18 June 2018

Γλείφουν εκεί που έφτυναν


του Δημήτρη Καμπουράκη, Liberal, 17/6/2018
«Εσείς πιστεύετε ότι, αν γίνετε κυβέρνηση, θα πάτε στη Μέρκελ και θα της πείτε δεν θέλουμε υψηλά πλεονάσματα και δεν μας αρέσει το υπερταμείο και ότι θέλετε να το αλλάξετε. Και θα σας πει "καλώς τα παιδιά". Αν όλα αυτά τα πείτε στη Μέρκελ, σας εύχομαι καλή τύχη. Good luck». Πήρατε χαμπάρι αυτή την φράση του Ευκλείδη ή σας ξέφυγε μέσα στον ορυμαγδό των γεγονότων; Εμένα, ομολογώ, με διασκέδασε δεόντως.
Εκστομίστηκε στην Βουλή, κατά την διάρκεια της συζήτησης για τα συμπληρωματικό μνημόνιο. Βεβαίως, τις μέρες που διανύουμε ενδέχεται ν’ ακούσουμε καταπληκτικότερα απ’ αυτό κατά την διάρκεια της συζήτησης μομφής, όμως εμένα επιτρέψτε μου να εκλάβω την συγκεκριμένη φράση του χιουμορίστα Τσακαλώτου ως ένα σπάνιο απόσταγμα ψυχοπαθολογικής εμπειρίας, μετατραυματικής γνώσης, απύθμενου θράσους και ιστορικής αχρειότητας. Αυθαιρέτως λοιπόν, τοποθετώ το λεκτικό αυτό υπουργικό διαμάντι στο top-5 των δηλώσεων της χρονιάς.
Θα μου πείτε ότι εδώ ο κόσμος καίγεται και το νινί χτενίζεται. Μας περικυκλώνουν Βόρειες Μακεδονίες, μομφές στη Βουλή, μεσοπρόθεσμα, υπερταμεία, υπερπλεονάσματα και Κατρουγκάλειες σφαγές συντάξεων… εμένα με μάρανε αυτή η χαριτωμένη αυτή κουβεντούλα του Ευκλείδη; Και όμως, και όμως… Ήμουν και παραμένω εσαεί, ρέκτης της αξίας με την οποία είναι εμποτισμένη η εκδίκηση της ιστορίας. Η στιγμή που ο πολιτικός νταής των περασμένων χρόνων σκύβει και γλείφει τα σάλια που ο ίδιος έφτυσε, παραμένει μοναδική ανεξαρτήτως προσωρινής συγκυρίας. Η ιστορική ειρωνεία είναι διαχρονική αξία.
Συμπαθάτε με, αλλά εν’ είδει παιδικού τραύματος, αδυνατώ να λησμονήσω εκείνο το περίλαμπρο του Αλέξη "αν τα πούμε αυτά, όχι μόνο δεν θα μας διώξουν, αλλά θα μας παρακαλάνε να πάρουμε τα λεφτά. Θα μας παρακαλάνε να μας δανείσουν". Ούτε καταφέρνω να ξεχάσω αυτά τα αγωνιώδη λεκτικά πινγκ-πονγκ ανάμεσα σε μας (τους δημοσιογράφους) και τον Ευκλείδη, όταν μας βεβαίωναν ότι (παρέα με τον Βαρουφάκη) θα εφορμήσουν εναντίον της (μαντάμ) Μέρκελ ως νικηφόροι οδοστρωτήρες που θα τα πάρουν όλα. Τότε, όσοι ρωτούσαμε ήμασταν Γερμανοτσολιάδες και πληρωμένοι από το ΔΝΤ μέσω σεμιναρίων, τα ξεχάσαμε; Μας κυνηγούσαν στους δρόμους και μας λοιδορούσαν οι Λαζόπουλοι.
Ήρθε, το λοιπόν, η ώρα να κάτσουμε αναπαυτικά στην καρέκλα μας και να δούμε τους Ευκλείδηδες να αυτοεξευτελίζονται, κάνοντας μαθήματα στους επερχόμενους για το πώς πρέπει να συμπεριφερθούν στην Μέρκελ. Το δήθεν ειρωνικό "καλώς τα παιδιά" που τους ενημέρωσε ο Ευκλείδης ότι θα είναι η απάντηση της Γερμανίδας, δεν είναι τίποτα άλλο από μια ροχάλα που ο ίδιος έφτυσε, παρέμεινε στον αέρα για τέσσερα χρόνια και επέστρεψε για να προσγειωθεί στα ίδια του τα μούτρα. Απλώς τότε τα σάλια έφυγαν απ’ το στόμα ενός "επαναστάτη", σήμερα προσγειώνεται στο μάγουλο ενός μνημονιακού παρατρεχάμενου της αφεντικίνας που ξέρει όσο κανένας άλλος τα χούγια της και ειρωνεύεται κατ’ εντολήν της. Συγχαρητήρια…

15 June 2018

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στη Βουλή...

κατά τη συζήτηση επί της προτάσεως δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης


του Ευάγγελου Βενιζέλου, 15/6/2018
Κυρίες και κύριοι βουλευτές, η πρόταση δυσπιστίας που υπέβαλλε η αξιωματική αντιπολίτευση έχει ένα προφανές και απλό νόημα, να ακυρώσει την επικοινωνιακή απάτη στην οποία βασίζεται η κοινοπραξία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Οι ΑΝΕΛ διαφωνούν με τη συμφωνία για το όνομα αλλά στηρίζουν με πάθος την κυβέρνηση και προσωπικά τον Πρωθυπουργό που την διαπραγματεύτηκε, την συνομολόγησε και θα την υπογράψει, δεσμεύοντας τη χώρα άμεσα και προκαταβολικά, πολύ πριν η συμφωνία έρθει στη Βουλή για κύρωση. Γιατί η συμφωνία θα έρθει στη Βουλή για κύρωση μήνες αργότερα, αν έρθει, εκ των υστέρων, σε άλλα συμφραζόμενα, χωρίς τότε να είναι εφικτή οποιαδήποτε βελτιωτική παρέμβαση. Το «υπερπατριωτικό» αυτό τέχνασμα, που απευθύνεται στο ευρύτερο ακροατήριο της συντηρητικής παράταξης, προφανώς και ακυρώνεται με τη θετική ψήφο των ΑΝΕΛ στην κυβέρνηση, δηλαδή στον Πρωθυπουργό που διά της θετικής αυτής ψήφου, θα υπογράψει τη συμφωνία.
Το νόημα που εγώ θέλω να δώσω στην πρόταση δυσπιστίας –την οποία βεβαίως και υπερψηφίζουμε ως κόμμα, αλλά την υπερψηφίζω κι εγώ με ιδιαίτερη έμφαση– είναι ευρύτερο. Είναι η απάντηση σε αυτό που συμβαίνει στη χώρα τα τελευταία τρία χρόνια. Είναι η απάντηση στον κομπασμό, στον τυχοδιωκτισμό, στην ακύρωση της έννοιας των λέξεων, στην ακύρωση κάθε πολιτικής αρχής και αξίας, μέσα από ένα αριστεροδεξιό αμάλγαμαΕίναι η απάντηση στη συστηματική απαξίωση και αλλοίωση των θεσμών, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, είναι η απάντηση στη χειραγώγηση της δικαιοσύνης.
Η πρόταση δυσπιστίας, όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι και την ψηφίζω,είναι απάντηση στο ασύλληπτο πολιτικό θράσος του κ. Τσίπρα, που εμφανίζεται ταυτοχρόνως, με καταπληκτική άνεση, ως ομογάλακτος μεγάλος αδελφός του κ. Καμμένου, ως προστάτης της μνήμης και του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου, ως τιμητής και ρυθμιστής ταυτόχρονα των εσωτερικών καταστάσεων, συσχετισμών και σχέσεων και στη Νέα Δημοκρατία και στο Κίνημα Αλλαγής.
Η δική μου ψήφος στην πρόταση δυσπιστίας συνιστά απάντηση στην απόπειρα διαμόρφωσης μίας εικονικής πραγματικότητας, σύμφωνα με την οποία ο Πρωθυπουργός πανηγυρίζει ότι βγάζει δήθεν τη χώρα από μνημόνια, ενώ την οδήγησε ταπεινωμένη στο όριο της ασύντακτης χρεοκοπίας και στο τρίτο μνημόνιο, δηλαδή σε μία δευτερογενή οικονομική κρίση που κρατά τρία χρόνια, που έχει βλάψει σε βάθος τη χώρα, οι επιπτώσεις της οποίας θα κρατήσουν δυστυχώς επί δεκαετίες. Χωρίς να μπορούμε να γυρίσουμε, τώρα, με την υποτιθέμενη λήξη του μνημονίου, εκεί που ήταν η χώρα το Δεκέμβριο του 2014, στη δυναμική που είχε αποκτήσει. Και δεν θα αναφερθώ σε αυτά που ψηφίστηκαν χθες, στα νέα δημοσιονομικά μέτρα, τις βαριές δεσμεύσεις όχι μόνο μέχρι το 2022 αλλά μέχρι το 2060.
Και βεβαίως, το νόημα που εγώ δίνω στην πρόταση δυσπιστίας αφορά τη σύγκρουση δύο αντιλήψεων ως προς την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Η μία αντίληψη είναι εξωτερική πολιτική στο όνομα του εθνικού συμφέροντος, αναζητώντας ενιαία και σταθερή εθνική γραμμή και ευρύτερες συναινέσεις. Η άλλη αντίληψη είναι στο όνομα δήθεν συναινέσεων, τις οποίες τις αποκρούουν αντί να τις επιζητούν πραγματικά, ο διχαστικός τακτικισμός, η χρήση της εξωτερικής πολιτικής ως μοχλού εσωτερικής πολιτικής, ως μεθόδου προετοιμασίας συγκρουσιακού κλίματος καθ’ οδόν προς τις εκλογές. Γιατί όλα αυτά, σε σχέση με την καθυστερημένη κύρωση, συνδέονται με το κλίμα που θέλει να δημιουργήσει η κυβέρνηση ενόψει των εκλογών και καθ’ οδόν προς τις εκλογές, κλίμα που δεν μπορεί να στηριχθεί στην οικονομία αλλά θα στηριχθεί στον εκβιασμό των Θεσμών, στην αλλοίωση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος και στην παραφθορά της εξωτερικής πολιτικής.
Κυρίες και κύριοι βουλευτές, έχω μία σταθερή θέση την οποία έχω κατ’ επανάληψη διατυπώσει. Είναι η ενιαία εθνική θέση από τον Απρίλιο του 1993. Ναι, χρειάζεται συμβιβαστική λύση με τη γειτονική χώρα, ναι, η λύση είναι ένα σύνθετο όνομα με γεωγραφικό προσδιορισμό, ναι, πρέπει το όνομα αυτό να χρησιμοποιείται erga omnes και εσωτερικά και διεθνώς, ναι, αυτό πρέπει να θεμελιωθεί σε μία διεθνή συμφωνία επί τη βάσει και δυνάμει της οποίας πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας, όπως έγινε με την ενδιάμεση συμφωνία το 1995, επί τη βάσει της οποίας αναθεωρήθηκε σε αρκετά σημεία το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας.
Αυτά τα έχω πει, άλλωστε, δύο φορές ως Υπουργός Εξωτερικών στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, αλλά δεν ήμουν –λέω παρεμπιπτόντως– απλώς Υπουργός Εξωτερικών και Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, ήμουν και κυβερνητικός εταίρος. Ήξερα πάρα πολύ καλά ποια είναι η ενιαία και διαχρονική θέση της χώρας και δεν χρειαζόμουν έγκριση του κ. Σαμαρά ως Πρωθυπουργού, προκειμένου να διατυπώσω τη δική μου θέση ως κυβερνητικού εταίρου, Υπουργού Εξωτερικών και εκπροσώπου της χώρας από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Όμως, λέγαμε πάντα ότι αναπόσπαστο στοιχείο μίας λύσης λειτουργικής, βιώσιμης και ασφαλούς για την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα είναι η ακύρωση κάθε αλυτρωτισμού με την έννοια της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας.
Το πρόβλημα με τη συγκεκριμένη συμφωνία εστιάζεται κυρίως σε τρία σημεία. Στο γεγονός ότι η ιθαγένεια, ενώ είναι νομικός δεσμός του πολίτη με το κράτος, προσδιορίζεται ως Μακεδονική, Macedonian/citizen of the Republic of North Macedonian. Ο Αλβανός πολίτης θα έχει ιθαγένεια Μακεδονική ή απλώς την ιθαγένεια του πολίτη της Βόρειας Μακεδονίας, όπως είναι το ακριβές; Το άλλο παραπέμπει σε μία εθνοτική αντίληψη και αναγνώριση. Το ισχύον Σύνταγμα της γειτονικής χώρας, στο άρθρο 4 καθορίζει την ιθαγένεια έτσι περιγραφικά, ως πολίτης της χώρας αυτής, όχι ως Macedonian. Εμείς τους δίνουμε εδώ κάτι που δεν το προβλέπει το ισχύον Σύνταγμά τους.
Και η γλώσσα είναι «μακεδονική», σλαβική, με κυριλλική γραφή. Ναι, αλλά έρχεται ο Πρωθυπουργός και λέει στο διάγγελμά του, επί τη εξαγγελία της συμφωνίας, η «ελληνομακεδονική γλωσσική κληρονομιά» δεν θίγεται από τη γλώσσα των γειτόνων. Η «ελληνομακεδονική»; Έτσι το λέμε; Αν φθάσουμε να το πούμε ελληνομακεδονική, τότε ,αν μη τι άλλο, η άλλη γλώσσα είναι σλαβομακεδονική και φυσικά δεν έχει αναγνωριστεί το 1977.
Το τρίτο κρίσιμο σημείο είναι ο προβληματικός συγχρονισμός των ενεργειών, ιδίως σε σχέση με την ένταξη στο ΝΑΤΟ, διότι η γειτονική χώρα καλείται από το ΝΑΤΟ προς ένταξη και το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο αποφασίζει την ένταξη τώρα, πριν την έναρξη ισχύος της συμφωνίας. Το πρωτόκολλο ένταξης συνάπτεται και αρχίζει να κυρώνεται από τα 29 κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ και η Ελλάδα περιμένει τελευταία να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες, αλλά όταν θα έρθει η Ελλάδα να κυρώσει τη σύμβαση αυτή και μαζί και το πρωτόκολλο ένταξης στο ΝΑΤΟ, θα είναι αργά.
Αυτό είναι το θέμα. Το θέμα είναι ότι οι βελτιώσεις πρέπει να γίνουν τώρα, μετά την υπογραφή δεν υπάρχει δυστυχώς περιθώριο βελτιώσεων. Διότι όταν μετά από μήνες, στην παρούσα Βουλή ή ίσως σε άλλη Βουλή με άλλο συσχετισμό, έρθει η συμφωνία αυτή για κύρωση, εάν οι γείτονες έχουν κάνει όλα όσα πρέπει να κάνουν, το δημοψήφισμα με θετική έκβαση, την αναθεώρηση του Συντάγματος, τον σεβασμό των ευαισθησιών, δεν θα υπάρχει περιθώριο η Βουλή των Ελλήνων να ζητήσει τότε βελτιώσεις επί του κειμένου της συμφωνίας, η οποία σε πάρα πολλά σημεία προενεργεί. Ενεργεί πριν από την τυπική θέση σε ισχύ. Για αυτό είπα, διαβάστε με τους συμβούλους σας πολύ προσεκτικά το τι λέει η σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών.
Άρα, είναι άλλο η ακρίβεια και η δικαιοσύνη και η ειλικρίνεια στην αντιμετώπιση θεμάτων εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ευαισθησίας, αυτό που κάνουμε εμείς, αυτό που το έχουμε πληρώσει πανάκριβα, αναλαμβάνοντας κόστος, και άλλο το να παίρνεις ένα momentum πολιτικό, που είναι πράγματι θετικό για την επίλυση του προβλήματος και να το χρησιμοποιείς με το βλέμμα στραμμένο προς το εσωτερικό για να δημιουργήσεις προβλήματα στην αντιπολίτευση, για να δημιουργήσεις συγκρούσεις και μέτωπα πλαστά και όχι για να οικοδομήσεις πραγματική εθνική συναίνεση.
Ζητώ, απαιτώ και σε τελευταία ανάλυση ως Έλληνας πατριώτης παρακαλώ την κυβέρνηση να φροντίσει να βελτιώσει το κείμενο στα σημεία εκείνα τα οποία είναι ανοιχτά στο μέλλον σε κακή χρήση και μπορούν να γίνουν πηγές προβλημάτων. Διότι ανεξαρτήτως της νομικής συζήτησης, η υπογραφή, εφόσον συντελεστεί, δεσμεύει και εγκλωβίζει τη χώρα σε ένα τετελεσμένο και μετά δεν θα έχουμε περιθώρια να επέμβουμε ώστε να διασφαλίσουμε την καλή γειτονία, την ειρήνη, την περιφερειακή σταθερότητα, την ασφάλεια, την πρόοδο, την ανάπτυξη και όλες τις αξίες στο όνομα των οποίων, βεβαίως, αγωνιζόμαστε και ως πολιτικές δυνάμεις και ως άτομα, αλλά και ως έθνος. Σας ευχαριστώ.- 

