12 December 2007

Μεσοποταμία, Σουμέριοι

Ο χαμένος πολιτισμός των Σουμερίων


Μια από τις κυριότερες εστίες του ανθρώπινου πολιτισμού, η Σουμερία, βρίσκεται στις μέρες μας υπό αμερικάνικη κατοχή και σε πόλεμο. Η Σουμερία εντοπίζεται μεταξύ των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, στη χώρα που έγινε αργότερα γνωστή ως Βαβυλωνία και σήμερα ταυτίζεται με το νότιο Ιράκ. Εκεί ακριβώς έκανε τα πρώτα του βήματα και αναπτύχθηκε, ο αρχαιότερος γνωστός πολιτισμός.

Στους Σουμέριους, οι οποίοι κατοικούσαν στο νότιο τμήμα της Μεσοποταμίας, οφείλεται η συγκρότηση των αρχαιότερων πόλεων στον κόσμο, καθώς και των αρχαιότερων πολιτειακών δομών αστικής μορφής όπως η πόλη-κράτος. Οι πρώτες αυτές πόλεις στη χώρα των Σουμερίων και, εν συνεχεία, των Ακκαδίων διέθεταν όλα εκείνα τα αστικά χαρακτηριστικά που, ακόμη και σήμερα, θεωρούνται τυπικά στοιχεία της έννοιας της πόλης.

Η εν λόγω αστική ακμή των Σουμερίων μεταμόρφωσε τη χώρα τους σε πολιτιστικό κέντρο, με επιρροές που ξεπερνούσαν τα σύνορά της και έφταναν σε περιοχές όπου κατοικούσαν διαφορετικές φυλές και λαοί. Αυτή η πληθυσμιακή ποικιλία είχε αντίκτυπο και στον καλλιτεχνικό τομέα, πρωτίστως στη γλυπτική, όπως γίνεται καταφανής στα αρχαιολογικά ευρήματα. Χάρη, όμως, στην ευρεία γεωγραφική και εθνολογική απήχηση προέκυψε και το όνομα πολιτισμός της Μεσοποταμίας και όχι των Σουμερίων. Αυτό, βεβαίως, μπορεί να τους επισκίασε, ωστόσο, δεν τους στερεί τις αφετηρίες ούτε το βασικό μερίδιο που δικαιούνται οι Σουμέριοι στις καινοτομίες και τις εξελίξεις.

Επινόηση της γραφής

Στην προϊστορική Μεσοποταμία των συναντάμε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, το σημαντικότερο, ίσως, επίτευγμα του ανθρώπινου πολιτισμού: τη γραφή. Η σφηνοειδής γραφή των Σουμερίων, αυτό το εκπληκτικό εργαλείο πνευματικής και υλικής προόδου, εφευρέθηκε, σχεδόν με κάθε βεβαιότητα, υπό την πίεση των οικονομικών και κοινωνικών απαιτήσεων, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στη διοίκηση της αστικής κοινωνίας. Τα πρώτα κείμενα στην ιστορία της ανθρωπότητας, τα οποία ανακαλύφθηκαν στη μητρόπολη των Σουμερίων, την Ουρούκ, είναι κείμενα οικονομικού και διοικητικού χαρακτήρα.

Η σφηνοειδής γραφή υιοθετήθηκε, στη συνέχεια, από λαούς της Εγγύς Ανατολής, για να αποδώσει τις πιο διαφορετικές μεταξύ τους γλώσσες, από τη σουμερική (για την οποία δημιουργήθηκε αρχικά) έως την ακκαδική και από τη χουρριτική έως τη χεττική. Η ευρύτατη αυτή χρήση της γλώσσας διατήρησε σε υψηλό επίπεδο το γόητρο του κόσμου της Μεσοποταμίας, αλλά και τη δόξα της Βαβυλώνας, του «σημιτικού κληρονόμου» του αρχαιότερου πολιτισμού των Σουμερίων.

Είναι πολύ πιθανόν ότι, λόγω της γοητείας που ασκούσε ο πολιτισμός της Μεσοποταμίας ακόμα και στα πιο προοδευτικά μυαλά του κλασικού κόσμου, ο Μέγας Αλέξανδρος επέλεξε ως δική του πρωτεύουσα, όχι μια από τις πολλές νέες πόλεις που ίδρυσε στην Ασία ή στην Αφρική, αλλά τη Βαβυλώνα, η οποία, στις μέρες του, ήταν ακόμα μια τεράστια πόλη έκτασης περίπου 1.000 στρεμμάτων που υποδεχόταν ανθρώπους από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας, αδιάψευστο στοιχείο της οικουμενικότητας της νέας έδρας του μεγάλου Μακεδόνα.

