26 June 2017

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (60)

Φυσιολογική ζωή, χωρίς νηπιακό εκφοβισμό

Έφη Τ., μηχανικός, Θεσ/νίκη, 49 ετών, 2 παιδιά.

«Γάλα τη Μεγάλη Παρασκευή;». Δεν το κατάλαβα με την πρώτη, είχα το μυαλό μου στο παγωτό που κρατούσα στο χέρι και μόλις είχα διαλέξει. «Ορίστε; Δεν σ’ άκουσα!». «Λέω, τρως γάλα σήμερα που είναι Μεγάλη Παρασκευή;!». «Γιατί, τι έχει η Μεγάλη Παρασκευή;». «Νηστεία είναι, δεν τρώμε ούτε λάδι!».
Άντε τώρα να του εξηγήσεις, ότι δεν πιστεύεις στο θεό, ότι δεν τρέμεις μην πας στην κόλαση (ή δεν ελπίζεις να πας στον παράδεισο) κι ότι όλα αυτά είναι μυθολογία και μάλιστα κάποιου άλλου λαού. Να μπλέξεις για άλλη μια φορά σε κουβέντες αδιέξοδες κι ατέρμονες, με ανθρώπους που κατά τα άλλα, στην καθημερινότητά τους, μια χαρά ενσωματώνουν όλες τις «διαβολικές» ανακαλύψεις επιστημόνων που, κόντρα στο «πίστευε και μη ερεύνα», ερεύνησαν, κατανόησαν και εξήγησαν ένα σωρό φαινόμενα. Μήπως να μη μπλέξεις; Να μη μπεις καν στη διαδικασία και να τους αφήσεις στην πλάνη τους;
Αυτό το ερώτημα, δεν το έχω απαντήσει ακόμη. Δεν μπόρεσα να γενικεύσω τις επί μέρους παρατηρήσεις μου και τις «μελέτες περίπτωσης» που έτυχε να συναντήσω. Η καθεμιά διαφορετική. Η καθεμιά με τις ιδιαιτερότητές της. Γιατί το άλλο ερώτημα, το «υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός;», πραγματικά δεν θυμάμαι να με απασχόλησε ποτέ στα σοβαρά.
Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που τηρούσε τις θρησκευτικές παραδόσεις εντελώς «χονδρικά», στα πλαίσια της κοινωνικής συμβίωσης. Δεν μου είπε ποτέ κανείς να κάνω την προσευχή μου, ότι πρέπει να νηστέψω και να κοινωνήσω, ότι οφείλω να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου για να μην πάω στην κόλαση.
Ο πατέρας μου, άνθρωπος σκεπτόμενος, με ανησυχίες και δίψα για μάθηση. Τον θυμάμαι πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι. Στις πολύ παλιές μου αναμνήσεις, με τα σκληρόδετα, αυστηρά, σχεδόν τρομακτικά –ίσως λόγω του όγκου τους– βιβλία της Νομικής. Σπούδασε την αγαπημένη του επιστήμη, σε πείσμα των τότε συνθηκών, που τον ανάγκασαν, για λόγους άμεσης επαγγελματικής αποκατάστασης να αναβάλλει το όνειρό του. Αποφάσισε να το πραγματοποιήσει, όταν είχε ήδη δημιουργήσει οικογένεια και είχε δυο παιδιά. Ακόμη τον θαυμάζω γι’ αυτό! Ακόμη θυμάμαι, σαν μέσα σε όνειρο, τις οικογενειακές εξορμήσεις στη Θεσσαλονίκη «για τις εξετάσεις του μπαμπά». Ακόμη και σήμερα χαμογελάω όταν το σκέφτομαι. Μετά, χάθηκαν οι χοντροί μαύροι τόμοι, τη θέση τους πήραν χάρτινα εξώφυλλα. Πάντα χωμένος μέσα στα βιβλία του, ίσως και λίγο στον κόσμο του ώρες ώρες, διάβαζε, ρουφούσε, έψαχνε απαντήσεις στα ερωτηματικά του. Μπορεί γι’ αυτό να νιώθω ότι ποτέ δεν είχα τέτοιου είδους ερωτηματικά, ίσως ο πατέρας μου πρόλαβε να λύσει τα δικά του εγκαίρως, πριν μου τα μεταδώσει.
Η μητέρα μου, άνθρωπος δημιουργικός και πρακτικός, πάντα παρούσα και πρόθυμη, αλλά και με αρκετά «δεν ξέρω» έτοιμα για τις δύσκολες και περίεργες ερωτήσεις, αυτές που θεωρούσε ότι δεν άρμοζε στην ηλικία μας να απαντηθούν. Θυμάμαι με πόση λαχτάρα είχα τρέξει στο σπίτι να ξεδιαλύνω την απορία μου, όταν κάπου στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, είχα δει στο σχολείο εκείνο το ομοίωμα ανθρώπου που έδειχνε τα όργανα του ανθρώπινου σώματος. Όλα στη θέση τους, όλα σε τάξη: η καρδιά, οι πνεύμονες, νεφρά, ήπαρ, πάγκρεας, έντερα, όλα εκεί. Η ψυχή; Πού είναι η ψυχή; Τι μέγεθος έχει και τι σχήμα; Και πού χωράει, αφού δεν μένει πουθενά κενός χώρος! Λες στο κεφάλι; Μα κι αυτό γεμάτο είναι, δεν μπορεί! Κάπου θα είναι και δεν τη βλέπω! Είχα την ακλόνητη πεποίθηση, πως όταν μας μιλούσε η δασκάλα για την ψυχή στα θρησκευτικά, έλεγε αλήθεια και φυσικά, μιλούσε για κάτι χειροπιαστό, κάτι που έχουμε όλοι οι άνθρωποι μέσα μας! Τόση απορία, τόση βιασύνη, τόση λαχτάρα, για να εισπράξω ένα μεγαλοπρεπέστατο «δεν ξέρω»!
Μου άρεσε πάντα να διαβάζω, ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο τα βιβλία, όλα τα βιβλία, οποιουδήποτε είδους. Από τα σχολικά βιβλία ιστορίας, μέχρι τις απίστευτες περιπέτειες του Ιουλίου Βερν, κι από την αρχαία ελληνική μυθολογία, μέχρι τις ιστορίες της βίβλου, όλα με συνέπαιρναν, όλα με ταξίδευαν σ’ άλλα μέρη και σ’ άλλες εποχές. Το ίδιο κι οι συζητήσεις του πατέρα μου με γνωστούς, φίλους και συγγενείς, που τύχαινε ν’ ακούσω. Μου άρεσε να τον ακούω να επιχειρηματολογεί ενάντια στις «γραφές» και τις δηλώσεις πίστης στο υπέρτατο ον που μας δημιούργησε. Ρουφούσα την κάθε λέξη. Υπερασπιζόταν τον ορθό λόγο και την επιστήμη κι εγώ ένιωθα περήφανη που ήμουν η κόρη αυτού του ανθρώπου, που κατατρόπωνε με το λόγο του τους συνομιλητές του! Πολλές φορές οι τόνοι ανέβαιναν –αυτό συμβαίνει συνήθως όταν τελειώνουν τα επιχειρήματα άλλωστε– κι οι συζητήσεις κατέληγαν σε δηλώσεις σεβασμού των απόψεων του καθενός.
Κι αργότερα, αυτό έγινε παιχνίδι! Παιχνίδι σκανταλιάρικων παιδιών που θέλουν να γλιτώσουν το μάθημα. Κι έτσι, στα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου, βρέθηκα να απασχολώ τους θεολόγους του σχολείου με τις απορίες και τις ανησυχίες μου τόσο πολύ, που μάθημα δεν προλάβαιναν να κάνουν. Φεύγαμε όλοι ευχαριστημένοι, όταν χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα: οι συμμαθητές γιατί δεν είχαμε προλάβει να πούμε το «παρακάτω μάθημα», οι καθηγητές, γιατί είχαν πολεμήσει να φέρουν στον ίσιο δρόμο ένα εν δυνάμει «απολωλός πρόβατον», κι εγώ, γιατί πραγματικά με διασκέδαζε όταν τους έφτανα σχεδόν στα όρια της υπομονής τους.
Μου προκαλούσε πάντα μεγάλη απορία, πώς γίνεται, στη σημερινή εποχή της καινοτομίας, της ταχύτατης επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου, της άρσης κάθε είδους εμποδίου στην επικοινωνία, να υπάρχουν τόσο πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν στις απλοϊκές ιδέες ενός αρχαίου λαού νομάδων γιδοβοσκών. Τι το ανώτερο έχει η βιβλική Γένεση, από την αρχαιοελληνική κοσμογονία. Πώς γίνεται να μην βλέπουν όλοι αυτοί οι πιστοί, τα κοινά σημεία στις μυθολογίες σχεδόν όλων των λαών; Κι ακόμη πιο ανεξήγητο, πώς οι ίδιοι που απορρίπτουν τα ιερά βιβλία άλλων θρησκειών, ως κακογραμμένα παραμύθια, αποδέχονται ως αληθινά τα κακογραμμένα παραμύθια της δικής τους θρησκείας! Πόσες παραδοχές αναγκάζεται να κάνει κάποιος, για να θεωρηθούν σοφά και άγια τα λόγια της παλαιάς και της καινής διαθήκης; Είναι αλληγορικά, είναι απλοϊκά γραμμένα, γιατί απευθύνονταν αρχικά σε αγράμματους ανθρώπους κι έπρεπε να γίνουν κατανοητά, τα βαθιά νοήματα είναι κρυμμένα πίσω, κάτω, ανάμεσα στις λέξεις κλπ κλπ κλπ.
Στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον δεν υπήρχε κάποιος ένθερμος υποστηρικτής όλων αυτών, μέχρι που εκδηλώθηκε μία θεία! Η εξ’ αγχιστείας θεία, που λόγω χιλιομετρικών αποστάσεων, δεν συναντιόμασταν συχνά, παρά μόνο μια δυο φορές το χρόνο. Η θεία που πιθανότατα πάντα τόσο πιστή και θρήσκα ήταν, απλά εγώ ήμουν πολύ μικρή για να το διαπιστώσω. Η ταλαίπωρη, δύστυχη, αλλά και τόσο αγωνίστρια θεία, που επί 30 σχεδόν χρόνια πάλευε με νύχια και με δόντια με την ασθένεια της κόρης της και, κόντρα σε κάθε πρόβλεψη, νικούσε, μέχρι που νικήθηκε με τον πιο οριστικό τρόπο. Σε όλο αυτόν τον δύσβατο δρόμο, περπατούσε αγόγγυστα, ακούραστα και στην κυριολεξία με το σταυρό στο χέρι! Πίστη στο θεό, μελέτη των ιερών κειμένων, εκπλήρωση θρησκευτικών καθηκόντων ανελλιπώς, κι όλα με θέρμη, με απόλυτη αφοσίωση, με αληθινή και βαθιά πεποίθηση, ότι ο θεός είναι μεγάλος, ότι ο θεός είναι αγάπη, ότι σκοπός του ανθρώπου είναι η θέωση, ότι πρέπει ο άνθρωπος ν’ αγωνιστεί για να κερδίσει τον παράδεισο. Και παράλληλα νοσοκομεία, νοσηλείες, επιμόρφωση για την ασθένεια, μαθήματα φυσικοθεραπείας, για να μπορεί να συνεχίζει τη σωστή θεραπεία κατ’ οίκον, ξενύχτια κι όλα τα παρεπόμενα μια χρόνιας ασθένειας, με προδιαγεγραμμένη κατάληξη. Αγώνας δρόμου κόντρα στο θάνατο κι ο νικητής γνωστός.