11 June 2018

Φίλιπ Ροθ: Έργα και ημέρες, πρόσωπα και προσωπεία

του Παναγιώτη Γούτα, bookpress.gr, 11/6/2018

Ο Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, στις 19 Μαρτίου του 1933. Από το 1959, που εκδίδεται στην Αμερική το Αντίο Κολόμπους μέχρι το 2010 που τυπώνεται το μυθιστόρημά του Νέμεσις (το κύκνειο άσμα του Ροθ) μεσολαβούν 51 χρόνια συνεχούς και αδιάλειπτης συγγραφικής παραγωγής, που αριθμεί πάνω από τριάντα βιβλία (στην πλειονότητά τους μυθιστορήματα, αλλά και νουβέλες, συλλογές διηγημάτων και δοκίμια). Το σύνολο, σχεδόν, του πεζογραφικού και δοκιμιακού έργου του κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις ποιοτικές και καλαίσθητες εκδόσεις Πόλις.

Ο Φίλιπ Ροθ, μετά την κυκλοφορία του Νέμεσις, κι αφού διάβασε ξανά όλα τα βιβλία του, δήλωσε ευθαρσώς πως σταματά το γράψιμο. Κάνοντας ο ίδιος μια αυτοκριτική της συγγραφικής του πορείας δήλωσε «έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα…» και πως είχε φτάσει πια η στιγμή (ο καιρός) να ζήσει ο ίδιος την πραγματική ζωή. Τήρησε στο ακέραιο την υπόσχεσή του, παρότι στενοχώρησε μ’ αυτήν του την απόφαση πολλούς θαυμαστές του ανά τον κόσμο. Αυτή του η δήλωση κι αυτή του η στάση ζωής –που μας θύμισε, κατά κάποιον τρόπο, και τη γενναία απόφαση του δικού μας, του Μανόλη Αναγνωστάκη, να σταματήσει να γράφει ποίηση, αφού (κατά δήλωσή του) δεν είχε κάτι νεότερο να καταθέσει– φανέρωνε αφενός πως το γράψιμο (με τους καταιγιστικούς ρυθμούς που έγραφε και τύπωνε, ιδίως τη δεκαετία 2000-2010 – εννέα βιβλία μέσα σε δέκα χρόνια!)– τον είχε ψυχικά και πνευματικά εξουθενώσει, αφετέρου πως η «πραγματική ζωή» ήταν κάτι πιο προσιτό, ευχάριστο και ανεκτό για τον ίδιο (στην ηλικία που βρισκόταν) από τον ρεαλισμό και την «πραγματικότητα» των μυθιστορημάτων του.
Ο ίδιος, πάντως, στο κουραστικό, πλέον, και άνοστο ερώτημα που απευθύνουν συχνά στους συγγραφείς «βίωμα ή μυθοπλασία;» πήρε την πιο ξεκάθαρη, ειλικρινή αλλά και επώδυνη θέση: «Μυθοπλασία, ειπωμένη και αφηγούμενη όμως κατά τέτοιον τρόπο, που να ξεπερνά σε αληθοφάνεια και την ίδια την πραγματικότητα». Τώρα, το αν αυτή η οκταετής αποχή του από το γράψιμο τον ωφέλησε ή, αντιθέτως, τον οδήγησε σε κάποιας μορφής κατάθλιψη, με επακόλουθο να κοπεί συντομότερα το νήμα της ζωής του, αυτό κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει με ακρίβεια.
Το ντεμπούτο και η πρώτη συγγραφική απογείωση
Το Αντίο, Κολόμπους (1959, Πόλις, 2013, μτφρ.-επίμετρο Σώτη Τριανταφύλλου) είναι μια συλλογή έξι κειμένων – μιας εκτενούς νουβέλας και πέντε διηγημάτων. Είναι σημαντικό βιβλίο γιατί αποτελεί το ντεμπούτο του Ροθ στα γράμματα, δίχως να μιλάμε για πρωτόλειο κείμενο. Στην ομότιτλη νουβέλα, ζούμε την προβληματική σχέση του Νιλ Κλούγκμαν από το Νιούαρκ με την Μπρέντα Πάτιμκιν, από το προάστιο Σορτ Χιλς, που συναντιούνται και ερωτεύονται με πάθος στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο Ροθ, εδώ, σατιρίζει και καταγράφει τα κοινωνικά ήθη της Αμερικής, τις υπόγειες συγκρούσεις στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και τη σύγκρουση όχι μόνο δύο διαφορετικών χαρακτήρων, αλλά και δύο διαφορετικών κόσμων. Οι συνήθειες της εβραϊκής οικογένειας της Αμερικής, εκείνης της εποχής (υπάρχουν σπαρταριστές σελίδες, όπου ο Ροθ καυτηριάζει τις εβραϊκές συνήθειες, συμπεριφορές και παραδόσεις) αλλά και το μπέιζμπολ, είναι τα δύο στοιχεία που θα τα συναντήσουμε (και ως συγγραφικές εμμονές) και σε επόμενα βιβλία του Ροθ. Το Αντίο, Κολόμπους κέρδισε το Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβείο των Η.Π.Α., το 1960.


Ακολουθούν δύο μυθιστορήματα, το Κι ό,τι θέλει ας γίνει (1962, Πόλις, 2005, μτφρ. Κωστής Αρβανίτη) και το Τότε που ήταν καλό κορίτσι (1967, Πόλις, 2016, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου). Δεν είναι βιβλία μεγάλης πνοής, ωστόσο προμηνύουν τη συγγραφική καταιγίδα που θα ξεσπάσει αμέσως μετά. Στο πρώτο, που εκτυλίσσεται στο Σικάγο, τη Νέα Υόρκη και το Αϊόβα Σίτυ, υφαίνονται από την πένα του Ροθ οικογενειακοί δεσμοί, μέσα από διεισδυτική ανάλυση χαρακτήρων. Το ερωτικό πάθος και πάλι δεσπόζει. Στο Τότε που ήταν καλό κορίτσι (το μυθιστόρημα υστερεί σε πύκνωση λόγου, ευθύτητα και αμεσότητα, στοιχεία της γραφής του Ροθ που θα τα συναντήσουμε σε επόμενα βιβλία του) έχουμε πάλι ένα ερωτικό ντουέτο (Ρόι Μπάσαρτ – ανώριμο, αφελή νεαρό που κατευθύνεται από τους γονείς του, και Λούσι Νέλσον – δεκαοχτάχρονη, καθολική στο θρήσκευμα, με αλκοολικό πατέρα, και μια ιδιάζουσα ροπή στα να κάνει πάντα το «καλό»). Στον έγγαμο βίο του ζεύγους το κακό σιγοβράζει και η έκρηξη δεν θ’ αργήσει να έρθει. Από τα ελάχιστα βιβλία του Ροθ, ίσως το μοναδικό, όπου τον ρόλο του βασικού πρωταγωνιστή τον έχει μια γυναίκα. Αν μπορούμε να βρούμε κάποιες αρετές σ’ αυτό το κείμενο, πέρα απ’ την ακριβή απεικόνιση της θρησκόληπτης αμερικανικής επαρχίας, τη δεκαετία του ’50, είναι η σκηνοθετική ματιά του Ροθ αλλά και η δυνατή και σκληρή κατάληξη του στόρι [1].
Η πρώτη απογείωση του Ροθ (καλλιτεχνική και εμπορική) θα γίνει το 1969 με το μυθιστόρημα Το σύνδρομο του Πόρτνοϊ (Πόλις, 2008, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδη). Ήταν ένα βιβλίο που, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ηλίας Μαγκλίνης (από πηγή του, από πρώτο χέρι) «όλος ο κόσμος (στην Αμερική) στον υπόγειο διάβαζε το βιβλίο με το κίτρινο εξώφυλλο» [2]. Το βιβλίο είναι ένας ωμός, τολμηρός, αποκαλυπτικός ανδρικός μονόλογος για το σεξ και τις αντρικές επιθυμίες και φαντασιώσεις. Σαρκάζει τους κρεμασμένους από την ποδιά της μάνας τους αρσενικούς της ζωής, το αναπόφευκτο οιδιπόδειο, τον αυνανισμό ως σεξουαλική εκτόνωση.
Σε κάποια σημεία του έχει προφανή συνάφεια με την ταινία του Γούντι Άλεν Τα πάντα γύρω από το σεξ (1972), παρότι εκείνη ακολούθησε χρονολογικά, ενώ το διαβρωτικό χιούμορ του Ροθ σαρώνει τα πάντα. Ο μονόλογος του Αλεξάντερ Πόρτνοϊ, που γίνεται προς τον ψυχίατρό του Δόκτορα Σπιλφόγκελ, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από μερίδα ραβίνων της Αμερικής, που δεν επιθυμούσαν να συνδυαστεί το ζήτημα της εβραϊκότητας με τον αχαλίνωτο σεξουαλισμό και τις οργιώδεις φαντασιώσεις του εβραίου μυθιστορηματικού ήρωα. Οι σχέσεις του Πόρτνοϊ με χριστιανές, η απέχθειά του για τις Εβραίες, τα ταξίδια του στο Ισραήλ για «ποταπούς» σκοπούς, εξαγρίωσαν τα ήθη της εποχής, όμως το βιβλίο απέφερε σημαντικά καλλιτεχνικά και εμπορικά οφέλη στον Ροθ.
Ο Ροθ ως Κέπες και ως Ζούκερμαν
Φτάνω στο Το βυζί (1972, εκδ. Γράμματα, 1984, μτφρ. Αλεξάνδρας Κοντού). Εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά ένα από τα alter ego τού Ροθ, ο καθηγητής Κέπες – θα τον συναντήσουμε αργότερα και στα βιβλία Ο καθηγητής του πόθου και Το ζώο που ξεψυχά. Μια ορμονική μετάλλαξη θα τον μεταμορφώσει σ’ ένα τεράστιο βυζί που σκέφτεται σαν άνθρωπος, συνομιλεί και ψυχαναλύεται από τον επιστήμονα Κλίνγκερ και, περνώντας όλα τα αναγκαία ψυχολογικά στάδια, αποδέχεται την τωρινή του κατάσταση. Ο «Μίστερ Πραγματικότητα» αντιμετωπίζεται, κατά τον Ροθ, μόνο με την αποδοχή και την ενσυναίσθηση. Οι κριτικοί χαρακτήρισαν τη νουβέλα «καφκικού τύπου», όμως εδώ η συγγραφική σχέση του Ροθ με τον Κάφκα είναι μάλλον προσχηματική, αφού όλο το εύρημα της μεταμόρφωσης του Κέπες δεν προσομοιάζει στο ελάχιστο με την υπαρξιακή ένταση και το βάθος του Γκρέγκορ Σάμσα, που, δια χειρός Κάφκα, μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα. Ένα μάλλον μέτριο βιβλίο για τα μέτρα του Ροθ, παιγνιώδες και ευφάνταστο μεν, με αρκετές, όμως, προς το τέλος νότες διδακτισμού και ηθικολογίας.