Τα χαμένα ίχνη

Ο αρχαιότερος πολιτισμός των Σουμερίων παραδόθηκε στη λήθη, χωρίς να αναφέρεται ούτε καν στα κείμενα της Βίβλου. Το τελευταίο, προφανώς επειδή οι Ιουδαίοι ενσωμάτωναν στο ιερό βιβλίο τους, μόνο ό,τι εξυπηρετούσε τις εθνικές και θρησκευτικές ιδεοληψίες τους και μόνο αυτά που γνώριζαν από μαρτυρίες ομοφύλων τους.

Όταν οι Γάλλοι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως τα μνημεία των Σουμερίων, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο ευρωπαϊκός κόσμος στάθηκε σαστισμένος μπροστά στο χρονικό βάθος αυτού του πολιτισμού και εντυπωσιάστηκε από την τελειότητα των καλλιτεχνικών δημιουργημάτων, που είχαν δημιουργηθεί στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. σε κέντρα όπως τη Λαγκάς ή τη Γκρασού, των οποίων κάθε ίχνος είχε σβηστεί από την ιστορία. Τα ευρήματα αυτά συμπληρώνονταν αμοιβαία με τα κείμενα από το λεγόμενο «Έπος του Γκιλγκαμές», μάλλον το παλαιότερο στην Ιστορία λογοτεχνικό έργο που έχει διασωθεί (3η χιλιετία π.Χ.)

Ανάλογη αίσθηση δημιουργήθηκε στο δυτικό κόσμο, κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, όταν, κατά τη διάρκεια μιας αρχαιολογικής αποστολής του Πανεπιστημίου της Ρώμης στην Άνω Συρία, στη θέση της αρχαίας Έμπλα, ήρθε στο φως ταυτόχρονα ένας αρχαιότατος αστικός πρωτοσυριακός πολιτισμός, του οποίου τα ίχνη είχαν εντελώς χαθεί, καθώς και μια εξίσου ξεχασμένη σημιτική γλώσσα, η εβλαϊτική, η οποία είχε υιοθετήσει την κλασική σφηνοειδή γραφή των Σουμερίων. Η ανακάλυψη των διάσημων σήμερα Βασιλικών Αρχείων της Έμπλα (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1975), ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Τα πάνω από 17.000 κείμενα ενός κεντρικού αρχείου μιας ισχυρής αρχαϊκής πόλης-κράτους επιβεβαίωσαν ότι η σφηνοειδής γραφή παρέμεινε σε χρήση έως και το 2300 π.Χ. περίπου στη Συρία, η οποία απείχε πολύ από τη χώρα των Σουμερίων.

(Πληροφορίες από Καθημερινή, 9/12/2007)

11 December 2007

Δεν υπήρχε ο Καιάδας;

Αθωώνονται οι Σπαρτιάτες


Και ο Καιάδας ήταν μύθος της αρχαίας Σπάρτης. Επιστημονικές έρευνες σε υπολείμματα οστών στους πρόποδες του Ταΰγετου μαρτυρούν πως δεν επρόκειτο για βρέφη που είχαν ριφθεί εκεί, αλλά για ενήλικες 18 έως 35 ετών, πιθανόν κατάδικους, προδότες ή αιχμάλωτους. Όπως δηλώνει στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Θεόδωρος Πίτσιος, καθηγητής Ιατρικής Ανθρωπολογίας, πέντε χρόνια ερευνών σε οστά 46 ανδρών από τον 5ο και 6ο αιώνα π.Χ. τείνουν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Καιάδας ήταν μια υπερβολή. Υπαίτιος ο Πλούταρχος, που άρχισε να διαδίδει τον «μύθο» τον 1ο μ.Χ. αιώνα.

Κι άλλες πληροφορίες από Ιστορικούς του 1ου και 2ου αιώνα μ.Χ., όπως ο Πλούταρχος και ο Παυσανίας, μας έχουν κληροδοτήσει εσφαλμένες πληροφορίες και εκτιμήσεις, από τις οποίες είναι δύσκολο να απελευθερωθούμε πια. Έτσι, οι ερευνητές του 21ου αιώνα δεν είναι βέβαιοι ότι ο σημερινός αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών ταυτίζεται με το μυκηναϊκό κέντρο εξουσίας που περιγράφει ο Όμηρος.

Ήδη κατά την κλασική ελληνική και κατά την ελληνιστική εποχή, μια χιλιετία και περισσότερο από την παρακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού, οι τότε ερευνητές και περιηγητές δεν ήταν σε θέση να εντοπίσουν πόλεις και επαρχίες που ανέφερε ο Όμηρος και οι οποίες θεωρούνταν ήδη τότε «αρχαίες». Σε διάφορες περιοχές και σε ερειπωμένες πόλεις δίνονταν λοιπόν ομηρικές ονομασίες, με εικασίες που δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται πάντα από τα ευρήματα και από τις εκτιμήσεις των σημερινών αρχαιολόγων.


