17 November 2013

Η πανηγυρική άφιξή μου στο Μόναχο, εν έτει 1961

Με το πέρασμα των ετών επανέρχονται στη μνήμη μου παλιές ιστορίες που συνέβησαν στα νεανικά μου χρόνια και οι οποίες αναδύονται από τη λήθη με διάφορες αφορμές, συζητήσεις, φωτογραφίες κ.λπ. Είναι αυτό που ακούμε συχνά ότι οι μεγάλοι διηγούνται διαρκώς ιστορίες από τη ζωή τους και οι νέοι βαριούνται να τις ακούν...
Η επόμενη ιστορία αφορά το έτος 1961, χρονιά που τελείωσα το Η' Γυμνάσιο Αθηνών (Λύκειο που λένε σήμερα). Δευτέρα ήταν η τελευταία εξέταση της χρονιάς και της φοίτησής μου σ’ αυτό το σχολείο και την Τετάρτη, μετά από δύο ημέρες, ανέβηκα στο τραίνο για τη Γερμανία.
Από μικρότερη ηλικία είχα στο μυαλό μου (μάλλον υποβολή από τον πατέρα μου) να σπουδάσω στη Γερμανία, γι’ αυτό μάθαινα από 13-14 ετών γερμανικά στο Goethe Institut της Αθήνας. Άλλοι μάθαιναν αγγλικά και γαλλικά, εγώ γερμανικά· ίσως να ήμουν και ο μόνος στην τάξη μου με γερμανικά! Όταν έφυγα για τη Γερμανία είχα τελειώσει την Oberstufe και νομίζω τότε δεν υπήρχε ανώτερη τάξη. Τα είχα μάθει όλα! Βέβαια, μάθαινα τα γερμανικά των Ελλήνων, με Έλληνες καθηγητές, εκτός από μια Γερμανίδα που ζούσε ήδη πολλά χρόνια στην Ελλάδα.
Το τραίνο από τον σταθμό της Αθήνας (Λαρίσης, όπως λέγεται, ως απώτατο σιδηροδρομικό όριο κάποτε) ξεκίναγε βράδυ και στην αποβάθρα ήταν μαζεμένος, όπως είναι αυτονόητο, αρκετός κόσμος, υποψήφιοι ταξιδιώτες, συγγενείς και φίλοι τους. Το ταξίδι κράταγε τρεις ημέρες με δύο διανυκτερεύσεις στο τραίνο κι εμένα μου φαινόταν σαν μια ευχάριστη εκδρομή. Το αεροπορικό εισιτήριο πρέπει να ήταν τότε πολύ ακριβό, ούτε μας πέρασε ποτέ από το μυαλό να πάω με αεροπλάνο στη Γερμανία.
Οι συνεπιβάτες που είχαν κλείσει θέσεις στο κουπέ -συνολικά ήμασταν 8 άτομα- είχαν όμως άλλη άποψη για την «εκδρομή» που ξεκινάγαμε. Τρεις ή τέσσερις εξ αυτών ήταν ήδη κάτοικοι και εργαζόμενοι στη Γερμανία και επέστρεφαν στις δουλειές τους, μετά από σύντομες διακοπές στην Ελλάδα. Ακόμα δύο ή τρεις πήγαιναν ως τουρίστες, αλλά με προοπτική να βρουν κάποια δουλειά, πράγμα που δεν ήταν εύκολο τότε, αν δεν είχες ήδη συμβόλαιο εργασίας. Εγώ πήγαινα για σπουδές –και καμιά δουλίτσα, αν προέκυπτε– και ένας ακόμα ήταν απόφοιτος της Μαθηματικής Σχολής του πανεπιστημίου που είχε επίσης τελειώσει τη στρατιωτική θητεία του, 25 ετών περίπου. Πήγαινε στη Γερμανία για δουλειά, ανώτερες σπουδές κ.λπ., ό,τι προκύψει όπως έλεγε.