Προσπερνώντας το Η ζωή μου ως άντρα (1974, Πόλις, 1996, μτφρ. Άρτεμις Σταμπουλοπούλου), όπου έχουμε για πρώτη φορά την εμφάνιση του Ζούκερμαν, του αιρετικού εβραίου διανοούμενου που αποτελεί έτερο alter ego τού συγγραφέα (υποψήφιο για Εθνικό Βραβείο καλύτερου μυθοπλαστικού βιβλίου), πηγαίνω στο άκρως ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, Ο καθηγητής του πόθου (1977, Πόλις, 2010, μτφρ. Νίκος Παναγιωτόπουλος), όπου ο Ροθ επανέρχεται μυθοπλαστικά ως καθηγητής Ντέιβιντ Κέπες. Πόθος, σεξουαλική ηδονή, τα όρια ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και στον αχαλίνωτο πόθο, η παιδική ηλικία του Κέπες και το πρότυπό του, οι σπουδές του, δυο πεταχτούλες Σουηδέζες φοιτήτριες, μετά η Έλεν, κατόπιν η Κλερ και τελικώς η μοναξιά, που ακολουθεί τον έρωτα, γιατί όπως έλεγε χαρακτηριστικά και ο σημαντικός ζωγράφος Γιώργος Σικελιώτης «κάθε έρωτας είναι κι ένας μικρός θάνατος». Ο κουβανός συγγραφέας Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες θα πρέπει να επηρεάστηκε απ’ αυτό το βιβλίο του Ροθ στο μυθιστόρημά του Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα (Μεταίχμιο, 2004), όπου πιστός στην τάση (ρεύμα) του «βρόμικου ρεαλισμού», φιλοτέχνησε αριστουργηματικά δυο χαρακτηριστικά γυναικεία πορτρέτα, μιας Κουβανής και μιας Σουηδής, επικεντρωμένος στο γλυκό αδιέξοδο του αφηγητή να κατασταλάξει ερωτικά σε μία από τις δύο.
Η συγγραφική ωρίμανση του Ροθ, ουσιαστικά θα γίνει ευδιάκριτη με την τετραλογία του στην οποία καθιερώνεται ο Ζούκερμαν ως alter ego του. Μιλάμε για την επταετία 1979-1986, οπότε κυκλοφορούν τα βιβλία: Ο συγγραφέας φάντασμα (1979), Ζούκερμαν λυόμενος (1981), Μαθήματα ανατομίας (1983) και Το όργιο της Πράγας (1985). Όλα τα παραπάνω περιλαμβάνονται στο βιβλίο Ζούκερμαν δεσμώτης: τριλογία και επίλογος (Πόλις, 2004, μτφρ. Σπύρος Βρετός). Ο Νέιθαν Ζούκερμαν, εκκολαπτόμενος συγγραφέας, μετακινείται στην τετραλογία του Ροθ από τη Νέα Αγγλία στο Μανχάταν, επιστρέφει στο διαμέρισμά του και καταλήγει στην Πράγα, εν έτει 1976, με σκοπό να διασώσει από τη λήθη τα έργα ενός άγνωστου συγγραφέα που γράφει στα γίντις, δηλαδή στη γλώσσα των Εβραίων της Κεντρικής Ευρώπης. Σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, του Ζούκερμαν δεσμώτης είναι η Αντιζωή (1986, Πόλις, 2008, μτφρ. Χριστίνα Ντόκου). Μοντερνισμός τραβηγμένος στα άκρα, πάλι ο έρωτας, η χαώδης διάσταση γι’ αυτά που ποθούμε και γι’ αυτά που φτάνουμε, μια ασυμπτωματική καρδιοπάθεια που η ιατρική αγωγή για την αντιμετώπισή της προκαλεί προβλήματα στύσης, ο Χένρι κι ο αδελφός του Νέιθαν Ζούκερμαν ως δύο αφηγηματικές παραλλαγές της ίδιας συνείδησης, η υπονόμευση της εβραϊκότητας, πολλά αντιθετικά δίπολα χαρακτήρων και καταστάσεων και κάποιες εκπληκτικές σελίδες για το πώς προσεύχονται οι Εβραίοι στο Τείχος των δακρύων, συνθέτουν αυτό το αξιόλογο βιβλίο, που κλείνει τον κύκλο της τετραλογίας του Ζούκερμαν.
Η άτυπη αμερικανική τριλογία
Τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του Ροθ περιλαμβάνονται, κατά τη γνώμη μου, στην άτυπη «αμερικανική τριλογία», με κορυφαίο όλων το Αμερικανικό ειδύλλιο (1997, Πόλις, 1999, μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου) [3]. Το μυθιστόρημα βραβεύτηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ μυθοπλασίας το 1998. Ο Ροθ, στο απόγειο της συγγραφικής του ωρίμανσης και όντας ήδη 64 χρόνων, δίνει ένα βιβλίο που, σύμφωνα με τη γνώμη σημαντικών κριτικών, συγκαταλέγεται στη λίστα των Μεγάλων Αμερικανικών Μυθιστορημάτων όλων των εποχών, δίπλα σε άλλα αριστουργήματα (Μπόμπι Ντικ, Ο μεγάλος Γκάτσμπι, Υπόγειος κόσμος, Τα σταφύλια της οργής, Τριλογία της Νέας Υόρκης κ.ά). Πρόκειται για την επιτομή της αμερικανικής κοινωνίας κατά τη δεκαετία του ’60, με τις ραγδαίες μεταβολές και τις εσωτερικές αναταραχές, λόγω του πολέμου του Βιετνάμ – ίσως το πιο πολιτικό βιβλίο του Ροθ. Ο Ροθ, με ρεαλιστική γραφή, χτίζει σελίδα τη σελίδα το τραγικό πορτρέτο του Εβραίου Σιμούρ Λιβόβ, του «Σουηδού» (πρότυπο του επιτυχημένου Αμερικανού – φυσική ευγένεια, ήθος, παλιός πρωταθλητής μπέιζμπολ, ευφυΐα κτλ.), με πολλές συγγραφικές επιστρώσεις και επίπεδα. Λεπτή ειρωνεία, πύκνωση λόγου και, εν κατακλείδι, καφκικού τύπου αδιέξοδο. Ένα ηχηρό χαστούκι στο αμερικανικό όνειρο που, ως ιδεολόγημα, κυριαρχούσε τότε στην αμερικανική ήπειρο.



Στο Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή (1998, Πόλις, 2000) επιστρέφουμε μία δεκαετία νωρίτερα, στα σκοτεινά χρόνια του μακαρθισμού. Ένας πρώην εργάτης, ιδεολόγος κομμουνιστής που εξελίσσεται σε δημοφιλή ηθοποιό, καταντά με ρημαγμένη ζωή, άνεργος και δίχως υπόληψη. Μια καταγγελία της γυναίκας του ότι ασκεί κατασκοπία υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης, μετατρέπει τη ζωή του σε εθνικό σκάνδαλο. Πολιτική παρωδία, γραμμένη με ενάργεια, σαρκασμό και άφθονο χιούμορ.
Στο βιβλίο Το ανθρώπινο στίγμα (2000, Πόλις, 2013, μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου) μεταφερόμαστε στην εποχή που ξεσπά το σκάνδαλο Κλίντον-Λεβίνσκι. Ο πουριτανισμός και η πολιτική ορθότητα κυριαρχούν στην πολιτική και πνευματική ζωή της χώρας. Ο βασικός ήρωας –καθηγητής κλασικών σπουδών ο οποίος συκοφαντήθηκε για ρατσιστική συμπεριφορά και, έχοντας παραιτηθεί από την εργασία του, ζει πλέον μοναχικά– σχετίζεται με νεότερή του, ερωτική γυναίκα, φαινομενικά «κατώτερή» του, που καταδιώκεται από τον μανιακό πρώην σύζυγό της, βετεράνο του Βιετνάμ, ο οποίος δεν την αφήνει σε χλωρό κλαρί. Ένα πολυδιάστατο μυθιστόρημα που παίζει σε πολλά ταμπλό: Ανθρώπινες σχέσεις, έρωτας, πολιτική ορθότητα, Βιετνάμ, επικαιρότητα, πανεπιστήμιο – από τις κορυφαίες στιγμές του Ροθ.
Η «αμερικανική τριλογία» του Ροθ κάλλιστα θα μπορούσε να ονομαστεί και «πολιτική» τριλογία, αφού τα βιβλία αυτά αποτελούν τομή στον πολιτικό χάρτη των Η.Π.Α., αναδεικνύοντας τις ψευδαισθήσεις, τον παραλογισμό και τη ρευστότητα της αμερικανικής κοινωνίας. Στα πολιτικά βιβλία του Ροθ, με έντονη έμφαση στα αδιέξοδα του εβραϊσμού, μπορεί να ενταχθεί και το βιβλίο Επιχείρηση Σάυλωκ (1993, Πόλις, 2001, μτφρ. Σπύρος Βρετός), ένα βιβλίο όπου η αραβοϊσραηλινή διένεξη αντιδιαστέλλεται αριστοτεχνικά με το Ολοκαύτωμα.
Σάμπαθ και, πάλι, Κέπες
Το 1995 τυπώνεται στην Αμερική ένα σημαντικό βιβλίο του Ροθ, Το θέατρο του Σάμπαθ (Χατζηνικολή, 1998, μτφρ. Ανδρέας Βαχλιώτης, επαν. Πόλις, 2013). Αρκετοί κριτικοί το θεωρούν κορυφαία στιγμή του Ροθ – ο Ηλίας Μαγκλίνης (από τους συνεπέστερους και εγκυρότερους μελετητές –και μεταφραστής– του Ροθ στην Ελλάδα), πρόσφατα, το τοποθέτησε πρώτο στην καλύτερη, κατά τη γνώμη του, δεκάδα μυθιστορημάτων του Ροθ [4]. (Στο σημείο αυτό ν’ ανοίξω μια μικρή παρένθεση σχολιάζοντας το εκδοτικό πρωθύστερο [5] που συμβαίνει στην Ελλάδα με τα βιβλία του Ροθ – κάτι που, φυσικά, δεν έχει επικριτικό χαρακτήρα για τις εκδόσεις Πόλις, που χάρη σ’ αυτές έχουμε το σύνολο του λογοτεχνικού έργου του Ροθ στη χώρα μας και απολαμβάνουμε τη γραφή του. Για διάφορους λόγους (εμπορικούς, οικονομικούς, αξιολόγησης βιβλίων, δικαιωμάτων κτλ.) έχουν μεταφραστεί παλιότερα βιβλία του Ροθ στη αρχή, μετά τα κορυφαία του, κατόπιν τα τελευταία του (εξίσου κορυφαία) και κάποια στιγμή τα σχεδόν πρωτόλειά του. Αυτό, μοιραία, δημιουργεί μια μικρή σύγχυση στην πρόσληψη του έργου του από έναν όχι ιδιαίτερα μυημένο αναγνώστη και στην αξιολόγηση εκ μέρους του αναφορικά με το συνολικό του έργο, που, οι περισσότεροι, το γνωρίζουν αποσπασματικά).