Στο τέλος αυτής της διαδρομής ήταν που κατέρρευσε ο κόσμος μου. Εκεί στην άκρη του διαδρόμου ενός νοσοκομείου. Το μυαλό μου έμοιαζε να παίρνει στροφές ατελείωτες με ιλιγγιώδη ταχύτητα, προσπαθώντας ίσως να τακτοποιήσει τα πράγματα μέσα του. Δεν χωρούσαν! Λίγη ώρα πριν, η εξαδέλφη μου, είχε αφήσει την τελευταία της πνοή, μετά από ατέλειωτες ώρες ταλαιπωρίας. Είχα συγκλονιστεί απ’ το θάνατο, απ’ τα βάσανα της κοπέλας, απ’ την απελπισία που ‘χα δει ζωγραφισμένη στα μάτια του πατέρα της, από το άδειο βλέμμα του αδελφού της κι από την ηρεμία της μητέρας της.
Η μητέρα της…. η θεία…. Όλες αυτές τις ώρες της ατέλειωτης αναμονής και της απόλυτης απελπισίας για εμένα, εκείνη ήταν τελείως ψύχραιμη. Με κάποιο ιερό βιβλίο στο χέρι που δεν αναγνώρισα, ίσως η καινή διαθήκη ή οι ψαλμοί; Ποιος ξέρει… Διάβαζε στην κόρη της, έψελνε, σε κάποιες στιγμές διαύγειας ακολουθούσε και η κοπέλα, η εξαδέλφη μου, προετοίμαζαν την ψυχή της για την έξοδο. Για την άνοδο στον παράδεισο. Κι εγώ, στα όρια της κατάρρευσης, δεν μπορούσα να πιστέψω, ότι η κοπέλα πέθαινε στα 31 της κι η μάνα της, με απόλυτη πίστη κι αφοσίωση στο θεό, στον ίδιο θεό που αποφάσισε να στερήσει τη ζωή από ένα νέο άνθρωπο, προσευχόταν για τον παράδεισο!
Ήταν ο τρόπος της για να αντέξει τον απόλυτο πόνο της απώλειας ενός παιδιού; Για να σταθεί όρθια και να συμπαρασταθεί στο κορίτσι της μέχρι την τελευταία της πνοή; Ήταν η τελευταία και μοναδική παρηγοριά της, ότι η κόρη της θα πήγαινε κάπου καλύτερα, κι ας την στερούνταν για πάντα; Ίσως. Πάντως εμένα μου φαινόταν όλα αυτά στα όρια της παραφροσύνης – ή και πέρα από αυτά. Έβρισκα τελείως λογικό που χρειάστηκε να κρατώ μ’ όλη μου τη δύναμη τον θείο μου, για να μην χτυπάει άλλο το κεφάλι του στον τοίχο, και τελείως παράλογη την ηρεμία της θείας μου. Ήρθε κι ο ρασοφόρος που είχαν καλέσει, ένας μελαχρινός μικροκαμωμένος νεαρός με ευγενική φυσιογνωμία, βγήκαμε έξω, έμειναν μόνοι για λίγο μάνα, πατέρας και κόρη μαζί του, κι όταν βγήκαν, η θεία μου ήταν… πώς να πω «τρισευτυχισμένη» για μια γυναίκα που περιμένει την κόρη της να πεθάνει; Κι όμως, αυτήν την εντύπωση έδινε η όψη της. Χαμογελούσε, κι έλεγε δεξιά κι αριστερά, ότι ο ρασοφόρος είπε πως το ταβάνι του δωματίου ήταν «Γεμάτο αγγέλους! Γεμάτο σας λέω! Την περιμένουν για να την οδηγήσουν».
Κι η κοπέλα τελείωσε αθόρυβα, ήσυχα, ήρθαν οι γιατροί, βεβαίωσαν το γεγονός, κι άρχισε το πήγαινε-έλα. Κυρίες με κότσους και μακριές φούστες πηγαινοέρχονταν πυρετωδώς, για να γίνουν όλα όπως πρέπει. Παπάδες, γιατροί, νοσηλευτές, συγγενείς, αδελφός σε πλήρη σύγχυση, συνεννοήσεις, φορεία, όλα κουβάρι… κι εγώ εκεί στην άκρη του διαδρόμου, να σκέφτομαι ασταμάτητα κι άθελά μου. «Μα τι λένε; Τι κάνουν όλοι αυτοί; Τι παράδεισο; Το κορίτσι τελείωσε! Δεν θα την ξαναδούμε ποτέ πια. Κι οι άγγελοι; Πού τους βάζεις τους αγγέλους; Τι δουλειά είχαν στο ταβάνι; Έχει σημασία ο όροφος που βρισκόμαστε; ΜΑ ΤΙ ΛΕΝΕ; Ποιος θεός; Ποια άφεση αμαρτιών; Ποια τρομερή αμαρτία είχε αυτή η κοπέλα, κι έπρεπε να πεθάνει εξ’ αιτίας της; Κι αφού έπρεπε να πεθάνει ως αμαρτωλή, τι δουλειά έχει να πάει στον παράδεισο; Πώς είναι όλοι τόσο σίγουροι; Και πώς αυτή η μάνα δοξάζει τ’ όνομα του υψίστου που έκανε τέτοιο κακό στο παιδί της; Αν το ’χε κάνει άνθρωπος, θα τον είχε ξεσκίσει με τα ίδια της τα χέρια! Αυτός που λέγεται θεός γιατί δικαιούται να το κάνει; Κι ο θεός που πιστεύει είναι δίκαιος, είναι αγάπη, έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν του; ΜΑ ΤΙ ΛΕΝΕ;!»
Ένιωθα σαν να είχα παγιδευτεί μέσα στον εφιάλτη κάποιου άλλου. Ένιωθα πως δεν μπορεί να συνέβαιναν όλα αυτά, αυτή τη στιγμή, πως είχαν όλοι παραφρονήσει ξαφνικά. Βγήκα από το κτήριο του νοσοκομείου παραζαλισμένη. Ένιωσα τον ήλιο και τον αέρα μ’ ευγνωμοσύνη μόλις βγήκα έξω, μετά έπρεπε να βρω ταξί, να πάω στο σταθμό των τρένων, η διαδικασία με ηρέμησε, τακτοποιήθηκαν οι σκέψεις μου, χαλάρωσε το μυαλό μου. Το βράδυ, ταξιδεύοντας για τον τόπο της κηδείας, έστειλα μήνυμα στον αγαπημένο μου φίλο, από τα φοιτητικά μας χρόνια ακόμη, για να τον ενημερώσω. Του έγραψα «Αν είχα ποτέ στη ζωή μου, την παραμικρή αμφιβολία βαθιά μέσα μου για την ύπαρξη του θεού, τώρα είμαι πια εντελώς σίγουρη: ΔΕΝ υπάρχει θεός. Η εξαδέλφη μου πέθανε, μετά από ατέλειωτες ώρες – κάθε ανάσα της ένας απίστευτος αγώνας. Όχι, δεν υπάρχει θεός».
Αυτό το επεισόδιο θεωρώ πως ήταν ό,τι πιο κοντινό στον αποχαιρετισμό της θρησκευτικής πίστης έζησα – αν μπορεί να ονομαστεί έτσι. Εκεί έζησα τα πιο έντονα κι αρνητικά αντιθεϊστικά συναισθήματα. Κι ίσως, εκείνη την ημέρα να αυτοπροσδιορίστηκα ως «άθεη». Μάλιστα, για ένα διάστημα, ένθερμη άθεη, έτοιμη πάντα για επιχειρήματα, κουβέντα κι υποστήριξη της θέσης μου. Τώρα πια, έχει καταλαγιάσει μέσα μου αυτή η εχθρότητα. Όχι γιατί άλλαξα γνώμη. Απλά γιατί, στη συναναστροφή μας με άλλους ανθρώπους, καμιά φορά σκέφτεται κανείς πως δεν ωφελεί σε τίποτα να κάνεις τον άλλο εχθρό σου (ή να τον βλέπεις εσύ ως εχθρό σου). Κι όσο η άποψη του διπλανού σου, δεν επηρεάζει αρνητικά τη ζωή σου, αλλά και τη σχέση σου μαζί του, δεν υπάρχει λόγος αντιπαλότητας. Γι’ αυτό λοιπόν, ένα απλό «Εγώ τρώω τα πάντα, όλες τις ημέρες του χρόνου. Εμένα δεν με ενοχλεί που εσύ τη μεγάλη Παρασκευή δεν τρως τίποτα. Σε πειράζει που εγώ τρώω απ’ όλα;», πολλές φορές είναι αρκετό για να κάνει σαφή τη θέση σου, χωρίς πολλά πολλά περιθώρια συζητήσεων.
Βέβαια, δεν παύω ποτέ να εκπλήσσομαι από τις συμπεριφορές των ανθρώπων που πιστεύουν. Πώς γίνεται να παρουσιάζουν συμπεριφορά παράφρονα, στα θέματα που σχετίζονται με την πίστη τους, αλλά να είναι φυσιολογικοί άνθρωποι σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή τους;
Ο θεός της θείας, της επεφύλασσε κι άλλες εκπλήξεις στο δρόμο για τον παράδεισο. Έχασε και το δεύτερο παιδί της, με τραγικό τρόπο και σε περίοδο που η ίδια είχε σοβαρότατα προβλήματα υγείας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μορφή της, μισοσκυμμένη πάνω από το φέρετρο του γιου της, με τα μαλλιά να κρέμονται ξέπλεκα, με το βλέμμα της τρελής –λόγω των δυνατών φαρμάκων που έπαιρνε για την αρρώστια της; λόγω της τραγικής απώλειας;– ίσα που να στέκεται στα πόδια της. Έστελνε δέηση στο θεό της, να δεχτεί το γιο της στον παράδεισο. Προσευχόταν κι έψελνε. Προσευχόταν ακόμη σ’ αυτόν που της πήρε τα δυο παιδιά της! Τι να πεις όμως γι’ αυτήν τη μάνα; Δικαιούται να παραφρονήσει. Όμως η φίλη–συμπαραστάτρια που της είπε όλο χαρά μετά την κηδεία, «Μη στεναχωριέσαι καθόλου! Προσευχόμαστε ΟΛΕΣ νύχτα–μέρα! Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς!», αυτή; Πώς να δικαιολογήσεις αυτή τη συμπεριφορά; Δεν είναι συμπεριφορά παράφρονα;
Όπως παρομοίως παράφρων πρέπει να ήταν και η κυρία που, ως παρηγορία, είπε στον θείο μου, την ημέρα της κηδείας της «Τι να κάνουμε; Την αγάπησε ο θεός και την πήρε. Θα είναι καλά εκεί που θα πάει τώρα». Γιατί εν τέλει, η αστείρευτη πίστη της θείας, η απόλυτη εμπιστοσύνη της στο θεό, που δεν χάθηκαν ούτε για μια στιγμή, παρά την τραγικότητα της απώλειας δύο παιδιών, δεν τη γλίτωσαν από κανένα βάσανο. Πέθανε μετά από μακρά κι επίπονη ασθένεια δύο περίπου ετών. Τόσο πολύ την αγάπησε ο θεός της, που ακόμη κι ο θάνατός της ήταν αργός.
Παρόλα αυτά, ο θείος μου, μετά από μερικές ώρες, μου είπε πως ένιωσε μια ηρεμία μέσα του, την ώρα της κηδείας της, μέσα στην εκκλησία. Πως επειδή η ίδια πίστευε πάρα πολύ, ήταν πολύ συμφιλιωμένη με την ιδέα του θανάτου της. Είχαν ήδη αποχαιρετιστεί εν ζωή, κι ένιωσε πως η χριστιανική τελετή, σφράγισε τη διαδικασία με το τέλος που η ίδια θα ήθελε.
Παραφροσύνη; Ίσως. Κι αυτός τη δικαιούται. Αλλά, αν αυτού του είδους η παραφροσύνη τον βοηθάει να σταθεί όρθιος, μετά από αυτήν την περιπέτεια ζωής, ποια είμαι εγώ που θα τον κρίνω;