Από τα οκτώ άτομα στο κουπέ κατάλαβα ότι ήμουν ο μόνος που ήξερε συστηματικά τη γερμανική γλώσσα, με γραμματική και συντακτικό. Οι άλλοι, είτε ήξεραν μεμονωμένες φράσεις που έδειχνε ότι είχαν μάθει τη γλώσσα ακούγοντάς την να ομιλείται, είτε δεν ήξεραν καθόλου, όπως ο Μαθηματικός που θα ξεκίναγε από το μηδέν.
Δεν θα περιγράψω εδώ το ταξίδι που ήταν πολύ κουραστικό, με καπνιστές στο κουπέ που δεν άνοιγαν το παράθυρο επειδή κρύωναν, με περιορισμένο ύπνο και ελάχιστα τρόφιμα και ποτά, γιατί έπρεπε να κατεβαίνουμε στους σταθμούς να ψωνίζουμε, με τουαλέτες σε άθλια κατάσταση ήδη πριν εγκαταλείψει το τραίνο την Ελλάδα, με πολλαπλούς συνεπιβάτες στη Γιουγκοσλαβία, όρθιους και καθιστούς στο δάπεδο, όπου το τραίνο λειτουργούσε σαν τοπικό και έκανε στάσεις σχεδόν σε κάθε κωμόπολη, με την εντυπωσιακή αραίωση των επιβατών και την καθαριότητα που δημιούργησε ένα συνεργείο καθαριστριών από τη στιγμή που μπήκε το τραίνο στην Αυστρία και άλλα πολλά. Ενδεικτικά προσθέτω κάτι ενδιαφέρον που έμαθα αργότερα: στις πληροφορίες γι' αυτό το τραίνο από και προς την Ελλάδα οι Γερμανικοί Σιδηρόδρομοι ανέφεραν με διπλωματικό τρόπο ότι «Αυτός ο συρμός δεν ενδείκνυται να χρησιμοποιείται από επιβάτες στις ενδογερμανικές συγκοινωνίες, επειδή δεν προσφέρονται οι συνήθεις εξυπηρετήσεις και εξοπλισμοί» — τουτέστιν πρόκειται για συρμό-χαβούζα...
Απ’ όσο θυμάμαι, βράδυ ξεκινήσαμε από την Αθήνα, το πρωί ήμασταν στη Θεσ/νίκη, το άλλο πρωί στο Βελιγράδι και το τρίτο πρωί στο Villach της Αυστρίας. Το βράδυ της τρίτης ημέρας έφτασε το τραίνο στον κεντρικό σταθμό του Μονάχου, γραμμή 11 (München Hauptbahnhof, Gleis 11), όπως μου θυμίζει μια φίλη από το Facebook.

 Ο κεντρικός σταθμός του Μονάχου, πλατφόρμα 11, όπως είναι σήμερα.

Ο Μαθηματικός που ήταν μαζί στο κουπέ είχε κολλήσει σαν στρείδι από δίπλα μου, ήθελε να τον βοηθήσω να προσανατολιστεί στο Μόναχο για να βρει μια Σχολή να μάθει γερμανικά κ.ο.κ. Εγώ ήμουν πρόθυμος να τον βοηθήσω και του υποσχέθηκα ότι θα τα κανονίσουμε όλα, αφού φτάσουμε. Αρχική φροντίδα ήταν βέβαια να διανυκτερεύσουμε την πρώτη μας βραδιά επί γερμανικού εδάφους και μετά θα βλέπαμε...