Επιστρέφω στο Το θέατρο του Σάμπαθ. Πρόκειται, ομολογουμένως, για ένα σπαραχτικό, πολυσέλιδο μυθιστόρημα, που επαινέθηκε από την κριτική. Αχαλίνωτη λαγνεία, σάτιρα επικών διαστάσεων, τραγικά προσωπικά αδιέξοδα, αρθρίτιδα και υπέρταση, και ο εξηνταπεντάχρονος Μίκυ Σάμπαθ, μετά τον θάνατο της Κροάτισσας ερωμένης του, της Ντρέγκα, από καρκίνο, έρχεται αντιμέτωπος με τα φαντάσματα του παρελθόντος, οδηγούμενος στον παραλογισμό και στην τρέλα. Κορυφαία ερωτική στιγμή ο αυνανισμός του Σάμπαθ πάνω στο μνήμα της πρώην ερωμένης του, που τον διεγείρει ακόμη και πεθαμένη. Το τέλος ευφάνταστο, λυτρωτικό, παιγνιώδες, αστείο μέσα στην τραγικότητά του. Σπουδαία στιγμή του Ροθ, αλλά όχι η κορυφαία, κατά την ταπεινή μου γνώμη.
Με το βιβλίο Το ζώο που ξεψυχά (2001, Πόλις, 2002, μτφρ. Γιώργος Τσακνιάς) ξεκινά η τετραλογία της θνητότητας, των παθήσεων και του άγχους του θανάτου [6]. Ολοκληρώνεται και ο κύκλος του καθηγητή Ντέιβιντ Κέπες, που, εδώ, ζει εργένικα, έχοντας συχνά ερωτικές επαφές με φοιτήτριές του. Σεξ και αισθητική, τα μόνα ενδιαφέροντα του χειραφετημένου εξηνταδυάχρονου. Γνωρίζοντας την εικοσιτετράχρονη κουβανή Κονσουέλα την ερωτεύεται απόλυτα. Από το σφριγηλό υγιές σώμα της, μέχρι το ταλαιπωρημένο από τον καρκίνο ίδιο σώμα, και τα δύο παραμένουν για τον Κέπες αντικείμενα ηδονής. Ο Ροθ, μ’ αυτή τη συστάδα των βιβλίων του αρχίζει να μας εξοικειώνει με την ιδέα του θανάτου.
Πριν τη συνέχιση και την ολοκλήρωση της «τετραλογίας της θνητότητας» από τον Ροθ, μεσολαβεί άλλο ένα σημαντικό βιβλίο του, το Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής (2004, Πόλις, 2007, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης). Πρόκειται για μια σκοτεινή, πολιτική αλληγορία για τη σύγχρονη Αμερική, που ξεκινά από το υποθετικό σενάριο πως τις εκλογές του ’40 στην Αμερική δεν θα τις κέρδιζε ο Ρούσβελτ, αλλά ο Ρεμπουμπλικάνος, αντισημίτης και προσωπικός φίλος του Χίτλερ, Τσαρλς Λίντμπεργκ. Μια οικογένεια της Αμερικής, οι Ροθ, θα βρεθούν στο μάτι του κυκλώνα στην υλοποίηση αυτού του φανταστικού σεναρίου. Ο Ροθ, που, κατά δήλωσή του, δεν ψήφισε ποτέ του Ρεμπουμπλικανούς [7], και του οποίου πολλές σελίδες αρκετών του βιβλίων βασίζονται στη δημιουργική αναρώτηση «τι θα συνέβαινε αν…;» που συνήθιζε να κάνει (Νέμεσις, Αγανάκτηση, Αμερικανικό ειδύλλιο κτλ.), πίστευε πως μ’ αυτό το δυστοπικό του πόνημα, έβαλε ένα λιθαράκι στο να μην εκτροχιαστεί η Αμερική και να παραμείνει, έτσι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε δημοκρατική τροχιά. Ξόρκιζε, τρόπον τινά, το κακό με τη γραφή του. Η εκλογή και τα πρόσφατα έργα και ημέρες του Τραμπ, πιστεύω πως θα τον κατέθλιψαν βαθύτατα.
Η ολοκλήρωση της «τετραλογίας της θνητότητας» και το κύκνειο άσμα του Ροθ
Ο τίτλος του ολιγοσέλιδου μυθιστορήματος του Ροθ Καθένας (2006, Πόλις, 2006, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης) είναι παρμένος από τον βρετανικό στίχο The summoning of everyman, που σημαίνει «η κλήτευση του καθενός». Όλοι μας, δηλαδή, θα καλεστούμε κάποια στιγμή από τον θάνατο για να εκθέσουμε τα πεπραγμένα μας σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο ήρωας, εδώ, μένει μόνος του, οι τρεις γυναίκες της ζωής του τον έχουν εγκαταλείψει, οι φίλοι γερνάνε και πεθαίνουν και ο ίδιος αγωνίζεται να γλιτώσει από τον φόβο του θανάτου. Απώλειες, οδύνη, τύψεις, το φθαρτό ανθρώπινο σώμα – η μεγάλη αλήθεια της ζωής. Ένα μικρό, περιεκτικό, ευθύβολο, στοχαστικό διαμαντάκι. Τρία χρόνια μετά, η «τετραλογία της θνητότητας» θα συνεχιστεί με την Ταπείνωση (2009, Πόλις, 2010, μτφρ. Κατερίνα Σχινά) [8]. Συγγραφική κόπωση του Ροθ; Δεν θα το έλεγα. Πυκνογραμμένη νουβέλα για το τέλος των πραγμάτων, του έρωτα, των φιλοδοξιών και της ζωής. Ένας εξηνταπεντάρης ηθοποιός χάνει το ταλέντο του. Μια πρώην λεσβία, η Πεγκήιν (κόρη ενός φιλικού του ζευγαριού) θα συνάψει σχέση μαζί του. Προς στιγμή όλα πηγαίνουν καλά. Μέχρις ότου… Το ταλέντο έχει ημερομηνία λήξης, μας θυμίζει ο Ροθ. Και τους μεγαλύτερους ρόλους –εκτός θεάτρου– τους γράφει η ίδια η ζωή.



Κάνοντας κι εγώ ένα πρωθύστερο στη βιβλιογραφία του Ροθ, θα γυρίσω σε δύο, τυπωμένα προ της Ταπείνωσης, βιβλία του. Φεύγει το φάντασμα (2007, Πόλις, 2009, μτφρ. Κατερίνα Σχινά) και Αγανάκτηση (2008, Πόλις, 2009, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου). Στο πρώτο ο Νέιθαν Ζούκερμαν ξαναγυρίζει στη Νέα Υόρκη, απ’ όπου είχε φύγει πριν έντεκα χρόνια. Έχει επικεντρωθεί τώρα στο γράψιμο. Τρεις συναντήσεις θα διαρρήξουν τον ιστό της μοναξιάς του. Με ένα νεαρό ζευγάρι, με την Έιμι Μπελέτ και μ’ έναν επίδοξο βιογράφο του συγγραφέα Λόνοφ, που ο Ζούκερμαν θαυμάζει. Εντυπωσιάζει και διεγείρει τον αναγνώστη του βιβλίου η απεγνωσμένη προσπάθεια ενός 72χρονου να κρατηθεί στη ζωή ερωτικά, μέσω μιας εικοσιεξάχρονης μούσας.
Ο Ροθ, εδώ, αποχαιρετά ένα ακόμη λογοτεχνικό προσωπείο του, αλλά συνειδητοποιεί με τραγικό τρόπο τη φθαρτότητα και το γήρας του δικού του σώματος. Η Αγανάκτηση (29ο κατά σειρά βιβλίο του Ροθ) δεν εντάσσεται στην «τετραλογία της θνητότητας». Είναι όμως ένα πολυεπίπεδο και σφιχτό μυθιστόρημα, με βασικό ήρωα τον Μάρκους Μέσνερ. Παρακολουθούμε, μέσα από το ψυχορράγημα του ήρωα, σε φλας μπακ, τα νεανικά και φοιτητικά του χρόνια, μέχρι την ενηλικίωσή του. Ο Ροθ, εδώ, μας αποκαλύπτει σε όλο της το μεγαλείο την αυτοκρατορία του απρόοπτου. Ένα μυθιστόρημα με πολλές πτυχές και διαστάσεις (όπως και Το ανθρώπινο στίγμα), ένας ύμνος στην αδυναμία του ανθρώπου να συγκρουστεί με τις τρομαχτικές συγκυρίες της ζωής. Παράλληλα και μία εύγλωττη απόδειξη τού πώς ένας ευάλωτος άνθρωπος μπορεί να συνθλιφτεί από ένα ολόκληρο σύστημα αξιών. Ο Μάρκους, πρόσωπο σχεδόν ισάξια τραγικό με τον Σιμούρ Λιβόβ του Αμερικανικού ειδυλλίου – από τους πιο πειστικούς ανδρικούς χαρακτήρες που σμίλεψε ο Ροθ με τη γραφή του.
Ο συγγραφικός κύκλος του Ροθ ολοκληρώνεται με το Νέμεσις (2010, Πόλις, 2011, μτφρ. Κατερίνα Σχινά). Μ’ αυτό το μυθιστόρημα κλείνει και η «τετραλογία της θνητότητας». Νιούαρκ, καλοκαίρι του ’44, επιδημία πολιομυελίτιδας, φόβος για τις συνέπειες του λοιμού, υστερία, πανικός, οργή, τρόμος. Άνθρωποι με τις καλύτερες προθέσεις στη ζωή τους ισοπεδώνονται από τη δύναμη των περιστάσεων. Ο ήρωας του στόρι, Μπάκυ, κάπου συναντιέται στην τραγικότητα της ζωής του με τους Λιβόβ και Μάρκους, των παλαιότερων βιβλίων του Ροθ. Πολυδιάστατο μυθιστόρημα όπου θίγονται ζητήματα όπως: Ο ρόλος του Θείου, το ανθρώπινο πεπρωμένο, η τύχη, οι ενοχές, ο αντισημιτισμός των Αμερικάνων, η ταύτιση του εγώ με τα δεινά και τις συμφορές που ξεσπούν. Το βιβλίο θα μπορούσε να αποτελέσει μια άκρως εντυπωσιακή απόσυρση του Ροθ από τη συγγραφική σκηνή, αλλά η υπερβολική και σχολαστική ανάλυση προσωπικότητας που γίνεται στον ήρωα, δια στόματος Άρνολντ (τρίτη ενότητα), απονευρώνει, προς το τέλος, την ένταση και τη μαγεία που είχε δημιουργηθεί στις προηγούμενες σελίδες [9].
Απομνημονεύματα, αυτοβιογραφικά και πάρεργα
Κρατώ, γι’ αυτήν την τελευταία συστάδα των βιβλίων του Ροθ, τα εξής βιβλία του: Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους (1976, Πόλις, 2014, μτφρ. Κατερίνα Σχινά), Τα γεγονότα: η αυτοβιογραφία ενός μυθιστοριογράφου (1988, Πόλις, 2017, μτφρ. Κατερίνα Σχινά), Κουβέντες του σιναφιού (2001, Πόλις, 2004, μτφρ. Κατερίνα Σχινά) και Πατρική κληρονομιά: μια αληθινή ιστορία (1991, Χατζηνικολή, 1997, μτφρ. Τάκης Κιρκής, επαν. Πόλις, 2012).
Στο Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους θα συναντήσουμε δοκίμια, άρθρα και συνεντεύξεις του Ροθ, που καλύπτουν τα πρώτα 25 χρόνια (δηλαδή ακριβώς τα μισά) της συγγραφικής του σταδιοδρομίας. Κείμενα για το μπέιζμπολ, την πολιτική, τους Αμερικανοεβραίους, το Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα, για τη μεγάλη συγγραφική του αγάπη που ακούει στο όνομα Φραντς Κάφκα, για το ερωτικό στοιχείο των βιβλίων του.
Στο Τα γεγονότα ο Ροθ ανταλλάσει επιστολές με τον… Ζούκερμαν, σ’ ένα παιχνίδι όπου μετέχει ο δημιουργός και το μυθιστορηματικό του (ένα από όλα) προσωπείο. Πέντε επεισόδια από τη ζωή του Ροθ αφηγούμενα με ελκυστικό τρόπο από τον συγγραφέα. Το βιβλίο αφορά την αντισυμβατική αυτοβιογραφία ενός συγγραφέα, θίγοντας ζητήματα επάρκειας και ακεραιότητας του συγγραφέα και υπονομεύοντας παράλληλα τη γνησιότητα του λογοτεχνικού είδους της αυτοβιογραφίας.
Στο Κουβέντες του σιναφιού, ο Ροθ συναντά και συνομιλεί με συγγραφείς που εκτιμά, και των οποίων το έργο αποδέχεται. Πρίμο Λέβι (βλ. φωτογραφία από κάτω), Άαρον Άπελφελντ, Ιβάν Κλίμα, Μίλαν Κούντερα, Σάουλ Μπέλοου, Μπέρναρντ Μάλαμουντ και κάποιοι ακόμη παρελαύνουν από τις σελίδες του.