Μην εκπλαγούμε λοιπόν, αν κάποια στιγμή ανακαλυφθούν ερείπια των πραγματικών Μυκηνών. Ο Όμηρος αναφέρει ότι ο Αγαμέμνων κατέβηκε από το ανάκτορό του και μπήκε στο πλοίο. Αλλά οι σημερινές Μυκήνες, κοντά στο Ναύπλιο, δεν ήταν ποτέ παραθαλάσσιες. Δεν υπήρχε εκεί κοντά ποταμός, ο οποίος προώθησε, με την πάροδο των χιλιετιών, την ακτογραμμή με προσχώσεις. Ίσως, βέβαια, ο συγγραφέας αυτής της ομηρικής ωδής να μην είχε επισκεφτεί ποτέ την περιοχή των Μυκηνών και να περιέγραψε τα γεγονότα από διηγήσεις, ίσως πάλι να ήταν οι Μυκήνες κάπου αλλού -
υπάρχει υποψία για την περιοχή του Μαλέα στη Λακωνία. Οπότε μετά θα ψάχνουν οι μελετητές, ποια είναι η αρχαία πόλη που ονομάζαμε εμείς μέχρι τώρα «Αρχαίες Μυκήνες».

.

Σπάνε πλάκα με τα λεφτά μας...

Διαχρονική οπισθοδρομικότητα


Στον 21ο αιώνα, την εποχή που όλοι συνομιλούν με όλους και αναζητούν λύσεις στα προβλήματα των κοινοτήτων τους και του κόσμου όλου (βόρειοι με νότιους Κορεάτες, Έλληνες με Τούρκους, Πακιστανοί με Ινδούς, Παλαιστίνιοι με Ισραηλινούς κ.ο.κ.), υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι αρνούνται οποιαδήποτε συνάντηση και συζήτηση με άλλους ανθρώπους, π.χ. με καθολικούς, επειδή κάποιοι «πατέρες» είπαν αυτό κι εκείνο, συνήθως ακατανόητες τρίχες, επειδή κάποιοι πάπες είπαν, δήλωσαν και έκαναν αυτά κι εκείνα (συχνά εγκληματικά, μερικές φορές όμως και σωστά πράγματα), επειδή το άγιο πνεύμα υποστηρίζει τους «καλούς» και όχι τους «κακούς», τους «αιρετικούς», τους «παραστρατημένους»... Και όλα αυτά από ανθρώπους που δηλώνουν ζηλωτές της «θρησκείας της αγάπης», αλλά με επιχειρηματολογία του πιο σκοτεινού Μεσαίωνα και με συνεχείς αναφορές σε άξεστους και τυχάρπαστους «πατέρες», ο ευφυέστερος των οποίων παρατηρούσε τον αφαλό του και έβλεπε το θεό.

Θα ήταν δε μικρό το κακό, αρμοδιότητας εργασιολόγου, αν δεν γίνονταν αυτά με λεφτά του Ελληνικού Κράτους, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κορόιδων που πάνε εκεί και ακουμπάνε το πουγγί τους. Οι τελευταίοι δεν μας απασχολούν βέβαια, δικά τους είναι τα λεφτά (αν είναι), ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Αλλά, δεν πρέπει να περάσει ασχολίαστο, πώς είναι δυνατόν να μοιράζουν τόσα χρήματα το ελληνικό και ευρωπαϊκό Δημόσιο σε αργόσχολους, οπισθοδρομικούς και σκοταδιστές ανθρώπους.

Σκέφτομαι κάποια στιγμή να στείλω την μεταφρασμένη στα αγγλικά εκδοχή του κειμένου που ακολουθεί στις Υπηρεσίες της Ε.Ε. και να ζητήσω να με ενημερώσουν, πόσα χρήματα πληρώνουν στους ανεπάγγελτους χαραμοφάηδες και κηφήνες.

Διαβάστε εδώ απόσπασμα της ανακοινώσεως της «Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους»:

Η πρόσφατη επίσκεψις τού Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ' στο Οικουμενικό Πατριαρχείο επί τη θρονική εορτή τού Αγίου Ανδρέου (30ή Νοεμβρίου 2006) και κατόπιν η επίσκεψις τού Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Χριστοδούλου στο Βατικανό (14η Δεκεμβρίου 2006) προεκάλεσαν ποικίλες εντυπώσεις, εκτιμήσεις και αντιδράσεις...

Ως Αγιορείται Μοναχοί σεβόμεθα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπό την κανονική δικαιοδοσία τοϋ οποίου υπαγόμεθα. Τιμώμεν και ευλαβούμεθα τον Παναγιώτατο Οικουμενικό μας Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο και χαιρόμεθα για όσα θεοφιλώς και με πολλούς κόπους εργάζεται υπέρ τής Εκκλησίας... Εντούτοις τα διατρέξαντα κατά τις πρόσφατες επισκέψεις τού Πάπα στό Φανάρι και τού Μακ. Αρχιεπισκόπου στο Βατικανό προεκάλεσαν στις καρδιές μας βαθύτατη λύπη.