Ήδη από την Αυστρία άρχισα όμως να έχω κάποιες αμφιβολίες άλλου είδους... Οι Αυστριακοί ελεγκτές που μπήκαν για εισιτήρια, τελωνείο και διαβατήρια έλεγαν διάφορα, τα οποία εγώ δεν καταλάβαινα. Ρε μήπως δεν είμαστε ακόμα Αυστρία, σκεφτόμουν, μήπως μιλάνε άλλη γλώσσα, επειδή νομίζουν ότι είμαστε Γιουγκοσλάβοι; Δεν μπορούσα να το εξηγήσω... Τα ίδια δε και στη Γερμανία (Βαυαρία)! Με τίποτα δεν θα έλεγα ότι αυτοί μιλάνε τη γλώσσα που μάθαινα εγώ στο Goethe Institut της Αθήνας...
Κατεβαίνοντας εντέλει στο σταθμό του Μονάχου παραπατούσαμε από την τριήμερη παραμονή και ουσιαστικά ακινησία μας στο τραίνο, αλλά αυτό εμένα δεν με απασχολούσε. Θα έψαχνα καταρχήν να βρω κάποιο (φτηνό) ξενοδοχείο. Αφού  συνήθισαν τα μάτια και τα αυτιά μας στο νέο πολύβουο περιβάλλον του σταθμού, με τον κόσμο να πηγαινοέρχεται στις αποβάθρες, τα καροτσάκια να φορτώνουν και ξεφορτώνουν βαλίτσες και τα τραίνα να εισέρχονται και εξέρχονται στις συνολικά νομίζω κάπου 20 γραμμές (Gleise), πλησιάζω έναν κύριο που είχε στολή σιδηροδρομικού και πηλήκιο με επιγραφή Information. Θυμάμαι πολύ καλά ότι του έλειπε ένα χέρι μάλλον από τον ώμο· το μανίκι του σακακιού ήταν χωμένο στην τσέπη. Προφανώς θύμα του πολέμου. Ο β' παγκόσμιος πόλεμος είχε λήξει στην Ευρώπη πριν από 16 χρόνια και σίγουρα πολλοί ανάπηροι είχαν βρει απασχόληση σε δημόσιες υπηρεσίες.
Του λέω λοιπόν, με την καλύτερη προφορά και την καλύτερη σύνταξη που είχα μάθει στο σχολείο, ότι ζητάμε –δίπλα μου ο Μαθηματικός– ένα ξενοδοχείο για να κοιμηθούμε. Με κοιτάει αυτός εμβρόντητος και απαντάει κάτι που δεν το κατάλαβα. Αλλά φαίνεται ότι ούτε κι αυτός καταλάβαινε εμένα. Παρατάω τις φιοριτούρες και του λέω Hotel, βέβαια στην εκδοχή Χοτέλ που μόνο σε εξασκημένο Γερμανό θα θύμιζε τη λέξη για ξενοδοχείο. Στα γερμανικά το h προφέρεται μεν, αλλά κάπως αχνά, δεν είναι ανύπαρκτο φωνητικά όπως στα γαλλικά, αλλά και δεν είναι το σκληρό χ που ακούγεται στην ελληνική συλλαβή χο.
Κατάλαβε όμως ο υπάλληλος τί εννοώ (και τι άλλο θα μπορούσα να ζητάω εκείνη την ώρα;), οπότε αρχίζει να μιλάει, χωρίς εγώ να καταλαβαίνω ούτε λέξη. Κι από δίπλα ο Μαθηματικός να ρωτάει, τι σου λέει; Τι να του πω τώρα, αφού κι εγώ δεν καταλάβαινα; Λίγο μετά έμαθα ότι εκείνες τις μέρες υπήρχε μια μεγάλη εμπορική έκθεση στο Μόναχο και δεν υπήρχε ελεύθερο δωμάτιο στα ξενοδοχεία.
Επαναλαμβάνω εγώ «Hotel», αυτός τα ίδια, ίσως και άλλα, πάντως ακαταλαβίστικα! Πω πω σκέφτηκα, θα με τρελάνει αυτός. Πρέπει να κοίταξα μια δυο φορές προς το κτίριο του σταθμού να βεβαιωθώ ότι ήμασταν στο Μόναχο, μήπως ξεπέσαμε κάπου στις σλαβικές χώρες... Καμιά ελπίδα, με μεγάλα γράμματα αναφερόταν München Hauptbahnhof, Κεντρικός σταθμός Μονάχου... Ήμασταν 100% στη Γερμανία.
Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα μια διήγηση κάποιου δασκάλου γερμανικών ότι Αυστριακοί, Βαυαροί και Ελβετοί μιλάνε ακατανόητη διάλεκτο και πρέπει να είσαι εξασκημένος για να τους καταλάβεις. Δεν είχα δώσει όμως τότε σημασία· τί δουλειά έχω εγώ να συζητάω με τους χωριάτες; Μόνο με μορφωμένους θα συζητάω!
Θα μπορούσα βέβαια να το ξέρω αυτό κι απ’ την Ελλάδα, όπως έμαθα αργότερα, όταν έκανα παρέα με Κρητικούς ή Θεσσαλούς που μίλαγαν ελληνικές διαλέκτους. Αλλά δεν είχα ταξιδέψει ποτέ εκτός πρωτεύουσας και όποιος μίλαγε χωριάτικα στην Αθήνα τον λέγαμε απλά «βλάχο»! Αργότερα έμαθα ότι κι αυτό ήταν λάθος, όταν μου είπε κάποιος συμπατριώτης: «Εγώ δεν είμαι βλάχος, είμαι πρόσφυγας!» Παραξενεύτηκα αρχικά, αλλά έτσι άρχισα να μαθαίνω για τις φυλές των Ελλήνων, για τις διαλέκτους, τις διαφορετικές συνήθειες και παραδόσεις κατά περιοχή της χώρας κ.λπ., για τις οποίες δεν γινόταν ποτέ κουβέντα στο σχολείο, ώστε να μην γκρεμιστεί η ψευδαίσθηση της εθνικής, φυλετικής και γλωσσικής ενότητας και ομοιογένειας. Εκεί στη Γερμανία κατάλαβα επίσης, γιατί η μία γιαγιά μου που είχε γεννηθεί στον Πειραιά αλλά καταγόταν από τα Μέθανα, μίλαγε αρβανίτικα. Εγώ νόμιζα μέχρι τότε ότι τα είχε μάθει ως ξένη γλώσσα...
Το πρόβλημα δεν ήταν όμως τώρα γλωσσολογικό, αλλά έπρεπε να βρούμε ένα δωμάτιο για διανυκτέρευση και η λύση του προβλήματος γινόταν δυσχερής, γιατί ο αρμόδιος να μας δώσει πληροφορίες μίλαγε ακαταλαβίστικα. Μετά από πολλά πες πες εκατέρωθεν, χωρίς να υπάρχει κατανόηση, μας δείχνει ο υπάλληλος σε ένα σημείο στο κτίριο του σταθμού. Να σημειώσω ότι ο κεντρικός σταθμός του Μονάχου, όπως και των άλλων μεγάλων πόλεων, είναι τερματικός. Τα τραίνα εισέρχονται και εξέρχονται από την ίδια πλευρά των σιδηροδρομικών εγκαταστάσεων και στην αντίθετη πλευρά δεσπόζει, κάθετα στις γραμμές, ένα μεγάλο κτίριο με υπηρεσίες, καταστήματα κ.ά. Αντίθετα, στις μικρότερες πόλεις τα τραίνα διέρχονται από το σταθμό, όπως στο σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις.

Εκεί που μας έδειχνε ο υπάλληλος να πάμε υπήρχε μια ταμπέλα που ανέγραφε Banhofsmission και είχε ένα (μαλτέζικο) σταυρό. Δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό, τώρα θα το απέδιδα ως «Κοινωνική υπηρεσία του σταθμού» που λειτουργεί από τις εκκλησίες, καθολική και προτεσταντική. Ρωτάω με ευχαρίστηση τον υπάλληλο: «Εκεί ξενοδοχείο;» Ναι μου λέει βαριεστημένος, «Ja, dort Hotel!»...