Κλείνω την περιδιάβασή μου στο συνολικό έργο του Φίλιπ Ροθ με ένα συγκλονιστικό βιβλίο, που με συγκίνησε ιδιαίτερα, το αμιγώς αυτοβιογραφικό Πατρική κληρονομιά [10]. Εδώ περιγράφεται η περιπέτεια υγείας και τελικώς ο θάνατος του υπερήλικα πατέρα του Ροθ, από όγκο στον εγκέφαλο. Πρόκειται για μια ανατομή του αρχετυπικού πατρικού συμβόλου, ένα περίτεχνο λεπτομερέστατο σκιτσάρισμα του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του Χέρμαν Ροθ, αλλά και της σχέσης του με τον γιο συγγραφέα. Το μυθιστόρημα ανακηρύχτηκε το 1993 από το περιοδικό TIME ως το καλύτερο βιβλίο στην κατηγορία της μη μυθοπλαστικής πεζογραφίας.
Ενδιαφέρουσες πτυχές της γραφής του Φίλιπ Ροθ
Στο έργο του Ροθ θα συναντήσουμε στοιχεία της γραφής του που, υπό μορφή εμμονών ή ακόμη και αφηγηματικών στερεοτύπων, επανέρχονται από βιβλίο σε βιβλίο. Μια απ’ αυτές τις πτυχές, ίσως η σημαντικότερη και η πιο ενδιαφέρουσα, είναι η έννοια της εβραϊκότητας και η θέση που παίρνει ο Ροθ απέναντι στους ομοθρήσκους του. Ο Ροθ, άθεος κατά δήλωσή του, από το πρώτο του ήδη βιβλίο είναι καυστικός και σαρκαστικός με τους Εβραίους. Η συνολική του αναφορά σ’ αυτό που λέμε εβραϊκότητα καλύπτεται από μια ευμεγέθη καμπύλη που ξεκινά από την πιο αθώα καταγραφή και αποτύπωση των εβραϊκών εθίμων, των εβραϊκών φαγητών και της εβραϊκής οικογένειας, και φτάνει μέχρι την πιο ακραία υπονόμευσή της. Την εποχή που το Ολοκαύτωμα ως σύμβολο θυσίας ενός λαού κι ενός έθνους κυριαρχούσε (και κυριαρχεί) στις συνειδήσεις όλων των σκεπτόμενων και ευαίσθητων ανθρώπων του πλανήτη, ο Ροθ (όπως και ο Γούντι Άλεν στις ταινίες του) καυτηρίαζε τις εμμονές των ομοθρήσκων του, με κίνδυνο να χαρακτηριστεί (όπως άλλωστε συνέβη) πολιτικά μη ορθός συγγραφέας.
Αυτό, σε συνδυασμό με την εμμονή του στους ανδρικούς χαρακτήρες-πρωταγωνιστές των βιβλίων του (οι γυναίκες, σχεδόν πάντα, είχαν υποδεέστερη θέση στις εκάστοτε αφηγήσεις του) ίσως του στέρησαν κάποιο βραβείο Νομπέλ, που το δικαιούνταν, και με το παραπάνω, και που –ασχέτως αν δήλωνε πως δεν τον ενδιέφεραν τα βραβεία– το επιθυμούσε διακαώς. Στις σπαρταριστές και απολαυστικότερες στιγμές σαρκασμού και υπονόμευσης της εβραϊκότητας, θα θυμηθώ, επιλεκτικά, τον ρατσισμό των Εβραίων του Νιούαρκ στο Νέμεσις, που εναρμονισμένοι με τον πανικό και τον φόβο των Αμερικανών στην επιδημία πολιομυελίτιδας που ξέσπασε το καλοκαίρι του ’44, κραύγαζαν υστερικά: «Αυτή η αρρώστια σκοτώνει όμορφα εβραιόπουλα!», τον καταπληκτικό διάλογο της Ντόουν με τον Εβραίο πεθερό της (πατέρα του Σιμούρ Λιβόβ) στην πρώτη τους γνωριμία, όπου ο γέρος Λιβόβ στην κυριολεξία παζάρευε τις γιορτές για το μελλοντικό εγγόνι του με την, υπό δοκιμή, καθολική νύφη του (Αμερικανικό ειδύλλιο), τον απολαυστικό, απόλυτο, γκρινιάρη και συχνά αμφίθυμο ογδονταεξάχρονο Εβραίο πατέρα του, στο Πατρική κληρονομιά, που ωστόσο, παρά τις αναποδιές του χαρακτήρα του, ο Ροθ με την πένα του τον ανέδειξε σε λογοτεχνικό ήρωα πρώτης γραμμής.
Φυσικά, θα θυμηθώ τους ποικίλους αυνανισμούς, τη σεξουαλική εμμονή και τη βωμολοχία του Εβραίου Πόρτνοϊ (Το σύνδρομο του Πόρτνοϊ), αλλά και τις σκέψεις του Ροθ για το πώς προσεύχονται οι Εβραίοι στο Τείχος των δακρύων, στο Αντιζωή. Ωστόσο, σε πολλά διηγήματα απ’ το Αντίο, Κολόμπους, η ματιά του Ροθ είναι τρυφερή και διόλου επικριτική στους ομοθρήσκους του, κάτι που έκανε τη Σώτη Τριανταφύλλου, στο επίμετρο του συγκεκριμένου βιβλίου, αναλύοντας τα κείμενα να διατυπώσει εύστοχα την παρακάτω θέση: «Ο Φίλιπ Ροθ, παρά τις κατηγορίες που εξαπέλυσαν εναντίον του οι σιωνιστές, φαίνεται να υπερασπίζεται την πίστη και τις εβραϊκές ρίζες» [11].
Άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή του έργου του Ροθ είναι η θέση της γυναίκας στα βιβλία του. Μόνο σ’ ένα μυθιστόρημά του (Τότε που ήταν καλό κορίτσι) υπάρχει γυναικείο πρόσωπο που να σηκώνει το βάρος της βασικής πρωταγωνίστριας, κι αυτή είναι η Λούσι Νέλσον, μια διφορούμενη και μυστηριώδης ύπαρξη που οδηγεί τη σχέση της με τον Ρόι Μπάσαρτ στην καταστροφή, έχοντας την τάση, ως γνήσια καθολική, να κάνει πάντα το «καλό», το κατ’ επίφαση δηλαδή καλό που τελικώς αποδεικνύεται θανάσιμα καταστροφικό. Βέβαια, σε πάρα πολλά βιβλία του Ροθ υπάρχουν εξαιρετικές σκιαγραφήσεις γυναικείων πορτρέτων, έστω κι αν ο ρόλος τους είναι αμφίσημος ή αρνητικός και προκαλούν φθορά και καταστροφή στον κυρίως ήρωα του στόρι.
Πολλές απ’ αυτές τις γυναίκες είναι πρότυπα δοτικότητας, σεξουαλικότητας και αισθησιασμού. Πάλι επιλεκτικά θα θυμηθώ την Κροάτισσα ερωμένη του Σάμπαθ, την Ντρέγκα (Το θέατρο του Σάμπαθ), τη λεσβία Πεγκήιν που ξελογιάζει τον ηθοποιό Σάιμον Άξλερ, αφήνοντάς τον, εντέλει, στα κρύα του λουτρού και οδηγώντας τον στα έσχατα όρια της ταπείνωσης (Η ταπείνωση), τα δύο γυναικεία πρόσωπα του Αμερικανικού ειδυλλίου, τη ματαιόδοξη και άπιστη Ντόουν (πρώην βασίλισσα της ομορφιάς, καθολική, με ιρλανδέζικες ρίζες) και την κόρη της Μέρι (το τραυλό κορίτσι που στα δεκάξι του γίνεται βομβίστρια αντιδρώντας κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, και, κατόπιν, ζαϊνίστρια), αλλά ιδίως τη φοιτήτρια Κονσουέλα, μέσω της οποίας σκιαγραφείται αριστοτεχνικά από τον Ροθ ένα γνήσιο, ολοκληρωμένο, αρχετυπικό γυναικείο πορτρέτο που συνδυάζει τον ερωτισμό με έναν ήρεμο παιδιάστικο συναισθηματισμό – ένα μίγμα σεξουαλικότητας και παραδοσιακής κουβανέζικης απλότητας (Το ζώο που ξεψυχά).
Μισογύνης και φαλλοκράτης, λοιπόν, ο Ροθ; Θα πω «όχι». Η θέση αυτή τον αδικεί κατάφορα και ακυρώνει, εν μέρει, το τεράστιο έργο του. Μάλλον υπέρμετρα ειλικρινής στον ερωτικό τομέα, που βλέπει τα πράγματα από την αντρική σκοπιά – ο ίδιος σε συνέντευξή του δήλωσε πως δεν χαρίστηκε στο φύλο του. Ωραία κάνει, επί του θέματος, τον διαχωρισμό ο δημοσιογράφος Μιχάλης Τσιντσίνης, σε άρθρο του στην Καθημερινή: «Οι άντρες του Ροθ είναι μάλλον φαλλοπαθή όντα κι όχι φαλλοκρατικά» [12]. Ο Ροθ τσάκωσε τους αρσενικούς-θηρευτές ήρωές του στην πιο λάγνα στιγμή της ζωής τους, βάζοντας τις γυναίκες (στη θέση του θηράματος πάντα, ποτέ του αντικειμένου) να υποκύπτουν στις ορέξεις τους, συχνά κουμαντάρνοντάς τους και αναστατώνοντάς τους ακόμη και από τον τάφο (Κονσουέλα, Ντρέγκα).