25 June 2017

Η κβαντομηχανική είναι πλήρως ντετερμινιστική

Συνέντευξη του Τομάσο Καλάρκο στον Θωμά Γιούργα και τον Γιάννη Μπρούζο, Μετάφραση από την Ελεάννα Μπάρδη
Ο Τομάσο Καλάρκο είναι καθηγητής φυσικής, επικεφαλής του Ινστιτούτου Σύνθετων Κβαντικών Συστημάτων του Πανεπιστημίου του Ουλμ. Είναι ένας από τους βασικούς εισηγητές του “Κβαντικού Μανιφέστου” στο οποίο περιγράφεται η “δευτερη κβαντική επανάσταση”. Ως ένας απο τους κορυφαίους επιστήμονες του πεδίου αλλά και ένας χαρισματικός δάσκαλος και πρεσβευτής της επιστήμης μας μεταφέρει σε αυτή τη συνέντευξη την έννοια αυτής της “επιστημονικής επανάστασης”
Θ.Γ.: Είστε ένας από τους πρεσβευτές της δευτερης κβαντικής επανάστασης. Γιατί χρησιμοποιήσατε τον όρο «επανάσταση» και γιατί είναι η «δεύτερη»;
Τ.Κ.: Η πρώτη κβαντική επανάσταση είναι ήδη στην τσέπη μας και το χρησιμοποιούμε. Για να είμαστε σε θέση να πραγματοποιήσουμε οποιαδήποτε εργασία με το smartphone μας, όπως π.χ. να κάνουμε μια συνομιλία, αυτή μεταδίδεται μέσω οπτικών ινών, οι οποίες τροφοδοτούνται από ακτίνες λέιζερ. Και δεν μπορούμε να έχουμε ούτε τους αναμεταδότες ούτε τα λέιζερ, παρά μόνον αν καταλάβουμε πώς λειτουργούν τα πράγματα στην κβαντική μηχανική. Συνεπώς, χάρη στην ανακάλυψη της κβαντικής μηχανικής μπορέσαμε να αναπτύξουμε αυτές τις τεχνολογίες που αποτελούν τη βάση της σημερινής κοινωνίας της πληροφορίας. Υπό αυτή την έννοια, δε θα μπορούσε να υπάρξει κανένα Facebook χωρίς την κβαντική μηχανική. Αλλά αυτή είναι απλώς η πρώτη κβαντική επανάσταση. Για παράδειγμα, στον υπολογιστή μας έχουμε τα ψηφία 0 και 1 που απεικονίζουν την πληροφορία και που αντιστοιχούν σε ηλεκτρόνια. Υπάρχουν δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια ηλεκτρονίων που εργάζονται εκεί. Το ίδιο πράγμα ισχύει και για τις οπτικές ίνες, που οδηγούν σε υψηλές ταχύτητες επικοινωνίας. Πολλά δισεκατομμύρια φωτονίων παίρνουν μέρος στο έργο.
Τώρα, η δεύτερη κβαντική επανάσταση είναι η μετάβαση από αυτά τα πολλαπλά σωματίδια, σε μονάδες. Μεμονωμένα φωτόνια θα μεταφέρουν τα μηνύματά μας, ένα μεμονωμένο ηλεκτρόνιο θα περιγράφει τις πληροφορίες μέσα στους υπολογιστές. Και ποιο είναι το πλεονέκτημα; Ένα πολύ σαφές παράδειγμα είναι η επικοινωνία και η ασφάλεια: γνωρίζουμε ότι η NSA ακούει ο,τιδήποτε λέμε μέσω μεγάλων υπολογιστών που υποκλέπτουν ό,τι κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Πώς μπορούν να το κάνουν αυτό; Όταν υπάρχουν δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια φωτονίων για τη διαβίβαση των πληροφοριών, κι εκείνοι υποκλέπτουν ένα δισεκατομμύριο, δεν είναι εύκολο να το παρατηρήσει κάποιος. Αντιθέτως, εάν θα μπορούσα να στείλω ένα μήνυμα ή, ακόμα καλύτερα, έναν κρυπτογραφημένο μήνυμα με ένα μεμονωμένο φωτόνιο και η NSA προσπαθούσε να υποκλέψει την επικοινωνία μας, θα ήμασταν σε θέση να το αντιληφθούμε αμέσως.
Άρα το απόρρητο της ιδιωτικότητας θα μπορούσε να αυξηθεί μέσω αυτής της δεύτερης κβαντικής επανάστασης.
Ακριβώς, αυτό είναι το πρώτο σημείο, αυτό είναι το πρώτο προφανές πλεονέκτημα. Τώρα, ας φανταστούμε ότι μετράμε κάτι με ιατρικό εξοπλισμό, π.χ. τη δραστηριότητα του εγκεφάλου ή μια μαγνητική τομογραφία, ή οποιαδήποτε απεικόνιση του σώματός μας, ώστε να διαγνώσουμε κάποια ασθένεια. Σε αυτές τις συσκευές, υπάρχουν πολλά δισεκατομμύρια ηλεκτρονίων που μαζεύονται γύρω δημιουργώντας ένα μαγνητικό πεδίο, έτσι ώστε να μπορούμε να πάρουμε λήψη οποιασδήποτε εικόνας του σώματος. Ας φανταστούμε τώρα ότι, αντί για πολλά δισεκατομμύρια ηλεκτρονίων, παίρνουμε ένα ηλεκτρόνιο τη φορά. Έτσι, χρησιμοποιώντας αυτά τα μεμονωμένα ηλεκτρόνια μπορούμε να τα βάλουμε, ένας από αυτά για παράδειγμα, δίπλα σε έναν από τους νευρώνες στον εγκέφαλό μας. Και αυτό το μεμονωμένο ηλεκτρόνιο θα μπορεί να ανιχνεύσει, αν η ιδιοπεριστροφή (spin) αυτού του νευρώνα είναι ενεργοποιημένη ή όχι -απλώς μετρώντας το μαγνητικό πεδίο που παράγει αυτός ο νευρώνας. Έτσι θα υπάρχει τρόπος για να δούμε όλες τις λεπτομέρειες της δραστηριότητας του εγκεφάλου. Αυτό δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί ως τεχνολογική εξέλιξη, αλλά προβλέπεται για τα επόμενα χρόνια. (Το μακροπρόθεσμο όραμα είναι η δημιουργία κβαντικού υπολογιστή προς πώληση, η οποία δεν αναμένεται να είναι διαθέσιμη μέσα στα επόμενα 10-15 χρόνια). Έτσι λοιπόν, από την ασφάλεια της κοινωνικής επικοινωνίας έως την ιατρική διαγνωστική, υπάρχει μια ευρεία γκάμα εφαρμογών γι’ αυτή τη δεύτερη κβαντική επανάσταση.
Όπως καταλαβαίνουμε, οι δύο μεγάλες υποσχέσεις από το έργο του «Κβαντικού Μανιφέστου» είναι περισσότερη ιδιωτικότητα και ένα ευρύ φάσμα από πρακτικές εξελίξεις στην καθημερινή ζωή. Ωστόσο, ένα ερώτημα σ’ αυτό το σημείο είναι, γιατί η ΕΕ θα ήταν πρόθυμη να δαπανήσει τόσο χρήματα (περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ μόνο για τη μελέτη) που θα περιόριζαν την ικανότητα της NSA, για παράδειγμα, να «κρυφακούει», ενώ την ίδια στιγμή ξοδεύουν ένα τεράστιο ποσό των χρημάτων για την αντίθετη πρακτική;
Λοιπόν, αυτή είναι μία από τις πτυχές που με κάνει υπερήφανο που είμαι μέρος αυτού του προγράμματος. Από συζητήσεις που κάνουμε σε πολύ υψηλό επίπεδο, είναι απολύτως σαφές ότι υπάρχει διαφάνεια σχετικά με το πρόγραμμα και τα αποτελέσματά του. Δεν υπάρχει καμία μυστική έρευνα εδώ και θα είναι ένα έργο προς όφελος της κοινωνίας και των (Ευρωπαίων) πολιτών.
Γ.Μ. Το γεγονός ότι έχουμε αρχίσει να χρησιμοποιούμε την κβαντική θεωρία σε τεχνολογικές εφαρμογές, σημαίνει ότι την έχουμε ήδη κατανοήσει ή υπάρχουν ακόμα κάποια βαθιά μυστήρια;
Κι εγώ ο ίδιος καρδιοχτυπώ γι’ αυτά τα μυστήρια, και διασκεδάζω πολύ να συμμετέχω σε αυτό το πρόγραμμα. Επίσης είμαι πολύ υπερήφανος, όταν βλέπω ότι αυτά που προκύπτουν εξετάζοντας τα μυστήρια, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην τεχνολογία. Αυτές οι δυο πτυχές που αναφέρατε πηγαίνουν χέρι-χέρι. Υπάρχουν πολλές πτυχές της θεωρίας που τώρα είναι κατανοητές, για παράδειγμα, η επικοινωνία μεταξύ μεμονωμένων φωτονίων που δίνεται στους μηχανικούς και αυτοί με τη σειρά την καθιστούν πιο εφαρμόσιμη/λειτουργική για την καθημερινή ζωή. Την ίδια στιγμή, πρέπει να υπάρξει συνεχής έρευνα σχετικά με τις θεμελιώδεις πτυχές της θεωρίας. Για παράδειγμα, η ιδέα χρήσης της κβαντικής εμπλοκής/ σύμπλεξης  προήλθε από θεμελιώδεις και παντελώς άχρηστες έρευνες. Το ερώτημα που οδήγησε ο Αϊνστάιν να αναπτύξει την ιδέα της εμπλοκής/σύμπλεξης βασίστηκε στην πεποίθηση του Αϊνστάιν ότι η κβαντομηχανική δεν μπορούσε να είναι σωστή. Και είπε «τώρα θα σας δείξω πως δεν έχει κανένα νόημα, δεν είναι ολοκληρωμένη». Κι έτσι επινόησε αυτή την πεπλεγμένη κατάσταση όπου υπάρχει αυτή η αλλόκοτη δράση από απόσταση, η οποία για τον Αϊνστάιν δεν είχε κανένα νόημα, φιλοσοφικά, όχι από τεχνολογικής πλευράς. Τούτου δοθέντος, η έννοια της εμπλοκής/σύμπλεξης κοιμόταν για 60 χρόνια και τώρα οι επιστήμονες την έχουν αναβιώσει και τη χρησιμοποιούν στην τεχνολογία. Αυτού του είδους η έρευνα βάση περιέργειας είναι απαραίτητη. Διότι εάν ξεχάσουμε το μυστηριώδες κομμάτι, στο θεμελιώδες κομμάτι θα χάσουμε την τεχνολογία  της μεθαυριανής εποχής. Και γι’ αυτό πρέπει να συνεχίσουμε την έρευνα ακόμη ακόμα και με τρελές ή άχρηστες ιδέες που δε βρίσκουν καμία άμεση εφαρμογή.
Μπορεί η κβαντική θεωρία μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το μεγάλο μυστήριο της συνείδησης και το φιλοσοφική μυστήριο της ελεύθερης βούλησης;

Προσωπικά βρίσκω αυτά τα ερωτήματα συναρπαστικά. Η πρώτη ερώτηση που κάνω στους μαθητές μου είναι “ποια η διαφορά μεταξύ κλασικής και κβαντικής μηχανικής;» Το πρώτο πράγμα που γράφουν, και οι σπουδαστές το αντιλαμβάνονται πάντοτε λάθος, είναι ότι η κλασική μηχανική είναι ντετερμινιστική (αιτιοκρατική), σε αντίθεση με την κβαντομηχανική η οποία δεν είναι. Αιτιοκρατία σημαίνει ότι έχω μια συγκεκριμένη αρχική κατάσταση, ύστερα κάποιες ορισμένες δυναμικές και δεδομένης  της αρχικής κατάστασης και των δυναμικών, το αποτέλεσμα είναι προκαθορισμένο. Αυτή όμως συμβαίνει και με την κβαντική μηχανική. Αυτό που δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί στην κβαντική μηχανική είναι το εξής: Αν κάνω τώρα μία μέτρηση και να παρατηρήσω ένα σύστημα, δεν μπορώ ποτέ να πω τι θα δω, διότι μπορώ να δω μόνο πιθανοκρατικά. Αλλά αν κάνω πολλές μετρήσεις τότε το αποτέλεσμα είναι απολύτως προβλέψιμο.
Ως εκ τούτου, η κβαντομηχανική είναι πλήρως ντετερμινιστική. Αυτό είναι φιλοσοφικά συναρπαστικό και ένα απ’ τα βασικά κίνητρα γιατί άρχισα την έρευνά μου για την κβαντική μηχανική. Ένα μεγάλο ερώτημα εδώ είναι,  εάν αυτές οι επιδράσεις επιβιώσουν σε μακροσκοπικό επίπεδο. Στον κόσμο που βλέπουμε. Όσο για τη συνείδηση, η οποία είναι ένα αναδυόμενο φαινόμενο, και λαμβάνει χώρα στο σύνθετο/περίπλοκο νευρικό σύστημα,  ακόμα δεν έχουμε καμία στέρεη βάση για να υποστηρίξουμε ότι μια μέρα θα εντοπίζουμε τη συνείδηση ​βασισμένοι σε κβαντικά φαινόμενα. Η αγαπημένη μου φιλοσοφική θέση επ’ αυτού είναι η μόνη πρόταση στο κεφάλαιο 7 του Tractatus του Wittgenstein, η οποία λέει ότι «Αν δεν μπορείς να μιλήσεις για κάτι, καλύτερα να μένεις σιωπηλός». Και δεν ξέρω αν αυτό ισχύει και για τους φιλοσόφους, αλλά ισχύει σίγουρα για τους επιστήμονες. Η φαντασία είναι πολύ καλό πράγμα, όπως επίσης είναι και το να γνωρίζουμε τα όρια μας, ιδιαίτερα οι επιστήμονες.


