγκαλούν τον αναγνώστη να συνομιλήσει μαζί τους. Ενα εκ των κυρίων θεμάτων αυτής της ερεθιστικής και προκλητικής συνομιλίας είναι η σημασία της φαντασίας και η πιθανή καταγωγή της, μια οργανική, απροσδιόριστη ανθρώπινη λειτουργία που σχετίζεται με τη μνήμη. Η κοινωνικοπολιτική δομή της προαναφερθείσης πραγματικότητας, το υπαρξιακό αίνιγμα και το κοσμικό άγνωστο είναι τα άλλα σπουδαία θέματα που θέτει επί τάπητος ο επιφανειακός ρασιοναλισμός, των οποίων επιτρέπει τη «φαντασιακή» μελέτη τους και την «αναρχική» προσέγγισή τους. Στα ερωτήματα που προκαλούν δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής απάντηση. Ομως η εμφάνισή τους στον νοηματικό ορίζοντα του ανθρώπου πιθανώς να έχει μεγαλύτερη σημασία.

Τα φανταστικά διηγήματα της Καίτης Βασιλάκου εστιάζουν την προβληματική τους στις καταστάσεις που προκάλεσαν τα προαναφερθέντα ερωτήματα. Τολμηρά, προκλητικά, ενίοτε επιθετικά και σαρκαστικά, ερεθίζουν τη σκέψη, και με την ευφάνταστη ιστορία τους και με τη φιλοσοφική τους διάσταση. Στη θεματική της συγγραφέως η σύγχρονη επιστημονική-τεχνολογική εποχή συναντάται με τη χθεσινή πρώιμη καταγωγή της και σχολιάζουν όλες τις πλευρές της προαναφερθείσης πραγματικότητας στις γήινες διαστάσεις τους, σε μια προσπάθεια να απαλλαγούν από το μυθολογικό τους περίβλημα.

Στο εναρκτήριο διήγημα της συλλογής, για παράδειγμα, ο Τέταρτος κλώνος της Μέριλιν Μονρόε επιστρατεύεται για να καυτηριάσει τα οικονομικά συμφέροντα των Οργανισμών Θεάματος, που εδώ λειτουργούν ως αντανακλάσεις ενός μοντέρνου ολοκληρωτισμού. Στη «Σχεδιάστρια», που ακολουθεί, μια ανάπηρη γυναίκα καταφεύγει στο όνειρο για να επιβιώσει. Η εφιαλτική πραγματικότητα όμως, αδυνατώντας να τη θεραπεύσει, θα την εξαφανίσει· στην αμοραλιστική της ατμόσφαιρα δεν έχουν θέση ούτε το όνειρο ούτε ο «ασθενής». Ενδιαφέρον παρουσιάζει Ο Ορφέας στον Αδη, που χρησιμοποιεί τον αρχαίο μύθο για αποκαλύψει τον άνθρωπο ως συνειδητό υπεύθυνο των πράξεών του - και των αποφάσεών του. Τα Αποπαίδια, επίσης, ρίχνουν ένα αναρχικό, αν όχι και «βλάσφημο» βλέμμα, στον ιδρυτή της χριστιανικής θρησκείας, η δογματική της οποίας συνεχίζει να καλλιεργεί ανεδαφικές ψευδαισθήσεις ακόμη και σήμερα.

Στο ίδιο φιλοσοφικό πνεύμα κινούνται και τα άλλα διηγήματα της ενδιαφέρουσας αυτής συλλογής. Ενεργοποιώντας τη σκέψη, καταθέτουν σοβαρή άποψη και υπαρξιακό προβληματισμό, που συνεχίζουν να απασχολούν τον αναγνώστη και μετά την ανάγνωσή τους. Ουσιώδες στοιχείο της καλής λογοτεχνίας.

Μάκης Πανώριος, Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας, 2/7/2011

03 July 2011

Βιβλιοθεραπεία

Τα βιβλία, εκτός από εργαλεία μάθησης ή απόλαυσης, επιτελούν και πολύτιμες ψυχοθεραπευτικές λειτουργίες

του Σπύρου Μανουσέλη, Ελευθεροτυπία, 2/7/2011

Διαβάζουμε για να γνωρίσουμε, να βιώσουμε ή να σκεφτούμε νέα πράγματα, αλλά και για να ξεχάσουμε ή για να μη σκεφτόμαστε ό,τι μας αγχώνει, μας πληγώνει ή μας ενοχλεί. Υπάρχουν βιβλία που μας συγκλονίζουν και αλλάζουν βαθύτατα τον τρόπο σκέψης μας, άλλα πάλι τα βρίσκουμε εντελώς αδιάφορα ή βαρετά.