Μπαίνω μέσα στο γραφείο με τον Μαθηματικό πίσω μου, οι βαλίτσες στα χέρια μας, και βλέπω δύο καθολικές μοναχές, όπως τις ήξερα από την Ελλάδα σε κάποια νοσοκομεία, να κάθονται πίσω από ένα γκισέ. Πρέπει να ήταν 30-35 ετών και μου έκανε εντύπωση ότι ήταν ιδιαίτερα ευδιάθετες και υπομονετικές, σε αντίθεση με τον κακόκεφο υπάλληλο πληροφοριών στην αποβάθρα.
Ανταλλάξαμε καλησπέρες, ως συνήθως, και μας ρωτάνε: «Παρακαλώ πολύ, τι επιθυμείτε;» Αυτό το «παρακαλώ πολύ» (bitte sehr) μου έκανε αμέσως εντύπωση, γιατί στα ελληνικά δεν το χρησιμοποιούμε συχνά στον καθημερινό λόγο, ενώ στα γερμανικά είναι συνηθέστατη εισαγωγή της κουβέντας, ακόμα και σε οικογενειακές συζητήσεις... Γυρνάω λοιπόν στον Μαθηματικό και του λέω, επιτέλους ρε συ, αυτές μιλάνε κατανοητά. Πράγματι μίλαγαν αυτό που λένε οι Γερμανοί hochdeutsch και το απεχθάνονται οι Βαυαροί, γιατί είναι «πρωσικά γερμανικά» (praisndaitsch!) Απαντάω  κι εγώ με όλη μου την γλωσσική εκπαίδευση τι ακριβώς θα θέλαμε, οπότε αφενός προς χαρά μου διαπίστωσα ότι γινόμουν κατανοητός και προς λύπη μου μαθαίνω (αυτό που έγραψα πριν) ότι λόγω της εμπορικής έκθεσης δεν υπάρχει τίποτα ελεύθερο για διανυκτέρευση.
Τι κάνεις εκεί; Και σήμερα ακόμα, όσα λεφτά κι αν διαθέτεις, άμα είναι όλα κλειστά δεν παίρνεις τίποτα. Δεδομένου δε ότι η κακομοίρικη εμφάνισή μας δεν έδινε την εντύπωση ότι θα μπορούσαμε να πληρώσουμε κάτι έκτακτο και ακριβό, καμιά αρχοντική σουίτα ας πούμε! Αρχίσανε λοιπόν οι δύο μοναχές (Nonnen) τα τηλεφωνήματα και τις συνεννοήσεις. Πρόσεχα τι λέγανε στο τηλέφωνο και μεταξύ τους οι δύο και χάρηκα που, μέσες άκρες τα καταλάβαινα· κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό με τα βαυαρικά που είχα ακούσει μέχρι τώρα, οπότε θεωρούσα πλέον σημαντικό ότι καταλάβαινα τις συνεννοήσεις.
Με τα πολλά, αφού μας ρώτησαν οι μοναχές διάφορα, εν πολλοίς άνευ νοήματος για μας, δείξαμε διαβατήρια και επιπλέον εγώ κάποια έγγραφα ότι θα πήγαινα στην τάδε κωμόπολη της κεντρικής Γερμανίας να εργαστώ για πρακτική άσκηση εν όψει σπουδών στο Πολυτεχνείο και άλλα τέτοια, λέει η μία μοναχή, αφού έγραψε σε χαρτί διάφορες πληροφορίες: θα πάτε έξω από το σταθμό, θα πάρετε το τραμ τάδε νούμερο και θα προχωρήσετε Χ στάσεις... δεν θυμάμαι ή δεν κατάλαβα πόσες. Την ρωτάω «Εκεί είναι το ξενοδοχείο;» Μου απαντάει αρνητικά και εξηγεί ότι δεν υπάρχει ελεύθερο ξενοδοχείο, αλλά εκεί είναι κάτι άλλο που εγώ εκείνη τη στιγμή δεν καταλάβαινα τι είναι...