17 June 2017

«Στοιχειωμένη» δράση από απόσταση

Βαγγέλης Πρατικάκης, in.gr, 02/6/2014
Ο Άλμπερτ Άινσταϊν είχε απορρίψει το φαινόμενο αποκαλώντας το «στοιχειωμένη δράση από απόσταση». Κι όμως, η τηλεμεταφορά δεδομένων είναι εφικτή, όπως επιβεβαιώνει και το τελευταίο πείραμα στην Ολλανδία.
Οι ερευνητές αναφέρουν στο περιοδικό Science ότι κατάφεραν να τηλεμεταφέρουν όχι αστροναύτες του Star Trek αλλά δεδομένα (την κατάσταση του σπιν ενός ηλεκτρονίου) ανάμεσα σε δύο μικροσκοπικά διαμάντια που απείχαν τρία μέτρα.
Στόχος τους είναι τώρα να αυξήσουν την απόσταση στο ένα χιλιόμετρο, μια βελτίωση που ίσως φέρει πιο κοντά τις κύριες πρακτικές εφαρμογές της κβαντικής τηλεμεταφοράς: τους κβαντικούς υπολογιστές και τα ασφαλή κβαντικά δίκτυα επικοινωνιών.


Θεωρητικά, η ίδια περίπου μέθοδος θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και για την τηλεμεταφορά ανθρώπων, αν και οι ερευνητές θεωρούν κάτι τέτοιο «εξαιρετικά απίθανο».
Η μέθοδος κβαντικής τηλεμεταφοράς που παρουσίασε η ερευνητική ομάδα στο Πανεπιστήμιο της Ντελφτ δεν είναι η πρώτη, φέρεται όμως να είναι η ακριβέστερη με απόδοση 100%.
Ακαριαία δράση από απόσταση
Το φαινόμενο στο οποίο βασίστηκε το πείραμα ονομάζεται κβαντική διεμπλοκή (entanglement) και αφορά σωματίδια (φωτόνια, ηλεκτρόνια, ακόμα και μόρια) που βρίσκονται σε ένα είδος επικοινωνίας μεταξύ τους: η αλλαγή της κβαντικής κατάστασης του ενός σωματιδίου οδηγεί στην ακαριαία αλλαγή της κατάστασης και του δεύτερου, ακόμα κι αν τα σωματίδια χωρίζονται από μεγάλη απόσταση και δεν επικοινωνούν μέσω κάποιου υλικού μέσου.
Το 1935, ο Άινσταϊν και άλλοι φυσικοί απέρριψαν το φαινόμενο ως παραλογισμό που προκύπτει από κάποια βασική παρανόηση της κβαντομηχανικής. Ο πατέρας της σχετικότητας αρνούνταν να δεχτεί ότι δύο σωματίδια μπορούν να αλληλεπιδρούν ακαριαία, πιο γρήγορα δηλαδή κι από την ταχύτητα του φωτός.
Ακόμα και το 1947 ο Άινσταϊν παρέμενε αμετάπειστος και δήλωνε σε επιστολή του ότι «η Φυσική πρέπει να αναπαριστά μια πραγματικότητα στο χώρο και το χρόνο, χωρίς στοιχειωμένες δράσεις από απόσταση (spooky actions at a distance)».
Κι όμως, πολλά πειράματα έχουν αποδείξει έκτοτε ότι η κβαντική διεμπλοκή είναι πραγματική και όντως δρα ταχύτερα από την ταχύτητα του φωτός.
Bit και qubit
Αυτό είναι εξάλλου το φαινόμενο στο οποίο βασίστηκε το τελευταίο επίτευγμα. Οι ερευνητές δημιούργησαν ζευγάρια ηλεκτρονίων μέσα σε δύο διαφορετικούς κρυστάλλους διαμαντιού έτσι ώστε το ηλεκτρόνιο στον έναν κρύσταλλο να βρίσκεται σε διεμπλοκή με το δεύτερο.
Τα δεδομένα που μεταφέρθηκαν από τον έναν κρύσταλλο στον άλλο, χωρίς να υπάρχει φυσική επαφή μεταξύ τους, ήταν η κατάσταση του σπιν των ηλεκτρονίων: η αλλαγή του spin στον έναν κρύσταλλο οδηγεί ακαριαία στην αλλαγή του spin στον δεύτερο κρύσταλλο, δηλαδή στη μεταφορά της πληροφορίας για το spin.
Στους κλασικούς υπολογιστές, μονάδα της πληροφορίας είναι το bit, το οποίο παίρνει τιμή είτε «0» είτε «1».
Αυτό όμως που τηλεμεταφέρθηκε στο πείραμα ήταν ένα «κβαντικό bit» ή qubit, το οποίο θεωρητικά μπορεί να βρίσκεται στις καταστάσεις «0» και «1» ταυτόχρονα.
Η συνύπαρξη αυτών των καταστάσεων στο ίδιο bit είναι αυτό που θα έκανε τους κβαντικούς υπολογιστές ταχύτερους σε πολλές λειτουργίες.
Από τους κβαντικούς υπολογιστές στο Star Trek
Οι σημερινοί κβαντικοί υπολογιστές είναι υποτυπώδεις και προσφέρουν ελάχιστα qubit, αν και η αμερικανική εταιρεία D-wave έχει λανσάρει ένα σύστημα για το οποίο υποστηρίζει ότι αξιοποιεί την κβαντική εμπλοκή.
Μια άλλη πρακτική εφαρμογή της τηλεμεταφοράς θα ήταν τα λεγόμενα κβαντικά δίκτυα, τα οποία είναι θεωρητικά απόλυτα ασφαλή από υποκλοπές.
Θα μπορούσε όμως να αξιοποιηθεί η διεμπλοκή για την τηλεμεταφορά αντικειμένων και ανθρώπων; «Αν πιστέψει κανείς ότι δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από μια συλλογή ατόμων που συνδέονται μεταξύ τους με έναν συγκεκριμένο τρόπο, τότε θεωρητικά θα ήταν δυνατό να τηλεμεταφερθούμε από ένα μέρος σε ένα άλλο» σχολίασε στην εφημερίδα Independent ο καθηγητής Ρόναλντ Χάνσον, μέλος της ερευνητικής ομάδας στη Ντελφτ.

«Πρακτικά είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο [...] Δεν μπορώ όμως να το αποκλείσω αφού δεν υπάρχει θεμελιώδης νόμος της φυσικής που να το εμποδίζει» είπε.

Kβαντική τηλεμεταφορά (διεμπλοκή) σε απόσταση 1.200 χιλιομέτρων!
Νέο παγκόσμιο ρεκόρ πέτυχαν Κινέζοι επιστήμονες στο φαινόμενο της κβαντικής διεμπλοκής (ή κβαντικού εναγκαλισμού) δύο φωτονίων σε απόσταση 1.203 χιλιομέτρων, καταρρίπτοντας κατά πολύ το προηγούμενο ρεκόρ που ήταν περίπου 100 χιλιόμετρα.
Οι Κινέζοι ερευνητές ανέφεραν την επιτυχή δορυφορική μετάδοση των κβαντικά «διαπλεκόμενων» φωτονίων (σωματιδίων του φωτός) μεταξύ της Γης και του διαστήματος. Με αυτόν τον τρόπο, έκαναν ένα άλμα προς τον τελικό στόχο της δημιουργίας κρυπτογραφημένων κβαντικών δικτύων τηλεπικοινωνιών και Ίντερνετ, τα οποία θεωρούνται αδύνατο να πέσουν θύμα χάκερ.
Ο κινεζικός δορυφόρος Micius, ο οποίος είχε τεθεί σε τροχιά πέρυσι το καλοκαίρι, είναι ο πρώτος διεθνώς που έχει εφοδιασθεί με τον κατάλληλο εξοπλισμό για κβαντικά πειράματα. Χρησιμοποιήθηκε για την κβαντική επικοινωνία με τρεις επίγειους κινεζικούς σταθμούς που απείχαν μεταξύ τους περίπου 1.200 χλμ., ενώ η απόσταση του δορυφόρου από τους σταθμούς ποίκιλε από 500 έως 2.000 χλμ.
Οι ερευνητές της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών, με επικεφαλής τον καθηγητή κβαντικής φυσικής Τζιάν-Γουέι Παν του Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας της Χεφέι, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science».
Η υλοποίηση σε τεράστιες αποστάσεις της κβαντικής διεμπλοκής (στην οποία δύο υποατομικά σωματίδια συνδέονται μεταξύ τους και συμπεριφέρονται παρόμοια, παρά τη μεγάλη απόσταση που τα χωρίζει), μέσω οπτικών ινών ή ασύρματα μέσω του διαστήματος, ανοίγει τον δρόμο για τη δημιουργία κβαντικών δικτύων τηλεπικοινωνιών και μεταφοράς δεδομένων.
Η δυνατότητα των σωματιδίων να συνδέονται κβαντικά με «μαγικό» τρόπο (κάτι που δημιουργούσε πρόβλημα κατανόησης ακόμη και στον Αϊνστάιν) μπορεί να επιτρέψει τη μετάδοση κρυπτογραφημένων πληροφοριών από το ένα μέρος της Γης στο άλλο μέσω ασφαλών κβαντικών «καναλιών», χωρίς κάποιος «ωτακουστής» να είναι σε θέση να τις υποκλέψει, αντίθετα με το σημερινό διάτρητο Ίντερνετ, που εκμεταλλεύονται μυστικές υπηρεσίες και χάκερ.
«Είναι ένα πρώτο βήμα -και ένα σημαντικό βήμα- για τη δημιουργία ενός πραγματικά παγκόσμιου κβαντικού δικτύου. Όλες οι προηγούμενες μέθοδοι περιορίζονταν σε απόσταση περίπου 100 χλμ., συνεπώς μπορούσαν να δουλέψουν μόνο σε μια πόλη» δήλωσε ο Παν. Όπως είπε, η σημερινή κρυπτογράφηση των δεδομένων βασίζεται σε πολύπλοκα μαθηματικά, που και αυτά όμως μπορεί να τα «σπάσουν» οι χάκερ με τη βοήθεια ισχυρών υπολογιστών.
«Αλλά σε ένα μελλοντικό κβαντικό δίκτυο η ασφάλεια θα διασφαλίζεται από τους ίδιους τους νόμους της φυσικής, οι οποίοι είναι ασφαλείς χωρίς περιορισμούς. Αυτό θα είναι ωφέλιμο για όλους τους ανθρώπους» πρόσθεσε ο Κινέζος επιστήμονας, ο οποίος συνεργάζεται προς αυτήν την κατεύθυνση με Ευρωπαίους συναδέλφους του, με επικεφαλής τον φυσικό Άντον Τσάιλινγκερ του Πανεπιστημίου της Βιέννης (ο οποίος υπήρξε καθηγητής του Παν), που κατείχαν το προηγούμενο ρεκόρ κβαντικής διεμπλοκής.
Οι ομάδες των Παν και Τσάιλινγκερ θα επιδιώξουν να δημιουργήσουν μια ασφαλή κβαντική σύνδεση μεταξύ Πεκίνου και Βιέννης. Ήδη οι Ευρωπαίοι φυσικοί προωθούν τη δημιουργία του Qapital, ενός κβαντικού δικτύου που θα συνδέει πολλές πρωτεύουσες της Ευρώπης, κυρίως μέσω οπτικών ινών. Σύμφωνα με τον Τσάιλινγκερ, το μελλοντικό κβαντικό διαδίκτυο θα βασίζεται τόσο στις οπτικές ίνες όσο και στους δορυφόρους.
Προς το παρόν, πάντως, υπάρχουν αρκετές ακόμη τεχνικές δυσκολίες που πρέπει να υπερπηδηθούν. Μεταξύ άλλων, ο κινεζικός δορυφόρος βρίσκεται σε χαμηλή τροχιά και έτσι οι σταθμοί εδάφους μπορούν να «πιάσουν» το κβαντικό σήμα του μόνο για πέντε λεπτά κάθε μέρα, συνεπώς θα χρειασθεί η κατασκευή και εκτόξευση αρκετών νέων δορυφόρων σε υψηλότερες τροχιές.