Από τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες μέχρι τον Χάρι Πότερ, η ανάγνωση κειμένων μάς βοηθά να ξεπερνάμε -και ενίοτε να κατανοούμε- τα τραύματα και τους φόβους μας. Γραφή και ανάγνωση αποτελούν δύο τυπικά ανθρώπινες εκδηλώσεις των ιδιαίτερων νοητικών ικανοτήτων μας, εκδηλώσεις μοναδικές και αποκλειστικές του είδους μας, οι οποίες μας διαφοροποιούν εμφανώς από τα υπόλοιπα ζώα. Πάντως, ο γραπτός λόγος δεν προέκυψε από κάποια φυσική προδιάθεση του ανθρώπινου νου, ήταν ένα επικοινωνιακό τέχνασμα που επινοήθηκε σχετικά πρόσφατα στην ανθρώπινη ιστορία.


Αν όμως η γραφή και η ανάγνωση, ως μαζικά κοινωνικά φαινόμενα, αποτελούν σχετικά πρόσφατη κατάκτηση των ανθρώπινων πολιτισμών, η ανάγκη μας να επινοούμε ή να ακούμε διηγήσεις ιστοριών είναι πανάρχαια.

Ο αναγιγνώσκων εγκέφαλος

Γιατί άραγε η αφήγηση ιστοριών (προφορική ή γραπτή, αδιάφορο) ασκεί τέτοια ακαταμάχητη έλξη και μαγική επιρροή πάνω στον ανθρώπινο νου; Το ερώτημα αυτό απασχολεί τους μεγαλύτερους στοχαστές ήδη από την αρχαιότητα.

Αρκεί να θυμηθούμε τις ρηξικέλευθες απόψεις του Σωκράτη και του Πλάτωνα σχετικά με τα πρωτεία του προφορικού έναντι του γραπτού λόγου. Οπως υποστηρίζει ο Πλάτων διά στόματος Σωκράτη στον περίφημο διάλογο «Φαίδρος» (275c-277a), ο γραπτός λόγος καταστρέφει τη μνήμη και αποδυναμώνει το νου. Επιπλέον, το γραπτό κείμενο δεν είναι ζωντανό και δεν μπορεί να απαντά στα ερωτήματα που του θέτει ο αναγνώστης.

Η γραφή και η ανάγνωση, σύμφωνα με τον μεγάλο φιλόσοφο, είναι δραστηριότητες παθητικές και μοναχικές, ικανές να παράγουν μόνο μια αυτιστική προσομοίωση, δηλαδή μια πλασματική εικόνα της πραγματικότητας. Σήμερα, υπό το φως των πιο πρόσφατων νευροψυχολογικών ανακαλύψεων, αλλά και την τάση επικράτησης της ψηφιακής τεχνολογίας, η πλατωνική κριτική στην παραπλανητική δύναμη του γραπτού λόγου ακούγεται αξιοπερίεργα επίκαιρη.

Μέχρι πριν από μερικά χρόνια οι ειδικοί (νευρολόγοι, γνωσιακοί ψυχολόγοι, νευρογλωσσολόγοι) δεν διέθεταν τα αναγκαία τεχνολογικά μέσα για να μελετήσουν σε βάθος το πώς και σε ποιο βαθμό η πράξη της γραφής ή της ανάγνωσης επηρεάζουν τις εγκεφαλικές μας δραστηριότητες. Σήμερα όμως, χάρη στις νέες νευροαπεικονιστικές τεχνικές (μαγνητική λειτουργική τομογραφία, τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων κ.ά.), είναι πλέον εφικτή η μελέτη των νευρωνικών κυκλωμάτων που επηρεάζουν και επηρεάζονται από τη δραστηριότητα της ανάγνωσης.

Στον τομέα αυτό πρωτοποριακές είναι οι μελέτες του Γάλλου νευροεπιστήμονα Στανισλάς Ντεέν (Stanislas Dehaene) και της Αμερικανίδας Μέριαν Γουλφ (Maryanne Wolf), επιφανούς ερευνήτριας των εγκεφαλικών υποδομών και των παθήσεων της αναγνωστικής λειτουργίας. Με τις έρευνές τους απέδειξαν ότι η ανάγνωση και η γραφή δεν αποτελούν αθώες και χωρίς συνέπειες πολιτισμικές επινοήσεις, ούτε όμως και βιολογικά προκαθορισμένες εγκεφαλικές ικανότητες.

Πλήθος μεταγενέστερων μελετών επιβεβαίωσαν ότι η δημιουργική επίδραση της ανάγνωσης επηρεάζει δραματικά την αρχιτεκτονική των νευρωνικών κυκλωμάτων του εγκεφάλου μας, τα οποία με τη σειρά τους ανασυγκροτούνται δομικά και λειτουργικά ώστε να διευκολύνουν και να ενισχύσουν την αναγνωστική δραστηριότητα.