Απέχει πολύ η μυθοπλασία του Ροθ, σ’ αυτόν τον τομέα, από την πραγματική ζωή; Ας απαντήσει κανείς με ειλικρίνεια στο ερώτημα αυτό, βάζοντας το χέρι στο μέρος της καρδιάς. Πάντως, ακόμη κι αν όλο αυτό εμπεριέχει σπέρματα μισογυνισμού, ο Ροθ δεν είναι περισσότερο μισογύνης από ό,τι ένας Σάουλ Μπελόου ή ένας Χένρι Μίλερ. Ούτε από τον Μπουκόφσκι, τον Γκουτιέρες, τον Κάρβερ και τον Τσίβερ – τα ιερά τέρατα του «βρόμικου ρεαλισμού», με τους οποίους, ανεπαισθήτως, και ο ίδιος συγγενεύει συγγραφικά [13].
Μια εξίσου σπουδαία πτυχή στο έργο του Ροθ, η πιο βαθιά, η πιο τραγική, η πιο υπαρξιακή, η πιο επώδυνη, έχει να κάνει με τις παθήσεις του σώματος και της ψυχής και την αγωνία του θανάτου. Δεν υπάρχει βιβλίο του Ροθ στο οποίο ο πρωταγωνιστής (ή οι δευτεραγωνιστές) να μην ταλανίζεται από κάποια, ανίατη συνήθως, πάθηση. Καταθέτω κάποια ελάχιστα αλλά χαρακτηριστικά παραδείγματα: Ο Άξλερ νοσηλεύεται σε ειδική κλινική για αποθεραπεία από την κατάθλιψη – αυτή τελικώς θα τον οδηγήσει στο απονενοημένο διάβημα (Η ταπείνωση). Η πολιομυελίτιδα κυριαρχεί και χτυπά την κατασκήνωση, ενώ ο ήρωας Μπάκυ, προς το τέλος, συναντιέται με τον Άρνολντ Μέσνικοφ, θύμα πολιομυελίτιδας (Νέμεσις). Ο Σιμούρ Λιβόβ ψυχαναλύεται και ζει τα τελευταία χρόνια της ζωής του με κατάθλιψη (Αμερικανικό ειδύλλιο). Ο Ντέιβιντ Άλαν Κέπες (Το βυζί) παθαίνει ορμονική μετάλλαξη. Ψυχαναλύεται στην κλινική για να αποδεχθεί το συμβάν.
Η Κονσουέλα (Το ζώο που ξεψυχά) πεθαίνει από καρκίνο του μαστού. Ο Χέρμαν Ροθ, ο πατέρας του Ροθ, βασικός πρωταγωνιστής στο Πατρική κληρονομιά, πεθαίνει από όγκο στον εγκέφαλο. Ο Νέιθαν Ζούκερμαν, ύστερα από εγχείριση στον προστάτη, αποδυναμώνεται σεξουαλικά και προσπαθεί να επανακάμψει προσεγγίζοντας νεαρή γυναίκα (Φεύγει το φάντασμα). Ο λάγνος μαριονετίστας Μίκυ Σάμπαθ είναι υπερτασικός, αρθροπαθής και μανιοκαταθλιπτικός, ενώ η ερωμένη του Ντρέγκα πεθαίνει από καρκίνο στις ωοθήκες και η πρώην γυναίκα του, η Ροζάνα, νοσηλεύεται σε κέντρο αποκατάστασης αλκοολικών (Το θέατρο του Σάμπαθ). Στο Αντιζωή ο βασικός ήρωας πάσχει από ασυμπτωματική καρδιοπάθεια, η θεραπεία της οποίας με φαρμακευτική αγωγή τού προκαλεί στυτική δυσλειτουργία. Οι παθήσεις του σώματος και της ψυχής αποτελούν το μέσο, είναι το όχημα που θα οδηγήσουν συχνά τους ήρωες στον τάφο (αυτοκτονία ή θάνατος), και τους εναπομείναντες ζώντες ήρωες σε βαθιά αυτογνωσία. Και οι αναγνώστες, μέσω αυτών, αποκομίζουν, χάρη στην πένα του Ροθ, το πιο σημαντικό και ουσιώδες: Την εξοικείωσή τους με τη ζοφερή ιδέα του θανάτου.
Θα μπορούσα να αναφερθώ σε δεκάδες άλλες σημαντικές πτυχές αναφορικά με το έργο του Ροθ, όμως για λόγους οικονομίας θα σταθώ μόνο επιγραμματικά σε κάποιες εξ αυτών: Αμερικανικό όνειρο που κατεδαφίζεται στις συνειδήσεις των Αμερικανών πολιτών, η πολιτική και οι πολιτικοί των Η.Π.Α., ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι συνέπειες στην ψυχοσύνθεση των πολιτών και στο συλλογικό ασυνείδητο, το campus novel, οι σχέσεις των πανεπιστημιακών με τις φοιτήτριές τους στα αμερικανικά πανεπιστήμια, η πολιτική ορθότητα μιας υποκριτικής κοινωνίας, η ενηλικίωση, ο τρόπος που χτίζονται οι ανδρικοί χαρακτήρες στα βιβλία του, οι σχέσεις Εβραίων με χριστιανούς ή Εβραίων με καθολικούς, το μπέιζμπολ, η βαθιά πνευματική σχέση του Ροθ με τον Κάφκα (αναφορές στη συλλογή δοκιμίων Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους), η καλλιτεχνική ώσμωση Γούντι Άλεν και Ροθ, η πιστότητα ή όχι της μεταφοράς των μυθιστορημάτων του Ροθ στον κινηματογράφο, το πώς η μικροϊστορία των καθημερινών ανθρώπων επηρεάζει και διαμορφώνει τη μεγάλη Ιστορία των λαών και των τόπων, το Νιούαρκ ως αφηγηματικός τόπος και ως συγγραφική εμμονή σε πολλά βιβλία του Ροθ, και πολλά άλλα. Όμως, επί του παρόντος, σταματώ εδώ, προχωρώντας σε μια γενική σύνοψη του συνολικού έργου του Ροθ.
Η ειλικρίνεια του Ροθ και το Νομπέλ που δεν ήρθε
Ο Φίλιπ Ροθ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της Αμερικής και μια από τις σημαντικότερες φωνές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κόσμησε την παγκόσμια βιβλιοθήκη με πάνω από τριάντα σημαντικά βιβλία μυθοπλασίας (δύο αμιγώς αυτοβιογραφικά), βασισμένος –στη συντριπτική τους πλειοψηφία– σε ρεαλιστικό αφηγηματικό πλαίσιο. Πατώντας γερά στα προσωπικά του βιώματα, και αξιοποιώντας δημιουργικά τις εμμονές του και τα βιώματα τρίτων, επινόησε αληθοφανείς καταστάσεις, εκφράζοντας μέσα από τις σκέψεις, τους αναστοχασμούς του και τους ολοκληρωμένους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες του, μια ευρύτερη συλλογικότητα αναγνωστών του ανά την υφήλιο. Με το πολυσύνθετο έργο του ανατέμνει την Αμερική –σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό αλλά και ανθρώπινο επίπεδο– σε χρονικό εύρος δύο περίπου αιώνων. Υπήρξε ο μόνος από τους αμερικανούς λογοτέχνες που είδε τυπωμένα τα Άπαντά του, εν ζωή, σε πλήρη και οριστική έκδοση, από τη Library of America.



Συνολικά απέσπασε πάνω από είκοσι πέντε βραβεία, το σύνολο των εθνικών βραβείων που του αναλογούσαν, αλλά δεν ευτύχησε (για λόγους πολιτικής ορθότητας;) να βραβευθεί με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, κάτι που δεν εκθέτει το δικό του έργο, αλλά τη Σουηδική Επιτροπή απονομής των βραβείων, που με τα πρόσφατα έργα και ημέρες της που αποκαλύφθηκαν από τον Τύπο (συμμετοχή σε σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης ατόμου του ευρύτερου περίγυρού της) δεν θα δώσει Νομπέλ σε συγγραφείς για τουλάχιστον έναν χρόνο. Ο μεγάλος κριτικός της λογοτεχνίας Χάρολντ Μπλουμ, θαυμαστής του έργου του Ροθ, έχει δηλώσει, σκωπτικά, ότι τα μέλη του Σουηδικής Ακαδημίας «παραείναι politically correct για να βραβεύσουν έναν συγγραφέα που έχει χαρακτηριστεί Εβραίος αντισημίτης, μισογύνης, σεξιστής, βλάσφημος, βωμολόχος, πορνολαγνικός ομφαλοσκόπος» [14].
Η γραφή του Ροθ υπήρξε άμεση, καίρια, πυκνή, ευθύβολη. Πάνω απ’ όλα ο Ροθ ήταν ειλικρινής σε ό,τι έγραψε, ίσως ο ειλικρινέστερος μυθιστοριογράφος της γενιάς του. Διεισδυτικός στο ευαίσθητο (και δυνητικά άλυτο) ζήτημα των ανθρωπίνων σχέσεων, καυστικός αλλά και τίμιος με τους ομοθρήσκους του, σαρκαστικός με τις παθογένειες και την ασυναρτησία της αμερικανικής κοινωνίας, στηλίτευσε δημιουργικά το ιδεολόγημα του Αμερικανικού ονείρου, προσγειώνοντας πολλές επηρμένες συνειδήσεις. Σάρκασε και αυτοσαρκάστηκε, δίχως όρια και καθωσπρεπισμούς. Πάνω απ’ όλα υπήρξε ένας χρήσιμος συγγραφέας. Προσωπικά, βάζοντας τη γραφή του και τα βιβλία του ως σημείο αναφοράς και ως έναν ιδεατό συγγραφικό στόχο, είχα πάντα ένα αυστηρό και σοβαρό μέτρο σύγκρισης και για τις άλλες αναγνωστικές μου επιλογές. Με κόσκινο τον Ροθ, βάζει κανείς ψηλά τον πήχη (συγγραφικό και αναγνωστικό), γλιτώνοντας από τόνους βιβλίων αμφίβολης ποιότητας και αλλοπρόσαλλης θεματικής, που λανσάρονται και κυκλοφορούν ανενδοίαστα ως «καλή» λογοτεχνία.
Ο Φίλιπ Ροθ έφυγε από την πραγματική ζωή στις 22 Μαΐου του 2018, στο Μανχάταν, από καρδιακή ανεπάρκεια. Το συγγραφικό πολυβόλο σίγησε στα 85 του χρόνια. Δεν άφησε πίσω του παιδιά, αλλά πάνω από τριάντα βιβλία αληθινής λογοτεχνίας. Το πλούσιο και σημαντικό λογοτεχνικό παρελθόν του και τα άρτια μυθιστορήματά του είναι οι πιο απτές και τρανταχτές αποδείξεις πως το μέλλον του ανήκει.


[1] Παναγιώτης Γούτας, Ένα κορίτσι στη «βαθιά» Αμερική, bookpress.gr, 2016
[2] Ηλίας Μαγκλίνης, «Άνδρες σε κρίση: Το σύνδρομο του Ντον Ντρέιπερ», εφ. Η Καθημερινή, 10-5-2014
[4] Ηλίας Μαγκλίνης, «Υπόκλιση στον "μεγάλο ερημίτη"», Καθημερινή, Τέχνες και γράμματα, 26-27 Μαίου 2018
[5] Βλ. σημ. 1
[6] Παναγιώτης Γούτας, Διεισδύσεις στα βιβλία των άλλων, Νησίδες, 2011, σελ. 190
[7] Φίλιπ Ροθ «Μέσα από τους ήρωές μου ζω πολλές ζωές», Αναδημοσιευμένη συνέντευξη στην Αριστοτελία Πελώνη, Εφημ. Τα Νέα, 25-27 Μαΐου, 2018
[8] Παναγιώτης Γούτας, Ανατέμνοντας την ανθρώπινη μοίρα, bookpress.gr, Ιούνιος, 2012
[9] Βλ. σημ. 8
[10] Παναγιώτης Γούτας, Η αδελφή μου / Πατρική κληρονομιά, bookpress.gr, Ιανουάριος, 2013
[11] Αντίο, Κολόμπους, επίμετρο, σελ. 318
[12] Φίλιπ Ροθ, Το Νιούαρκ παντού, Μ. Τσιντσίνης, «Πρόσωπα της εβδομάδας», Καθημερινή, 26-27 Μαίου, 2018
[13] Αν θεωρήσουμε ως βασικά στοιχεία του «βρόμικου ρεαλισμού» το κοινωνικό περιθώριο, την περιπλάνηση των ηρώων (ή τον εγκλεισμό τους) και την αθυροστομία (βωμολοχία), κάποιες σελίδες και κάποιοι ήρωες (ή και ηρωίδες) του Ροθ κινούνται στην τάση αυτού του λογοτεχνικού ρεύματος, παρότι αυτή η σύγκριση μειώνει κάπως τη λογοτεχνική αξία του Ροθ, που, κατά τη γνώμη μου πάντα, είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των προαναφερθέντων ονομάτων.
[14] Φίλιπ Ροθ, «Έκανα ό,τι μπορούσα...», Βιβλίο, Η Καθημερινή, 26-5-2018

06 June 2018

Πέθανε η Μάνια Τεγοπούλου, κληρονόμος της «Ελευθεροτυπίας»

Βιογραφικά
Πρώτο Θέμα, 6/6/2018
Την τελευταία της πνοή άφησε χθες η Μάνια Τεγοπούλου, στο νοσοκομείο Ιασώ General όπου νοσηλευόταν τον τελευταίο μήνα. Ήταν κόρη του Κίτσου Τεγόπουλου και τελευταία εκδότρια της εφημερίδας "Ελευθεροτυπία". 

Η Μάνια Τεγοπούλου νοσηλευόταν με κίρρωση του ήπατος και ηπατική ανεπάρκεια και αναζητείτο μόσχευμα προκειμένου να υποβληθεί σε μεταμόσχευση, πράγμα που δεν κατέστη εφικτό, οπότε κατέληξε λόγω σηψαιμίας. 

Η Μάνια Τεγοπούλου είχε αναλάβει τα ηνία της Ελευθεροτυπίας το 2008, μετά το θάνατο του πατέρα της. 

Η συνέντευξη στο περιοδικό Οδός Πανός


Η Μάνια Τεγοπούλου είχε απασχολήσει την επικαιρότητα πέρσι το Σεπτέμβιο όταν είχε δώσει μία χειμαρρώδη συνέντευξη στην οποία μιλούσε για όλους και για όλα. Η συνέντευξη είχε παραχωρηθεί στο περιοδικό Οδός Πανός και αποσπάσματά της είχαν δημοσιευθεί στη Lifo. 

Είχε πει σ'εκείνη τη συνέντευξη: 

Η Μάνια Τεγοπούλου αναφέρθηκε στους «εχθρούς» της που απέλυσε από την Ελευθεροτυπία, μεταξύ των οποίων και ο θείος της, υπογραμμίζοντας ότι τους ήξερε και ότι «της έσπαγαν τα αρχ...α».

«(...) Τους μισούς τους είχα απολύσει. Κάποιος έχει βγάλει και βιβλίο τώρα τελευταία. Και τον θείο μου απέλυσα», ήταν η χαρακτηριστική δήλωσή της. Σε ερώτηση για το αν αυτό σήμαινε δύναμη ή όσφρηση του μέλλοντος, εκείνη απάντησε αφοπλιστικά: «Αυτό σημαίνει ότι μου έσπαγαν τα αρχ...α»

Σε άλλο απόσπασμα της συνέντευξης, η Μάνια Τεγοπούλου θυμόταν το τελευταίο φύλλο της Ελευθεροτυπίας που κυκλοφόρησε στις 22 Δεκεμβρίου 2011, υπογραμμίζοντας ότι που είχε η ίδια ζητήσει και μάλιστα πολλούς μήνες πριν.
«Ήταν κάτι που είχα ζητήσει. Να κλείσει η εφημερίδα πολλούς μήνες πριν. Ήταν φανερό ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επιβιώσει. Είχε προβλήματα. Είχαν έρθει εδώ, οι διευθυντές, σπίτι μου, τους είχα πει πρέπει να κλείσει. Είχαν έρθει και οι συνδικαλιστές, σπίτι μου, ήταν ο εκπρόσωπος των συντακτών, και τους είπα, αυτό πρέπει να κλείσει (...)», τόνισε. 