Οι επισκέψεις τού μεν Πάπα στο Φανάρι τού δε Αρχιεπισκόπου Αθηνών στο Βατικανό απέδωσαν ίσως κάποιες ωφέλειες κοσμικής σημασίας, όμως κατ' αυτές έλαβαν χώραν εκδηλώσεις ασύμφωνες προς τα θέσμια της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας ή συμφωνήθηκαν δεσμεύσεις πού δεν θα ωφελήσουν ούτε την Ορθόδοξο Εκκλησία ούτε τους ετεροδόξους Χριστιανούς.
Στη συνέχεια περιγράφεται ο πάπας, ο οποίος σημειωτέον έχει αναγνωριστεί ότι ήταν πράγματι διαχρονικά ο πρώτος, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό μεταξύ χριστιανών που καλλιεργούν (δήθεν) την ταπεινότητα. Έτσι, οι συγκεκριμένοι ανεπάγγελτοι καταφέρονται κατά του αναγνωρισμένου πρώτου τη τάξει, το οποίο, κατά τη δική τους λογική και κατά τη λογική όλων των ολοκληρωτικών μηχανισμών, πρέπει να αποτελεί τεράστιο κανονικό έγκλημα:

Καταρχήν η υποδοχή τού Πάπα έγινε ωσάν να επρόκειτο περί κανονικού επισκόπου Ρώμης. Κατά την τελετή ο Πάπας φορούσε ωμόφορο, προσφωνήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη με το «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» ωσάν να πρόκειται περί χριστού Κυρίου, ευλόγησε το εκκλησίασμα και πολυχρονίσθηκε ως αγιώτατος και μακαριώτατος επίσκοπος Ρώμης.
Α ναι, ο πατριάρχης που υποδέχθηκε τον πάπα έκανε λάθος, δεν φορούσε τα σωστά γυαλιά και νόμισε ότι αυτός που έρχεται είναι «κανονικός επίσκοπος», ενώ άλλος είναι ο κανονικός που έχασε το δρόμο και δεν έφτασε στην υποδοχή. Και καλά αυτά, να φοράει όμως και ωμόφορο πάει πολύ, έπρεπε να έρθει με κανένα ζιβάγκο ή με γραβάτα.

Προσωπικά, εμένα θα μου άρεσε και πολύ να έρθει ο πάπας με σύγχρονη ενδυμασία, γιατί θα έδειχνε ότι αυτοί οι άνθρωποι με τα αραχνιασμένα μυαλά και τις πονηρές σκέψεις, έβγαλαν επιτέλους τις αποκριάτικες στολές και ασχολούνται με τη σημερινή κοινωνία και τα προβλήματά της - εφόσον μπορούν να προσφέρουν κάτι έναντι του χρήματος που εισπράττουν.

Να μην σχολιάσω δε τί έψαλλε ο πατριάρχης και πώς αποκάλεσε τον πάπα, φωναχτά κι από μέσα του, γιατί θα έπρεπε να μελετήσω πρώτα τα ιερά βιβλία του 4ου και 5ου αιώνα, όπου ορίζονται επακριβώς τα γελοία τελετουργικά που χρησίμευαν για να ξεμουδιάζουν από το καθισιό οι λαμπροί ιεράρχες.


Επίσης η χοροστασία τού Πάπα στην Ορθόδοξο θεία Λειτουργία με ωμόφορο, η απαγγελία τού «Πάτερ ημών», ο λειτουργικός ασπασμός με τον Πατριάρχη, είναι εκδηλώσεις που ξεπερνούν τις απλές συμπροσευχές. Και όλα αυτά ενόσω ο παπικός θεσμός δεν υποχώρησε καθόλου από τις αιρετικές του διδασκαλίες και την πολιτική του, αντίθετα μάλιστα στην πράξη αποδεδειγμένα προωθεί και προσπαθεί να ενισχύσει την Ουνία και τα περί πρωτείου και αλάθητου δόγματα και προχωρεί περισσότερο με τις διαθρησκειακές συμπροσευχές και τον διαφαινόμενο σε αυτές πανθρησκειακό ηγεμονισμό τού Πάπα τής Ρώμης.
Πράγματι, εδώ δίνω απόλυτο δίκιο στους μοναχούς: ο πάπας επιμένει στο filioque, ενώ έπρεπε να αφήσει το ζήτημα ανοικτό για να μελετηθεί από επιτροπές κατά τους επόμενους 5-6 αιώνες. Μην βιαζόμαστε, αυτά είναι πολύ λεπτά θέματα και ο Άγιος Πολυλόγιος είχε πει με ορθόδοξο νόημα «Ου βιάζεστε τέκνα μου!» Και, όχι τίποτ' άλλο, αυτός ο πάπας προσπαθεί να προωθήσει τα περί πρωτείου δόγματα. Αγαπητοί εν χρήματι αδελφοί, έτσι ανατρέπεται το σύμπαν τελικά...