11 June 2017

Θέλουν να σώσουν τον Τσίπρα

του Σάκη Μουμτζή, Liberal, 10/6/2017

Οι προτροπές σήμερα για εθνική ομοψυχία και για αγαπησιάρικα «όλοι μαζί», έχουν δύο σκοπούς. Ο πρώτος είναι να διασώσουν τον Α. Τσίπρα και τους συνομήλικους του από τον πολιτικό αφανισμό. Λίγους μήνες πριν, οι εθνικοενωτικές προτάσεις απέβλεπαν στην διάσωση του ΣΥΡΙΖΑ.
Τώρα έχουν αντιληφθεί πως το κόμμα αυτό δεν σώζεται. Απεναντίας, κατάλαβαν πως αποτελεί βαρίδι στις κινήσεις της ηγετικής του ομάδας. Ο πρωθυπουργός είναι ένας κυνικός πολιτικός, που για να «τελειώσει δουλειές» παρακάμπτει ιδεολογίες και προηγούμενες πολιτικές δεσμεύσεις.

Και αυτό το έχουν εκτιμήσει δεόντως συγκεκριμένα οικονομικά κέντρα που ευνοήθηκαν από τις κινήσεις του. Να υπενθυμίσω στον αναγνώστη το πάγωμα των ελέγχων στην διακίνηση των καυσίμων, τις χαριστικές φορολογικές ρυθμίσεις, τις φωτογραφικές τροπολογίες.
Αυτό το παιδί πρέπει να σωθεί. Έχει μέλλον. Είναι νέος και «πρόθυμος.» Το οικονομικό κατεστημένο βάζει πολλαπλά φίλτρα, ώστε τελικά να ανέλθουν στην κορυφή οι αποδεκτοί από αυτό. Και ο Α.Τσίπρας πέρασε μέσα από όλα τα φίλτρα. Εγκρίθηκε.
Ο δεύτερος σκοπός αυτού του εθνικοενωτικού σχεδιασμού που έχουν εκπονήσει αυτά τα κέντρα, είναι να μην γίνει πρωθυπουργός ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Μια φορά την έπαθαν. Τους «έπιασε στον ύπνο» και κέρδισε, πέρα από κάθε πρόβλεψη, τις εσωκομματικές εκλογές στην Νέα Δημοκρατία. Τώρα είναι πιο μελετημένοι και πιο προνοητικοί. Όπως φαίνεται, δεν πήγε να τους πληρώσει τα διόδια για την πρωθυπουργία.
Επί της ουσίας τώρα, η πρόταση του «όλοι μαζί» είναι πολιτικά λανθασμένη. Η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν κανένα πεδίο σύγκλισης. Το ένα, είναι ένα φιλελεύθερο κόμμα, που προσπαθεί να αποβάλλει τον κρατισμό, και το άλλο είναι ένα μαρξιστικό κόμμα. Σε ποια πολιτική βάση θα συνεργασθούν;  Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως την κυβέρνηση Ζολώτα ( Νοέμβριος 1989- Απρίλιος 1990) την πληρώσαμε πανάκριβα.
«Μα να συγκροτηθεί μια Εθνική Ελλάδος για το χρέος και για την ποσοτική χαλάρωση», υποστηρίζουν και οι πονηροί και οι καλοπροαίρετοι. Για ποιο λόγο όμως η Νέα Δημοκρατία να υιοθετήσει μιαν αδιέξοδη πολιτική; Γιατί να εγκολπωθεί ένα προπαγανδιστικό αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ; Μήπως αυτή υπέγραψε στις 24 Μαΐου 2016 τον όρο πως η συζήτηση για το χρέος θα αρχίσει μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος;
Και γιατί ένα φιλελεύθερο κόμμα να εμπλακεί σε μια διαπραγμάτευση για περικοπή του χρέους, όταν αυτό μπορεί να το καταστήσει βιώσιμο με μιαν αναπτυξιακή πολιτική μεταρρυθμίσεων, που συνάδει και με την ιδεολογική της φυσιογνωμία; 
Άλλωστε, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν οδηγούσε σε πτώση την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, η χώρα θα εντασσόταν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης από τον Μάρτιο του 2015, καθώς το ΔΝΤ, με έκθεση του τον Νοέμβριο του 2014, έκρινε το χρέος βιώσιμο.
Αυτό που χρειάζεται σήμερα η χώρα είναι μια σταθερή κυβέρνηση, με ευκρινή προσανατολισμό που, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, των μεταρρυθμίσεων και κυρίως μέσω της κατάργησης της υπερφορολόγησης, θα την οδηγήσει στην ανάπτυξη.
Τον Ελληνα πολίτη δεν τον ενδιαφέρει η τύχη κανενός πολιτικού. Πολύ δε περισσότερο η τύχη του συγκεκριμένου πολιτικού, του Α.Τσίπρα, που καθιέρωσε την εξαπάτηση και το ψεύδος ως πολιτικά όπλα.
Όσοι «ευνοηθέντες» αγωνιούν για το μέλλον του Αλέξη, ας τον προσλάβουν στις επιχειρήσεις τους.


08 June 2017

H εξουσία ρίχνει τις μάσκες

της Βασιλικής Σιούτη, Καθημερινή, 8/6/2017

Όταν, πριν από χρόνια, άρχιζαν να ψηφίζονται τα πρώτα μνημονιακά μέτρα στη Βουλή, οι πολίτες παρακολουθούσαν θυμωμένοι τους βουλευτές των τότε κυβερνήσεων να ψηφίζουν «ναι σε όλα». Ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών ωστόσο, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της Ν.Δ, φοβούμενος τη λαϊκή οργή, διαχώριζε τη θέση του, αρνούμενος να τα υπερψηφίσει. Οι διαφωνούντες, μάλιστα, στη συνέχεια έπαιζαν σημαντικό ρόλο, επηρεάζοντας τις εξελίξεις.
Κάποιοι περίμεναν ότι η παράδοση αυτή των μνημονιακών χρόνων θα συνεχίζονταν και επί ΣΥΡΙΖΑ. Όσο αφορά στην πρώτη κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, δεν έπεσαν εντελώς έξω. Όσοι όμως δείχνουν να εκπλήσσονται με το «μπετόν αρμέ» της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, φαίνεται πως αγνοούν ότι αυτή ειδικά η κοινοβουλευτική ομάδα φτιάχθηκε για να ψηφίζει ό,τι της ζητηθεί. 

Την τελευταία φορά που είχε νόημα το ερώτημα: «Θα περάσουν τα μέτρα από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ;» ήταν το καλοκαίρι του 2015. Τότε που 32 βουλευτές του καταψήφισαν το τρίτο μνημόνιο και άλλοι 11 αρνήθηκαν να το υπερψηφίσουν, δηλώνοντας παρών.

Ο Αλέξης Τσίπρας τότε, αφού συμμάχησε με την αντιπολίτευση για να περάσει το τρίτο μνημόνιο, με μια κίνηση αμφισβητούμενης πολιτικής ηθικής, αλλά αναμφισβήτητης τακτικίστικης αξίας, προσέφυγε σε εκλογές, προκειμένου να πετάξει από το κόμμα όσους επέμεναν να διαφωνούν με τα μνημόνια,  αρνούμενοι να ακολουθήσουν το δρόμο της μετάλλαξης. Έκτοτε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα άλλο κόμμα με μία κοινοβουλευτική ομάδα που συνετέθη ακριβώς για να ψηφίζει ό,τι χρειαστεί και ότι της υποδείξει ο αρχηγός της.

Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 έγιναν με λίστα και οι έδρες των διαφωνούντων προσφέρθηκαν σε πρόθυμους που εκ των προτέρων συμφώνησαν ότι θα ψήφιζαν “ναι σε όλα”.  Για να μην αφήσει τίποτα στην τύχη η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, φρόντισε να τους θέσει ως όρο για να μπουν στη λίστα, την αποδοχή ενός κειμένου που ονόμασαν «Κώδικα δεοντολογίας για τους υποψήφιους βουλευτές», βάσει του οποίου όποιος διαφωνεί, θα παραδίδει την έδρα, κάτι  πέρα για πέρα αντισυνταγματικό και πρωτοφανές για τα κοινοβουλευτικά δεδομένα της μεταπολίτευσης. 

Ο Αλέξης Τσίπρας είχε φροντίσει επίσης, να στείλει μήνυμα ο ίδιος προσωπικά σε όλους τους βουλευτές του μέσα από τη δημόσια τηλεόραση λίγο μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και πριν αρχίσουν να φτάνουν στη Βουλή τα νομοσχέδια με τα νέα σκληρά μέτρα. Σε συνέντευξη κατά την οποία  είχε ερωτηθεί αν υπάρχει περίπτωση να πάψει να υφίσταται η κυβερνητική πλειοψηφία, υπενθύμισε, τονίζοντας το,  ότι οι βουλευτές του εξελέγησαν «με λίστα και όχι με σταυρό προτίμησης». «Εάν υπάρξουν διαφοροποιήσεις, θα είναι εξαιρετικά ύποπτες” είχε πει προειδοποιώντας τους και προσθέτοντας με νόημα: “Δεν μπορεί να κρύβεσαι στις λίστες για να εκλεγείς, όταν γνωρίζεις ποια είναι η συμφωνία και μετά να διαφοροποιείσαι εκ των υστέρων… Διότι εάν διαφωνούσες, δεν έπρεπε να δεχτείς να είσαι υποψήφιος».

Τα παραπάνω μοιάζει να αγνοούν ορισμένοι αναλυτές, οι οποίοι κάθε τόσο επιμένουν να αναρωτιούνται αν θα εξεγερθούν κάποιοι από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Στο Μέγαρο Μαξίμου γελάνε κάθε φορά που ακούνε κάτι τέτοιο, καθώς θεωρούν απολύτως δεδομένους τους βουλευτές τους, παρά τις όποιες ρητορικές εξάρσεις μερικών από καιρού εις καιρόν- οι οποίες όχι μόνο δεν ενοχλούν, αλλά θεωρούνται και χρήσιμες.

Η σημερινή κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι εκ των πραγμάτων η πιο «μνημονιακή» κοινοβουλευτική ομάδα που είχε η χώρα στα εφτά αυτά χρόνια των μνημονίων. Πιο μνημονιακή από αυτές του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, στις οποίες, υπήρξαν και κάποιες αντιστάσεις, όταν είχαν την εξουσία. Ακόμα και η περίφημη τάση των «53», που εμφανίστηκε ως η αριστερή ψυχή του ΣΥΡΙΖΑ, στην πράξη έχει πάψει να υφίσταται μετά την ψήφιση του τρίτου μνημονίου που έφερε η κυβέρνηση, αφού σχεδόν οι μισοί έχουν αποχωρήσει και οι εναπομείναντες έχουν καταλάβει σημαντικά πόστα, ξεχνώντας στην πράξη κάθε διαφωνία τους.  Όσοι παρέμειναν, ανταμείφθηκαν με πολλά προνόμια (τόσα που οι προεδρικοί γκρίνιαζαν ότι πήραν περισσότερα κι από αυτούς) αφήνοντας ήσυχη την ηγεσία και μόνο για τα προσχήματα διατυπώνουν πού και πού κάποια διαφοροποίηση χωρίς ουσία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι πια ένα κόμμα με πολύ διαφορετική λειτουργία από αυτήν που είχε στο παρελθόν. Έπαψε να είναι ένα συλλογικό κόμμα με πολλές και διαφορετικές απόψεις και έγινε ένα καθαρά αρχηγικό κόμμα με μοναδική πολιτική γραμμή αυτήν που κατεβάζει κάθε φορά η ηγεσία του. Οι «κόκκινες γραμμές» του έχουν ξεθωριάσει, οι πολιτικές αρχές του έχουν ξεχαστεί και η πολιτική ιδεολογία του έχει αντικατασταθεί από τον κυβερνητισμό.


Τους άλλαξε τόσο πολύ η εξουσία;
Παραφράζοντας ελαφρώς τον Ταλεϊράνδο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η εξουσία, δεν αλλάζει τους ανθρώπους,  απλώς ρίχνει τις μάσκες τους.