Ερωτηθείσα αν της λείπει η εφημερίδα, απάντησε αρνητικά. «Δεν ήταν δικό μου δημιούργημα. Δεν μου λείπει, αλλά δεν θα την έκλεινα. Την περιουσία μου έχασα. Αν μου λείπει η περιουσία μου με ρωτάτε; Τι να σας απαντήσω. Εσάς σας λείπει η περιουσία που είχατε ή δεν είχατε; ».
Η ίδια είπε ότι έχει να πάει από το 2012 στο κτίριο της οδού Μίνωος. «Ήταν ένα βράδυ που είχε κοπεί το ρεύμα, ήταν λίγο πριν βγει η number two Ελευθεροτυπία. Τέλου του '12 πρέπει να ήταν, όταν ο Παναγόπουλος έφτιαχνε την νέα μαζί με τον Οικονομόπουλο, με τη δική μου άδεια φυσικά, δεν το συζητώ (...)», είπε η κυρία Τεγοπούλου.
Σύμφωνα πάντα με τα αποσπάσματα που αναδημοσιεύονται στη Lifo, η Μάνια Τεγοπούλου αναφέρθηκε και στον Σεραφείμ Φυντανίδη, επισημαίνοντας: «Είναι μεγάλη ιστορία, αυτή, διότι ο πατέρας μου ήθελε να του πει ότι δεν μπορεί να παίρνει 55.000-60.000 ευρώ το μήνα. Το νούμερο αυτό του το είπα εγώ. Μου λέει να τον πάρω τώρα. Δεν είναι δυνατόν του λέω, δεν θα τον πάρεις τώρα θα τον πάρεις το Σάββατο γιατί εγώ έχω μια δουλειά και θα μου την χαλάσεις. Μου λέει εντάξει, το Σάββατο θα τον φωνάξω. Την Τρίτη έγινε η κουβέντα και ο πατέρας μου πέθανε την Τετάρτη.

Που να τον φωνάξει να του πει ότι παίρνεις 55.000; Όχι μόνο ο Φυντανίδης όμως. Όλοι αυξάνανε μόνοι τους το μισθό τους. Δεν ήταν η μοναδική περίπτωση. Οπότε πάει αυτό χάθηκε, οπότε λέω πως θα πολεμήσω τον Φυντανίδη; Περνάει Γενάρης, Φλεβάρης και μετά ο Φυντανίδης δίνει για εγγύηση στη Millennium Bank το μισθό του, που δεν ήταν μισθός, τα έβαζε σε μια εταιρεία γιατί αυτός ήταν συνταξιούχος. Έπαιρνε δηλαδή και δύο τρία χιλιάρικα από το ταμείο(...)», ανέφερε.
Η Μάνια Τεγοπούλου δήλωσε ότι δεν διαβάζει πλέον εφημερίδες, λέγοντας ότι πού και πού «αγοράζει το Βήμα και τα Νέα», ενώ -όπως τόνισε- δεν σκέφετεται να γράψει βιογραφία.

Αποσπάσματα της συνέντευξης της Μάνιας Τεγοπούλου στο περιοδικό «Οδός Πανός» όπως δημοσιεύθηκαν στη Lifo, το Σεπτέμβριο του 2017:


- Κυρία Τεγοπούλου θυμάστε πότε βγήκε το τελευταίο φύλλο της Ελευθεροτυπίας; Πότε κυκλοφόρησε. 

- 22 Δεκεμβρίου του 2011 

- Ήταν κάτι που εσείς επιθυμούσατε ή το θέλανε οι δημοσιογράφοι; 

-Ήταν κάτι που είχα ζητήσει. Να κλείσει η εφημερίδα πολλούς μήνες πριν. Ήταν φανερό ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επιβιώσει. Είχε προβλήματα. Είχαν έρθει εδώ, οι διευθυντές, σπίτι μου, τους είχα πει πρέπει να κλείσει. Είχαν έρθει και οι συνδικαλιστές, σπίτι μου, ήταν ο εκπρόσωπος των συντακτών, και τους είπα, αυτό- πρέπει να κλείσει. Πρέπει να έγινε αρχές Οκτώβρη ή λίγο μετά, όταν αρνήθηκε το δάνειο ο κύριος Κωστόπουλος της Alpha Bank. Και αυτοί είπαν όχι, θα βάλουμε πλάτη. 

- Υπάρχει όμως μια πληροφορία ότι τους είπατε, να ξεκινήσουν ξανά τα φύλλα μετά τις 20 Ιανουαρίου του '12 και ό,τι εισπράττετε από το Πρακτορείο και από τις διαφημίσεις, κάτι το οποίο συμβαίνει τώρα στα Νέα και στο Βήμα, να αποδίδετε στους δημοσιογράφους, και ρώτησαν τότε, πότε ακριβώς θα μπαίνει ο μισθός μας; 

- Ναι. Πριν από αυτό όμως, το οποίο είναι πολύ σημαντικό, διότι η Ελευθεροτυπία δεν ήτανε μόνο ένας τίτλος, η Ελευθερία είχε και το πιεστήριο. Και είχα πει να δουλέψει το πιεστήριο, γιατί υπήρχαν συμβόλαια με τη Χρυσή Ευκαιρία, τα οποία συμβόλαια δεν επέτρεπαν να φύγει η Χρυσή Ευκαιρία και να πάει να τυπωθεί στην Ίριδα, όπως τελικά έγινε. Θα έπρεπε να τυπώνεται και να πληρώνει κανονικά την Ελευθεροτυπία μέχρι τέλη του 2012. Ήταν μέσα στο συμβόλαιο. Και είπα δουλέψτε το πιεστήριο και παίρνετε τα λεφτά εσείς.

Έπεται αυτό που λέτε εσείς, γιατί πήγα να μπω στο άρθρο 99 αλλά δεν κατάλαβε κανένας ότι έκλεισε η τράπεζα την Ελευθεροτυπία. Θεώρησαν όλοι ότι την έκλεισα εγώ. Βεβαίως είχα πει να ξαναδουλέψει και να παίρνουν τα λεφτά για να δω, αν θα τα καταφέρουν, να παίρνουν τα λεφτά, αφού έτσι και αλλιώς οι επιχειρήσεις πηγαίνανε κατά διαόλου. Του Τύπου οι επιχειρήσεις. Και οι υπόλοιπες που δεν με ενδιέφεραν, έτσι κι αλλιώς. 

- Σας λείπει; 

- Όχι. Δεν ήταν δικό μου δημιούργημα. Δεν μου λείπει αλλά δεν θα την έκλεινα. Την περιουσία μου έχασα. Αν μου λείπει η περιουσία μου με ρωτάτε; Τι να σας απαντήσω. Εσάς σας λείπει η περιουσία που είχατε ή δεν είχατε; 

- Έχετε καιρόν να πάτε στο κτήριο της οδού Μίνωος; 

- Έχω να πάω από το 2012. 

- Δεν ξαναπήγατε; 

- Όχι. Πήγα ένα βράδυ που είχε κοπεί το ρεύμα, ήταν λίγο πριν βγει η number two Ελευθεροτυπία. Τέλος του '12 πρέπει να ήταν, όταν ο Παναγόπουλος έφτιαχνε την νέα μαζί με τον Οικονομόπουλο, με τη δική μου άδεια φυσικά, δεν το συζητώ. {...} 

- Πιστεύετε ότι με το κλείσιμο της εφημερίδας αποκτήσατε εχθρούς, από το δημοσιογραφικό μέρος που δούλευε σε σας; 

- Όχι, είχα αποκτήσει ήδη.

- Τους ξέρατε;

- Πολύ καλά. Τους μισούς τους είχα απολύσει. Κάποιος έχει βγάλει και βιβλίο τώρα τελευταία. Και τον θείο μου απέλυσα. 

- Αυτό σημαίνει δύναμη, εκ μέρους σας ή όσφρηση του μέλλοντος να συμβεί; 

- Αυτό σημαίνει ότι μου έσπαγαν τα αρχίδια. 

- Έχετε σκεφτεί τι οφείλει η Α.Ε., μπαίνοντας στο νόμο 99; 

- Ναι. 

- Πόσα; 

- Οι υποχρεώσεις προς τις τράπεζες ήταν 50 εκατ. ευρώ, πολύ λιγότερες απ' όσες είχαν άλλα ΜΜΕ, ο ΔΟΛ και ο Πήγασος π.χ. Οι αποζημιώσεις και οι μισθοί των εργαζομένων έφθαναν τα 35 εκατ. Ευρώ. Η μόνη πιθανότητα που υπήρχε για να πάρουν οι εργαζόμενοι αυτά τα ποσά ήταν μέσα από την ένταξη στο άρθρο 99 και την συνέχεια της λειτουργίας. Με την πτώχευση και το κλείσιμο των εφημερίδων αυτά τα ποσά τα χάσανε. Το άρθρο 99 προστάτευε τα δικαιώματα των εργαζομένων και όχι των τραπεζών. Οι τράπεζες θα την πατούσαν. 

- Άρα προηγούνται οι υπάλληλοι και μετά οι τράπεζες. 

- Ναι τότε. Αλλά τώρα έχουν αλλάξει οι νόμοι. Μιλάμε για πράγματα που είναι αλλιώτικα. Τώρα προηγείται το κράτος. Είναι μεσαιωνικό πλέον. Το κράτος μόνο παίρνει δεν δίνει. 

- Είναι αυτά που γράψατε στα δύο άρθρα, μια στα Νέα και μία στο Βήμα; 

- Ναι. Το πρώτο που έγραψα ήτανε μια δοκιμή που έκανα για να δω κατά πόσο ο Ψυχάρης θα βάλει αυτό που θα του στείλω. Το έβαλε αμέσως στα Νέα. 

- Ναι το έβαλε. Ναι αλλά εσείς ξέρετε τι θα πει αυτή η φράση; 

- Όχι. 

- Τι έγινε με τον Φυντανίδη και σας είχε σε στόχο όλες τις συνεντεύξεις που έδινε; Ο διάλογος, λέει, έγινε στο διάδρομο της Ελευθεροτυπίας, την επομένη της κηδείας του πατέρα σας. 

- Δεν έγινε την επομένη της κηδείας του πατέρα μου. Ο πατέρας μου πέθανε 29 Νοέμβρη του 2006. Ο Φυντανίδης παραιτήθηκε τον Μάιο του 2007. 

- Είναι αλήθεια ότι ο πατέρας σας είχε πει ότι πρέπει να αλλάξει η διεύθυνση από τα χέρια του Φυντανίδη προτού πεθάνει; 

- Είναι μεγάλη ιστορία, αυτή, διότι ο πατέρας μου ήθελε να του πει ότι δεν μπορεί να παίρνει 55.000-60.000 ευρώ το μήνα. Το νούμερο αυτό του το είπα εγώ. Μου λέει να τον πάρω τώρα. Δεν είναι δυνατόν του λέω, δεν θα τον πάρεις τώρα, θα τον πάρεις το Σάββατο γιατί εγώ έχω μια δουλειά και θα μου την χαλάσεις. Μου λέει εντάξει, το Σάββατο θα τον φωνάξω. Την Τρίτη έγινε η κουβέντα και ο πατέρας μου πέθανε την Τετάρτη.

Που να τον φωνάξει να του πει ότι παίρνεις 55.000; Όχι μόνο ο Φυντανίδης όμως. Όλοι αυξάνανε μόνοι τους το μισθό τους. Δεν ήταν η μοναδική περίπτωση. Οπότε πάει αυτό χάθηκε, οπότε λέω πως θα πολεμήσω τον Φυντανίδη;
Περνάει Γενάρης, Φλεβάρης και μετά ο Φυντανίδης δίνει για εγγύηση στη Millennium Bank το μισθό του, που δεν ήταν μισθός, τα έβαζε σε μια εταιρεία γιατί αυτός ήταν συνταξιούχος. Έπαιρνε δηλαδή και δύο τρία χιλιάρικα από το ταμείο. Και τα 55 τα έβαζε σε εταιρεία. Και δεν πλήρωνε ούτε φόρους πάνω σε αυτό. Και τα δεσμεύει κιόλας γιατί είχε δάνειο στη Millennium.
Οπότε εκεί άδραξα την ευκαιρία και όπως έφευγε από το γραφείο του και την αίθουσα συσκέψεων, που ήταν στον δεύτερο όροφο, φορούσε μάλιστα ένα παλτό μαύρο σαν 1925 και του λέω κύριε Φυντανίδη να σας πω κάτι; Ήμουν με τον Θανάση, τον θείο μου, και τον φώναξα και του λέω πρέπει να μειώσετε τον μισθό σας. Μου λέει και λέει και στον Θανάση που ήταν εκεί, να τον μειώσω, πόσο να τον κάνω, να τον μειώσω 10.000;
Του λέει ο Θανάσης κάτω από το μισό. Ο Φυντανίδης χλωμιάζει. Το μισό του 55 δεν είναι και λίγα λεφτά το μήνα. Και μετά είπε, εντάξει τότε θα φύγω. Όμως επειδή κλείνω τα 75 θα το ανακοινώσω εγώ μετά τα γενέθλιά μου –είπε. Και έτσι το ανακοίνωσε το Μάϊο. 