Μας έδωσαν επιπλέον δωρεάν δύο εισιτήρια για τη διαδρομή του τραμ και, αφού τις ευχαριστήσαμε πολλές φορές, βγήκαμε να βρούμε τη στάση του τραμ. Εκεί μπήκαμε σε ένα συρμό με δύο βαγόνια και άρχισε το ταξίδι. Να στρίβει το τραμ σε πλατείες με φωτεινές διαφημίσεις, να μπαίνει και να βγαίνει σε φωτισμένες λεωφόρους, να κάνει διαρκώς στάσεις σε φανάρια και σταθμούς, να ανεβοκατεβαίνουν επιβάτες... Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος.
Με σκουντάει ο Μαθηματικός και μου λέει, «Ρε Στέλιο πού πάμε;» Κοιτάω έξω, σκοτάδι... Είχαμε βγει από την πόλη και το τραμ τσούλαγε σε ένα σκοτεινό τοπίο, χωρίς φώτα έξω... Κάθε τόσο γινόταν μια στάση με κάποιο αμυδρό φωτισμό, ανέβαιναν ή κατέβαιναν 1-2 άτομα και συνεχιζόταν το ταξίδι μας στο σκοτάδι. Οι επιβάτες ήταν πλέον πολύ λίγοι. Ρωτάω έναν συνεπιβάτη, πού είναι αυτή η στάση, του έδειξα το χαρτάκι. Μου λέει «Η τρίτη στάση από δω».
Σταματάει το τραμ, κατεβαίνουμε σε ανοιχτό χώρο και, όταν έφυγε πια ο συρμός και συνήθισαν τα μάτια μας στο σκοτάδι, διαπιστώσαμε ότι ήμασταν σε ένα δάσος... Παντού δέντρα, δεξιά και αριστερά οι γραμμές του τραμ σε ευθεία γραμμή που γυάλιζαν σε κάποια σημεία επειδή υπήρχαν φώτα σε κολώνες και τίποτα άλλο! Να ξεκινήσεις από το κέντρο του πολιτισμού (έτσι νομίζαμε) και να καταλήξεις σε ένα άγνωστο δάσος, δεν πρέπει να ήταν και η καλύτερη εξέλιξη!
Πάνω εκεί, καθώς στεκόμασταν απελπισμένοι και αναποφάσιστοι, μου λέει ο Μαθηματικός ότι στα 30-40 μέτρα υπάρχει ένα κτίριο με φως στην πόρτα του. Πράγματι, πηγαίνουμε εκεί και βλέπουμε ένα κτίριο σαν κάστρο, με μεγάλη πόρτα αμπαρωμένη και στην κορυφή ένα φτωχικό φως. Είχε όμως κουδούνι!
Μετά από μικρή αναμονή, ανοίγει στην πόρτα ένα παραθυράκι και κάποιος από μέσα ρωτάει κάτι. Γυναικεία ήταν η φωνή, αλλά εγώ ούτε έβλεπα, ούτε καταλάβαινα εκείνη τη στιγμή. Ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται μια χοντρή κυρία, με στολή νοσοκόμας και λέει πάλι κάτι βαυαρικό. Της λέω εγώ με τα καλύτερα γερμανικά μου ότι είμαστε από την Bahnhofsmission... Και τώρα που προσπαθώ να πω τη λέξη δυσκολεύομαι, γιατί πρέπει να διακόψεις ενδιάμεσα, Bahnhofs-mission. Αν προσπαθήσεις να την πεις μονορούφι, την πάτησες...