04 June 2017

Η επινόηση των θεών

Ο θείος του Πλάτωνα Κριτίας, ο πιο ακραίος από τους Τριάκοντα, υπήρξε και από λογοτεχνική άποψη πολυσχιδής προσωπικότητα. Ανάμεσα σε πολλά άλλα ποιητικά και πεζά έργα, φαίνεται ότι έγραψε και τραγωδίες (και σατυρικά δράματα). Τα σωζόμενα αποσπάσματα προέρχονται κατά μέγα μέρος από τα έργα Πειρίθους και Σίσυφος, τα οποία άλλοτε αποδίδονται στον Ευριπίδη και άλλοτε στον Κριτία.
Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το έργο Σίσυφος, που πιθανώς ήταν σατυρικό δράμα, κάτι που είναι βέβαιο για το ομότιτλο έργο του Ευριπίδη (415 π.Χ.). Στους στίχους αυτούς, στους οποίους απηχούνται ανάλογες διδασκαλίες των σοφιστών σχετικά με την εξέλιξη, οι θεοί παρουσιάζονται ως επινόηση ενός ευφυούς και πανούργου ανδρός, που είχε σκοπό να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να κάνουν το κακό ακόμα και κρυφά. Οι θεοί, σύμφωνα με τη διδασκαλία αυτή λειτουργούν συμπληρωματικά προς την άλλη κατάκτηση στην πορεία της εξέλιξης, τους νόμους, που τιμωρούν τα αδικήματα που διαπράττονται φανερά.
ΣΙΣΥΦΟΣ
[1] Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία η ανθρώπινη ζωή ήταν ακατάστατη, γεμάτη θηριωδία, υποταγμένη στη δύναμη· μια εποχή όπου ούτε οι καλοί άνθρωποι επιβραβεύονταν ούτε πάλι οι κακοί τιμωρούνταν.
[5] Ύστερα νομίζω, οι άνθρωποι θέσπισαν νόμους που όριζαν ποινές, ώστε το δίκαιο να τους εξουσιάζει όλους εξίσου και να έχει την αλαζονεία υπόδουλή του· κι αν τυχόν κάποιος έκανε ένα λάθος, τον τιμωρούσαν.
[10] Στη συνέχεια, επειδή οι νόμοι εμπόδιζαν μεν τους ανθρώπους να αδικούν στα φανερά, αλλά ωστόσο οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να αδικούν στα κρυφά, τότε, νομίζω, για πρώτη φορά κάποιος έξυπνος και σοφός άνθρωπος σοφίστηκε για τους θνητούς τον φόβο των θεών,
[15] ώστε να υπάρχει κάτι που να το φοβούνται οι κακοί ακόμη κι όταν κάνουν ή λένε ή διανοούνται κάτι στα κρυφά. Επινόησε έτσι το θείο, ότι δηλαδή υπάρχει ένας δαίμονας που ζει μια δίχως τέλος ακμή, ένας δαίμονας που ακούει και βλέπει νοερά, που στοχάζεται στο έπακρο, που προσέχει τα πάντα και που έχει περιβληθεί μια θεϊκή φύση:
[20] ο δαίμονας αυτός θα ακούει οτιδήποτε λέγεται ανάμεσα στους θνητούς και θα μπορεί να αντιλαμβάνεται οτιδήποτε γίνεται. Κι αν σιωπηρά σχεδιάζεις κάτι κακό, δεν θα μείνει απαρατήρητο από τους θεούς. Γιατί ο λογισμός τους είναι πολύ δυνατός.
[25] Με αυτά τα λόγια παρουσίασε την πιο ελκυστική διδαχή, καλύπτοντας την αλήθεια πίσω από έναν ψεύτικο λόγο. Έλεγε πως οι θεοί κατοικούν σ᾽ έναν τόπο, για τον οποίο οι άνθρωποι, και μόνο που τον βλέπουν, νιώθουν τρόμο. Κατάλαβε ότι ακριβώς από εκεί πήγαζαν και οι φόβοι των ανθρώπων,
[30] και η επικουρία στις ταλαιπωρίες του βίου, δηλαδή από τον περιστρεφόμενο, εκεί ψηλά, θόλο του ουρανού, όπου έβλεπε ότι ήσαν οι αστραπές και τα φοβερά χτυπήματα της βροντής, και το αστερινό φως του ουρανού, όμορφο, γεμάτο στολίδια, έργο του Χρόνου, του σοφού αρχιμάστορα·
[35] είναι ο τόπος όπου πορεύεται η φωτεινή διάπυρη μάζα του άστρου, και απ᾽ όπου πέφτει στη γη η υγρή βροχή. Με τέτοιους φόβους έζωσε τους ανθρώπους· με τους φόβους αυτούς έβαλε -στα λόγια του- το θεό να κατοικήσει σε κατάλληλο τόπο,
[40] και διαμέσου των νόμων εξάλειψε την ανομία.
Και νομίζω πως έτσι έπεισε, για πρώτη φορά, τους θνητούς να πιστέψουν ότι υπάρχει των θεών το γένος.
(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)



03 June 2017

Συνεργασία ο αρχικός στόχος της θρησκείας

Η θρησκεία στην αρχή δεν είχε σχέση με την ηθική, αλλά με τη συνεργασία. Το «άγρυπνο μάτι» (ο φόβος) του Θεού ωθούσε τους ανθρώπους να δείξουν τον καλύτερο εαυτό τους.
του ψυχολόγου Ara Vorenzayan, ΒΗΜΑ, 14/4/2012

Στην κορυφή ενός λόφου στη σημερινή Νοτιοανατολική Τουρκία βρίσκεται το αρχαιότερο ιερό λατρείας στον κόσμο. Με τους τεράστιους λίθινους στύλους του σε σχήμα Τ, σκαλισμένους με εικόνες ζώων, το Γκεμπεκλί Τεπέ αμφισβητεί μακροχρόνιες θεωρίες για τις ρίζες του πολιτισμού. Ενώ οι αρχαιολόγοι ανασκάπτουν στοιχεία και συζητούν το νόημά τους, η σημασία του χώρου δεν διαφεύγει από κανέναν.