- Όταν κόπηκε το παραδάκι αποκτήσατε και άλλους καινούργιους εχθρούς; Έκφραση του Χριστιανόπουλου «το παραδάκι». 

- Δεν απέκτησα εχθρούς. Δεν είχα πλέον φίλους. 

- Ακόμη και τώρα; 

- Βεβαίως. 

- Σας έμαθε πολλά πράγματα το κλείσιμο της εφημερίδας; 

- Απολύτως τίποτα. 

 -Τα ξέρατε και πριν. 

- Ναι {...} 

- Τα σαιτ σας, τα μαίηλς της Ελευθεροτυπίας, έχουν πάψει, δεν υπάρχουν; 

- Έχει παύσει το σάιτ εδώ και χρόνια. Από τότε που έκλεισε. Μετά την Ελευθεροτυπία νούμερο δύο. 

- Σκέφτεστε κάτι για την Ελευθεροτυπία ή είστε αναγνώστης άλλων φύλλων που αγοράζετε στο περίπτερο; 

- Δεν είμαι αναγνώστης πια γιατί δεν μπορώ να διαβάσω τίποτα. Αγοράζω που και που το Βήμα και τα Νέα, την Καθημερινή δεν τολμώ να την αγγίξω. {...} 

- Σκεφτόσαστε να γράψετε βιογραφία; 

- Δεν ξέρω να γράφω. 

Να τα υπαγορεύσετε τουλάχιστον. 

- Όχι. Σκέφτομαι να γράψω ένα αστυνομικό. 

Όπου θα περιέχονται όλα αυτά. 

- Ναι. Αλλά δεν ξέρω να γράφω. Το σκέφτομαι. Μόνο που το σκέφτομαι δεν φτάνει. 

Αυτή είναι η πρώτη φορά που μιλάτε μετά το κλείσιμο της Ελευθεροτυπίας; 

- Είναι η πρώτη φορά που μιλάω γενικότερα. Δεν έχω μιλήσει ποτέ σε κανέναν. 


Από τον Κίτσο Τεγόπουλο στη Μάνια Τεγοπούλου
του Γιώργου Βότση, Huffington Post, 6/6/2018
Λυπάμαι πολύ που έφυγε από τη ζωή η Μάνια Τεγοπούλου. Από εκεί και πέρα ο Μανώλης Αναγνωστάκης στους γνωστούς στίχους του για τον εγκωμιαζόμενο μακαρίτη, δεν κατάφερε να σκοτώσει το «αποθανών δεδικαίωται». 
Δεν θα πω όμως πολλά άσχημα πράγματα για την Μάνια που ήταν η συνηθισμένη περίπτωση του κακομαθημένου πλουσιόπαιδου που εκ του ασφαλούς το έπαιζε αναρχοχαρούμενη. Προδιέγραψε την μοίρα της αυτή ο πατέρας της, ο χαρισματικός Κίτσος Τεγόπουλος, ο οποίος -εγωκεντρικός όπως ήταν- θα ήθελε να ισχύσει το μετά από εμένα το χάος και να δει την υπόθεση Ελευθεροτυπία σαν αποκλειστικά δική του ή οικογενειακή του υπόθεση. Έτσι άφησε την ιδιοκτησία και ουσιαστικά την διεύθυνση της Ελευθεροτυπίας μετά το θάνατό του στις κόρες του και κυρίως στην Μάνια, οι οποίες ήταν ανίκανες να σηκώσουν αυτό το βάρος.
Αναπόφευκτο, επομένως, ήταν μαζί με την κρίση του Τύπου να χρεοκοπήσει η όλη ιστορία και έτσι το θέλησε προφανώς ο Τεγόπουλος να αρχίσει με το όνομά του η Ελευθεροτυπία και να τελειώσει με το όνομά του Τεγόπουλος – Τεγοπούλου. 
Θα έλεγα ότι έτσι αδικήθηκε όλη η ιστορία της Ελευθεροτυπίας που υπήρξε για εμένα ότι σημαντικότερο έχει συμβεί, όχι στην μεταπολίτευση και δώθε, αλλά συνολικά στην ιστορία του ελληνικού Τύπου. Και μάλιστα κυρίως τους πρώτους μήνες της έκδοσής της και τους καθοριστικούς για την μετέπειτα εξέλιξή της. Θυμίζω ότι εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1975 όταν ο ευφυέστατος Κίτσος Τεγόπουλος εκμεταλλεύθηκε δύο τινά.
Πρώτον ότι στη συνείδηση του κοσμάκη, παρότι δεν αντιστάθηκε πολύ στη Χούντα, πολύ χάρηκε ότι γλίτωσε από δαύτη και τα μαγαζιά τα δημοσιογραφικά έως τότε είχαν λερωμένη τη φωλιά τους με εξαίρεση τη Βλάχου που έκλεισε τις εφημερίδες της, άρα ήταν πρόσφορη στιγμή για μια νέα εκδοτική προσπάθεια προοδευτική και δημοκρατική.
Το δεύτερο ήταν πως έγινε η μοναδική στα χρονικά μεγάλη απεργία των δημοσιογράφων, τον Μάιο του ’75 που τάραξε τα λιμνάζοντα νερά γιατί δεν είχε ξαναγίνει ποτέ τέτοια απεργία δημοσιογράφων ούτε ξανάγινε έκτοτε γιατί ήταν και παραμένει συντεχνιακή οργάνωση η  ΕΣΗΕΑ. Λοιπόν αυτά εκμεταλλεύθηκε ο Τεγόπουλος και με ελάχιστα χρήματα και μπλοφάροντας, δηλαδή επηρεασμένος από την παραμονή του στο Παρίσι και τις ιδέες τις ελευθεριακές που κυριαρχούσαν εκεί, είπε ότι θα χτίσει την εφημερίδα των συντακτών.
Δεν τους έκανε συνεταίρους, δεν μοίρασε μετοχές, η μπλόφα του η μεγάλη ήταν ότι διακήρυξε ότι η εφημερίδα των 80 συντακτών θα είναι στα χέρια τους διότι θα τους διανέμει το 80% των κερδών. Όπως είναι γνωστό βέβαια και ήταν και ένα αιώνα πριν στα καπιταλιστικά δεδομένα, οι ανώνυμες εταιρείες μπορεί να μην έχουν ποτέ κέρδη. Έτσι λοιπόν ότι θετικότερο υπήρξε στο ξεκίνημα της ήταν ένα δεσμευτικό συμβόλαιο μεταξύ εργοδοσίας και συντακτών, οι οποίοι αποτελούσαμε ένα ετερόκλητο πλήθος.
Υπήρχαν όλα τα φρούτα εκεί πέρα, ελάχιστοι αντιστασιακοί, πολλοί εκ του ασφαλούς κραυγαλέοι δημοκράτες, ακόμη και ΚΥΠατζήδες... Το δεσμευτικό συμβόλαιο αυτό όσο λειτούργησε, λειτούργησε αυτοδιαχειριστικά κατά τρόπο πρωτότυπο σε πανευρωπαϊκή κλίμακα θα έλεγα. Δηλαδή οι εκδότες, στην αρχή ήταν δύο, ο Κίτσος Τεγόπουλος και ο Χρήστος Σιαμαντάς, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να ακούν τη γενική συνέλευση η οποία συνερχόταν τακτικά. Υπήρχε αιρετή συντακτική συνέλευση που έλεγχε συνεχώς τη διεύθυνση, υπήρχε συνεχής έλεγχος της πολιτικής γραμμής και βεβαίως διακηρυγμένες αρχές ότι θα ελέγχουμε την εξουσία. Που σημαίνει ότι οι συντάκτες της Ελευθεροτυπίας δεν θα μπορούσαν να είναι μέσα στην εξουσία -ήταν ξεκάθαρα απέναντί της- και αυτό συγκίνησε ευρύτατα πλήθη στο ξεκίνημά της συν και ο πόλεμός της εναντίον άλλων εντύπων. Όχι μόνο για το χουντικό τους παρελθόν αλλά και για τη δημοσιογραφική αγυρτεία, θυμίζω το νερό του Καματερού και τον μακαρίτη τον Καψή που εκμεταλλευόταν τον ανθρώπινο πόνο των καρκινοπαθών.
Όπως και να έχει η Ελευθεροτυπία τότε είχε σταθεί πάρα πολύ ψηλά. Το κορυφαίο γεγονός είναι όταν αποκαλύφθηκε ότι ο πρώτος και εμπορικά χαρισματικός διευθυντής, ο Φιλιπόπουλος είναι συνεταίρος του Τεγόπουλου στην έκδοση της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Η γενική συνέλευση τον έδιωξε και έτσι ήρθε ο Φυντανίδης μετά από 8-9 μήνες, ο οποίος βεβαίως επίσης χαρισματικός εμπορικά διευθυντής και αξιόλογος, κάποια στιγμή, θα έλεγα ότι ήταν ο καλύτερος διευθυντής που είχαν οι αθηναϊκές εφημερίδες, αλλά δεν είχε καμία σχέση με τα αυτοδιαχειριστικά πράγματα που ξεκινήσανε, όσοι τα ξεκινήσανε.
Αν απέτυχε αυτό το πείραμα δεν είναι γιατί το υπονόμευε ο Τεγόπουλος. Εμείς οι δημοσιογράφοι ήμασταν ανίκανοι και καθόλου εξοικειωμένοι με τέτοιους προβληματισμούς. Κάποιοι, αρκετοί, ανήκοντες στο ΠΑΣΟΚ με επικεφαλής τον Μάκη Γιομπαζολιά, είχαν βάλει βασικό στόχο τους να πάρουν τα κέρδη, τα οποία δεν υπήρχαν, και να προσφεύγουμε στα δικαστήρια. Άλλοι της ΚΝΕ με τον Πάνο Κολιοπάνο, επικεφαλής, αν δεν απατώμαι, έλεγαν «τι σκατά πειράματα είναι αυτά, ας κάνουμε την εφημερίδα όπως ξέρουμε παραδοσιακά, με μια ιεραρχία, διευθυντή, αρχισυντάκτη κτλ.» Και ελάχιστοι ακολουθούσαν την λεγόμενη δημοκρατική χούντα, ήταν της μόδας η χούντα ως όρος.
Τη δημοκρατική χούντα την απαρτίζανε τέσσερις, ο εξαίρετος Λούης Δάνος, μια ζωή συνοδοιπόρος της Αριστεράς, ποτέ ενταγμένος σε αυτή, ήταν ο μέντοράς μου στη δημοσιογραφία, ο Αστέρης Στάγκος, σοσιαλδημοκράτης εκ πεποιθήσεως, ο Χρήστος Θεοχαράτος προσκείμενος στο ΚΚΕ και η αφεντιά μου που δυσκολεύομαι κάθε τόσο να προσδιορίσω, αν και από τα γεννοφάσκια μου ανήκω στον χώρο της Αριστεράς -αφότου από τα τρία μου χρόνια μου πήραν τον πατέρα μου μέσα από το σπίτι-, αλλά ποτέ δεν υπήρξα ενταγμένος σε κομματικό σχήμα. Και επιπλέον, μού είναι δύσκολο να αυτοπροσδιοριστώ ως αντιεξουσιαστής, που θα  μου άρεσε, ή αναρχικός που επίσης θα μου άρεσε, εάν δεν υπήρχαν οι μπαχαλάκηδες και όλο αυτό το χάλι που το ζήσαμε και το ζούμε συνεχώς αυξανόμενο.
Λοιπόν θα έλεγα έτσι επειδή εσείς στα κοινωνικά μέσα χρησιμοποιείτε και ξένους όρους, θα αυτοπροσδιοριζόμουν ως «libertariansocialist» (παπάρια δηλαδή), ελευθερόφρων της  Αριστεράς. Λοιπόν αυτοί οι τέσσερις ήμασταν θα λέγαμε που προσπαθούσαμε να κρατήσουμε το κεκτημένο δηλαδή  το συμβόλαιο το δεσμευτικό απέναντι στην εργοδοσία. Αυτά όλα και όλα.
Η Μάνια, όταν γινόντουσαν αυτά τα πράγματα στην Ελευθεροτυπία ήταν κοριτσάκι, στην εφηβεία. Ενεργά στην εφημερίδα και όταν ακόμη ενηλικιώθηκε, δεν ήταν ποτέ. Αλλά λάτρευε τον πατέρα της, του έμοιαζε, το γονίδιο ήταν φανερό και στα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Το κακό είναι ότι πήρε από αυτόν ό,τι χειρότερο, τη βωμολοχία, τη χυδαιολογία και το θράσος, αλλά ήταν επίσης έξυπνη. Νομίζω ότι η ελευθεριότητα στη διαχείριση των προσωπικών της τελικά την κατέστρεψε με τις κακές συντροφιές και τις καταχρήσεις.