Μπήκαμε μέσα, με κινήσεις και σύντομες φράσεις μας έδειξε η νοσοκόμα να αφήσουμε τις βαλίτσες και να βγάλουμε τα σακάκια που φοράγαμε και μας μπάζει σε ένα δωματιάκι. Εκεί βρισκόταν ένας γιατρός με στρογγυλό καθρέφτη στο μέτωπο. «Θα μας κάνουν ιατρικές εξετάσεις;» ρωτάει ο Μαθηματικός. Του λέω, ας κάνουν ό,τι θέλουν, εγώ νυστάζω φοβερά.
Ο γιατρός έκανε κινήσεις να γδυθούμε. Κάνω να βγάλω το πουκάμισο αλλά αυτός έδειχνε το παντελόνι. Να το κατεβάσουμε... Κατεβάζω αργά το παντελόνι, δείχνει ο  γιατρός να κατεβάσω και το σώβρακο. Λέει ο Μαθηματικός εκείνη τη στιγμή, «Στέλιο, για να μας πηδήξουν ήρθαμε εδώ ή για να κοιμηθούμε;» Τέτοια ώρα τέτοια λόγια του λέω, κατεβάζουμε και το σώβρακο μέχρι τους μηρούς, οπότε πλησιάζει ο γιατρός με τον καθρέφτη μπροστά στα μάτια του τώρα και σκάλιζε τις τρίχες με ένα μακρύ ξυλάκι! «Μας ψάχνει για ψείρες», λέει ο Μαθηματικός... Ρε τι τραβάμε για να βγούμε στον πολιτισμό!
Η συνέχεια ήταν αποκαλυπτική: μας οδήγησαν σε ένα χώρο όπου αφήσαμε τη βαλίτσα και τα ρούχα μας και φορέσαμε σιδερωμένες πυτζάμες. Στη συνέχεια περάσαμε σε ένα χώρο με πολλά στενόμακρα τραπέζια, ίσως και 50, και φάγαμε από χάρτινο πιάτο ένα άσπρο λουκάνικο (Weisswurst), ένα ψωμάκι και κάτι σαν τυρί. Ήπιαμε και γάλα σε χάρτινο κύπελλο, αν θυμάμαι καλά. Δωρεάν όλα, κανείς δεν μας ζήτησε χρήματα! Στη συνέχεια μας οδήγησαν σε μια σκοτεινή αίθουσα, σαν αποθήκη μου φάνηκε, και πίσω από την πόρτα εισόδου ήταν ένα δίπατο κρεβάτι, στο οποίο κοιμηθήκαμε, πάνω ο Μαθηματικός γιατί το ήξερε από το στρατό.
Το επόμενο που θυμάμαι ήταν ότι μας ξύπνησε ένα καμπανάκι, λες και δεν είχαν περάσει ούτε 2 λεπτά. Όταν άνοιξα τα μάτια και σηκώθηκα, διαπίστωσα στο φως της ημέρας που έμπαινε από τα παράθυρα ότι είχαμε κοιμηθεί στην άκρη μιας πολύ μεγάλης αίθουσας με δίπατα κρεβάτια, όπως στο κέντρο εκπαίδευσης του στρατού, αλλά πολύ μεγαλύτερη και όλα τα δίπατα κρεβάτια πιασμένα. 
Εκεί υποψιάστηκα πια πού βρισκόμασταν και το επιβεβαίωσα μετά: Ήταν το κέντρο ή ένα από τα κέντρα φιλοξενίας αστέγων του Μονάχου (Obdachlosenheim)... Κοιμηθήκαμε ένα βράδυ με τους άστεγους και διαπιστώσαμε, σαν πρώτη εντύπωση από τη γερμανική ζωή, πόσο πολλοί ήταν... Ευτυχώς, εμείς βρεθήκαμε εκεί τυχαία και για μια νύχτα μόνο, οι περισσότεροι από τους άλλους φουκαράδες θα ξαναέρχονταν όμως. Και ήταν ακόμα Ιούνιος μήνας· το χειμώνα φαντάζεται καθένας τι θα γινόταν με την πολυκοσμία...