Όπως μαθαίνουμε από πολύ έγκυρες πηγές, οι ειδικοί εκκλησιολόγοι, ιστορικοί, θεολόγοι και πάσης φύσεως παρελθοντολόγοι έβαλαν κάτω τα κιτάπια και αποφάνθηκαν ότι ο πάπας δικαιούται να έχει διαχρονικά τα πρωτεία (και το πρώτο ταμείο, εννοείται, γιατί περί αυτού πρόκειται!) Εμένα προσωπικά, ούτε λόγος μου πέφτει, ούτε και με απασχολεί, εφόσον όλες αυτές οι ανοησίες δεν γίνονται με δικά μου λεφτά! Είμαι όμως σίγουρος ότι οι ανεπάγγελτοι καλόγεροι θα πάθουν αποπληξία, όταν πληροφορηθούν με τη δέουσα καθυστέρηση κάποιων δεκαετιών, πως η αρμόδια επιτροπή καθολικών-ορθοδόξων, συνεπικουρούμενη από το άγιο πνεύμα, κατέληξε μετά από πολλούς αιώνες στο προαναφερθέν συμπέρασμα και αυτοί, οι Αγιορίτες, καταγγέλλουν πράγματα που έχουν κλείσει πλέον.

Και να μην ξεχνάμε, ροκανίζουν το χρόνο τους με σαχλαμάρες και με χρήματα του Έλληνα και Ευρωπαίου φορολογούμενου...


.

09 December 2007

Με μάτια ταυτόχρονα ανοιχτά και κλειστά

Ακολουθεί ένα μνημείο αρλουμπολογίας, αντιφατικών εκτιμήσεων και αυθαίρετων συμπερασμάτων που δεν στηρίζονται πουθενά, παρά μόνο στην πρόθεση του συγγραφέα να επιβεβαιώσει μια προκατασκευασμένη αντίληψή του:
Η αρχαία τέχνη αγνοούσε την υποκειμενικότητα. Η έννοια του μυστηρίου, της εσωτερικότητας, της αγωνίας και συνακόλουθα ο κόσμος της ελπίδας και της μεταμόρφωσης παρέμεναν για τους Έλληνες ένας τομέας σχεδόν απαγορευμένος. Έτσι, οι ωραιότερες μορφές του Eλληνισμού φαντάζουν βυθισμένες μέσα σ’ έναν απρόσωπο κόσμο: τα μάτια, ταυτόχρονα ανοιχτά και κλειστά, όπως του ζώου, το ίδιο αδιάφορα απέναντι στην ελπίδα και την απελπισία όσο και ο σφυγμός ή η τροχιά των άστρων, αποκλείουν αποφασιστικά κάθε δυνατότητα προσωπικής έκφρασης.

Είναι αλήθεια πως η ψυχολογική διάσταση εμφανίζεται για πρώτη φορά με τους Ρωμαίους: το έργο αυτών των πρόδρομων αιώνων συνίσταται ακριβώς στο να φέρει τον «ψυχικό» άνθρωπο των ελληνο-ρωμαϊκών πορτρέτων στο κατώφλι της πνευματικής εσωτερικότητας των βυζαντινών εικόνων και ψηφιδωτών. Τα πρόσωπα του 3ου και του 4ου αιώνα, στο Φαγιούμ όπως και στην Παλμύρα, στην Ελλάδα όπως και στη Ρώμη, μας θέτουν ενώπιον μιας τέχνης επικεντρωμένης όχι πια στην εξύμνηση του σώματος αλλά στην ένταση του βλέμματος. Εδώ το αρχαίο μάτι –«στενός συγγενής του ήλιου», έλεγε ο Πλάτων– χάνει την ηλιακή αδιαφορία του και γίνεται η αντανάκλαση φωτεινών και σκοτεινών δυνάμεων που στο εξής θα διαφεντεύουν το σύμπαν.

Από το «βιβλίο-σταθμό» του φιλόσοφου Κ. Παπαϊωάννου
Καθημερινή, 9/12/2007
Προσωπικά θα έλεγα ότι πρόκειται για «βιβλίο-στάθμευση» της λογικής και της επιστημονικής σοβαρότητας και μάλιστα μόνιμη στάθμευση σε ατεκμηρίωτες ιδεοληψίες. Αναρωτιέμαι, για παράδειγμα, από πού προκύπτει ότι «οι ωραιότερες μορφές του Eλληνισμού φαντάζουν βυθισμένες μέσα σ’ έναν απρόσωπο κόσμο» - και δεν πρόκειται για μορφές του Eλληνισμού αλλά για μορφές της ελληνικής τέχνης ή, έστω, της τέχνης στον ελλαδικό χώρο που είναι τελείως διαφορετικό και δεν συγχωρείται η ακυριολεξία σε ένα «φιλόσοφο».