Χάρη στην εγγενή πλαστικότητα και ευελιξία των εγκεφαλικών δομών, χάρη δηλαδή στην «ανοιχτή αρχιτεκτονική» του, ο εγκέφαλός μας μπόρεσε πριν από περίπου έξι χιλιάδες χρόνια να μετατραπεί σε αναγνωστική μηχανή.

Θεραπευτές από χαρτί

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο γραπτός λόγος και η ανάγνωση δεν προέκυψαν από κάποια γονίδια ή από βιολογική προδιάθεση του ανθρώπινου νου, αντίθετα ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικά κοινωνικά-επικοινωνιακά τεχνάσματα που επινοήθηκαν σχετικά πρόσφατα στην ανθρώπινη ιστορία. Ισως γι' αυτό η λειτουργία της ανάγνωσης ισορροπεί επισφαλώς ανάμεσα στις δύο μεταβλητές της ανθρώπινης ύπαρξης: τη βιολογία και τον πολιτισμό.

 
Γονείς και δάσκαλοι παροτρύνουν τα παιδιά από την πιο τρυφερή ηλικία να διαβάζουν, όχι τόσο για να διευρύνουν το πνεύμα ή τις κριτικές τους ικανότητες -αρετές αμφίβολης οικονομικής αξίας και κοινωνικά επιζήμιες, σύμφωνα με τα επικρατέστερα σήμερα κοινωνικά πρότυπα-, αλλά επειδή «κάνει καλό» στην ανάπτυξη του εγκεφάλου τους. Η μέχρι πρόσφατα καθαρά εμπειρική εικασία ότι η ανάγνωση βιβλίων βελτιώνει σημαντικά τις εγγενείς εγκεφαλικές μας ικανότητες, θεωρείται σήμερα επαρκώς επιβεβαιωμένη.

Υπάρχει όμως και μια άλλη, εξαιρετικά επωφελής, λειτουργία της αναγνωστικής πρακτικής, την οποία τείνουμε να την παραλείπουμε ή να την υποβαθμίζουμε: ό,τι διαβάζουμε επηρεάζει βαθύτατα τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα και τους άλλους.

Αρκετές νευροψυχολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ενός διηγήματος δεν είναι οι ίδιες με τις εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την κατανόηση των λέξεων και των σημασιολογικών δομών του κειμένου που διαβάζουμε.

Υπό αυτή την έννοια ο χρόνος που «σπαταλάμε» στην ανάγνωση ενός λογοτεχνικού διηγήματος μας αποδίδει στο τέλος, εκτός από τις όποιες αισθητικές απολαύσεις, και μια βαθύτερη γνώση του εαυτού μας και των συνανθρώπων μας. Επιπλέον, η διαπιστωμένη χαλαρωτική δράση του λογοτεχνικού, κυρίως, λόγου πάνω στον αναγνώστη, σχετίζεται στενά με το γεγονός ότι η ίδια η πράξη της ανάγνωσης απαιτεί τη συγκέντρωση της προσοχής του αναγνώστη στο κείμενο και άρα την απόσπασή του από την πραγματικότητα και την οικειοθελή παράδοσή του στη «μαγεία» της διήγησης.

Ολο και μεγαλύτερος αριθμός ψυχοθεραπευτών υιοθετούν ως θεραπευτική στρατηγική τη διήγηση ή την ανάγνωση κλασικών διηγημάτων και παραμυθιών, με σκοπό να βοηθήσουν τους ασθενείς να ξεπεράσουν τις ψυχικές και σωματικές διαταραχές τους.

Για να καταλάβει κανείς πώς η ανάγνωση λογοτεχνικών διηγημάτων δρα πάνω στο νου των ενηλίκων θα πρέπει να αναλογιστεί τη στάση των παιδιών απέναντι στα παραμύθια. Τα παιδιά λατρεύουν να ακούνε ξανά και ξανά την ίδια ιστορία, χωρίς παραλλαγές. Αυτό συμβαίνει επειδή επαναλαμβάνοντας νοητικά τα συμβάντα και τα γεγονότα της ιστορίας που τους δημιουργούν μεγάλο άγχος ή αμηχανία, βρίσκουν το χρόνο για να ελέγξουν και ενδεχομένως να συνειδητοποιήσουν ό,τι τα φοβίζει.

Η αγχολυτική και θεραπευτική επίδραση της λογοτεχνίας βασίζεται ίσως σε έναν ανάλογο ψυχολογικό μηχανισμό, το ακριβές νευροεγκεφαλικό υπόστρωμα του οποίου απομένει ακόμη να αποκαλύψουμε.