Καμία ένδειξη γεωργίας δεν έχει βρεθεί στον χώρο, κάτι το οποίο μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το ιερό χρονολογείται στα περίπου 11.500 χρόνια και άρα είναι τόσο παλιό ώστε θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί από κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες. Παρ’ όλα αυτά η μνημειώδης αρχιτεκτονική του απαιτεί τη συμμετοχή εκατοντάδων, ενδεχομένως και χιλιάδων ατόμων. Επομένως μπορεί να κρύβει ενδείξεις σχετικές με δύο από τα μεγαλύτερα αινίγματα του ανθρώπινου πολιτισμού: πώς οι ανθρώπινες κοινωνίες πέρασαν από τις μικρές, μετακινούμενες ομάδες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στις μεγάλες, εγκατεστημένες σε ένα μέρος, κοινωνίες; Και πώς οι οργανωμένες θρησκείες εξαπλώθηκαν για να εποικίσουν τα περισσότερα πνεύματα στον κόσμο;
Γιατί συνεργαζόμαστε;
Το πρώτο αίνιγμα σχετίζεται με τη συνεργασία. Ως και περίπου 12.000 χρόνια πριν όλοι οι άνθρωποι ζούσαν σε σχετικά μικρές ομάδες. Σήμερα κυριολεκτικά όλοι ζουν σε τεράστιες, συνεργαζόμενες ομάδες ξένων που στον μεγαλύτερο βαθμό δεν σχετίζονται μεταξύ τους. Πώς συνέβη αυτό;
Στην εξελικτική βιολογία η συνεργασία εξηγείται συνήθως με δυο μορφές αλτρουισμού: ή μεταξύ συγγενών ή του τύπου «ξύσε την πλάτη μου και εγώ θα ξύσω τη δική σου». Ωστόσο η συνεργασία μεταξύ ξένων δεν εξηγείται εύκολα με καμία από αυτές.
Καθώς το μέγεθος της ομάδας μεγαλώνει, οι μορφές αλτρουισμού εξουδετερώνονται. Καθώς οι πιθανότητες της συναναστροφής με ξένους αυξάνονται, οι ευκαιρίες για συνεργασία μεταξύ συγγενών και γνωστών μειώνονται. Ο αμοιβαίος αλτρουισμός – χωρίς επιπλέον ασφαλιστικές δικλίδες όπως οι θεσμοί για την τιμωρία των τζαμπατζήδων – επίσης δεν είναι αποδοτικός.
Το δεύτερο αίνιγμα είναι πώς ορισμένες θρησκευτικές παραδόσεις εξαπλώθηκαν τόσο. Αν είστε χριστιανός, μουσουλμάνος, ιουδαϊστής, ινδουιστής, βουδιστής είτε αγνωστικιστής ή άθεος προερχόμενος από οποιοδήποτε από αυτά τα θρησκεύματα είστε κληρονόμος ενός εκπληκτικά επιτυχημένου θρησκευτικού κινήματος το οποίο ξεκίνησε σαν ένα σκοτεινό πολιτισμικό πείραμα.
Πόσες θρησκείες επιβιώνουν;
«Πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δ’ εκλεκτοί» λέει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Αυτό μπορεί επίσης να περιγράψει τον νόμο της «θρησκευτικής εξέλιξης», ο οποίος υπαγορεύει ότι αν και μυριάδες θρησκευτικές οντότητες γεννιούνται, οι περισσότερες από αυτές εξαφανίζονται, μόνο λίγες ισχυρές επιβιώνουν και ανθούν.
Μακροπρόθεσμα σχεδόν όλα τα θρησκευτικά κινήματα αποτυγχάνουν. Σε μια ανάλυση της σταθερότητας 200 ουτοπικών κοινοβίων, τόσο θρησκευτικών όσο και κοσμικών, στην Αμερική του 19ου αιώνα ο Ρίτσαρντ Σόζις του Πανεπιστημίου του Κονέκτικατ στο Στορς εντόπισε ένα εκπληκτικό μοτίβο. Ο μέσος όρος ζωής των θρησκευτικών κοινοβίων ήταν μόλις 25 χρόνια. Σε 80 χρόνια τα εννέα στα δέκα είχαν διαλυθεί. Τα κοσμικά κοινόβια, τα περισσότερα των οποίων ήταν σοσιαλιστικά, τα πήγαν ακόμη χειρότερα: διήρκεσαν κατά μέσο όρο έξι ως τέσσερα χρόνια και εννέα στα δέκα εξαφανίστηκαν σε λιγότερο από 20 χρόνια.
Το Γκεμπεκλί Τεπέ υποδηλώνει μια κομψή λύση και στα δυο αινίγματα: το καθένα απαντά στο άλλο. Για να καταλάβουμε πώς, θα πρέπει να επιστρέψουμε στις έντονες διαμάχες γύρω από τις εξελικτικές ρίζες της θρησκείας.
Εφαλτήριο πολιτισμού
Μια άποψη η οποία κερδίζει έδαφος είναι ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και τα τελετουργικά ανέκυψαν ως ένα εξελικτικό υποπροϊόν συνηθισμένων γνωσιακών λειτουργιών. Από τη στιγμή που αυτό συνέβη, το πεδίο ήταν έτοιμο για τη γρήγορη πολιτισμική εξέλιξη που οδήγησε τελικά σε μεγάλες κοινωνίες με «Μεγάλους Θεούς».
Κάποιες πρώιμες πολιτισμικές παραλλαγές της θρησκείας πιστεύεται ότι προωθούσαν φιλοκοινωνικές συμπεριφορές όπως η συνεργασία, η εμπιστοσύνη και η αυτοθυσία ενώ παράλληλα ενθάρρυναν τις επιδείξεις θρησκευτικής ευλάβειας όπως οι νηστείες, τα σχετικά με την τροφή ταμπού, τα υπερβολικά τελετουργικά και άλλες «δύσκολες να τις υποκριθεί» κανείς συμπεριφορές οι οποίες εξέπεμπαν αξιόπιστα την ειλικρινή πίστη των πιστών και επεδείκνυαν την πρόθεσή τους να συνεργαστούν. Με αυτόν τον τρόπο η θρησκεία μετέτρεψε τους ανώνυμους ξένους σε ηθικές κοινότητες συνδεδεμένες με ιερούς δεσμούς υπό μια κοινή υπερφυσική δικαιοδοσία.
Οι ομάδες αυτές θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερες και περισσότερο συνεργάσιμες και άρα πιο επιτυχημένες στον ανταγωνισμό για πόρους και τόπους κατοικίας. Καθώς αυτές οι συνεχώς επεκτεινόμενες ομάδες μεγάλωναν, έπαιρναν μαζί τους και τη θρησκεία τους, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την κοινωνική αλληλεγγύη σε μια ραγδαία διαδικασία η οποία άμβλυνε τους περιορισμούς που έθεταν στο μέγεθος των ομάδων η συγγένεια και η αμοιβαιότητα.
Η ηθική ήρθε δεύτερη
Από εκεί και πέρα απομένει ένα μικρό βήμα για να φθάσει κανείς στους ηθικά ανήσυχους Μεγάλους Θεούς των μεγάλων θρησκειών του κόσμου. Οσοι έχουν γαλουχηθεί στις αβρααμικές πίστεις έχουν τόσο πολύ συνηθίσει να βλέπουν μια σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και την ηθική ώστε τους είναι δύσκολο να φανταστούν ότι η θρησκεία δεν ξεκίνησε έτσι. Παρ’ όλα αυτά οι θεοί των μικρότερων ομάδων των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, όπως των Χάτζα στην Ανατολική Αφρική και των Σαν στην έρημο Καλαχάρι, δεν ασχολούνται με την ηθική των ανθρώπων. Σε αυτές τις διαφανείς κοινωνίες, όπου η πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση αποτελεί τον κανόνα, είναι δύσκολο να ξεφύγει κανείς από τον κοινωνικό προβολέα. Ο αλτρουισμός και η αμοιβαιότητα μεταξύ συγγενών αρκούν για τη διατήρηση των κοινωνικών δεσμών.
Παρ’ όλα αυτά, καθώς οι ομάδες μεγαλώνουν σε μέγεθος, η ανωνυμία εισβάλλει στις σχέσεις και η συνεργασία διακόπτεται. Μελέτες δείχνουν ότι το αίσθημα της ανωνυμίας – ακόμη και όταν είναι απατηλό, όπως όταν φοράει κανείς μαύρα γυαλιά – είναι ο φίλος του εγωισμού και της εξαπάτησης. Η κοινωνική επιτήρηση, όπως όταν είναι κανείς μπροστά σε μια κάμερα ή σε ένα ακροατήριο, έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Ακόμη και η ανεπαίσθητη έκθεση σε σκίτσα που μοιάζουν με μάτια ενθαρρύνει την καλή συμπεριφορά προς τους ξένους.
Κάποιος να σε κοιτάζει...
Είναι λοιπόν επόμενο το ότι οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά όταν πιστεύουν ότι υπάρχει ένας θεός που παρακολουθεί τους ίδιους και τους γύρω τους. Τα ανθρωπολογικά στοιχεία υποστηρίζουν αυτή την ιδέα. Με το πέρασμα από τις μικρότερης κλίμακας ανθρώπινες κοινωνίες στις μεγαλύτερες και πιο σύνθετες οι Μεγάλοι Θεοί – ισχυροί, πανταχού παρόντες, παρεμβατικοί παρατηρητές – γίνονται όλο και πιο διαδεδομένοι ενώ η ηθική και η θρησκεία συνδέονται όλο και περισσότερο.
Ο Κουέντιν Ατκινσον του Πανεπιστημίου του Οκλαντ στη Νέα Ζηλανδία και ο Χάρβεϊ Γουάιτχαουζ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ανακάλυψαν μια παρόμοια στροφή στις μορφές των τελετουργικών: καθώς οι κοινωνίες γίνονται μεγαλύτερες και πιο σύνθετες, τα τελετουργικά εξελίσσονται σε συνήθη διαδικασία και χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση και την ενίσχυση των δογμάτων. Κατά τον ίδιο τρόπο οι έννοιες της υπερφυσικής τιμωρίας, το κάρμα, η καταδίκη και η σωτηρία, ο Παράδεισος και η Κόλαση είναι διαδεδομένες στις σύγχρονες κοινωνίες αλλά σχετικά λιγότερο συνηθισμένες στους πολιτισμούς των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών.
Πολλά στοιχεία από διαφορετικά πειράματα δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Σε μια μελέτη επιστήμονες είπαν σε παιδιά να μην κοιτάξουν μέσα σε ένα κουτί και μετά τα άφησαν μόνα μαζί με αυτό. Εκείνα στα οποία είχαν πει ότι ένας υπερφυσικός παράγοντας ονόματι Πριγκίπισσα Αλίκη θα τα έβλεπε και είχαν πιστέψει στην ύπαρξή της, ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να κρυφοκοιτάξουν το κουτί.
Οικονομικά παιχνίδια έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη διερεύνηση της φιλοκοινωνικής συμπεριφοράς.
Το παιχνίδι του δικτάτορα
Το παιχνίδι του δικτάτορα, για παράδειγμα, εμπλέκει δυο ανώνυμους παίκτες σε μια μεμονωμένη συναλλαγή. Ο παίκτης υπ’ αριθμόν 1 παίρνει κάποια χρήματα και πρέπει να αποφασίσει πόσα από αυτά θα δώσει στον παίκτη υπ’ αριθμόν 2. Ο παίκτης υπ’ αριθμόν 2 παίρνει τα χρήματα που του δίνονται (ή και καθόλου) και το παιχνίδι τελειώνει. Πειράματα από τον Τζόζεφ Χάινριχ του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας στο Βανκούβερ του Καναδά και τους συναδέλφους του διαπίστωσαν ότι, σε 15 διαφορετικές κοινωνίες από όλο τον κόσμο, όσοι πίστευαν στον Θεό του Αβραάμ έδιναν περισσότερα χρήματα από εκείνους που πίστευαν σε τοπικές θεότητες οι οποίες δεν είναι τόσο πανταχού παρούσες και δεν ασχολούνται με την ηθική.
Ο συνάδελφός του Αζίμ Σαρίφ και εγώ υποβάλαμε σκέψεις του Θεού σε εθελοντές προτού παίξουν το παιχνίδι του δικτάτορα εκθέτοντάς τους ανεπαίσθητα σε λέξεις όπως θεϊκός, θεός και πνεύμα. Αλλοι εθελοντές έπαιξαν το παιχνίδι χωρίς θρησκευτικές υποβολές. Οι υπενθυμίσεις του Θεού είχαν ισχυρή επίδραση. Οι περισσότεροι εθελοντές στην ομάδα που δεν εκτέθηκε σε αυτές κράτησαν τα χρήματα, όμως εκείνοι που είχαν υποβληθεί στη σκέψη του Θεού ήταν πολύ πιο γενναιόδωροι. Ο συνάδελφός μου Γουίλ Ζερβέ και εγώ διαπιστώσαμε ότι οι θρησκευτικές υπενθυμίσεις ενίσχυαν την αίσθηση των εθελοντών ότι βρίσκονταν υπό επιτήρηση.
Το σουηδικό μοντέλο
Η θρησκεία, με την πίστη της σε θεούς που παρακολουθούν και τα υπερβολικά τελετουργικά και τις πρακτικές της, αποτέλεσε μια κοινωνική κόλλα στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Πρόσφατα όμως κάποιες κοινωνίες πέτυχαν να συντηρήσουν τη συνεργασία μέσω κοσμικών θεσμών όπως τα δικαστήρια, η αστυνομία και οι μηχανισμοί για την τήρηση των συμβάσεων. Σε ορισμένα μέρη του κόσμου, ιδιαίτερα στη Σκανδιναβία, οι θεσμοί αυτοί έχουν επισπεύσει την παρακμή της θρησκείας οικειοποιούμενοι τις λειτουργίες της που «χτίζουν» τις κοινωνίες. Αυτές οι κοινωνίες με τις αθεϊστικές πλειονότητες – οι οποίες είναι από τις πιο συνεργάσιμες, ειρηνικές και ευημερούσες κοινωνίες στον κόσμο – ανέβηκαν τη σκάλα της θρησκείας και μετά την κλώτσησαν μακριά.
Η ανεπαίσθητη υπενθύμιση της κοσμικής ηθικής αρχής, λέξεις όπως πολιτικός, δικαστήριο ή αστυνομία, έχουν την ίδια «δικαιότερη» επίδραση στο παιχνίδι του δικτάτορα. Οι άνθρωποι έχουν ανακαλύψει νέους τρόπους για να είναι καλοί ο ένας απέναντι στον άλλον χωρίς να τους παρακολουθεί ένας θεός.

30 May 2017

Σκοντάφτοντας στους λίθους της μνήμης

του Θωμά Συμεωνίδη, bookpress.gr, 29/5/2017
Το Μπερλίν, πρώτο βιβλίο της Άντζης Σαλταμπάση (γεννημένη το 1973), είναι μια πολυεπίπεδη νουβέλα, μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μια ώριμη και σύγχρονη συγγραφική κατάθεση που ισορροπεί με μεγάλη επιτυχία ανάμεσα στη μυθοπλασία και το δοκίμιο.
Με βασικό άξονα της αφήγησης την πόλη του Βερολίνου, γινόμαστε μάρτυρες σειράς επεισοδίων και σκέψεων που συνδέονται τόσο με την ιστορία της πόλης όσο και με τη ζωή (σε αυτή την πόλη) σήμερα. Η αφηγήτρια, Ελληνίδα δημοσιογράφος εγκατεστήμενη μόνιμα στο Βερολίνο με την οικογένειά της, δηλώνει εξαρχής τον ενδοσκοπικό χαρακτήρα της αφήγησης –«Το Βερολίνο είναι η ιδανική πόλη για να καταδυθείς στον εαυτό σου»– καθώς και την προσωπική της σύνθηκη – «Ένιωθα και εγώ το ίδιο εγκλωβισμένη σε μια δύσκολη σχέση με τον εαυτό μου και το Βερολίνο και τη ζωή μου εκεί».
Οι τονικότητες των Ίμρε Κέρτες και Γκέοργκ Ζέμπαλντ να αντηχούν εδώ και εκεί (ενίοτε και του Τόμας Μπέρνχαρντ), ο μακροπερίοδος λόγος και η λειτουργική συναρμογή των διαλόγων στο σώμα του κειμένου, η εναλλαγή ανάμεσα σε εύστοχες περιγραφές του αστικού και περιαστικού τοπίου από τη μία και την παράθεση πραγματολογικών στοιχείων από την άλλη, ενεργοποιούν την αφήγηση, η οποία εξελίσσεται σε τέσσερα διακριτά επίπεδα:
·   Τις συναντήσεις της αφηγήτριας με έναν Γερμανό ψυχίατρο.
·   Τις σκέψεις της γύρω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (με έναυσμα την επίσκεψη στο Ράβενσμπρυκ, γυναικείο στρατόπεδο συγκέντρωσης Εβραίων κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο) και το εβραϊκό ολοκαύτωμα (Σοά), τις σχετικές συναντήσεις και μαρτυρίες.
·   Το ζήτημα της εβραϊκότητας των παιδιών της.
·   Τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και, κατά προέκταση, το ζήτημα της μετανάστευσης και της ζωής μιας Ελληνίδας στη Γερμανία και το Βερολίνο σήμερα.
Το σώμα του κείμενου διαιρείται στο κυρίως μέρος που τιτλοφορείται «Μπερλίν» και το επιλογικό «Το νησί των Παγωνιών». Στο κυρίως μέρος, η συνοχή εξασφαλίζεται μέσα από τη διαπλοκή και τη διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων, η οποία επενδύεται από την προσωπική έρευνα της αφηγήτριας στο διαδίκτυο και από βιβλιογραφικές πηγές που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. Βλέπουμε, για παράδειγμα, σε μία και μόνο σελίδα, την αναζήτηση πληροφοριών για το προάστιο Γκρούνεβαλντ (που λειτουργούσε ως σταθμός μετεπιβίβασης από το Βερολίνο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης), την περιγραφή μιας διαδρομής στο Βερολίνο (με αναφορές στο Μόνος στο Βερολίνο του Χανς Φάλαντα και το «Ich bin ein Berliner» του Κένεντι), αλλά και το στοιχείο της έκπληξης: «Και ξαφνικά είδα μία επιγραφή, μία μεγάλη άσπρη επιγραφή», στοιχείο το οποίο επαναλαμβάνεται και σε άλλα σημεία, με αποτέλεσμα να αλλάζει η εστίαση και το ενδιαφέρον της ανάγνωσης να παραμένει αμείωτο.