Πέρασε ο Κ. Παπαϊωνάννου όλες τις μορφές από τον αισθητικό έλεγχό του και δεν βρήκε ούτε μία που δεν ήταν βυθισμένη στον απρόσωπο κόσμο; Δυστυχώς πέθανε πρόωρα και δεν έχουμε δυνατότητα να τον ρωτήσουμε! Η αναφορά του δε ότι «τα μάτια είναι ταυτόχρονα κλειστά και ανοικτά, όπως του ζώου» και «αδιάφορα απέναντι στην ελπίδα και την απελπισία», δείχνει αφενός την τάση για αερολογία και την αναρμοδιότητά του, αφετέρου την περίεργη σχέση του με τον ελληνικό πολιτισμό. Όχι ότι θα έπρεπε να τον εξυμνεί οπωσδήποτε, αλλά αυτό που γράφει για το τίποτα που ακολούθησε μετά από μερικούς αιώνες, προσωπικά με προϊδεάζει δεόντως.

Αναρωτιέμαι, συγκεκριμένα, η γυναίκα στην εικόνα πάνω δεξιά (click) από το Ακρωτήρι της Σαντορίνης έχει μάτια «ανοικτά και κλειστά», όπως του ζώου; Μήπως επειδή δεν φαίνεται το δεύτερο μάτι υποθέτει ο κριτικός ότι αυτό είναι κλειστό; Τότε δεν θα έπρεπε να φωτογραφιζόμαστε ποτέ προφίλ για να μην νομίζει ο φιλόσοφος ότι το άλλο μάτι κοιμάται. Και στις άλλες δύο φωτογραφίες πάνω αριστερά και στη μέση (click), από πού προκύπτει η «αδιαφορία απέναντι στην ελπίδα και την απελπισία»; Τα πρόσωπα στα νομίσματα που ακολουθούν (click) έχουν ανοικτόκλειστα μάτια ή μήπως θα αναγνώριζε ο κριτικός απελπισία; Τελείως χοντρόπετσους πρέπει να θεωρούσε τους Αρχαίους ο μακαρίτης συγγραφέας! Με την ίδια ελαφρότητα θα μπορούσε να ισχυριστεί καθένας ό,τι του καπνίσει, π.χ. ότι τα αρχαία έργα ζωγραφικής (τοιχογραφίες και πίνακες, όσα διασώθηκαν) «διατρανώνουν τη λαχτάρα και ελπίδα για ελευθερία, ισονομία και πρόοδο» και άντε να αντιπαραθέσει κάποιος ότι δεν ευσταθεί αυτό!

Στη συνέχεια αναγκάζεται να δεχτεί, βέβαια, ο κριτικός ότι η τέχνη της ζωγραφικής έφτασε στην ελληνο-ρωμαϊκή και ελληνιστική εποχή σε υψηλό επίπεδο, αλλά παγιδευμένος ο ίδιος στην ιδεοληψία και ορολογία του βυζαντινισμού και της προσπάθειας να αναδείξει στη συνέχεια το τίποτα με τα λόγια, αφού δεν υπάρχει σοβαρό αντίκρυσμα σε έργα, βρίσκει ότι τα έργα του «Φαγιούμ»
(εκεί βρέθηκαν, επειδή διασώθηκαν στο ξηρό περιβάλλον, όχι ότι ζωγραφίστηκαν από φελάχους στην έρημο) «φέρνουν τον άνθρωπο στο κατώφλι της εσωτερικότητας». Μόνο στο κατώφλι, εννοείται, γιατί στο σαλόνι της εσωτερικότητας μπήκε ο άνθρωπος με τους Αιθίοπες, Πέρσες, Σύριους και Μικρασιάτες εκκλησιαστικούς πατέρες.




Και φυσικά πρόκειται για καραμπινάτες αερολογίες όσα γράφει ότι έπαψαν πια οι καλλιτέχνες να εξυμνούν το σώμα αλλά επικεντρώνονταν πλέον στο βλέμμα. Τα πορτραίτα Φαγιούμ απεικονίζουν νεκρούς και εννοείται ότι οι συγγενείς των αποθανόντων ήθελαν να έχουν στον περιορισμένο χώρο του σπιτιού ή στο μνήμα τη μορφή του αγαπημένου προσώπου που πέθανε, να τον κοιτάνε και να τους «κοιτάει», όπως κάνουμε και σήμερα ακόμα με φωτογραφίες. Ίσως να νόμιζαν ότι και ο νεκρός συνεχίζει να κοιτάει στη Γη, όπως λένε πολλοί χριστιανοί ότι οι πεθαμένοι μας κοιτάνε από τον ουρανό! Πώς φαντάστηκε ο φιλόσοφος ότι θα παρίσταναν τον αποθανόντα ή την αποθανούσα συγγενή, εύχρηστα και φθηνά, με ορειχάλκινα ή μαρμάρινα αγάλματα δισκοβόλων ή αρματοδρόμων; Και ποιος θα παράγγελνε άγαλμα ή πίνακα ζωγραφικής ή ψηφιδωτό κλπ. που θα έδειχνε κάτι διαφορετικό από τις επιβεβλημένες θεόπληκτες ανοησίες εκείνης της εποχής;


Δεν ξέρει ο φιλόσοφος ότι από τον 4ο αιώνα και μετά επικρατούσε η τρομοκρατία των παραβολάνων (συμμορίες μοναχών στην Αλεξάνδρεια), οι οποίοι έσπαζαν, κατέστρεφαν και φόνευαν όπου και όσο μπορούσαν; Στα καινούργια έργα θα σταμάταγαν; Οι καλλιτέχνες πάντα φτιάχνουν τα έργα που τους ζητούν οι χρηματοδότες, όχι ό,τι θα ήθελαν να φτιάξουν οι ίδιοι. Αλλά κι αν υποθέσουμε ότι δεν ήταν τόσο ακραία η καταπίεση και απαγόρευση, γιατί είναι βέβαιος ο Κ. Παπαϊωνάννου ότι δεν υπήρξαν παράλληλα και έργα ζωγραφικής που επίσης εξυμνούσαν το σώμα, αλλά αυτά καταστράφηκαν, τόσο από τη φθορά του χρόνου και την έλλειψη συντήρησης, όσο κι από ενέργειες θεόπληκτων Αιθιόπων μοναχών και Αιγυπτίων παραβολάνων, οι οποίοι ακριβώς το σώμα μισούσαν - λόγω ίσως σωματικής, αλλά σίγουρα πνευματικής μειονεξίας των ιδίων; Ο μέγας πατέρας του μοναχισμού Αθανάσιος ήταν Αιθίοπας, σκουρόχρωμος και πολύ κοντός, είχε το παρατσούκλι homunculus (ανθρωπάκι). Μπορεί καθένας να βγάλει συμπέρασμα για τα αισθήματα, με τα οποία αντιμετώπιζε το συγκεκριμένο ανθρωπάριο τους συνανθρώπους του και την κοινωνία.

Όσον αφορά δε τη διαστημική πτήση των συλλογισμών του μακαρίτη Κ. Παπαϊωνάννου, ότι τα πορτραίτα Φαγιούμ αποτελούν το «κατώφλι της εσωτερικότητας των βυζαντινών εικόνων», αρκεί να συγκρίνει κάποιος τα τρία πορτραίτα (click) με εγκαυστική τεχνική, αριστερά από την Πομπηία του 1ου μ.Χ. αιώνα, στη μέση ένα της ελληνιστικής εποχής από την ομάδα των Φαγιούμ (4ος αιώνας) και δεξιά μια αυθεντική χριστιανική εικόνα, μάλλον του 7ου αιώνα. Είναι προφανές τί υπήρχε στο κατώφλι του Μεσαίωνα και ποια εσωτερικότητα -ό,τι κι αν σημαίνει αυτό- προστέθηκε στα ενδότερα του μεσαιωνικού σκοταδισμού, μετά από μερικούς αιώνες βυζαντινής δημιουργίας. Προσωπικά βγάζω το συμπέρασμα ότι οι μαυροντυμένοι βάρβαροι κατέστρεψαν όσα έργα τέχνης βρήκαν μπροστά τους και στη συνέχεια δοκίμαζαν να καταλάβουν, πώς ζωγράφιζαν αυτοί οι «ειδωλολάτρες»
και πετύχαιναν στα πορτραίτα.


Είμαι σίγουρος ότι, αν δεν είχαν βρεθεί τα πορτραίτα Φαγιούμ στην έρημο, θα ισχυρίζονταν σήμερα οι παπάδες και οι απολογητές τους ότι οι χριστιανοί επινόησαν την τέχνη της ζωγραφικής, όπως προσπαθούν να οικειοποιηθούν άλλα πράγματα. και ότι η εικόνα πάνω δεξιά δείχνει το πρώιμο στάδιο της ζωγραφικής ως τέχνης, γι' αυτό έχει τα χάλια της. Έχουν δικαιολογήσει άλλα κι άλλα, σ' αυτό θα έβρισκαν δυσκολίες;

Μερικοί λίγοι χριστιανοί αντιμετωπίζουν πιο ωφελιμιστικά το ζήτημα και κάνουν το προφανές: εντάσσουν τη χριστιανική αγιογραφία στη διαδοχή της τεχνικής των Φαγιούμ. Για παράδειγμα, ο χριστιανός διανοούμενος μοναχός Γεώργιος Γοντικάκης γράφει σε άρθρο του για τα Πορτραίτα Φαγιούμ: «Έτσι αποδεικνύεται ότι οι Έλληνες ζωγράφοι των Φαγιούμ, προ Χριστού και εκτός Εκκλησίας, είναι πιο κοντά στη λειτουργική εικόνα από ό,τι οι καλλιτέχνες της Δύσεως μετά από δεκαπέντε αιώνες χριστιανισμού». Ανατρέπει έτσι την ιστορική σειρά και προσπαθεί να αναδείξει τη βυζαντινή ζωγραφική και αγιογραφία έναντι της δυτικής, αναγεννησιακής ζωγραφικής.