Το ενδιαφέρον της αφήγησης συντηρείται, επίσης, μέσα από τους τρόπους με τους οποίους παλιοί εβραίοι κάτοικοι του Βερολίνου παρουσιάζονται ως αινίγματα που πρέπει να λυθούν. Και σε αυτό το σημείο το χωρικό στοιχείο είναι έντονο καθώς το πρώτο στίγμα, η ενακτήρια πληροφορία για αυτούς τους ανθρώπους, είναι η διεύθυνσή τους. Με αυτόν τον τρόπο, οι παλιές πολυκατοικίες και τα διαμερίσματα φασματοποιούνται, προσεγγίζονται μέσα από το πρίσμα της ιστορίας, μέσα από τις ζωές των παλαιότερων ενοίκων και μέσα από τις αφηγήσεις των ιστοριών τους: αυτοί οι ένοικοι του παρελθόντος, γίνονται ένοικοι του παρόντος, συναντιούνται μεταξύ τους. Έτσι, από την ιστορία του Λέοπολντ περνάμε στην αινιγματική ιστορία της κόρης του Ίντιθ (ή Έντιτ), και μετά στην Καρόλα Κον που θα μπορούσε ίσως κάτι να γνωρίζει για την Ίντιθ και μετά σε έναν νέο κύκλο αναζητήσεων με αφετηρία μια διεύθυνση στο Βερολίνο, φωτογραφίες από προσόψεις κτηρίων και αναφορές σε βιβλία, και το πέρασμα σε καινούριες μαρτυρίες, όπως αυτή της Έλεν Φρίντζαμ.
Σε σχέση πάντα με την αφήγηση, αξιοσημειώτη είναι η πολυφωνικότητα (μαρτυρίες ειπωμένες από διαφορετικά πρόσωπα, εναλλαγή με την εσωτερική φωνή της αφηγήτριας, εναλλαγή με πιο αντικειμενικές περιγραφές εξωτερικών χώρων) με πιο εξαιρετική ίσως τη στιγμή που στο πλαίσιο μιας συγκέντρωσης για την ετήσια εκδήλωση μνήμης των πρώτων Εβραίων που έφυγαν με τρένο από τον σταθμό του Γκρούνεβαλντ, οι μαθητές ενός γυμνασίου παρουσιάζουν τη ζωή έντεκα εβραιόπουλων μετά από έρευνα αρχείου, μιλώντας στο β’ ενικό (κάτι το οποίο μεταφέρεται αυτούσιο και στην αφήγηση): «Ισαάκ Ρόζενμπεργκ ήσουν καλός μαθητής, ήθελες να ασχοληθείς με τον αθλητισμό, αλλά η καρδιά σου δεν σου το επέτρεψε, μπήκες στο πανεπιστήμιο και αμέσως μετά βρέθηκες στο...».
Το επιλογικό μέρος («Το νησί των παγωνιών») έρχεται να αποκαταστήσει μια ισορροπία (χωρίς όμως να εντάσσεται και στο ανάλαφρο σχήμα του happy end). Γιατί, αν στο κυρίως μέρος («Μπερλίν») κυριαρχούν το βάρος της πραγματικότητας και της μνήμης που μοιάζουν να προκαλούν ασφυξία στην αφηγήτρια (με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως τη μέρα που θα συναντούσε τη φίλη της Γκαμπριέλε μετά την καθιερωμένη καλοκαιρινή συνέντευξη της Μέρκελ: «αλλά η πόλη ήταν τόσο όμορφη κι εγώ ήμουν χαρούμενη, ναι, θυμάμαι πολύ καλά πόσο χαρούμενη ήμουν, σχεδόν πετούσα και κατέβαζα χίλιες ιδέες για άρθρα και ρεπορτάζ και δουλειές και ήμουν απρόσμενα αισιόδοξη»), στο επιλογικό, η αμφιθυμία έχει θετική χροιά, καθώς δεσπόζουν η φιλία, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η γαλήνη που αποπνέουν το τοπίο και η φύση σε συνδυασμό με την επίγνωση ότι ο αστερισμός όλων αυτών, δεν μπορεί να έχει μία μόνιμη θέση στην καθημερινότητα: «θα κρατώ την ανάμνηση αυτή στα χέρια μου προσεκτικά σαν να ήταν ένα κύπελλο ξέχειλο από φρέσκο γάλα».
Γενικότερα, αυτό που θα ξεχωρίζα ως τη μεγαλύτερη αρετή του Μπερλίν είναι το γεγονός ότι αναμετράται επιτυχώς με θεματικές οι οποίες αφενός έχουν ένα πολύ μεγάλο βάρος, αφετέρου έχουν αποτελέσει ήδη αντικείμενο πραγμάτευσης με τρόπους που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και εξαντλητικοί από κάποιες απόψεις. Συγκεκριμένα, το Μπερλίν αναμετράται με την πόλη του Βερολίνου, το εβραϊκό ολοκαύτωμα, την εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τα κρίσιμα και ζωτικά ερωτήματα της μνήμης, της μαρτυρίας, της εκπαίδευσης καθώς και της διαμεσολάβησης αυτών των ερωτημάτων από την αρχιτεκτονική, το μουσείο, την τέχνη, τον πολιτισμό γενικότερα. Και πράγματι, δίπλα στους Κέρτες και Ζέμπαλντ (και τους Πάουλ Βεράχεν, Ντάνιελ Μέντελσον και Ανέτ Βιβιορκά στους οποίους παραπέμπει η ίδια η συγγραφέας) θα συναντήσει επίσης κάποιος τον Κενζαμπούρο Όε, τη Χέρτα Μύλερ, αλλά και τους πιο κλασικούς, όπως Πρίμο Λέβι, Πάουλ Τσέλαν, Ζαν Αμερί, Ρομπέρ Αντέλμ, Άαρον Άπεφελντ, συγγραφείς δηλαδή που έχουν στο επίκεντρο της πραγμάτευσής τους, ένα ή περισσότερα από τα θέματα που αναφέρω πιο πάνω.
Με αφορμή το Μπερλίν, τέλος, αξίζει να επισημανθούν και τρία στοιχεία τα οποία σχετίζονται με την πραγμάτευση της Σοά. Σε ένα πρώτο επίπεδο, θεωρώ ότι η Άντζη Σαλταμπάση καταφέρνει να υποδείξει έναν βασικό κίνδυνο που ενυπάρχει στον πληθωρισμό αφηγήσεων, μαρτυριών, έργων τέχνης, πολιτικών και δράσεων που αποσκοπούν στη διατήρηση της μνήμης καταστροφικών γεγονότων. Και αυτός ο κίνδυνος, συνίσταται, από τη μία, στη μονοτονία και στην ουδετεροποίηση που τελικά μπορεί να προκαλέσει η συνεχής ενασχολήση με ένα τέτοιο ζήτημα (ας θυμηθούμε εδώ τον Πωλ Ρικέρ και τις επισημάνσεις του για τους κινδύνους που μπορούν να προέλθουν όχι μόνο από το πλεόνασμα λήθης, αλλά και από το πλεόνασμα μνήμης), και από την άλλη, στην παραπλανητική εξατομίκευση του κινδύνου και άρα στη δημιουργία ενός προβληματικού πλασίου πρόληψης και αποτροπής (ας θυμηθούμε εδώ τους Τέοντορ Αντόρνο, Εμανουέλ Λεβινάς, Κλωντ Λεφόρντ, Χάνα Άρεντ και τις συνεισφορές τους στην προσέγγιση της ολοκληρωτικής συμπεριφοράς και σκέψης). Αυτό το τελευταίο, αναδεικνύεται εύγλωττα στην εκμυστήρευση ενός Γερμανού προς την αφηγήτρια και αφού είχε προηγηθεί ένα περιστατικό το οποίο είχε προκαλέσει μεγάλη αμηχανία: «Δεν θυμάμαι να έχω μάθει ποτέ τίποτα για άλλα δόγματα ή για άλλες θρησκείες στο σχολείο, είπε, τα μόνα πράγματα που μας μαθαίναν ήταν για τους Εβραίους, οι Εβραίοι οι Εβραίοι οι Εβραίοι, οι Εβραίοι και η καταδίωξή τους, σε όλα τα μαθήματα, στα θρησκευτικά, στα Αγγλικά, στη Γλώσσα, στα Γαλλικά, οι Εβραίοι και το πώς τους σκοτώσαμε, οι Εβραίοι, τα πάντα για τους Εβραίους και τι τους κάναμε».  
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, θεωρώ σημαντική συνεισφορά το γεγονός ότι το ίδιο το Μπερλίν υποδεικνύει ένα τρόπο προσέγγισης του ολοκαυτώματος, αναιρώντας, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, θεωρητικές απόψεις που επιμένουν στο μη αναπαραστήσιμο της Σοά: «Κοιτούσα με τρυφερότητα τις φωτογραφίες των γονιών της και του αδελφού της στη σελίδα του Γιαντ Βασέμ, διάβαζα αποσπάσματα από το βιβλίο της και ένιωθα ότι τους ξέρω, δεν ήταν πια τρία άγνωστα ονόματα σε έναν ατελείωτο κατάλογο νεκρών, δεν ήταν τρεις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με ονοματεπώνυμο, ήταν αληθινοί άνθρωποι, γιατί ήξερα κάποια στοιχεία για τις ζωές τους και εν τέλει αυτός είναι καλύτερος τρόπος να προσεγγίσει κανείς το Ολοκαύτωμα, ναι, ο καλύτερος τρόπος είναι να γνωρίσεις τα θύματα και τους επιζώντες, να περπατήσεις εκεί που είχαν περπατήσει, να περάσεις έξω από το σπίτι τους, να μάθεις ασήμαντες λεπτομέρειες για τις ζωές τους και ύστερα μπορείς να σκέφτεσαι τον κύριο Κον να...»
Με αυτόν τον τρόπο, που προκρίνει η Σαλταμπάση, μπορεί να αρθεί σε μεγάλο βαθμό η ανωνυμία και άρα η κοινοτοπία. Αλλά αυτός ο τρόπος, επίσης, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπαραστατική δυνατότητα και άρα εν δυνάμει ως αναπαραστικό ισοδύναμο της καταστροφής. Ας θυμηθούμε εδώ τη σχετική εργασία καλλιτεχνών όπως ο Κριστιάν Μπολτανσκί ή ο Αλφρέντο Χάαρ που προσεγγίζουν τη φρίκη του εβραϊκού ολοκαυτώματος και της γενοκτονίας στη Ρουάντα, αντίστοιχα, μέσα από την εστίαση στο μεμονωμένο θύμα, στη μοναδικότητά του. Και βέβαια, μπορούμε να ανατρέξουμε στις σχετικές θεωρητικές συνεισφορές των Ζωρζ-Ντιντί Υμπερμάν και Ζακ Ρανσιέρ, οι οποίοι επικρίνουν το πλεόνασμα ηθικής απαίτησης που υπάρχει σε πολλές προσεγγίσεις της Σοά, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την (υπερβολική) θέση περί μη αναπαραστήσιμου. «Ο γιος του Σαούλ» του Λάσλο Νέμες είναι μια ταινία στην οποία ο Ντιντί Υμπερμάν βλέπει, για παράδειγμα, να επαληθεύονται οι θέσεις του περί της δυνατότητας αναπαράστασης της Σοά.
Το τρίτο, και τελευταίο, στοιχείο που θα ήθελα να επισημάνω, εκπορεύεται από την αναφορά που κάνει η Σαλταμπάση στον Πάουλ Βεράχεν και το μνημειώδες Omega Minor: «το λάθος να αντιμετωπίζουμε το κακό σαν κάτι "ακατανόητο", σαν μία "ιστορική ανωμαλία"». Με αφορμή λοιπόν αυτή την αναφορά στον Βεράχεν και γενικότερα, με αφορμή την ανάγνωση του Μπερλίν, θέλω να καταθέσω μια πιο προσωπική άποψη: είναι πράγματι λάθος να μετατίθεται το κακό σε μια σφαίρα που δεν μπορεί να την αγγίξει ο άνθρωπος, σε μια σφαίρα που δεν μπορεί να την ελέγξει. Ανάμεσα σε αυτές τις θεωρήσεις και τις αντιδιαμετρικές τους, στις οποίες λανθάνει ή υπάρχει έκδηλα το ουτοπικό και, σε κάποιες άλλες εκδοχές, το μεσσιανικό στοιχείο, υπάρχει ένας δρόμος ο οποίος είναι πιο μετριοπαθής, και ωστόσο πολύ πιο δύσκολος. Σε αυτόν τον δρόμο δεν υπάρχει η μετάθεση της ευθύνης, το ακατανόητο, αλλά ούτε η μηδενιστική αμφισβήτηση μιας σειράς κεκτημένων και δυνατοτήτων που έχει να επιδείξει ο δυτικός πολιτισμός. Σε αυτόν τον δρόμο υπάρχει το αίτημα της καθημερινής προσπάθειας, της καθημερινής επιβίωσης, της επιδίωξης μιας καλύτερης ζωής (μας τα παρουσιάζει όλα αυτά το Μπερλίν) μέσα από τον αναστοχασμό του παρελθόντος και της διαρκούς υπενθύμισης ότι αυτοί οι ανθρώποι που υπήρξαν θύματα καταστροφών όπως η Σοά, πρέπει να βρουν τη θέση τους μέσα μας και ανάμεσά μας, αλλά την ίδια στιγμή, τη διαρκή και επιτακτική υπενθύμιση ότι και αυτοί οι άνθρωποι που υπήρξαν θύτες, συνεχίζουν να βρίσκονται εν δυνάμει ανάμεσά μας, και ας είμαστε ειλικρινείς, εν δυνάμει μέσα μας.