Δεν έχει άδικο σ' αυτό και κανείς δεν αρνείται ότι η καλλιτεχνική γνώση της ύστερης Αρχαιότητας αξιοποιήθηκε, παρά το γενικότερο αναθεματισμό του ελληνικού πολιτισμού, από τον εκκλησιαστικό μηχανισμό. Μόνο που η εκπαίδευση των ανεξάρτητων καλλιτεχνών σταδιακά εξέλειπε λόγω του εκκλησιαστικού εκπαιδευτικού μονοπωλίου. Πέρα απ' αυτό, ο αυστηρός περιορισμός του ρεπερτορίου σε θέματα από τις ιουδαϊκές και χριστιανικές γραφές, οι οποίες ήταν ξένες στους καλλιτέχνες της πρώιμης χριστιανικής εποχής, οδήγησε την παραγωγή ζωγραφικής σε παρακμή. Οι Δυτικοί, από κάποια εποχή και μετά (Giotto, Boticelli κ.ά.) ξέφυγαν σταδιακά από την εκκλησιαστική καλλιτεχνική αντίληψη και δημιούργησαν, εμπνεόμενοι από την αρχαία Ελλάδα, ένα νέο πολιτισμό που ονομάστηκε αργότερα Αναγέννηση.

Για να αντιληφθούμε πώς αξιοποίησαν οι ανατολικοί αγιογράφοι την ελληνική και ελληνιστική γνώση, αρκεί να συγκρίνουμε την αρχαία και την ορθόδοξη αντίληψη για το ανθρώπινο σώμα στις ακόλουθες εικόνες. Ο αγιογράφος στη δεξιά εικόνα αγνοεί τις διαστάσεις και την ανατομία του σώματος, το στήθος της μητέρας βρίσκεται στον ώμο -προφανώς δεν έχει δει ποτέ του γυμνή γυναίκα-, τα πόδια του παιδιού αντιστοιχούν σε 5-6-χρονο και όχι σε βρέφος...


 

Κι αν ρωτήσεις κάποιον παθιασμένο οπαδό του βυζαντινισμού γι' αυτή και τις άλλες αστοχίες, σου λέει ότι δεν ενδιέφερε τους αγιογράφους το σώμα, το πνεύμα τους ενδιαφέρει... Όμφακες εισίν δηλαδή και ως προς το πνεύμα μάλλον η αριστερή εικόνα δηλώνει κάτι, ενώ η δεξιά αποτελεί μια αδέξια αντιγραφή.

Αλλά δεν είναι μόνο η ζωγραφική που υπέστη τέτοια υποβάθμιση. Για τη λογοτεχνία ξέρουμε πώς φτάσαμε από τα υψηλής στάθμης έργα της ελληνικής, ρωμαϊκής και ελληνιστικής εποχής στα φτωχά και αδιάφορα πονήματα της θρυλούμενης πρώτης και δεύτερης «βυζαντινής αναγέννησης». Αν εξετάσουμε όμως έναν επίσης εικαστικό τομέα, τη μικρογλυπτική και συγκεκριμένα τη νομισματική, βλέπουμε ότι τα νομίσματα σε απόσταση περίπου μιας χιλιετίας προδίδουν μια τεράστια παρακμή αντί για πρόοδο.



Πάνω είναι δύο νομίσματα από την Σικελία και τη Μακεδονία του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., και κάτω ένα νόμισμα του 7ου αιώνα μ.Χ., περίπου σύγχρονο με την κακόγουστη Παναγίτσα του 7ου αιώνα - τρίτη σειρά δεξιά. Όποιος έχει στοιχειώδη αισθητική και επαρκή όραση, μπορεί να συγκρίνει και να βγάλει τα συμπεράσματά του. Τι να έλεγε άραγε ο φιλόσοφος εδώ για «ανοικτά και κλειστά» μάτια; Αν τον ικανοποιούσε το ξύπνιο βλέμμα του φύλαρχου στο χρυσό νόμισμα, μπράβο του!


Ας έχουμε όμως λίγη κατανόηση, για να επανέλθουμε στο βιβλίο που προβάλλει η «Καθημερινή»! Μια αρπαχτή με γυαλιστερό χαρτί και έγχρωμες εικόνες ήθελε να κάνει ο εκδότης εν όψει εορτών που «τραβιούνται» τέτοιες εκδόσεις και βρήκε έτοιμες εικόνες και έτοιμο το κείμενο του «φιλοσόφου» -δεν θα πληρώσει και δικαιώματα σίγουρα- για να παραγεμίσει τις σελίδες με άχρηστα κείμενα. Τα οποία κείμενα υποψιάζομαι ότι δεν διαβάζει κανένας, αν κρίνω από το επίπεδο αυτών που συνήθως αγοράζουν τέτοια βιβλία.

(Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

.

Happy birthday to you

Χρόνια πολλά και καλά!